← Κύπρος

Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ κ.α. ν. Apak Agro Industries Ltd κ.α., Αρ. Συν. Αγωγών: 1201/92 2087/93, 3.7.2006

Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ κ.α. ν. Apak Agro Industries Ltd κ.α., Αρ. Συν. Αγωγών: 1201/92 2087/93, 3.7.2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2006:A12 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ. Συν. Αγωγών: 1201/92 & 2087/93 Αρ. Αγωγής: 1201/92 Μεταξύ:

  1. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ, από τη Λευκωσία
  2. Κυπριακή Τράπεζα Αναπτύξεως Λτδ, από τη Λευκωσία Εναγόντων και
  3. Apak Agro Industries Ltd, από την Πάφο
  4. Αδούλα Κυριάκου Κούντουρου, από την Πάφο (σύζυγος Γεώργιου Παπαδόπουλου)
  5. Ανδρέας Δημητριάδης, από την Πάφο
  6. Κώστας Νικολαίδης, από την Πάφο Εναγομένων -------------------- Και όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 28.1.2000 Μεταξύ:
  7. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ, από τη Λευκωσία
  8. Κυπριακή Τράπεζα Αναπτύξεως Λτδ, από τη Λευκωσία Εναγόντων και
  9. Επίσημος Παραλήπτης ως εκκαθαριστής της Εταιρείας Apak Agro Industries Ltd, από την Πάφο
  10. Αδούλας Κυριάκου Κούντουρου, από την Πάφο (σύζυγος Γεώργιου Παπαδόπουλου)
  11. Ανδρέα Δημητριάδη, από την Πάφο
  12. Κώστα Νικολαίδη, από την Πάφο Εναγομένων Και όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 10.1.2006 Μεταξύ:
  13. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Δημόσια Εταιρεία Λτδ, από τη Λευκωσία
  14. Κυπριακής Τράπεζας Αναπτύξεως Δημόσια Εταιρεία Λτδ, από τη Λευκωσία Εναγόντων και 1 Επίσημος Παραλήπτης ως εκκαθαριστή της Εταιρείας Apak Agro Industries Ltd, από την Πάφο
  15. Αδούλα Κυριάκου Κούντουρου, από την Πάφο (σύζυγος Γεώργιου Παπαδόπουλου)
  16. Ανδρέας Δημητριάδης, από την Πάφο
  17. Κώστας Νικολαίδης, από την Πάφο Εναγομένων --------------------------- Αρ. Αγωγής: 2087/93 Μεταξύ: Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας εκ Λευκωσίας Εναγόντων και Ανδρέα Δημητριάδη Εναγομένου -------------------- Και όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 13.3.2006 Μεταξύ: Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, από τη Λευκωσία Εναγόντων και Ανδρέας Δημητριάδης, από την Πάφο Εναγομένου -------------------------- Αίτηση ημερομηνίας: 29.5.2006 -------------------------- Ημερομηνία: 3.7.2006 Για Εναγόμενους-Αιτητές: κ. Α. Χαραλάμπους Για Ενάγοντες 1-Καθ΄ ων η αίτηση: κα Χ. Αγαπίου με κα Ε. X"Παπά (για να ακούσει απόφαση ο κ. Λ. X"Νεοφύτου) Για Ενάγοντες 2-Καθ΄ ων η αίτηση: κα Χ. Αγαπίου για κα Στ. Πολυβίου (για να ακούσει απόφαση ο κ. Λ. X"Νεοφύτου) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση ζητείται διάταγμα επιθεώρησης αριθμού εγγράφων τα οποία οι Ενάγοντες 1 έχουν αποκαλύψει ενόρκως στις 21.3.2006 με ένορκη δήλωση του κ. Λεονάρδου Σιάρτου. Περαιτέρω ζητείται «διάταγμα του Δικαστηρίου όπως η περαιτέρω διαδικασία στην παρούσα αγωγή σταματήσει (be stayed) για τόση περίοδο που θα ορίσει το Δικαστήριο εντός της οποίας οι Ενάγοντες στην παρούσα αγωγή επιτρέψουν στους Εναγομένους και/ή αντιπρόσωπους τους να επιθεωρήσουν και λάβουν αντίγραφα των πιο πάνω αναφερομένων εγγράφων, και εάν οι Ενάγοντες αρ. 1 παραλείψουν να επιτρέψουν επιθεώρηση και λήψη αντιγράφων εντός της τοιαύτης προθεσμίας που θα ορίσει το Δικαστήριο τότε η ανωτέρω αγωγή να απορριφθεί με έξοδα υπέρ των Εναγομένων.» Τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση φαίνονται στην ένορκη δήλωση του Αντρέα Δημητριάδη, Εναγόμενου 3 στην οποία αναφέρονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: Οι Ενάγοντες 1 προέβησαν σε αποκάλυψη εγγράφων η οποία επεδόθη στις 25.1.06 και στη συνέχεια στις 21.3.06 προέβησαν σε περαιτέρω αποκάλυψη εγγράφων. Τα έγγραφα αυτά ζητήθηκαν επανειλημμένως από τους δικηγόρους των Εναγόντων 1 τόσο προφορικά όσο και με επιστολές των δικηγόρων των Εναγομένων. Οι Ενάγοντες 1 απέστειλαν επιστολή στους Εναγομένους με την οποία τους καλούσαν να παρευρεθούν στη Λευκωσία για επιθεώρηση των εγγράφων στα οποία αφορούσε η πρώτη ένορκη δήλωσης αποκάλυψης. Παρά το γεγονός ότι τόσο ο ενόρκως δηλών όσο και ο εκ των δικηγόρων του κ. Α. Χαραλάμπους μετέβησαν στα γραφεία των Εναγόντων 1 στη Λευκωσία ουδέν έγγραφο τους επιτράπη να επιθεωρήσουν στη συνέχεια όμως τους έδωσαν αριθμό εγγράφων που σχετίζονταν με την πρώτη ένορκο δήλωση και συγκεκριμένα μεγάλο αριθμό επιταγών. Ουδέν έγγραφο τους εδόθη ή τους επετράπη να επιθεωρήσουν σε σχέση με τη δεύτερη ένορκη δήλωση. Σε προφορική συνομιλία μεταξύ των δικηγόρων των δύο πλευρών αναφέρθηκε από μια εκ των δικηγόρων των Εναγόντων 1 ότι δεν επρόκειτο να τους επιτραπεί η επιθεώρηση τουλάχιστον μέρους των εγγράφων αυτών για το λόγο ότι αυτά καλύπτονταν από προνόμιο και αποτελούσαν εσωτερικές επιστολές και διαδικασίες των Εναγόντων
  18. Στις 22.5.06 οι δικηγόροι των Εναγομένων απέστειλαν τηλεομοιότυπο (Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση) με το οποίο ζητείτο η επιθεώρηση των εν λόγω εγγράφων. Δεν υπήρξε απάντηση στην επιστολή και στις 26.5.06 η κα Αγαπίου σε συνομιλία που είχε με τον κ. Χαραλάμπους τον πληροφόρησε ότι θα ήταν καλύτερα το θέμα να αποφασιστεί από το Δικαστήριο. Προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι είναι σημαντικό όπως η επιθεώρηση των εγγράφων γίνει πριν την αντεξέταση του Στέλιου Ευσταθίου (Μ.Ε.1) καθότι πλείστα από τα έγγραφα θα τεθούν ενώπιον του εν λόγω μάρτυρα για να αντεξεταστεί επί του περιεχομένου τους. Ο εν λόγω μάρτυρας από τη μέχρι τώρα μαρτυρία του φάνηκε ότι είναι γνώστης των διαδικασιών εσωτερικών διεργασιών των Εναγόντων 1 που αφορούν την παραχώρηση δανειοδοτήσεων και σύμφωνα με τη σχετική νομολογία τα εσωτερικά μνημόνια δεν καλύπτονται από προνόμιο όπως διατείνονται οι Ενάγοντες. Περαιτέρω αναφέρεται ότι με βάση τα καταστατικά της υπόθεσης είναι ορθό και δίκαιο όπως τα έγγραφα που σχετίζονται με τη δανειοδότηση των Εναγομένων 1 τύχουν επιθεώρησης και επιτραπεί η λήψη αντιγράφων ώστε να χρησιμοποιηθούν από τους Εναγομένους κατά το δοκούν. Ζητείται επίσης η αναστολή της διαδικασίας μέχρι την ακρόαση της αίτησης και τη συμμόρφωση των Εναγόντων με ενδεχόμενο διάταγμα που ήθελε εκδοθεί για να μην αναιρεθούν τα θέσμια της δίκαιης δίκης και το άρθρο 30.2 του Συντάγματος και της αντίστοιχης Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Οι Ενάγοντες 1 καταχώρησαν ένσταση η οποία στηρίζεται στους ακόλουθους λόγους: «α. Η παρούσα αίτηση και ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και/ή αντίθετη με την νομολογία. β. Το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα. γ. Η παρούσα αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου αφού μεταξύ άλλων σκοπό έχει την καθυστέρηση στην ολοκλήρωση της εκδίκασης της υπόθεσης. δ. Με την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θίγονται βασικά συνταγματικά δικαιώματα των Εναγόντων
  19. ε. Στην Ένορκη Δήλωση του Ανδρέα Δημητριάδη ημερομηνίας 29/5/06 που υποστηρίζει την αίτηση ημερομηνίας 29/5/06, δεν έχουν καταδειχθεί τέτοιοι λόγοι οι οποίοι να καθιστούν αναγκαία την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. στ. Δεν έχουν τεθεί τέτοιοι ισχυρισμοί στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση ημερομηνίας 29/5/06 που να δικαιολογούν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων με βάση τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. ζ. Τα έγγραφα με Αρ. 1, 2 και 3 που περιέχονται στο Α της Αίτησης υπό τον τίτλο περιγραφή εγγράφων είναι εμπιστευτικής φύσης και καλύπτονται από το προνόμιο (privilege). η. Οι Αιτητές δεν παρουσιάζουν εύλογη αιτία που να δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. θ. Τα αιτούμενα διατάγματα δεν δικαιολογούνται υπό τις περιστάσεις και/ή δεν είναι αναγκαία για σκοπούς δίκαιης αποπεράτωσης της υπόθεσης.» Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του Λεονάρδου Σιάρτου, υπαλλήλου των Εναγόντων
  20. Στην ένορκη δήλωση γίνεται αναφορά στο ιστορικό της επίσκεψης των κ. Αντρέα Χαραλάμπους και Αντρέα Δημητριάδη στα γραφεία των Εναγόντων 1 στη Λευκωσία που στόχο είχε την επιθεώρηση των εγγράφων. Λόγω του μεγάλου όγκου εγγράφων και της καθυστέρησης που παρατηρείτο κατά τη φωτοτύπηση τους μετά από συνεννόηση με τη δικηγόρο των Εναγόντων 1 τα έγγραφα που είχαν φωτοτυπηθεί απεστάλησαν στην Πάφο. Μεγάλος αριθμός επιταγών και άλλων εγγράφων που αφορά η ένορκη δήλωση αποκάλυψης ημερομηνίας 25.1.06 δόθηκαν στην Εναγομένη τόσο πριν την έναρξη της διαδικασίας όσο και κατά τη συνέχιση. Την 1.3.06 οι δικηγόροι των Εναγομένων με τηλεμοιότυπο που απεστάλη στους δικηγόρους των Εναγόντων 1 σημείωσαν ποια από τα έγγραφα που περιλαμβάνονται στην ένορκη αποκάλυψη ημερομηνίας 25.1.06 επιθυμούσαν να τους δοθούν τα οποία τους απεστάλησαν. Από το Μάρτιο του 2006 οι Εναγόμενοι 1 ποτέ δεν επανήλθαν με αίτημα για επιθεώρηση και λήψη αντιγράφων. Στην ένορκη δήλωση αναφέρεται ότι δεν υπάρχει ένσταση στην επιθεώρηση και λήψη αντιγράφων των εγγράφων υπό στοιχεία 4-
  21. Όσον αφορά τα έγγραφα 1-3 οι Ενάγοντες 1 ενίστανται στην επιθεώρηση τους και στη λήψη αντιγράφων στη βάση του ότι τα εν λόγω έγγραφα είναι εμπιστευτικής φύσης και/ή καλύπτονται από προνόμιο. Τα εν λόγω έγγραφα αποτελούν ανάλυση και αξιολόγηση σε διάφορα επίπεδα διοίκησης των αιτημάτων των Εναγομένων 1 για τραπεζικές διευκολύνσεις και εκφράζουν κυρίως τον τρόπο σκέψης των λειτουργών των Εναγόντων 1 ως προς την έγκριση και/ή απόρριψη και/ή τροποποίηση αιτημάτων των Εναγομένων 1 για χορήγηση τραπεζικών διευκολύνσεων. Οι δικηγόροι των Εναγόντων 1 πράγματι πληροφόρησαν το δικηγόρο των Εναγομένων ότι δεν επρόκειτο να επιτραπεί στους Εναγόμενους να επιθεωρήσουν τα έγγραφα που περιέχονται στο παράρτημα της ένορκης δήλωσης του Λεονάρδου Σιάρτου ημερομηνίας 21.3.06 η άρνηση όμως αυτή δεν αφορούσε όλα τα έγγραφα. Επίσης αναφέρεται ότι η επιθεώρηση των εγγράφων πριν την αντεξέταση του κ. Στέλιου Ευσταθίου (Μ.Ε.1) σκοπό έχει την καθυστέρηση της διαδικασίας την οποία οι Εναγόμενοι με τη συμπεριφορά τους καταχρούνται με αποτέλεσμα να παραβιάζονται τα συνταγματικά δικαιώματα των Εναγόντων
  22. Μετά από άδεια του Δικαστηρίου καταχωρήθηκε απαντητική ένορκη δήλωση εκ μέρους του κ. Α. Δημητριάδη στην οποία αναφέρεται ότι οι Ενάγοντες κατά την αποκάλυψη των εγγράφων δεν έχουν προβάλει οποιοδήποτε ισχυρισμό για συγκεκριμένο έγγραφο ή τάξη εγγράφων ότι είναι εμπιστευτικά και/ή προνομιούχα και ούτε έχουν κάνει αναφορά στους λόγους της εμπιστευτικότητας και/ή του προνομίου που επικαλούνται και συνεπώς δεν μπορούν να το προβάλουν στο στάδιο της επιθεώρησης των εγγράφων γιατί με τις πράξεις και/ή παραλείψεις τους έχουν παραιτηθεί του δικαιώματος να εγείρουν ένσταση. Οι κανόνες που διέπουν το προνόμιο είναι θέμα ουσιαστικού δικαίου και η επικαλούμενη από τους Ενάγοντες 1 εμπιστευτικότητα ή προνόμιο δεν εμπίπτει εντός των αναγνωρισμένων κατηγοριών εμπιστευτικότητας και/ή προνόμιο. Αναφέρεται επίσης ότι μεγάλο μέρος των εγγράφων που οι Ενάγοντες 1 επικαλούνται εμπιστευτικότητα και/ή προνόμιο έχουν ετοιμαστεί από αξιωματούχους των Εναγόντων 1 στην παρουσία του ενόρκως δηλούντα ο οποίος γνωρίζει ότι περιέχουν στοιχεία, πληροφορίες και παραδοχές που είναι άμεσα σχετικές με την υπόθεση των Εναγομένων. Στην ένορκη δήλωση γίνεται αναφορά σε διάφορες παραγράφους της υπεράσπισης και ανταπαίτησης των Εναγομένων και προβάλλεται η θέση ότι στα εν λόγω έγγραφα περιέχονται στοιχεία τα οποία αποδεικνύουν ή τείνουν να αποδείξουν ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται σ΄ αυτές. Επίσης περιέχονται παραδοχές των Εναγόντων 1 σχετικά με ισχυρισμούς των Εναγομένων στην υπεράσπιση τους και άλλα ευνοϊκά στοιχεία για τους Εναγόμενους που μπορούν να βοηθήσουν την απόδειξη της υπόθεσης τους άμεσα ή έμμεσα και να πλήξουν την υπόθεση των Εναγόντων
  23. Η ύπαρξη σφραγίδας με την ένδειξη «εμπιστευτικό» επί ενός εγγράφου δεν προσδιορίζει ότι το έγγραφο διέπεται από προνόμιο. Γίνεται αναφορά στην ένορκη δήλωση στο πώς εξελίχθηκαν τα γεγονότα την ημέρα που πρόκειτο να γίνει επιθεώρηση εγγράφων. Προβάλλεται περαιτέρω η θέση πως οι Εναγόμενοι δεν έχουν περιορίσει το δικαίωμα τους για επιθεώρηση εγγράφων. Γίνεται επίσης αναφορά σε διάφορα γεγονότα τα οποία μπορούν να αποδειχθούν από το περιεχόμενο των εγγράφων (παρ. 15 της ένορκης δήλωσης). Η αίτηση στηρίζεται στη Δ.27 Θ.1 και 2, Δ.28 Θ.1-14, Δ.33 Θ.6, Δ.48 Θ.1-3, Δ.65 των Θεσμών Περί Πολιτικής Δικονομίας, στο άρθρο 31 του Περί Δικαστηρίου Νόμων, στο Άρθρο 6 της Συνθήκης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης και στις συμφυείς εξουσίες και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Με την παρούσα αίτηση ζητείται η επιθεώρηση των ακολούθων εγγράφων τα οποία έχουν αποκαλυφθεί με την ένορκη δήλωση του κ. Λεονάρδου Σιάρτου εκ μέρους των Εναγόντων 1 στις 21.3.06: «
  24. Έντυπο αιτήσεως παραχώρησης τραπεζικών διευκολύνσεων προς τους Εναγόμενους 1 ημερομηνίας 5/12/
  25. Έντυπο αιτήσεως παραχώρησης τραπεζικών διευκολύνσεων προς τους Εναγόμενους 1 ημερομηνίας 13/2/
  26. Έντυπο αιτήσεως παραχώρησης τραπεζικών διευκολύνσεων προς τους Εναγόμενους 1 ημερομηνίας 9/11/
  27. Συμφωνία δανείου με αριθμό 063-12-02970 και καταστάσεις του εν λόγω λογαριασμού.
  28. Ιδρυτικό και καταστατικό Έγγραφο των Εναγόντων
  29. Μνημόνιο του Γενικού Διευθυντή της Τράπεζας Αναπτύξεως προς το Διοικητικό Συμβούλιο της Τράπεζας Αναπτύξεως αναφορικά με το αίτημα των Εναγομένων 1 προς την Τράπεζα Αναπτύξεως για χρηματοδότηση καθώς και τα επισυναπτόμενα Παραρτήματα (Appendices) Ι, ΙΙ, ΙΙΙ, ΙV, VI και VII.
  30. Πιστοποιητικό άσκησης τραπεζικών εργασιών από Ενάγοντες
  31. Πρακτικά Εναγομένων 1 αναφορικά με τις επίδικες τραπεζικές διευκολύνσεις.» Σύμφωνα με τη Δ.28 Θ.2 η ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων πρέπει να γίνεται με βάση τον Τύπο 22 και να καθορίζει σε ποια (εάν υπάρχουν) από τα έγγραφα υπάρχει ένσταση στην παρουσίαση τους προς επιθεώρηση. Σύμφωνα με τον Τύπο 22 στην ένορκη δήλωση παρατίθενται τα έγγραφα που αποκαλύπτονται σε δύο μέρη του πρώτου πίνακα. Στο δεύτερο μέρος καταγράφονται τα έγγραφα για τα οποία υπάρχει ένσταση στην παρουσίαση τους και στην ένορκη δήλωση προσδιορίζονται οι λόγοι της ένστασης. Στην παρούσα υπόθεση είναι εμφανές από την ένορκη δήλωση αποκάλυψης του κ. Λ. Σιάρτου ημερομηνίας 21.3.06 ότι δεν τηρήθηκε αυτός ο τύπος. Καμία ένσταση δεν υποβλήθηκε στην παρουσίαση οποιουδήποτε εγγράφου που αποκαλύφθηκε και κατ΄ επέκταση δεν καθορίστηκαν και οποιοιδήποτε λόγοι της ένστασης. Περαιτέρω δεν συμπεριελήφθηκαν δύο ξεχωριστοί κατάλογοι εγγράφων στο παράρτημα Α με τρόπο ώστε τα έγγραφα για τα οποία υπάρχει ένσταση στην παρουσίαση τους να συμπεριληφθούν σε ξεχωριστό κατάλογο. Σημειώνω ότι η ένορκη αποκάλυψη εγγράφων που έγινε στις 21.3.06 ήταν το αποτέλεσμα έκδοσης εκ συμφώνου διατάγματος του Δικαστηρίου για ειδική αποκάλυψη εγγράφων η οποία ακολούθησε τη γενική αποκάλυψη που έγινε στις 26.1.
  32. Ο κ. Χαραλάμπους εισηγήθηκε πως αυτό είναι καταλυτικό για την ένσταση των Εναγόντων
  33. Οι Ενάγοντες 1 κωλύονται, είπε ο συνήγορος, από το να εγείρουν ένσταση σε αυτό το στάδιο. Το θέμα αυτό εγείρεται στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ. Αντρέα Δημητριάδη. Η κα Αγαπίου εισηγήθηκε ότι αυτή η θέση δεν πρέπει να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο. Σύμφωνα με τη Δ.48 Θ.4 επιτρέπεται η καταχώριση απαντητικής ένορκης δήλωσης για να απαντηθούν συγκεκριμένοι ισχυρισμοί που περιέχονται στην ένσταση. Στην παρούσα περίπτωση προβάλλονται νέοι ισχυρισμοί που θα έπρεπε να συμπεριληφθούν στην αίτηση και την αρχική ένορκη δήλωση. Η θέση της κας Αγαπίου δεν με βρίσκει σύμφωνη. Οι Ενάγοντες 1 δεν καθόρισαν στην ένορκη αποκάλυψη εγγράφων που έγινε στις 21.3.06 ότι ενίστανται στην επιθεώρηση των πρώτων τριών εγγράφων που περιλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση του κ. Σιάρτου. Σύμφωνα με την αρχική ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση το γεγονός ότι οι Ενάγοντες 1 ισχυρίζονται ότι τα έγγραφα αυτά καλύπτονται από προνόμιο το ανέφερε προφορικά η κα X"Παπα, εκ των δικηγόρο των Εναγόντων 1 στον κ. Χαραλάμπους, εκ των δικηγόρων των Εναγομένων, σε συνομιλία που είχε μαζί της. Η θέση των Εναγόντων 1 περί επίκλησης προνομίου ουσιαστικά έγινε γραπτώς για πρώτη φορά με την ένσταση που καταχωρήθηκε στα πλαίσια της παρούσας αίτησης και στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει. Συνεπώς κρίνω ότι η θέση αυτή θα μπορούσε να απαντηθεί με την καταχώριση απαντητικής ένορκης δήλωσης όπως έχει γίνει στην παρούσα περίπτωση. Σημειώνω επίσης ότι το θέμα αυτό προνοείται από τους θεσμούς πάνω στους οποίους στηρίζεται η αίτηση, είναι διαδικαστικό και θα μπορούσε να εγερθεί και από το Δικαστήριο. Ως προς την ουσία του θέματος που εγείρεται η θέση της κας Αγαπίου υπήρξε αντίθετη από αυτήν του κ. Χαραλάμπους. Η ευπαίδευτη συνήγορος παρέπεμψε το Δικαστήριο στους Αγγλικούς Θεσμούς και συγκεκριμένα στο O.31 R.13 και στο Annual Practice του 1958 όπου στη σελίδα 716 προνοείται η δυνατότητα καταχώρισης περαιτέρω ένορκης δήλωσης εκ μέρους του ενιστάμενου διαδίκου. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: "..Where protection has been insufficiently claimed the party is, as a rule, allowed to make a further affidavit for the purpose of making good his claim to protection; and so also if the affidavit does not sufficiently show which documents are entitled to protection he will be allowed to make a further affidavit to identify those entitled to protection (Taylor v. Batten, 4 Q. B. D. p. 88; Kain v. Farrer, 37 L. T. p. 471; Bulman v. Young, 31 W.R. 766; Roberts v. Oppenheim, 26 Ch. D. p. 733; Kennedy v. Lyell, 8 App. Cas. P. 229)." Στην παρούσα περίπτωση δεν ζητήθηκε η καταχώρηση οποιασδήποτε επιπρόσθετης ένορκης δήλωσης, συνεπώς το θέμα παραμένει θεωρητικό. Εν πάση περιπτώσει δεν υπάρχει οποιασδήποτε μορφής ασάφεια στην ένορκη δήλωση αποκάλυψης που να δικαιολογεί την επίκληση δυνατότητας καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Περαιτέρω η κα Αγαπίου παρέπεμψε στην υπόθεση Fayza Shipping Co Ltd v. Πλοίου M/V "HAJ ANIES" EX "ANNE" ΚΑΙ ΤΟΥ ΦΟΡΤΙΟΥ (CARGO) ΚΑΙ ΤΟΥ ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΟΥ ΝΑΥΛΟΥ (FREIGHT), ΕΥΡΙΣΚΟΜΕΝΟΥ ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΛΟΙΟΥ M/V "HAJ ANIES" EX "ANNE"

(1996)1 A.A.Δ. 28, όπου, σύμφωνα με τη συνήγορο, η αίτηση για επιθεώρηση εγγράφων απορρίφθηκε χωρίς να έχει τηρηθεί ο σχετικός τύπος. Έχοντας εξετάσει την εν λόγω απόφαση δεν θεωρώ ότι η αναφορά της συνηγόρου είναι σχετική. Όπως προκύπτει από το φάκελο του Δικαστηρίου μετά την καταχώρηση της ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων ημερ. 21.3.2006 στην οποία επαναλαμβάνω, δεν περιέχεται δεύτερος κατάλογος εγγράφων για τα οποία οι Ενάγοντες 1 επικαλούνται προνόμιο ή άλλο λόγο για τη μη παρουσίαση τους, οι δικηγόροι των Εναγομένων απέστειλαν επιστολή προς τους δικηγόρους των Εναγόντων 1 ως ακολούθως: «Ειδοποίηση προσαγωγής εγγράφων για επιθεώρηση (Δ.28 Θ.7) Ειδοποιείστε ότι οι Εναγόμενοι αρ. 1, 2 και 3 στην Αγωγή 1201/92 και ο Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντας στην Αγωγή 2087/93 απαιτούν από σας να παρουσιάσετε για επιθεώρηση: Α. Τα έγγραφα που αναφέρονται στην Απαίτηση σας ή Ενόρκους Δηλώσεις Αποκάλυψης Εγγράφων.» Ακολούθησε απάντηση των δικηγόρων των Εναγόντων 1 ως ακολούθως: «ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ ΓΙΑ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΕΓΓΡΑΦΩΝ (Δ.28, Κ.8) Ειδοποιείστε ότι μπορείτε να επιθεωρήσετε τα έγγραφα που αναφέρονται στην παράγραφο Α της Ειδοποίησης σας ημερομηνίας 24/3/06, στα γραφεία των Εναγόντων 1 στη Λευκωσία Λεωφ. Λεμεσού 85, Κτίριο Έλληνα, την ερχόμενη Παρασκευή 31/3/2006 μεταξύ των ωρών 9.30π.μ.-12.30μ.μ.. Καταχωρήθηκε στις 28/3/2006.» Καμία από τις δύο πλευρές δεν έκανε αναφορά στα δύο αυτά έγγραφα κατά την αγόρευση τους και το Δικαστήριο προτού εκδώσει απόφαση επί της αίτησης έθεσε τα δύο πιο πάνω έγγραφα στους συνηγόρους των δύο πλευρών για να θέσουν τις απόψεις τους. Η κα Αγαπίου σ΄ εκείνο το στάδιο απέσυρε τον λόγο ένστασης ότι δεν τηρήθηκαν οι απαιτούμενες από τη δικονομία διαδικασίες ενώ ο κ. Χαραλάμπους ανέφερε πως η θέση της κας Αγαπίου ότι δεν τηρήθηκαν οι διαδικασίες δεν καλυπτόταν από την ένσταση και την ένορκη δήλωση που τη συνόδευε και αν το Δικαστήριο του επέτρεπε να δευτερολογήσει μετά την αγόρευση της κας Αγαπίου θα έθετε αυτό το θέμα. Κανένας από τους δύο συνηγόρους δεν θέλησε να σχολιάσει την ύπαρξη του δεύτερου εγγράφου, αυτού της ειδοποίησης για επιθεώρηση των εγγράφων. Στις 28.3.06 καταχωρήθηκε εκ μέρους των δικηγόρων των Εναγόντων 1 ειδοποίηση για επιθεώρηση εγγράφων δυνάμει της Δ.28 Κ.
  1. Από τις ενόρκους δηλώσεις τόσο του Αντρέα Δημητριάδη όσο και του Λεονάρδου Σιάρτου προκύπτει ότι τη συγκεκριμένη ημερομηνία που αναφέρεται στην επιστολή ότι επισκέφθηκαν τα γραφεία των Εναγόντων 1 στη Λευκωσία τόσο ο κ. Αντρέας Δημητριάδης όσο και ο δικηγόρος του Αντρέας Χαραλάμπους με σκοπό την επιθεώρηση των εγγράφων. Λόγω όμως του μεγάλου αριθμού εγγράφων και της καθυστέρησης η οποία παρατηρείτο κατά τη φωτοτύπηση τους ο Εναγόμενος 3 και ο δικηγόρος του αποχώρησαν και μετά από συνεννοήσεις που έγιναν απεστάληκε μεγάλος αριθμός εγγράφων στους Εναγόμενους στην Πάφο και επίσης κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας παραδόθηκαν και άλλα έγγραφα. Προκύπτει επίσης από την ένορκη δήλωση του κ. Σιάρτου ότι αναφορικά με έγγραφα που αποκαλύφθηκαν με την ένορκη δήλωση του ημερομηνίας 25.1.06 απεστάλη με τηλεμοιότυπο μέρος του παραρτήματος Α το οποίο επισυνάφθηκε στην εν λόγω ένορκη δήλωση του κ. Σιάρτου στο οποίο σημείωσαν με κύκλο συγκεκριμένα έγγραφα αντίγραφα των οποίων ήθελαν να τους δοθούν. Αυτό επίσης που προκύπτει είναι ότι οι Εναγόμενοι δεν επανήλθαν με οποιονδήποτε άλλο αίτημα για επιθεώρηση και λήψη αντιγράφων εκτός από την αποστολή της επιστολής ημερομηνίας 22.5.06 η οποία επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του κ. Δημητριάδη. Με βάση το πλέγμα γεγονότων που έχω εξηγήσει πιο πάνω δεν θεωρώ ότι οι Εναγόμενοι παραιτήθηκαν του δικαιώματος τους για προσαγωγή εγγράφων για επιθεώρηση σύμφωνα με τη σχετική ειδοποίηση που καταχώρισαν στις 24.3.
  2. Από την ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων ημερ. 21.3.2006 προκύπτει σαφώς ότι οι ενάγοντες 1 δεν συμπεριέλαβαν δεύτερο κατάλογο και δεν προσδιόρισαν καθ' οιονδήποτε τρόπο ότι υπήρχαν έγγραφα για τα οποία η πλευρά τους είχε ένσταση να αποκαλυφθούν και για ποιο λόγο. Το ίδιο έπραξαν και στην συνέχεια στην ειδοποίηση επιθεώρησης εγγράφων. Θεωρώ σκόπιμο σε αυτό το στάδιο να παραπέμψω σε ένα απόσπασμα από τους Halsbury's, 3η έκδοση, παρ. 44 όπου γίνεται αναφορά στην έκταση που η ένορκη δήλωση είναι καταλυτική: "
  3. How far affidavit conclusive. Subject to the exceptions mentioned hereafter, the statements in the affidavit of documents are conclusive with regard to the documents that are or have been in the possession or power of the party giving the discovery (g), both as to there relevancy (h), and as to the grounds stated in support of a claim for protection from inspection (i). So when inspection is sought, it will only be ordered where the Court is reasonably certain from the affidavit of documents itself, or from the nature of the case, ore of the documents in question (j), or from admissions made by the party in his pleadings or in any other affidavit, that he has erroneously represented or misconceived the nature or effect of the documents in question (k). The Court will accept the affidavit as conclusive unless it is made clear that the oath of the party cannot be relied on (l), and, as a rule, before production will be ordered, the party resisting the discovery will be allowed to make a further affidavit to protect the document if he can (m). The party seeking the discovery cannot bring evidence by affidavit or otherwise to show that the statements in the affidavit of documents are untrue (o), nor can he seek to cross-examine the deponent (p)." Στην παρούσα υπόθεση η παράλειψη αυτή των εναγόντων 1 να συμπεριλάβουν στην ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων κατάλογο εγγράφων για τα οποία επικαλούνται προνόμιο ή άλλους λόγους για την ένσταση τους να επιτρέψουν στους εναγόμενους να επιθεωρήσουν τα έγγραφα εκ πρώτης όψεως θεωρείται ότι έχει παραιτηθεί του δικαιώματος να εγείρει τέτοια ένσταση. Σημειώνω επίσης ότι δεν έχει καταχωρηθεί από τις 21.3.2006 οποιαδήποτε περαιτέρω ένορκη δήλωση όπου να καθορίζεται τέτοια ένσταση. Αντίθετα η υπόθεση προχώρησε περισσότερο χωρίς να γίνει οποιαδήποτε ενέργεια εκ μέρους των εναγόντων
  4. Η ειδοποίηση προσαγωγής εγγράφων προς επιθεώρηση που έγινε από τους εναγομένους έτυχε θετικής απάντησης από τους ενάγοντες 1 όπως φαίνεται από το σχετικό έγγραφο που ευρίσκεται καταχωρημένο στο φάκελο του Δικαστηρίου ημερ. 28.3.
  5. Η καταχώρηση αυτού του εγγράφου και η παράλειψη επίκλησης προνομίου ή άλλου λόγου για τη μη παρουσίαση των εγγράφων στην ένορκη δήλωση αποκάλυψης που έγινε στις 21.3.2006 δημιουργούν κώλυμα στους ενάγοντες 1 να επικαλούνται σε αυτό το στάδιο προνόμιο ή άλλους λόγους που να δικαιολογούν την μη παρουσίαση των εγγράφων προς επιθεώρηση. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση ο λόγος που οι Ενάγοντες 1 επικαλούνται ότι δεν μπορεί να διαταχθεί επιθεώρηση των εγγράφων 1, 2 και 3 είναι ότι αυτά εμπίπτουν στην κατηγορία των εγγράφων που αποτελούν προνόμιο και/ή είναι έγγραφα εμπιστευτικής φύσης και πως στην περίπτωση που εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα καταστεί γνωστός ο τρόπος εξέτασης, αξιολόγησης, ανάλυσης, έγκρισης και/ή απόρριψης αιτημάτων για χορήγηση τραπεζικών διευκολύνσεων γεγονός ανεπιθύμητο για την τράπεζα. Κατά το στάδιο των αγορεύσεων η κα Αγαπίου ισχυρίστηκε ότι ο λόγος που οι Ενάγοντες 1 επικαλούνται για τη μη επιθεώρηση εγγράφων εμπίπτει στην τελευταία κατηγορία εγγράφων για τα οποία κάποιος διάδικος μπορεί να επικαλεστεί προστασία από την επιθεώρηση τους και αναφέρεται στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4th ed. reissue, Vol. 37, σελ. 187, παρα.
  6. Παραθέτω αυτούσιο το εν λόγω απόσπασμα από το πιο πάνω σύγγραμμα: "The grounds on which this protection can be claimed can be classified under the following main heads:
(1)legal professional privilege;
(2)that production is contrary to public policy;
(3)that the documents in question may tend to incriminate the party or his or her spouse;
(4)that production is contrary to some statutory provision which imposes secrecy:
(5)that production is contrary to some express or implied agreement between the parties; and
(6)that production would, in the circumstances of the particular case, be disproportionate to the issues in the case or (formerly) oppressive." Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η παράγραφος 6, πιο πάνω, στην οποία στηρίζεται η κα Αγαπίου αφορά στο πρώτο μέρος της στους Νέους Θεσμούς και πως με βάση τους παλιούς Θεσμούς αυτή η κατηγορία περιοριζόταν σε περιπτώσεις όπου η επιθεώρηση εγγράφων είναι καταπιεστική (oppressive) για ένα διάδικο. Η κατηγορία εγγράφων για τα οποία μπορεί να προβληθεί ένσταση στην παρουσίαση τους ή να διεκδικηθεί προνόμιο στο πλαίσιο της διαδικασίας αποκάλυψης δεν προσδιορίζεται στους Κυπριακούς θεσμούς. Επομένως τυγχάνει εφαρμογής η Αγγλική Πρακτική η οποία αντανακλάται στην Ο.31, R.12 και 13 των Αγγλικών Θεσμών που ίσχυαν το 1960 και οι αρχές που διέπουν την εφαρμογή τους (βλ. Fayza Shipping Co Ltd (πιο πάνω)). Στο σύγγραμμα Halsbury's 3η έκδοση παρα. 55 προνοούνται τα ακόλουθα: "55. Documents protected from production. Many relevant documents, although their existence must be disclosed in the affidavit of documents, are, nevertheless, protected from production. The obligation to produce documents for inspection is much more restricted than the obligation to disclose their existence. The grounds on which this protection can be claimed can be classified under the following eight main heads:
(1)legal professional privilege (a);
(2)marital privilege (b);
(3)that the documents in question may tend to criminate the party (c), or to expose him to forfeiture (d);
(4)that the production is contrary to public policy (e), or to some statutory provision which imposes secrecy (f);
(5)that production is contrary to some express or implies agreement between the parties (g);
(6)that the documents are not in the sole possession of the party giving discovery (h), or that they are in his possession only as agent or on behalf of another or others who are not parties to the action (i);
(7)that the documents relate solely to the case of the party giving the discovery (k); and
(8)that production would, in the circumstances of the particular case, be oppressive (l). The first four of these grounds (
  1. m)protect documents from disclosure at the trial as well as on discovery, and are also grounds for refusal to answer interrogatories (
  2. o)or questions to a witness at the trial (p). None of these grounds, except "oppression", is now based on the discretionary power of the Court (
  3. q)and they should not therefore be confused with cases where discovery is not allowed, or is limited, under that power (
  4. r)nor with cases where discovery is not allowed at all (s)." Όσον αφορά το λόγο ένστασης ότι η προσαγωγή των εγγράφων υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης θα είναι καταπιεστική υπό την έννοια ότι αυξάνει την αξία της προσαγωγής για τον ένα διάδικο και το βάρος απόδειξης για τον άλλο ο λόγος αυτός επιτρέπει την άσκηση διακριτικής ευχέρειας από το Δικαστήριο ως προς το κατά πόσο θα εκδώσει διάταγμα επιθεώρησης σε αντίθεση με τους υπόλοιπους λόγους που αναφέρονται στο πιο πάνω απόσπασμα. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η Έκδοση, Τόμος 12 , σελ. 60, παρα. 79 κάτω από τον τίτλο "Oppression" αναφέρονται τα ακόλουθα: "Oppression. In addition to the other grounds upon which discovery may be resisted, an order for inspection may be refused on the ground that it is unduly oppressive to the party giving discovery. What is unduly oppressive must depend upon the particular circumstances of each case. It is frequently the practice so to limit either the discovery itself or production as to exclude some documents or classes of documents and thus minimize the volume of documents to be dealt with in the litigation and the consequent labour and expense involved. Such limitation is expressly authorized by the Rules of the Supreme Court (p). In deciding upon the extent of the discovery to be allowed regard must be had both to the value of the discovery to the person asking for it and the burden imposed upon the party giving it (q). As discovery is no longer granted as of right but as a matter of discretion (r), the Court can deal with each case on its own facts." Στην παρούσα υπόθεση έχοντας υπόψη ότι οι Ενάγοντες 1 δεν ήγειραν το θέμα κατά την καταχώρηση της ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων ούτε μετά που ζητήθηκε επιθεώρηση τους και καθόρισαν ημερομηνία και τόπο για επιθεώρηση χωρίς οποιαδήποτε επιφύλαξη ως προς αυτά τα έγγραφα, θεωρώ ότι έχουν παραιτηθεί του δικαιώματος να ζητούν από το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της προστασίας των εν λόγω εγγράφων από επιθεώρηση. Σημειώνω πως το στάδιο κατά το οποίο το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο ένα έγγραφο καλύπτεται από προνόμιο ή για οποιουσδήποτε άλλους λόγους μπορεί να αποκλιστεί η προσαγωγή του είναι κατά το στάδιο που γίνεται σχετική αίτηση στο Δικαστήριο, όμως θα πρέπει να έχει προηγηθεί η διαδικασία που προνοείται από τους θεσμούς ως προς την έγερση της ένστασης. Για τους λόγους αυτούς η ένσταση είναι έκθετη προς απόρριψη χωρίς να είναι αναγκαίο για το Δικαστήριο να εξετάσει οποιουσδήποτε περαιτέρω λόγους ένστασης και οι εναγόμενοι δικαιούνται σε διάταγμα επιθεώρησης των εγγράφων που αναφέρονται στην αίτηση. Αναφορικά με την λήψη αντιγράφων των εγγράφων σχετική αναφορά γίνεται στο σύγγραμμα Halsbury's 3η έκδοση (πιο πάνω) στη σελ. 62, παρα. 84 όπου προνοούνται τα ακόλουθα: "84. The right of copies. A party entitled to inspect documents is also entitled to take copies or have them made for him. This right is incidental to the right to inspect (t). The right to the copies may, however, sometimes be more limited than the right to inspect. The right to inspection may, in special cases, extend to the whole of a book or document to find out what part of it really concerns the party exercising the right, but in such a case the party inspecting is only entitled to take copies of those parts which are relevant to the issue (u). Prima facie the party or his solicitor inspection the document may make the copy himself (a). When, however, inspection of documents not mentioned in the party´s affidavits or pleadings is obtained by means of an order made on an application for production of specific documents (b), it would seem from the form of the order prescribed (
  5. c)that a party must bespeak the copies and is not entitled as of right to make them himself (d), as he is where, as usually happens, inspection is obtained be means of a notice (e)." Στην ένσταση των Εναγόντων 1 δεν παρατίθεται οποιοσδήποτε λόγος ένστασης ως προς τη δυνατότητα λήψης αντιγράφων των αιτουμένων εγγράφων. Συνεπώς οι εναγόμενοι δικαιούνται την έκδοση διατάγματος όπως προνοείται στο αιτητικό (α). Στρέφομαι τώρα να εξετάσω το αιτητικό (β). Παρατηρώ ότι κανένας από τους διαδικαστικούς κανονισμούς επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση δεν προνοεί την αναστολή της διαδικασίας μέχρι την επιθεώρηση των εγγράφων. Θα εξετάσω όμως την εισήγηση του κ. Χαραλάμπους κατά πόσο το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα δυνάμει της σύμφυτης του εξουσίας. Αναφορά στο θέμα της εγγενούς δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου γίνεται στο Σύγγραμμα Halsbury´s Laws of England, 4η Έκδοση, Τόμος 37, παράγρ. 14( στην οποία παρέπεμψα και σε προηγούμενη ενδιάμεση απόφαση): "14. Inherent jurisdiction of the court... The term "inherent jurisdiction" is not used in contradistinction to the jurisdiction of the court exercisable at common law or conferred on it by statute or rules of court, for the court may exercise its inherent jurisdiction even in respect of matters which are regulated by statute or rule of court. ... it must be distinguished from the exercise of judicial discretion, and it may be exercised even in circumstances governed by rules of court, The inherent jurisdiction of the court enables it to exercise
(1)control over process by regulating its proceedings, by preventing the abuse of process and by compelling the observance of process,
(2)control over persons, as for example over minors and mental patients, and officers of the court, and
(3)control over the powers of inferior courts and tribunals. In sum, it may be said that the inherent jurisdiction of the court is a virile and viable doctrine, and has been defined as being the reserve or fund of powers, a residual source of powers, which the court may draw upon as necessary whenever it is just or equitable to do so, in particular to ensure the observance of the due process of law, to prevent improper vexation or oppression, to do justice between the parties and to secure a fair trial between them." Τέτοια εξουσία του Δικαστηρίου να διατάσσει την αναστολή της διαδικασίας ασκείται με φειδώ και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. (βλ. Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 47, σελ. 323. Σύμφωνα με τη νομολογία οι αγωγές δεν πρέπει να αναστέλλονται εκτός αν συντρέχουν λόγοι οι οποίοι πέρα από κάθε λογική αμφιβολία καθιστούν αναγκαία την αναστολή (βλ. Municipality of Limassol v. Archbishop of Cyprus Chrysostomos and Another
(1981)1 C.L.R. 445, Merck & Co Inc. κ.ά. v. Medochemie Ltd
(1998)1 ΑΑΔ 2184). Όπως τονίζεται από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου η διαδικασία θα πρέπει να συνεχίζεται και δεν ενθαρρύνεται ο κατακερματισμός της δίκης (βλ. Korallis v. Kleanthis Christoforou
(1957)22 CLR 159, Christofidou v. Nemitsas
(1963)1 CLR 269). Έχω εξετάσει τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζει το αίτημα της η πλευρά των Εναγομένων και δεν κρίνω ότι αποτελούν λόγους οι οποίοι καθιστούν αναγκαία την αναστολή της διαδικασίας της αγωγής. Θα πρέπει να τονίσω για πολλοστή φορά πως σε αυτή την υπόθεση δεν τηρήθηκαν ορθά τα χρονικά πλαίσια εντός των οποίων έπρεπε να ληφθούν τα διάφορα διαβήματα με αποτέλεσμα 13 και πλέον χρόνια μετά την καταχώρηση της αγωγής και μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας να εξετάζουμε διαδικαστικά θέματα που θα έπρεπε να εγερθούν σε πολύ προγενέστερο στάδιο. Ακόμα και η παρούσα αίτηση θα μπορούσε να καταχωρηθεί προηγουμένως έχοντας υπόψη ότι η αποκάλυψη εγγράφων έγινε στις 21.3.2006, η ειδοποίηση προσαγωγής τους προς επιθεώρηση στις 24.3.2006 και η ειδοποίηση περί επιθεώρησης στις 28.3.2006 ενώ η ημερομηνία που θα λάμβανε χώρα η επιθεώρηση ήταν στις 31.3.2006. Ένα άλλο στοιχείο που λαμβάνω υπόψη μου είναι το γεγονός ότι ο Στέλιος Ευσταθίου (Μ.Ε.1) για τον οποίο γίνεται αναφορά στην αίτηση ότι είναι ο μάρτυρας στον οποίο θα τεθούν τα έγγραφα δεν αναφέρθηκε στην σύναψη των συμφωνιών με τους εναγομένους, ούτε είναι το άτομο το οποίο προέβη στη διαδικασία δανειοδότησης τους ούτε το άτομο που εξέτασε την αίτηση των Εναγομένων για παροχή διευκολύνσεων. Όπως ο ίδιος ανέφερε, έλαβε τον φάκελο της υπόθεσης το έτος 2005 όταν άρχισε να εργάζεται στην Υπηρεσία Είσπραξης Χρεών των Εναγόντων 1 ως προϊστάμενος της Κεντρικής Διεύθυνσης της εν λόγω υπηρεσίας, συνεπώς δεν είναι ο μοναδικός μάρτυρας στον οποίο μπορούν τα τεθούν τα εν λόγω έγγραφα όπως διατείνεται στην ένορκη δήλωση του ο Ανδρέας Δημητριάδης. Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του αιτητικού δεν κρίνω ότι θα πρέπει να τεθεί οποιοσδήποτε τέτοιος όρος σε αυτό το στάδιο. Για τους πιο πάνω λόγους εκδίδεται διάταγμα με το οποίο διατάττονται οι Ενάγοντες 1 όπως επιτρέψουν στους Εναγομένους και τους δικηγόρους τους να επιθεωρήσουν τα έγγραφα που περιγράφονται στη παράγραφο Α της αίτησης εντός 3 ημερών από σήμερα στα κεντρικά γραφεία των Εναγόντων 1 στη Λευκωσία κατά τις εργάσιμες ώρες των Εναγόντων 1 ή όπως άλλως ήθελε συμφωνηθεί μεταξύ των συνηγόρων των διαδίκων και όπως επιτρέψουν στους Εναγόμενους να λάβουν αντίγραφα αυτών. Το αιτητικό (β) απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης όπως θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται εναντίον των Εναγόντων 1 και καθίστανται πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Yπ.) ............. Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. /ΑΜ Σημείωση: Ενόψει της πιο πάνω απόφασης μου ο σφραγισμένος φάκελος με τα έγγραφα που μου παραδόθηκε από την κα Αγαπίου επιστρέφεται ως είχε. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.