← Κύπρος

Παναγιώτη Κ. Παναγή ν. Ελπινίκης Παναγή κ.α., Αρ. Αγωγής: 370/00, 18.7.2006

Παναγιώτη Κ. Παναγή ν. Ελπινίκης Παναγή κ.α., Αρ. Αγωγής: 370/00, 18.7.2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2006:A14 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Παμπαλλή, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 370/00 Μεταξύ: Παναγιώτη Κ. Παναγή εκ Λεμεσού υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστού της περιουσίας του Κύπρου Παναγή αποβιώσαντος τέως εξ Α. Σεργίου Αμμοχώστου Ενάγοντος Και

  1. Ελπινίκης Παναγή εκ Πωμού
  2. Αλίκης Διογένους, συζύγου Ανδρέα Γεωργίου εκ Πωμού
  3. Ανθούλλη Ανδρέου Γεωργίου εκ Πωμού
  4. Θεόδουλου Ανδρέου Γεωργίου εκ Πωμού
  5. Γενικού Εισαγγελέως της Δημοκρατίας εκ Λευκωσίας Εναγομένων ------------------------- Ημερομηνία: 18.7.2006 Ενάγων παρών - προσωπικά Για Εναγόμενους 1-4 κ. Ε. Κορακίδης (για να ακούσει απόφαση ο κ. Π. Φακοντής) Για Εναγόμενο 5 κα Ε. Θεοδοσίου (για να ακούσει απόφαση η κα Ε. Κόκκινου) ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Ενάγων, ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα πατέρα του Κύπρου Παναγή, διεκδικεί μεταβίβαση και εγγραφή στο όνομα του ενός κτήματος που βρίσκεται στο χωριό Πωμός και σήμερα είναι εγγεγραμμένο στο όνομα των Εναγομένων 3 και 4, παιδιών της Εναγόμενης 2, που και αυτή είναι παιδί της Εναγόμενης 1, η οποία με τη σειρά της είναι αδελφή του αποβιώσαντος Κύπρου Παναγή, πατέρα του Ενάγοντα. Μέσα σε αυτό το οικογενειακό πλαίσιο θα εξετάσω την προσαχθείσα μαρτυρία συνοπτικά, γιατί, παρόλο που από τον όγκο της Έκθεσης Απαίτησης φαινόταν ότι η απαίτηση θα ήταν πολυμερής, τελικά έχει περιοριστεί σημαντικά. Υπάρχει ένα δοσμένο πραγματικό υπόβαθρο το οποίο θα πρέπει να τεθεί ως βάση από την αρχή και παράλληλα κάποιοι αδιαμφισβήτητοι σταθμοί στην υπόθεση που, παρόλο που τυγχάνουν διαφορετικής ερμηνείας, δεν αποτελούν στοιχείο διαφοράς. Το πρώην τεμάχιο 198 και νυν τεμάχιο 347 με αριθμό εγγραφής 6470, Φ/Σχ. 17/48 του χωριού Πωμός, επαρχία Πάφου, είναι το επίδικο και θα το αποκαλώ "το κτήμα". Το κτήμα αυτό ήταν φορολογημένο στον Δημήτρη Παναγή άλλως Φούττα ή Αποστόλη τέως από τον Πωμό. Ο πιο πάνω Δημήτρης Παναγή απεβίωσε στις 13.4.1956 και άφησε κληρονόμους την σύζυγο του Χαραλαμπού άλλως Χαμπού Κυπριανού και τα παιδιά του Ελπινίκη Παναγή, Κύπρο Παναγή, Ευαγγελία Παναγή, Χαρίλαο ή Χρίστο Παναγή, Αλκιβιάδη Παναγή και Νίκο Παναγή. Στις 15.9.1962 η Εναγόμενη 1 υπέβαλε αίτηση στο Κτηματολόγιο για την εγγραφή επ΄ ονόματι της του πιο πάνω κτήματος (Τεκμ. 2). Η αίτηση βασίστηκε σε πιστοποιητικά της Χωρητικής Αρχής Πωμού (Τεκμ. 1 και 3). Στις 22.1.1963 το Κτηματολόγιο Πάφου, ζήτησε από την Ελπινίκη (Εναγόμενη 1) να παρουσιάσει κατάλογο διανομής της περιουσίας του Δημήτρη Παναγή με συγκαταθέσεις και πιστοποιήσεις των υπολοίπων κληρονόμων (Τεκμ. 5). Στις 3.4.1964 η Εναγόμενη 1 με επιστολή της προς το Κτηματολόγιο Πάφου (Τεκμ. 12) επισυνάπτει την λίστα διανομής περιλαμβανομένων των συγκαταθέσεων όλων των κληρονόμων (Τεκμ. 13) και ζητά την εγγραφή του κτήματος επ΄ ονόματι της. Στις 11.4.1964 με βάση τον τίτλο υπ΄ αριθμό 4562 η Ελπινίκη Παναγή Δημήτρη καθίσταται η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του κτήματος. Στις 14.9.1970 η κληρονόμος του αποβιώσαντα Δημήτρη Παναγή, Ευαγγελία υπέβαλε αίτηση για την παραχώρηση εγγράφων διαχείρισης στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου (αρ. 69/70 Τεκμ. 34). Το διάταγμα διορισμού της Ευαγγελίας ως διαχειρίστριας εκδόθηκε στις 18.12.
  6. Στο μεταξύ στις 30.9.1970 ο αποβιώσας Κύπρος Παναγή απέστειλε προς τον Πρωτοκολλητή επιστολή με την οποία ακύρωνε οποιοδήποτε πληρεξούσιο έγγραφο είχε εκδώσει επ΄ ονόματι της Ευαγγελίας Παναγή. Την ίδια ημέρα, 30.9.1970, απεβίωσε ο Κύπρος Παναγή, πατέρας του Ενάγοντα. Στις 22.10.1970 η Εναγόμενη 1 μεταβίβασε το συγκεκριμένο κτήμα στο όνομα της Εναγόμενης
  7. Τέλος στις 19.4.1999 η Αλίκη Διογένους (Εναγόμενη 2 ) μεταβίβασε το συγκεκριμένο κτήμα επ΄ ονόματι των Ανθούλλη Ανδρέου Γεωργίου και Θεόδουλου Ανδρέου Γεωργίου (Εναγόμενων 3 και 4) κατά ½ μερίδιο. Από την Έκθεση Απαίτησης προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι το συγκεκριμένο κτήμα αγοράστηκε από χρήματα που ο Κύπρος Παναγή έδωσε προς τον πατέρα του Δημήτρη Παναγή, αλλά αυτό έγινε για λογαριασμό του αποβιώσαντα, πατέρα του Ενάγοντα Κύπρου Παναγή. Περαιτέρω, προβάλλονται ισχυρισμοί για απάτη και ψευδείς παραστάσεις, αρχικά από την Εναγόμενη 1 με στόχο να εξασφαλίσει εγγραφή του κτήματος επ΄ ονόματι της, που όπως σημείωσα, υλοποιήθηκε το 1964 και στη συνέχεια, το παράπονο του Ενάγοντα εστιάζεται στην εκδήλωση απάτης και ψευδών παραστάσεων από τους Εναγόμενους 2, 3 και 4 κατά αναλογία, με βάση και τον προσδιορισμό και με επίκεντρο τα γεγονότα που προηγήθηκαν της διαδικασίας της πρώτης εγγραφής του
  8. Προσβάλλεται ως παράνομη η διαδικασία που ακολουθήθηκε και ταυτόχρονα η ύπαρξη απάτης και δόλου από τους υπαλλήλους του Κτηματολογίου σε συνδυασμό και σε συνεργασία με την Εναγόμενη 1 και στη συνέχεια με τους Εναγόμενους 2, 3 και
  9. Αυτή είναι η δομή της υπόθεσης και σ΄ αυτό θα περιστραφεί η παράθεση της μαρτυρίας που προσκομίστηκε. O Παναγιώτης Παναγιώτου (Μ.Ε.4) είπε ότι ενάγει τους Εναγόμενους ως κληρονόμος και διαχειριστής της περιουσίας του πατέρα του Κύπρου Παναγή, ο οποίος μετά τον γάμο του εγκαταστάθηκε στον Άγιο Σέργιο Αμμοχώστου. Όταν ήταν στην ηλικία των 14 με 16 χρόνων, δηλαδή την περίοδο 1968-1970, σε περιπάτους που έκαμνε με τον πατέρα του στο χωριό Πωμός, ο τελευταίος του έδειχνε κτήματα τα οποία, κατά την δική του θέση, του ανήκαν. Μεταξύ αυτών ήταν και ο επίδικο κτήμα για το οποίο ο πατέρας του τον πληροφόρησε ότι επανερχόμενος στην Κύπρο μετά το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, ο ίδιος έφερε μαζί του £100 τις οποίες έδωσε στον πατέρα του για την αγορά κτημάτων. Περαιτέρω, όπως τον είχε πληροφορήσει ο πατέρας του, το συγκεκριμένο κτήμα, όπως και άλλα, του είχαν προικοδοτηθεί δυνάμει προικοσυμφώνου το οποίο εκτελέστηκε στην Εκκλησία του Αποστόλου Βαρνάβα στον Άγιο Σέργιο αλλά χάθηκε στην εισβολή. Προικοδοτήθηκαν και στην Εναγόμενη 1 λόγω του γάμου της τα κτήματα τα οποία περιγράφονται στα Τεκμ. 25-
  10. Περαιτέρω, όπως τον είχε πληροφορήσει ο πατέρας του, το 1956 είχε υπογράψει πληρεξούσιο έγγραφο με το οποίο είχε επιτρέψει την χρήση των κτημάτων του από την αδελφή του. Ο ίδιος είχε, όπως συμπλήρωσε, πληροφορηθεί ότι το συγκεκριμένο κτήμα ήταν εγγεγραμμένο στο όνομα της θείας του, Ελπινίκης Παναγή (Εναγόμενη 1) στις 23.10.1989 όταν του είχε γνωστοποιηθεί πιστοποιητικό έρευνας που ζήτησε από το Κτηματολόγιο Πάφου (Τεκμ. 21). Το 1976 ενώ βρισκόταν στο Λονδίνο του δόθηκε δήλωση συγκατάθεσης για διανομή της περιουσίας του Δημήτρη Παναγή, την οποία ο ίδιος δεν αποδέχθηκε. Το 1977 ήλθε στην Κύπρο και ζήτησε από τους Εναγόμενους τα κτήματα του πατέρα του και του απάντησαν, όπως είπε, είναι εκεί. Το 1987 οι Εναγόμενοι του παρέδωσαν τίτλους ιδιοκτησίας σύμφωνα με τους οποίους ο πατέρας του παρουσιαζόταν ως ιδιοκτήτης γης κατά 1/6 μερίδιο σε διάφορα κτήματα. Άρχισε τότε την έρευνα του για να διαπιστώσει το μέγεθος της αρχικής περιουσίας του παππού του Δημήτρη Παναγή και την εξέλιξη του ιδιοκτησιακού τους καθεστώτος, έτσι ώστε να διαπιστώσει την περιουσία που έπρεπε να είχε δοθεί στον πατέρα του Κύπρο Παναγή. Η έρευνα του ήταν δύσκολη, επίπονη, διήρκησε μεγάλο χρονικό διάστημα, αναγκαζόταν να επισκέπτεται συχνά την Κύπρο ενώ ο ίδιος εργαζόταν στην Αγγλία αλλά αντίκριζε την απροθυμία, την έλλειψη συνεργασίας και την απουσία οποιασδήποτε συγκατάθεσης από τους υπαλλήλους του Κτηματολογίου. Ούτε οι Εναγόμενοι τον βοήθησαν γιατί από το 1989 που πληροφορήθηκε ότι το επίδικο κτήμα είναι εγγεγραμμένο στο όνομα της Εναγόμενης 1 δεν ήταν διατεθειμένοι να τον βοηθήσουν. Άρχισε τότε, όπως είπε, την έρευνα του με χάρτες και ζήτησε την βοήθεια τεχνικών έτσι ώστε να βρει τα κτήματα του πατέρα του. Σε κάποιο στάδιο τον είχαν πληροφορήσει ότι ο φάκελος Α.2270/62 που ήταν η αίτηση της Εναγόμενης 1 για εγγραφή του κτήματος στο όνομα της, είχε απωλεστεί. Αργότερα τον πληροφόρησαν ότι είχε ανευρεθεί και από το ιστορικό των κτημάτων του παππού του που του δόθηκε το 1993 (Τεκμ. 42), διαπίστωσε ότι υπήρχαν παράλογες εξηγήσεις, όπως π.χ. ότι συγκεκριμένο κτήμα δωρήθηκε στην θεία του Ευαγγελία το 1972 ενώ ο Δημήτρης Παναγή απεβίωσε το 1956 και ότι ένα κτήμα είχε χωρομετρηθεί το 1922 στην θεία του Ευαγγελία, όταν η τελευταία γεννήθηκε το
  11. Για όλες αυτές τις, κατά την εισήγηση του, παρατυπίες και λάθη και Κτηματολογίου, γνωστοποίησε το παράπονο του με επιστολή προς τον Διευθυντή του Κτηματολογίου με επιστολή ημερ. 8.11.1995 (Τεκμ. 1 και 41Α). Προς απάντηση των ισχυρισμών του ο μάρτυρας κατέθεσε και στη σχετική απαντητική επιστολή του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ημερ. 19.12.1995 (Τεκμ. 42) και την επιστολή του Γενικού Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών ημερ. 15.1.1998 (Τεκμ. 43). Ο μάρτυρας για να ενισχύσει την θέση του ότι οι υπάλληλοι του Κτηματολογίου ήταν αμελείς κατέθεσε και σχετική επιστολή ημερ. 29.12.1993 (Τεκμ. 40) όπου τον βεβαιώνουν ότι οι φάκελοι Α.2270/62 και Δ.2162/72 δεν μπόρεσαν να εντοπιστούν. Ως συνέπεια υπαρχόντων λαθών, ισχυρίστηκε ο μάρτυρας στα κτηματολογικά αρχεία, του δόθηκε από τον τότε διευθυντή του τμήματος άδεια για να ελέγξει τα φορολογικά μητρώα του Κτηματολογίου. Η μελέτη ήταν μεγάλης διάρκειας, εργασία επίπονη γιατί υπήρχε μεγάλη ακαταστασία, έλειπαν σελίδες ή φαινόταν ότι σελίδες είχαν σχισθεί. Αυτός αναγκάστηκε να ελέγξει όλες τις σελίδες μία προς μία, διαπίστωσε ότι υπήρχε σε ορισμένες εγγραφές διορθωτικό και αυτό του δημιούργησε σοβαρές αμφιβολίες κατά πόσο του είχαν δοθεί όλα τα στοιχεία. Η έρευνα άρχισε το 1988 και τελείωσε το 1995-96 επειδή ο ίδιος ήταν κάτοικος Λονδίνου. Σ΄ άλλο σημείο της μαρτυρίας του είπε ότι έλειπε από την Κύπρο από το 1974 μέχρι τον Οκτώβριο του
  12. Στην διεκδίκηση των κτημάτων που έγινε στα πλαίσια της αγωγής 478/90, ο μάρτυρας συμφώνησε ότι το συγκεκριμένο επίδικο κτήμα δεν είχε αρχικά διεκδικηθεί και έδωσε μια εξήγηση, λέγοντας ότι υπήρχε πίεση χρονική για την εξασφάλιση, όπως του είχε πει ο τότε δικηγόρος του, συντηρητικού διατάγματος, για δέσμευση των κτημάτων που ήταν στην κατοχή των τότε Εναγομένων. Όταν διαπίστωσε την ύπαρξη των κτημάτων και έκαμε επιτόπου έρευνα έμαθε, όπως είπε, για τον δόλο που διέπραξε η Εναγόμενη
  13. Ο οποίος εστιάζεται στο γεγονός ότι στον γάμο της, ο παππούς του Ενάγοντα, την είχε προικοδοτήσει με πέντε κτήματα και τον ίδιο αριθμό κτημάτων προικοδότησε ο παππούς και τον δικό του πατέρα. Τότε έκαμε σχετική τροποποίηση και το πρόσθεσε. Όταν διευκρινίστηκε στο μάρτυρα ότι με την αγωγή 478/90 γίνεται αναφορά σε προικοσύμφωνο, ο μάρτυρας είπε ότι η Εναγόμενη 1 είχε πάρει στην ιδιοκτησία της τα τέσσερα κτήματα των Τεκμ. 29-32 και τα υπόλοιπα τρία μετά το θάνατο του πατέρα του. Τα κτήματα του πατέρα του είχαν παραχωρηθεί στα αδέλφια του για σκοπούς καλλιέργειας και μόνο. Ο δόλος που διέπραξε η Εναγόμενη 1 εξάγεται, όπως είπε ο μάρτυρας, και από τις διαφοροποιήσεις που διαπίστωσε στη φερόμενη ως λίστα διανομής που είναι με λαδόκολλα, οι ημερομηνίες υπογραφών που δεν συνάδουν με τις υπογραφές του εντύπου του Κτηματολογίου Ν.3Α. Ο πατέρας του χρησιμοποιήθηκε, όπως χαρακτηριστικά είπε. Η υπογραφή του αποσπάστηκε με δόλο και δεν μπορούσε να διαβαστεί τι ήταν διατυπωμένο στην λίστα διανομής. Για σκοπούς ενίσχυσης της θέσης του αυτής κατέθεσε αντίγραφο της μαρτυρίας του Γεώργιου Πούγιουρου (Τεκμ. 44), ο οποίος απεβίωσε το
  14. Για την υπογραφή του συγκεκριμένου εγγράφου ο αποβιώσας Πούγιουρος ανέφερε ότι δεν υπήρχε παρά μόνο μία σελίδα και όχι τέσσερις, όπως φαίνεται τώρα στη λίστα διανομής, που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο Χαρίλαος ή Χρίστος Παναγή, αδελφός του Κύπρου Παναγή ήταν στην Αγγλία από το
  15. Το επίδικο κτήμα είχε αξία το 1962 με βάση το Tεκμ. 6 όπως είπε ο μάρτυρας, 860 c.p.. Επίσης στην φερόμενη ως λίστα διανομής δεν είχαν τοποθετηθεί τα κτήματα του αποβιώσαντα Δημήτρη Παναγή στο χωριό Γυαλιά. Αυτός αντιλήφθηκε την ύπαρξη τους μετά την παραλαβή του σχετικού πιστοποιητικού έρευνας. Το συγκεκριμένο κτήμα ανήκε στον πατέρα του λόγω προικοσυμφώνου και ο μάρτυρας συμφώνησε ότι δεν το είχε διεκδικήσει με επιστολή ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο ζήτησε από το Κτηματολόγιο την ακύρωση της συγκεκριμένης εγγραφής. Όταν υποδείχθηκε στο μάρτυρα ότι με βάση το Τεκμ. 41, επιστολή ημερ. 8.11.1995 δεν προβάλλει ισχυρισμό ότι ο Κύπρος Παναγή ήταν δικαιούχος του συγκεκριμένου κτήματος ο μάρτυρας απάντησε δεν θυμόταν ακριβώς το περιεχόμενο της επιστολής. Στη συνέχεια όταν του είχε υποδειχθεί το έντυπο Ν.3Α ημερ. 20.2.1963 που αφορά έγγραφο συγκατάθεσης προς την Εναγόμενη 1 από τους Κύπρο Παναγή και Ευαγγελία Παναγιώτου (Τεκμ. 8) ο μάρτυρας απάντησε ότι σύμφωνα με την δική του λογική και περαιτέρω είπε ότι έτσι θα πρέπει να έγινε, εξασφάλισαν την υπογραφή του πατέρα του για άλλους σκοπούς από τους πραγματικούς. Περαιτέρω ισχυρίστηκε ότι υπάρχει παρατυπία αφού ετοιμάστηκαν για πιστοποίηση πέραν της μιας φόρμας, ενώ το Κτηματολόγιο ζήτησε, με βάση την επιστολή του ημερ. 22.1.1963, μόνο ένα έντυπο. Το συγκεκριμένο επίδικο κτήμα βρίσκεται 200 περίπου μέτρα από το λιμανάκι του Πωμού με κατεύθυνση τον Παχύαμμο, εφάπτεται δε του κύριου δρόμου και είναι δεντροφυτευμένο. Τότε, δηλαδή το 1970, που του το υπέδειξε ο πατέρας του δεν υπήρχαν δέντρα αλλά δεν ήταν και σίγουρος αν ήταν επίπεδο το κτήμα. Αρχικά η Εναγόμενη 1 δεν είχε αντίρρηση, είπε ο Ενάγων όταν διεκδικούσε το κτήμα. Στη συνέχεια είπε ότι δεν ήταν σίγουρος για αυτό αλλά πιστεύει ότι η Εναγόμενη 1 εκμεταλλεύθηκε το χρόνιο ιατρικό πρόβλημα του πατέρα του και στην απουσία του απέσπασε την περιουσία που του ανήκε, μόλις δε απέθανε ο πατέρας του η Εναγόμενη 1 μεταβίβασε το κτήμα στο όνομα της Εναγόμενης
  16. Ως προς τα έξοδα τα οποία έχει υποστεί για να εξασφαλίσει τη περιουσία του, ο μάρτυρας προσδιόρισε ως απώλεια μισθών της περιόδου 1988 μέχρι 1999 το ποσό των £28.350, τα έξοδα για κάλυψη των αεροπορικών εισιτηρίων για επίσκεψη στην Κύπρο ύψους £2.500, τα έξοδα διακίνησης και διαχείρισης ανερχόμενα σε £3.600, τα τέλη χαρτοσήμων £350, τα έξοδα για επιστολές και φωτοτυπίες £1.500 και για κάλυψη της αξίας των τηλεφωνημάτων και τηλεμοιοτυπικών μηνυμάτων ύψους £2.
  17. Τα αξιώνει, όπως είπε ο Ενάγων, εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας, δηλαδή του Εναγόμενου
  18. Ο Ανδρέας Σωκράτους (Μ.Ε.1) Κτηματολογικός υπάλληλος στο Τμήμα Επιτοπίων Ερευνών, είπε ότι με βάση το φάκελο 2270/62 έγινε στις 23.5.1962 επιτόπια έρευνα στην παρουσία της Εναγόμενης 1 και εκπροσώπου του Κοινοτάρχη. Ο τίτλος εξεδόθηκε στο όνομα της Εναγόμενης 1 με βάση το νέο φάκελο με αριθμό 128/64 αφού στο μεταξύ εξασφαλίστηκε κατάλογος διανομής και συγκαταθέσεις των συγκληρονόμων. Η πρακτική που ακολουθείτο από το Κτηματολόγιο ήταν να μην επαναλαμβανόταν η επιτόπια εξέταση αφού η κατάσταση πραγμάτων ήταν η ιδία και τελικώς η αίτηση της Εναγόμενης 1 εξετάστηκε στην βάση και των δύο φακέλων. Σε επίσκεψη του που έκαμε πριν από δύο περίπου χρόνια διαπίστωσε ότι υπήρχαν στο κτήμα εσπεριδοειδή και διάφορα πρόχειρα υποστατικά φύλαξης ζώων. Για τη διαδικασία εξασφάλισης τίτλου σε σχέση για ένα φορολογημένο κτήμα ανέφερε ο Κυριάκος Μακαρίου (Μ.Ε.2), Κτηματολογικός υπάλληλος, είπε ότι ένα φορολογημένο κτήμα δεν μπορεί να μεταβιβαστεί αλλά απαιτείται η εξασφάλιση των αναγκαίων πιστοποιητικών από το Κοινοτικό Συμβούλιο και η υποβολή αίτησης. Ακολουθεί επιτόπια έρευνα και στη συνέχεια προχωρά η εγγραφή αφού βεβαιωθεί το τμήμα ότι η κατοχή συντελείται μετά από κατοχή ή κληρονομική διαδοχή. Ο Ματθαίος Αταλιώτης, Πρωτοκολλητής Διαθηκών στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου, κατέθεσε το φάκελο Διαχείρισης 69/70 (Τεκμ. 34), εξήγησε τις διαδικασίες που έχουν ακολουθηθεί και είπε ότι με βάση τους τελικούς λογαριασμούς στο όνομα Κύπρος Παναγή αναλογούσε το 1/6 μερίδιο διαφόρων κτημάτων με βάση τη λίστα διανομής που υποβλήθηκε. Ο Ενάγων ισχυρίστηκε ότι έλαβε γνώση της επιστολής του πατέρα του ημερ. 30.9.1970, δυνάμει της οποίας ανακαλούσε υφιστάμενο πληρεξούσιο προς την Ευαγγελία Παναγή, όταν επιθεώρησε το φάκελο της διαχείρισης. Η Αλίκη Θεοδούλου Διογένους, Εναγόμενη 2, (Μ.Υ.3), επιβεβαίωσε ότι το συγκεκριμένο επίδικο κτήμα της είχε μεταβιβαστεί από την μητέρα της το 1970, μετά που τέλεσε το γάμο της και ότι το 1999 μεταβίβασε η ίδια το συγκεκριμένο κτήμα στα δύο παιδιά της, Εναγόμενους 3 και
  19. Το κτήμα αυτό θυμάται, όπως είπε, από παιδικής ηλικίας να καλλιεργείται από τους γονείς της και σήμερα είναι δεντροφυτευμένο με μανδόρες. Ο Ιωσήφ Χριστοδούλου (Μ.Υ.2) Κοινοτάρχης του χωριού Πωμός για την περίοδο 1961-1971, είπε ότι γνώριζε τον Παναγή Φούττα όπως και τα παιδιά του. Το συγκεκριμένο κτήμα που βρίσκεται στο δρόμο Πωμού-Παχυάμμου, το έσπερνε ο ίδιος ο Φούττας. Μετά το γάμο της Εναγόμενης 1 ο σύζυγος της το ισοπέδωσε και το καλλιεργούσε. Η πρώτη ισοπέδωση έγινε το 1947-48 και η επόμενη το 1967, που ο ίδιος προήδρευε την επιτροπής για την δεντροφύτευση. Στο σημείο αυτό παρεμβάλλω τη μαρτυρία του Μιχαήλ Προκοπίου (Μ.Υ.1), Γεωργικού Λειτουργού, ο οποίος είπε ότι το 1967 δημιουργήθηκε ένας σύνδεσμος προστασίας του εδάφους, με σκοπό τη βελτίωση διαφόρων τεμαχίων γης, με επιδότηση και εκσκαφές έτσι ώστε να χρησιμοποιηθούν για γεωργικούς σκοπούς. Υπεβλήθηκε αίτημα από το σύζυγο της Εναγόμενης 1 για ισοπέδωση του συγκεκριμένου κτήματος, κάτι το οποίο έγινε στις 14.6.
  20. Για το σκοπό αυτό κατέθεσε και το καθολικό (Τεκμ. 46) στο οποίο αναφέρεται η συγκεκριμένη αίτηση και η εκτελεσθείσα εργασία. Δεν ήταν ευθύνη της επιτροπής, ούτε εξέταζαν τον τίτλο ιδιοκτησίας των ατόμων που υπέβαλαν αίτηση. Μπορούσε πολλές φορές, όπως είπε, να υποβληθεί αίτηση από τον πατέρα ή το διαχειριστή της περιουσίας κάποιου αιτητή. Ο Ι. Χριστοδούλου είπε ότι γνώριζε και τον Κύπρο Παναγή ως παιδί του Φούττα πλην όμως δεν τον είχε δει στο χωριό μετά που έφυγε και παντρεύτηκε στον Άγιο Σέργιο Αμμοχώστου. Ούτε για διακοπές δεν τον είχε δει στο χωριό, κατέληξε επί του προκειμένου. Το πιστοποιητικό της Χωρητικής Αρχής Πωμού (Τεκμ. 1) το υπέγραψε, όπως είπε ο Χριστοδούλου, αφού ο ίδιος γνώριζε ότι το συγκεκριμένο κτήμα ήταν της Ελπινίκης, όπως χαρακτηριστικά είπε, και η θέση αυτή επιβεβαιώθηκε και από πληροφορίες που έπαιρνε από το χωριό. Ο μάρτυρας συμφώνησε ότι στο συγκεκριμένο μαρτυρικό δεν αναφέρεται ο Αλκιβιάδης και χαρακτηριστικά είπε ότι δεν αναφέρθηκε γιατί αυτοί στο πιστοποιητικό παρουσίαζαν ότι τους έλεγαν οι Αιτητές και δεν έκαμναν αναφορά εφόσον υπήρχε πληρεξούσιο από ένα κληρονόμο. Επίσης ο μάρτυρας είπε ότι ο ίδιος ήταν ένας από τους υπογραφείς του Τεκμ. 15, που είναι πιστοποιητικό της Χωρητικής Αρχής Πωμού ημερ. 19.1.1964 και ερωτηθείς για τον προσδιορισμό της αξίας της γης ο ίδιος είπε ότι είχε εξεταστεί η αξία της περιουσίας μέσω του Κτηματολογίου. Ως προς δε την υπογραφή του Τεκμ. 13, δηλαδή του καταλόγου της λίστας διανομής ο μάρτυρας είπε ότι ο Κύπρος Παναγή δεν υπέγραψε στο χωριό Πωμός αλλά στον Άγιο Σέργιο Αμμοχώστου. Η Α. Διογένους είπε ότι κατά τη διάρκεια του γάμου της, που έγινε το 1970, είχε δει τον θείο της Κύπρο Παναγή αλλά κανένα άλλο από τα παιδιά του και εξαδέλφια της. Τον Ενάγοντα τον γνώρισε το 1987-88 όταν αυτός επισκέφθηκε το χωριό και υπέβαλλε ερωτήσεις σε σχέση με την περιουσία του παππού του. Είχε επαφή με τον αδελφό του Ενάγοντα και για τον σκοπό αυτό είχε πάει στο γάμο του που έγινε στη Λευκωσία. Κανένας, όπως χαρακτηριστικά είπε, δεν είχε διεκδικήσει το κτήμα πριν από την έγερση της αγωγής. Ως μάρτυρας για τον Εναγόμενο 5 κατέθεσε ο Ανδρέας Ματσουκάρης (Μ.Υ.4), Κτηματολογικός Λειτουργός Α΄, ο οποίος είπε ότι ήταν το άτομο το οποίο ετοίμασε και απέστειλε την απαντητική επιστολή στον Ενάγοντα ημερ. 19.12.1995 (Τεκμ. 42). Στη συνέχεια ο μάρτυρας κατέθεσε το ιστορικό του κτήματος (Τεκμ. 50), το φάκελο με αριθμό 2270/62 (Τεκμ. 51) και το φάκελο Α.128/64 (Τεκμ. 52). Ο μάρτυρας προσδιόρισε ότι η κατάταξη και καταχώρηση ενός κτήματος στο όνομα ενός ατόμου δεν υποδηλεί ύπαρξη τίτλου και για να επιτευχθεί μεταβίβαση του θα πρέπει να αποδειχθεί η ύπαρξη χρησικτησίας ή αγορά, να εξασφαλιστεί η βεβαίωση της Χωρητικής Αρχής και να υποβληθεί σχετική αίτηση. Η εγγραφή το κτήματος του στο όνομα της Εναγόμενης 1, είχε ξεκινήσει με την αίτηση η οποία υποβλήθηκε στο φάκελο 2270/
  21. Όταν ζητήθηκε η εξασφάλιση των συγκαταθέσεων αυτές δόθηκαν και συμπληρώθηκε το έντυπο 3.Ν.Α. που συμπεριλήφθηκε στο Τεκμ.
  22. Η Ελπινίκη υπέγραψε ως πληρεξούσιος του Χαρίλαου, η υπογραφή του Κύπρου επιβεβαιώθηκε στον Άγιο Σέργιο Αμμοχώστου, η υπογραφή της Ευαγγελίας στην Αγία Μαρίνα και οι υπογραφές των Νίκου και Αλκιβιάδη στη Νεάπολη. Ως αποτέλεσμα αυτών των συγκαταθέσεων και της αίτησης της Ελπινίκης για εγγραφή, που φαίνεται από το φάκελο 2270/62, προχώρησε το Κτηματολόγιο και εξέδωσε τίτλο στο όνομα της Εναγόμενης
  23. Σε ερώτηση γιατί δεν εκδόθηκαν τίτλοι και επ΄ ονόματι των υπολοίπων κληρονόμων, ο μάρτυρας απάντησε ότι αίτηση υποβλήθηκε μόνο από την Ελπινίκη και το Κτηματολόγιο δεν προχωρά, παρά μόνο, μετά από σχετική αίτηση του ενδιαφερομένου προσώπου. Όταν υποβάλλεται αίτηση για έρευνα για ύπαρξη κτημάτων το Κτηματολόγιο ζητά, για σκοπούς αποφυγής λαθών, τη συμπερίληψη στην αίτηση του ονόματος του επιθέτου αλλά και του μεσαίου ονόματος του ενδιαφερομένου. Αυτός ήταν ο λόγος είπε ο μάρτυρας που στην αρχική αίτηση που υπέβαλε ο αιτητής, με βάση το Τεκμ. 19 δεν μπορούσαν να εντοπιστούν κτήματα και για το σκοπό αυτό δεν ικανοποιήθηκε το αίτημα του Αιτητή. Όταν, συνέχισε ο μάρτυρας, δόθηκαν πλήρη στοιχεία σε σχέση με τον αποβιώσαντα Δημήτρη Παναγή Φούττα ή Δημήτρη Παναγή Αποστόλη εκδόθηκε το αναγκαίο πιστοποιητικό στις 23.10.1989, 18 μέρες μόνο μετά την υποβολή της αίτησης από τον Ενάγοντα. Είναι γεγονός, είπε ο μάρτυρας, ότι δύο φάκελοι τους οποίους είχε ζητήσει ο Ενάγων δεν είχαν αρχικά εντοπιστεί. Μετά από έρευνα που έκαμε ο ίδιος, κατόπιν οδηγιών του Διευθυντή του Τμήματος του, εντόπισε το φάκελο Α.2270/62 να ήταν συνημμένος με ένα φάκελο με αριθμό Α.1255/86 που αφορούσε μη πληρωμή κτηματολογικών τελών. Εντόπισε βέβαια στη συνέχεια και το φάκελο Δ.2162/
  24. Οι οδηγίες που υπάρχουν προς το Τμήμα και τους υπαλλήλους είναι ότι δεν επιτρέπονται ούτε σχισίματα στα κτηματολογικά μητρώα ούτε η χρήση διορθωτικού. Επειδή όμως τα εν χρήσει κτηματολογικά βιβλία χρονολογούνται από το 1909, υπάρχουν περιπτώσεις, όπου λόγω της πολλής χρήσης κάποιες σελίδες καταστρέφονται, δίδονται οδηγίες και αυτές αντικαθίστανται με άλλες αφού γίνουν οι αναγκαίες εγγραφές. Ο μάρτυρας συμφώνησε ότι δεν μπορεί να γίνει εγγραφή με τον συνοπτικό τρόπο που ακολουθήθηκε στην προκειμένη περίπτωση όταν και εφόσον ένας κληρονόμος απουσιάζει στο εξωτερικό και η περιουσία υπερβαίνει συγκεκριμένο ποσό. Στη συγκεκριμένη περίπτωση γίνεται αναφορά ότι η περιουσία δεν υπερβαίνει τις £900 και αυτό έγινε, όπως είπε ο μάρτυρας, με βάση το φάκελο του 1972, γεγονός που υποδηλεί ότι δεν υπήρχε οποιοδήποτε στοιχείο για την αξία της περιουσίας την περίοδο 1962-
  25. Το Τεκμ. 15 δεν προσδιορίζει ποσό, είπε ο μάρτυρας. Η ύπαρξη πληρεξουσίου από τον Χρίστο Παναγή (Τεκμ. 10) είναι αρκετό για σκοπούς Κτηματολογίου και προσδίδει τη δυνατότητα εγγραφής και μεταβίβασης του κτήματος. Ο μάρτυρας είπε ότι με την επιστολή του Κτηματολογίου ημερ. 22.1.1963, γίνεται αναφορά σε φόρμα αλλά δεν γνωρίζει γιατί χρησιμοποιήθηκαν τελικά τρία έντυπα. Η δυνατότητα που έδωσε ο Διευθυντής του Κτηματολογίου στον Ενάγοντα να επιθεωρήσει τα κτηματολογικά αρχεία χορηγείται σπανιότατα και ο Ενάγων έτυχε ιδιαίτερης μεταχείρισης, κατέληξε ο μάρτυρας. Κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων, ο συνήγορος του Ενάγοντα ζήτησε άδεια και αποσύρθηκε λόγω διαφωνίας με τον πελάτη του ως προς τον περαιτέρω χειρισμό της υπόθεσης. Ως αποτέλεσμα τούτου, ο Ενάγων συνέχισε, όπως ο ίδιος αποφάσισε, την υπόθεση μόνος του και για σκοπούς εύκολης αντίκρισης των εγειρομένων θεμάτων κατέθεσε γραπτή αγόρευση. Οι προϋποθέσεις εφαρμογής της νομοθεσίας για εγγραφή κτήματος που ανήκε σε αποβιώσαντα χωρίς την ύπαρξη διαχειριστή, ήταν το κύριο επιχείρημα του Ενάγοντα. Η ανικανότητα κληρονόμου, που εστιάζεται στην απουσία του Χρίστου Παναγή στο εξωτερικό από την μια και η ύπαρξη περιουσίας πέραν των £100 από την άλλη, είναι η ουσία της υπόθεσης, όπως χαρακτηριστικά, ανέφερε ο Ενάγων. Συμπεραίνει ότι η αβλεψία του Κτηματολογίου και η παράλειψη εντοπισμού των λαθών στα διάφορα έντυπα και αιτήσεις που υποβλήθηκαν για την εγγραφή του κτήματος στο όνομα της Εναγόμενης 1, ήταν σκόπιμη. Αυτό συνδιαζόμενο με τις παραλείψεις του Κοινοτάρχη Πωμού Ι. Χριστοδούλου στην ετοιμασία των διαφόρων πιστοποιητικών είχε, όπως είπε, ως εμπνευστή την Εναγόμενη
  26. Η παρουσίαση της λίστας διανομής και η υπογραφή της με τον τρόπο που έγινε είχε ως στόχο την εξαπάτηση του Κύπρου Παναγή. Η ύπαρξη τριών εντύπων αντί ενός (φόρμα Ν.3Α) υποδηλεί κατά τον Ενάγοντα συμπαιγνία μεταξύ της Εναγόμενης 1, του Κοινοτάρχη Πωμού και του Κτηματολογίου που εκδηλώνεται με την ύπαρξη δύο φακέλων, ενός το 1962 και άλλου το
  27. Επεκτείνει την δόλια συμπεριφορά ο Ενάγων και στα γεγονότα που ακολούθησαν της εγγραφής που έγινε το 1964 και ιδιαίτερα στο πλαίσιο προσπάθειας διανομής το 1967, ακόμα και τον τρόπο που δραστηριοποιήθηκαν οι κληρονόμοι του παππού του στα πλαίσια της διαχείρισης που άρχισε το
  28. Η ενέργεια της Εναγόμενης 1 να υπογράψει την νέα διανομή περιουσίας κατά το στάδιο της διαχείρισης, που απέκλειε τον Κύπρο Παναγή είναι ένδειξη, κατά τον Ενάγοντα, κακοπιστίας και δόλιας ενέργειας αφού η Εναγόμενη 1 είχε ήδη προβεί σε δήλωση για άλλης μορφής διανομή το
  29. Η απουσία της Εναγόμενης 1 από το Δικαστήριο και η αποφυγή να δώσει μαρτυρία ήταν, κατά τον Ενάγοντα, επιβεβαίωση της αλήθειας των ισχυρισμών του. Χαρακτήρισε δε, την Εναγόμενη 2, ως αναξιόπιστη αφού έδιδε, κατά την εισήγηση του, αντιφατικές απαντήσεις ως προς την παρουσία του Ενάγοντα ή της οικογένειας του την περίοδο προ του
  30. Προχωρώντας εισηγήθηκε ότι από μόνο του το γεγονός ότι η Εναγόμενη 2 μεταβίβασε το κτήμα στα παιδιά της αμέσως μετά το συμβιβασμό στην αγωγή 478/90, ενώ γνώριζε ότι υπήρχε καταγραμμένη στο πρακτικό η επιφύλαξη του δικαιώματος του Ενάγοντα να διεκδικήσει ξανά το επίδικο κτήμα, υποδηλεί κακοπιστία. Ως προς τον Ι. Χριστοδούλου, Κοινοτάρχη του χωριού Πωμού, ο Ενάγων εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία του δεν πρέπει να γίνει πιστευτή γιατί ο ίδιος είχε άμεση εμπλοκή στην υπόθεση από την αρχή και με τις διαφοροποιημένες πιστοποιήσεις του το 1962 και μετά, συνέβαλε στην διάπραξη της αρπαγής της περιουσίας του πατέρα του Ενάγοντα από την Εναγόμενη
  31. Ο υπάλληλος του Κτηματολογίου Α. Ματσουκάρης προσπάθησε να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα, είπε ο Ενάγων. Η ύπαρξη συνέργιας των Κτηματολογικών Λειτουργών με την Εναγόμενη 1 καταδεικνύεται από το υλικό που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Τέλος ο Ενάγων ισχυρίστηκε ότι με κανένα τρόπο δεν αποποιήθηκε του δικαιώματος διεκδίκησης αποζημιώσεων ή ανάκτησης των εξόδων που υπέστη με τον επιτευχθέντα συμβιβασμό στα πλαίσια της αγωγής 478/
  32. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγομένων 1-4 χαρακτήρισε την αγωγή επιπόλαια, πλαστή και εδραζόμενη σε μυθολογία. Είναι δύσκολα διακριτό, πρόσθεσε ο κ. Κορακίδης, το επικαλούμενο αγώγιμο δικαίωμα. Υπάρχει ισχυρισμός στα δικόγραφα για κτήματα εγγεγραμμένα στο όνομα του Δημήτρη Παναγή ενώ με την προσαχθείσα μαρτυρία καταδείχθηκε ότι τα γεγονότα δεν ήταν έτσι. Το κτήμα ήταν καταχωρημένο στο όνομα του Δημήτρη Παναγή. Αν, πρόσθεσε ο συνήγορος, το Δικαστήριο αποδεχθεί ότι δεν υπάρχει πρόβλημα από αυτή τη διαφοροποίηση, αγώγιμο δικαίωμα θα είχε η διαχείριση του Δημήτρη Παναγή και όχι ο Ενάγων. Ούτε το αγώγιμο δικαίωμα της χρησικτησίας δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί από τα γεγονότα της υπόθεσης. Η απαίτηση εδράζεται, είπε ο κ. Κορακίδης, στην εφευρετικότητα του Ενάγοντα που αρχικά στα πλαίσια της αγωγής 478/90 διεκδίκησε τα κτήματα, που κατά τον ισχυρισμό του, ανήκαν στον πατέρα του με βάση μια λίστα διανομής. Αργότερα διαφοροποίησε την απαίτηση του τροποποιώντας τα δικόγραφα της πιο πάνω αγωγής ισχυριζόμενος ότι υπήρχε προικοσύμφωνο. Στη συνέχεια πρόβαλε ισχυρισμό για λάθος στην εγγραφή και τελικά προωθεί την παρούσα αγωγή. Η οποιαδήποτε αναφορά σε προικοσύμφωνο εδράζεται σε ανεπαρκέστατη, όπως είπε, μαρτυρία. Ο Ενάγων πρέπει να αποδείξει ότι δικαιούται να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης της γης, κάτι που απέτυχε να κάμει, κατέληξε ο συνήγορος, και όχι ότι κακώς ενεγράφη το κτήμα στο όνομα της Εναγόμενης
  33. Η ευπαίδευτη συνήγορος του Εναγόμενου 5, ανέφερε ότι δεν αποδείχθηκαν οι προβληθέντες με την Έκθεση Απαίτησης, ισχυρισμοί ούτε η προσαχθείσα μαρτυρία ικανοποιεί το αναγκαίο επίπεδο απόδειξης των ειδικών ζημιών. Τέλος η κυρία Θεοδοσίου εισηγήθηκε ότι ο Ενάγων δεν δικαιούται στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Ο Ανδρέας Σωκράτους ήταν ένας τυπικός, αν μπορώ να χρησιμοποιήσω τον όρο, μάρτυρας που παρουσίασε με σαφήνεια και ειλικρίνεια τον τρόπο λειτουργίας της Επιτροπής που συστάθηκε το 1967 για παροχή βοήθειας στους ιδιοκτήτες γης. Ήταν σαφής στο πιο συγκεκριμένο άτομο ενδιαφέρθηκε για να ισοπεδωθεί το κτήμα και στον τρόπο ελέγχου από πλευράς της Επιτροπής του ιδιοκτησιακού καθεστώτος των επηρεαζομένων κτημάτων, την μαρτυρία του οποίου αποδέχομαι. Μέσα στο ίδιο πλέγμα κατατάσσω και την μαρτυρία του Μιχάλη Προκοπίου, Γεωργικού Λειτουργού, ο οποίος με σαφήνεια εξήγησε στο Δικαστήριο τον τρόπο λειτουργίας της επιτροπής και τις ενέργειες που έγιναν για την βελτίωση του κτήματος το 1968, όπως επίσης και αποδέχομαι τη μαρτυρία του ως προς το ποιος είχε καταβάλει το τίμημα, αλλά περισσότερο τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούσαν ως επιτροπή ελέγχοντας το ιδιοκτησιακό καθεστώς των υπό βελτίωση κτημάτων. Παράλληλα βρίσκω ως ειλικρινή και αποδέχομαι τη μαρτυρία του Κυριάκου Μακαρίου, Κτηματολογικού Λειτουργού, η μαρτυρία του οποίου δεν αμφισβητήθηκε. Πέρα από την κατάθεση διαφόρων εντύπων και φακέλων ο μάρτυρας αναφέρθηκε στη διαδικασία εξασφάλισης τίτλου για ένα φορολογημένο κτήμα, διαδικασία η οποία δεν αμφισβητήθηκε. Η μαρτυρία του Ματθαίου Αταλιώτη, πρωτοκολλητή Διαχειρίσεων στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου ήταν επίσης τυπική και δεν αμφισβητήθηκε. Ο ίδιος κατέθεσε το φάκελο της διαχείρισης του αποβιώσαντα Δημήτρη Παναγή και εξήγησε το περιεχόμενο του. Ο Ιωσήφ Χριστοδούλου ήταν θετικός ως προς τα γεγονότα που κατέθεσε και είχαν σχέση με την χρήση του κτήματος. Αυτό το μέρος της μαρτυρίας του το αποδέχομαι. Ήταν όμως ασαφής και η μαρτυρία του έδειχνε προχειρότητα ως προς την ετοιμασία των συγκεκριμένων πιστοποιητικών και την εκτέλεση των πιστοποιήσεων. Αποδέχομαι όσα είπε ως αληθή σε σχέση με τον καταρτισμό τους δεν αποδέχομαι όμως την μαρτυρία του ως προς το τι τελικώς τα συγκεκριμένα πιστοποιητικά συμπεριέλαβαν. Άφησε ουσιαστικά να νοηθεί ότι συμπεριελάμβαναν τα συγκεκριμένα πιστοποιητικά ότι τους ζητούσαν οι εκάστοτε αιτητές. Αυτό όμως δεν πλήττει την αξιοπιστία του μάρτυρα γιατί στο Δικαστήριο κρίνεται για αυτά που είχε πει και όχι για τις ενέργειες που έκαμε αν δηλαδή ήταν ορθές ή όχι, που εν πάση περιπτώσει δεν ήταν διάδικος στην παρούσα υπόθεση. Θα εξετάσω τώρα τους άμεσα εμπλεκόμενους στην παρούσα υπόθεση. Κατά την εξέταση του Παναγιώτη Παναγιώτου ήταν έκδηλα διακριτό ότι βρισκόταν κάτω από έντονη ψυχολογική φόρτιση, ιδιαίτερα όταν περιέγραφε γεγονότα τα οποία είχαν σχέση με την περίοδο του
  34. Ο μάρτυρας μιλούσε πάρα πολύ μεταπηδώντας από το ένα θέμα στο άλλο. Η μαρτυρία του πολλές φορές ήταν αόριστη, καθόλου σαφής και υπήρχε μια ασύνδετη εξιστόρηση γεγονότων βασιζόμενη σε υποθέσεις. Απέφευγε να δίδει απαντήσεις σε καίρια και σαφή ερωτήματα. Πολλές φορές είχε μια επιλεκτική μνήμη και ταυτόχρονα πρόβαλλε μια δυσνόητη εξήγηση στο πώς κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα κτήματα ανήκαν στον πατέρα του. Διέβλεπε παντού μια σκευωρία και κάθε ενέργεια την απέδιδε σε προσπάθεια δόλιας εξασφάλισης της υπογραφής του πατέρα του ή ακόμη της προσπάθειας εξαφάνισης της περιουσίας του. Όταν π.χ. του υποδείχθηκε το έντυπο (Τεκμ. 8) στο οποίο φαίνεται να υπάρχει η υπογραφή του πατέρα του, άρχισε να δηλώνει υποθετικά ότι θα του είπαν να βάλει υπογραφή για άλλους σκοπούς. Δεν ήταν διατεθειμένος να αποδεχθεί ούτε τα γεγονότα που αναβλύζουν από τα ίδια τα τεκμήρια δίδοντας εξηγήσεις που δεν συνάδουν με αυτά. Υπήρχε μια έντονη εμμονή εδραζόμενη σε υποθέσεις χωρίς να δίδει το αναγκαίο υπόβαθρο. Τα γεγονότα που περιέγραψε ότι έλαβαν χώρα στο νοσοκομείο Αμμοχώστου, εκτός από εικασίες, δεν αφορούσαν την Εναγόμενη
  35. Αλλά ακόμη και οι ενέργειες της άλλης κληρονόμου Ευαγγελίας που είχαν σχέση με την διαχείριση προβλήθηκαν με ένα αόριστο τρόπο ότι αφορούσαν την Εναγόμενη 1 χωρίς επαρκή συνάφεια. Παράλληλα, αναφέρθηκε αόριστα στην αρρώστεια του πατέρα του, χωρίς σύνδεση του διαστήματος 1964 που έγινε η μεταβίβαση και 1970 που απεβίωσε ο Κύπρος Παναγή. Μίλησε αόριστα για ένα προικοσύμφωνο. Σε καμιά περίπτωση δεν έδωσε μαρτυρία ως προς το περιεχόμενο του. Στη συνέχεια είχε διαφανεί από τη μαρτυρία του ότι υπέθεσε ότι υπήρχε προικοσύμφωνο αφού με τον γάμο της Εναγόμενης 1 δόθηκε περιουσία σε αυτήν δυνάμει προικοσυμφώνου, το ίδιο ενδεχομένως συνέβη και με τον πατέρα του. Όταν υποβλήθηκε στο μάρτυρα ότι στην επιστολή του ημερ. 8.11.1995 δεν διεκδικεί το συγκεκριμένο κτήμα, ο μάρτυρας απάντησε ότι η επιστολή είναι πολυσέλιδη και δεν θυμόταν ακριβώς το περιεχόμενο της. Δεν συνάδει αυτή η απάντηση με ένα άνθρωπο ο οποίος εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου με λεπτομερή ανάλυση όλων των στοιχείων και δεδομένων της υπόθεσης, να δίδει αυτή την απάντηση. Απλώς, κατά την άποψη μου, καταδεικνύει πρόθεση αποστασιοποίησης από ένα γεγονός το οποίο ενδεχομένως θα είχε δυσμενή συνέπεια, άρα καταδεικνύει ανειλικρίνεια. Υπήρχε ένα έντονο στοιχείο υπερβολής στον τρόπο που περιέγραφε τα γεγονότα, κατέληγε σε συμπεράσματα που δεν εδράζοντο επί της συμφωνίας που έκμε το 1999 στο Δικαστήριο και πρέπει να πω ότι δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του γιατί, όπως σημείωσα, εδραζόταν σε προσπάθεια υπερβολής. Ο μάρτυρας ήταν φανερό ότι ένιωθε ενοχλημένος για την στάση των συγγενών του και του Κτηματολογίου, πλην όμως δεν ήταν διατεθειμένος να αποδεχθεί γεγονότα τα οποία εξάγονται, ιδιαίτερα από την συμφωνία που ο ίδιος κατέληξε και συμπεριελήφθη στο πρακτικό του Δικαστηρίου στην αγωγή 478/90 γιατί ενδεχομένως να αυτή είχε άδοξο γι΄ αυτόν τέλος. Αυτό όμως δείχνει ανειλικρίνεια εκ μέρους του. Η άλλη εμπλεκόμενη στην υπόθεση Αλίκη Διογένους, Εναγόμενη 2, πρέπει να πω ότι πολύ λίγο έχει συνεισφέρει στα γεγονότα της υπόθεσης αυτής πέρα από την αναφορά της σε κατοχή και χρήση του συγκεκριμένου κτήματος από τους γονείς της μέχρι το 1970 και από την ίδια και τα παιδιά της έκτοτε. Ήταν ασαφής και απρόθυμη να προχωρήσει σε οτιδήποτε άλλο είχε σχέση με την παρούσα υπόθεση ιδιαίτερα σε σχέση με τη συγγενική επαφή που είχε ή δεν είχε με την οικογένεια του Ενάγοντα. Όπως ανάφερα πιο πάνω για τους λόγους αυτούς δέχομαι μέρος της μαρτυρίας της ως αληθινή. Ο Ανδρέας Ματσουκάρης, πέρα από την επιβεβαίωση του περιεχομένου της επιστολής του που απέστειλε προς τον Ενάγοντα για λογαριασμό του Διευθυντή του Κτηματολογίου ημερ. 8.11.1995 δεν πρόσθεσε οτιδήποτε στα γεγονότα της υπόθεσης. Έδωσε διάφορες εξηγήσεις ως προς τις ενέργειες που ο ίδιος έκαμε στα πλαίσια της έρευνας των φακέλων της υπόθεσης αυτής και πρέπει να σημειώσω ότι όντως προσπάθησε να "αποενοχοποιήσει" το τμήμα του. Η εξήγηση που έδωσε για την αναφορά στην αξία της περιουσίας του αποβιώσαντα Δημήτρη Παναγή, ότι δηλαδή η εννοιολογική εξήγηση "δεν υπερβαίνει τις £900" είναι ενδεικτική του πιο πάνω χαρακτηρισμού. Με αυτή την επιφύλαξη δέχομαι το υπόλοιπο σκέλος της μαρτυρίας του. Το κύριο ερώτημα που πηγάζει από την όλη δομή της Έκθεσης Απαίτησης και την προσαχθείσα μαρτυρία είναι αν η επιτευχθείσα εγγραφή του κτήματος στο όνομα της Εναγόμενης 1, έγινε νομότυπα. Όπως έχω αποδεχθεί και αποτελεί εύρημα μου οι κληρονόμοι του αποβιώσαντα Δημήτρη Παναγή προχώρησαν στην μεταξύ τους διανομή της περιουσίας που τελικά συμπεριλήφθηκε στην λίστα διανομής που υπέγραψαν όλοι Τεκμ.
  36. Στο σημείο αυτό σημειώνω ότι αποτελεί ισχυρισμό της Εναγόμενης 1 που προβάλλει από την Υπεράσπιση των Εναγομένων 1-4, ότι το συγκεκριμένο κτήμα, όπως και άλλα που δεν μας ενδιαφέρουν σ΄ αυτό το στάδιο, είχαν διανεμηθεί προς όφελος της Εναγόμενης
  37. Αυτό καταδεικνύει ότι το δικαίωμα της Εναγόμενης 1 για εγγραφή, ξεκινά, όπως η ίδια ισχυρίζεται, από κληρονομικό δικαίωμα. Η Εναγόμενη 1 απευθύνθηκε στο Κτηματολόγιο με την αίτηση Α.2270/62 Τεκμ. 2 ζητώντας την εγγραφή του φορολογημένου στο όνομα του αποβιώσαντα Δημήτρη Παναγή, κτήματος, στο όνομα της. Πραγματοποιήθηκε επιτόπια εξέταση και με βάση το πιστοποιητικό της Χωρητικής Αρχής Τεκμ. 1 το Κτηματολόγιο ζήτησε τις συγκαταθέσεις από τους συγκληρονόμους της Εναγόμενης 1 Τεκμ.
  38. Όταν εξασφαλίστηκαν οι συγκαταθέσεις Τεκμ. 13 και συμπληρώθηκαν τα ζητηθέντα από το Κτηματολόγιο έντυπα Τεκμ. 7, 8 και 9 η Εναγόμενη 1 ζήτησε στις 3.4.1964 Τεκμ. 12 με την αίτηση Α.128/64 την εγγραφή του κτήματος στο όνομα της. Υπαρχόντως νέου πιστοποιητικού της Χωρητικής Αρχής Τεκμ. 11, των συγκαταθέσεων, των αναγκαίων εντύπων υπογραμμένων από τους άλλους κληρονόμους με πιστοποιημένες τις υπογραφές τους και του περιεχομένου του φακέλου Α.2270/62, προχώρησε το Κτηματολόγιο στις 11.4.1964 και εξέδωσε τίτλο εγγράφοντας το κτήμα στο όνομα της Εναγόμενης
  39. Είναι η εγγραφή αυτή νόμιμη; Για να απαντηθεί το ερώτημα αυτό πρέπει να εξεταστούν οι παράμετροι που έλαβε υπόψη του το Κτηματολόγιο και περαιτέρω να εξεταστεί κατά πόσο αυτές συνάδουν με την κειμένη νομοθεσία. Ένα δεύτερο ερώτημα που πηγάζει και είναι άμεσα συνυφασμένο με το πρώτο είναι κάτω από ποιο καθεστώς εκδόθηκε ο τίτλος στο όνομα της Εναγόμενης
  40. Ήταν δηλαδή δυνάμει κληρονομικού δικαιώματος ή δυνάμει αυτοτελούς δικαιώματος χρησικτησίας. Με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 2 του Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο, Κεφ. 224, ιδιοκτήτης είναι εκτός από τον εγγεγραμμένο και πρόσωπο που έχει δικαίωμα σε τέτοια εγγραφή, όπως επίσης και πρόσωπο που έχει δικαίωμα σε εγγραφή διεκδικώντας τέτοιο δικαίωμα δυνάμει χρησικτησίας. [Βλέπε Κυρίσαββα ν. Κύζη

(2001)1 Α.Α.Δ. 1245
(1252)]. Το συγκεκριμένο κτήμα ήταν φορολογημένο στο όνομα του Δημήτρη Παναγή, πατέρα της Εναγόμενης 1 και παππού του Ενάγοντα. Είναι παράλληλα αποδεκτό ότι ο πιο πάνω αποβιώσας Δημήτρης Παναγή πέθανε το
  1. Το Κτηματολόγιο είχε ενώπιον του και τα πιστοποιητικά της Χωρητικής Αρχής Τεκμ. 1 και 11 τα οποία εκδόθηκαν δυνάμει του άρθρου 82 του Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας Νόμου, Κεφ.
  2. Δεν μπορεί, με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 47 του Περί Διαχείρισης Κληρονομιών Νόμο, Κεφ. 189, να εκπροσωπεί για σκοπούς μεταβίβασης και διανομής, τα συμφέροντα του αποβιώσαντα και κατ΄ επέκταση των κληρονόμων, οποιοσδήποτε άλλος παρά ο διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα. Παράλληλα, δυνάμει του άρθρου 34, παράγραφος 7 του Κεφ. 189 κανένα πρόσωπο δεν μπορεί να αντιπροσωπεύει την κληρονομιά αποθανόντος για σκοπούς λήψης οποιουδήποτε δικαστικού μέτρου, παρά ο προσωπικός του αντιπρόσωπος. Στην προκείμενη περίπτωση διαχείριση της περιουσίας του Παναγή Δημήτρη δεν έγινε παρά μόνο το
  3. Η υπό εξέταση εγγραφή του κτήματος έγινε το
  4. Συνεπώς, εκ πρώτης όψεως, φαίνεται να υπάρχει ένα κώλυμα. Το άρθρο 26
(1)του Κεφ. 189, όπως ήταν διατυπωμένο την επίδικη περίοδο, επιβάλλει ότι αν η περιουσία του αποβιώσαντος είναι μεγαλύτερη των £100 αυτή περιέρχεται, αν δεν γίνει διαχείριση, στην κατοχή του Προέδρου του Επαρχιακού Δικαστηρίου της συνήθους διαμονής του αποβιώσαντος. Ούτε αυτή η προϋπόθεση δεν μπορούσε να έχει εφαρμογή γιατί το πιστοποιητικό της Χωρητικής Αρχής που εκδόθηκε στις 19.1.1964, σύμφωνα με το οποίο καταγράφονται οι κληρονόμοι του αποβιώσαντα Δημήτρη Παναγή αναφέρεται ότι "η αξία της περιουσίας του αποβιώσαντα δεν υπερέβαινε τις £900" (Τεκμ. 15). Έγινε μια προσπάθεια από τον Κτηματολογικό Λειτουργό Α. Ματσουκάρη να ερμηνευθεί η πρόταση αυτή ως ασαφής μέχρι αόριστη και ήταν η εισήγηση του ότι δεν μπορούσε να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα ως προς την αξία της περιουσίας. Με όλο το σεβασμό πιστεύω ότι η προσπάθεια ήταν τουλάχιστον άστοχη. Η λέξη "υπερβαίνω" όπως αναφέρεται στο Μεγάλο Λεξικό της Νεοελληνικής Γλώσσας του Α. Γεωργοπαπαδάκου, σημαίνει "περνώ πάνω από κάτι". Αυτό υποδηλεί ότι τουλάχιστον η περιουσία είχε αξία £900. Θα ήταν άτοπο και θα έλεγα αχρείαστο να προσπαθήσει το Δικαστήριο να δώσει οποιαδήποτε άλλη εξήγηση στην πρόταση αυτή. Ένα στοιχείο που ενισχύει την άποψη αυτή είναι και το πιστοποιητικό του Εφόρου Φόρου Κληρονομιών ημερ. 2.9.1972 (Τεκμ. 16) σύμφωνα με το οποίο η αξία της περιουσίας υπολογίστηκε σε £560. Συνεπώς, η περιουσία ήταν έκδηλα μεγαλύτερη από το ποσό που καθορίζεται στο πιο πάνω άρθρο και η περιουσία δεν περιήλθε στην κατοχή του Προέδρου του Δικαστηρίου, αφού δεν υπήρξε τη δεδομένη στιγμή διαχείριση. Η δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 29 του Περί Διαχειρίσεως Περιουσιών Κεφ.189 επιτρέπεται μόνο σε μικρές περιουσίες (βλ. Φιλίππου v. Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 448). Η ανικανότητα του κληρονόμου που επικαλείται η πλευρά του Ενάγοντα βασιζόμενη στην απουσία του κληρονόμου Χρίστου Παναγή στο εξωτερικό, άρθρο 26
(1)του Κεφ. 189, δεν έχει οποιαδήποτε επίδραση στο εξεταζόμενο θέμα αφού υπήρχε κατατεθειμένο, για σκοπούς διανομής της περιουσίας του αποβιώσαντα Δημήτρη Παναγή, πληρεξούσιο, που ο πιο πάνω Χρίστος Παναγή εκτέλεσε προς όφελος της Εναγόμενης 1. Επανερχόμενος τώρα στο δεύτερο μου ερώτημα, δηλαδή κάτω από ποιο καθεστώς το Κτηματολόγιο προχώρησε στην έκδοση τίτλου προς όφελος της Εναγόμενης 1, βρίσκω ότι το Κτηματολόγιο βασίστηκε στο κληρονομικό δικαίωμα της Εναγόμενης 1 επί της περιουσίας του αποβιώσαντα Δημήτρη Παναγή. Με προβλημάτισε κατά πόσο η εγγραφή έγινε ως αποτέλεσμα του δικαιώματος χρησικτησίας, αφού η Εναγόμενη 1 θα μπορούσε και είχε την δυνατότητα πρόσθεσης του χρόνου κατοχής του κτήματος για συμπλήρωση της απαιτούμενης περιόδου. (Βλέπε Papageorgiou v. Komodromou
(1963)2 C.L.R. 221 και Μαραγκός ν. Πιερού Πολ. Εφ. 11569, ημερ. 24.5.2005). Η αναζήτηση όμως από το Κτηματολόγιο λίστας διανομής και συγκατάθεσης των υπολοίπων συγκληρονόμων της Εναγόμενης 1 υποδηλεί και προκαθορίζει ότι το Κτηματολόγιο βασίστηκε στο κληρονομικό δικαίωμα της Εναγόμενης 1 για την εγγραφή του κτήματος. Αγνόησε βέβαια το Κτηματολόγιο, όπως προκύπτει και αποτελεί εύρημα μου, ότι επρόκειτο περί περιουσίας αποβιώσαντος για την οποία ενώ η αξία ήταν μεγαλύτερη των £100, δεν είχε προηγηθεί διαχείριση. Ένα επιπρόσθετο στοιχείο που επιβεβαιώνει τη πιο πάνω θέση μου είναι η αναφορά που βγαίνει από το ιστορικό του κτήματος (Τεκμ. 50) ότι δηλαδή το κτήμα ενεγράφη στο όνομα της Εναγομένης 1 «by inheritance from her father and partition" ήτοι σε μετάφραση «δυνάμει κληρονομίας από τον πατέρα της και διανομή». Η κληρονομική διαδοχή δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνειών στο τι εννοεί. Η ίδια η Εναγόμενη 1, με την επιστολή της προς το Κτηματολόγιο ημερ. 15.9.1962 (Τεκμ. 2) δεν διεκδικεί εγγραφή του κτήματος δυνάμει χρησικτησίας, αλλά επικαλείεται το πιστοποιητικό της Χωρητικής Αρχής Πωμού Τεκμ. 1, που αναφέρει ότι το «κατέχει εκ κληρονομίας παρά του αποβιώσαντος πατρός της...» Ενδεχομένως θα μπορούσε να προβληθεί ότι το κτηματολόγιο ενήργησε με βάσει τις πρόνοιες του άρθρου 49 του Κεφ. 224. Μια διαδικασία που παρέχει ευχέρεια μεταβίβασης κτημάτων αποβιωσάντων σε τρίτο πρόσωπο με τη συγκατάθεση των κληρονόμων. (Βλέπε Θεοχάρους ν. Πολυκάρου
(2001)1 ΑΑΔ 132 στη σελίδα 136). Αυτό θα μπορούσε να εξαχθεί από τις πράξεις του κτηματολογίου και η αναφορά σε "κληρονομιά" και "διανομή" που αναφέρεται στο Τεκ.
  1. Υπάρχει όμως μια σημαντικότητα διαφορά. Το άρθρο 49 ενεργοποιείται επί ιδιοκτησίας εγγεγραμμένης στο όνομα του αποβιώσαντος. Στην παρούσα περίπτωση το κτήμα ήταν φορολογημένο στο όνομα του αποβιώσαντα Δημήτρη Παναγή. Είναι έκδηλο και εξάγεται από την υπόθεση Φιλίππου ν. Στυλιανού (ανωτέρω) στη σελίδα 454, με τη συμπλήρωση του χρόνου εχθρικής κατοχής το κτήμα περιέρχεται στην κυριότητα του κατόχου, αλλά δε μεταβιβάζεται μέχρι της τελειοποίησης της κυριότητας με την εγγραφή του κτήματος στο όνομα του δικαιούχου. Συνεπώς δεν μπορούσε η Εναγόμενη 1 να εξασφαλίσει τίτλο δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 49, του Κεφ. 224, αφού ο αποβιώσας Δημήτρης Παναγή, ήταν απλώς κάτοχος και όχι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Φιλίππου (ανωτέρω) εκείνο που μεταβιβάζεται είναι αυτό που καλύπτει ο τίτλος του μεταβιβάζοντος και μόνο. Συνακόλουθα εξετάζοντας το ερώτημα που έθεσα αρχικά βρίσκω ότι η εγγραφή που έγινε το 1964 προς όφελος της Εναγόμενης 1, πάσχει. Ένα άλλο στοιχείο που επηρεάζει την όλη διαδικασία και είναι απόρροια της έλλειψης διαχείρισης είναι η απουσία συγκατάθεσης του Εφόρου Κληρονομιών. Η αναγκαιότητα είναι προφανής. Το κράτος ενδεχομένως να χάνει έσοδα, που θα ήταν πληρωτέα, αν υπολογιζόταν η περιουσία του αποβιώσαντα Δημήτρη Παναγή. Η όλη δομή της μαρτυρίας του Ενάγοντα περί της διάπραξης δόλου ή απάτης είτε από την Εναγόμενη 1, είτε από τον Κοινοτάρχη του χωριού Πωμού ή ακόμα και από τους υπαλλήλους του Κτηματολογίου, έμεινε, όπως έχω σημειώσει αξιολογώντας τη μαρτυρία, στη σφαίρα του υποθετικού χωρίς ουσιαστικό υπόβαθρο και ήταν σαφώς ανεπαρκής μαρτυρία. Η ύπαρξη δύο ή τριών εντύπων του Κτηματολογίου Ν.3Α, αντί ενός, δεν υποδηλεί τίποτε το μεμπτό ιδιαίτερα όταν το κάθε έντυπο στάληκε σε διαφορετικό τόπο για να υπογραφτεί και να πιστοποιηθεί. Ακόμα ο ισχυρισμός περί εξαπάτησης του πατέρα του Ενάγοντα (Κύπρου Παναγή) και εξασφάλιση της υπογραφής του στη λίστα διανομής με δόλια μέσα, αποτελεί ένα συμπέρασμα του Ενάγοντα που δεν εδράζεται σε κανένα ίχνος μαρτυρίας. Αποκλείεται να δεχόταν ο πατέρας του κάτι τέτοιο, είπε, όταν σε διάφορα στάδια της δίκης αναπροσάρμοζε τους ισχυρισμούς του προβάλλοντας ότι το κτήμα αγοράστηκε με χρήματα του πατέρα του, μετά προικοδοτήθηκε σ΄ αυτόν ενώ στη συνέχεια με την αγωγή 478/90 υιοθέτησε την λίστα διανομής και τον αριθμό των κτημάτων που συμφώνησαν να λάβουν οι κληρονόμοι. Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι ο αριθμός των κτημάτων που αναλογούσαν στον πατέρα του Ενάγοντα, συνάδει τελικά με τον αναφερόμενο στην κατατεθείσα λίστα διανομής ενώπιον του Δικαστηρίου. Παράλληλα, δεν έχει εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοσδήποτε από τους υπόλοιπους κληρονόμους του αποβιώσαντα Δημήτρη Παναγή, ώστε να μας διαφωτίσει ως προς τα ακριβή γεγονότα της περιόδου 1957 αρχικά και της περιόδου 1962-1964 στη συνέχεια. Συνακόλουθα, βρίσκω ότι ο Ενάγων απέτυχε να στοιχειοθετήσει οποιοδήποτε αστικό αδίκημα, όπως αυτό είναι διατυπωμένο στην Έκθεση Απαίτησης εναντίον των Εναγομένων. Ούτε βεβαίως έχει συνδέσει ο Ενάγων την μη τήρηση των προνοιών της νομοθεσίας που αφορούν την απουσία διαχείρισης με δόλο ή απάτη είτε από πλευράς των Εναγομένων 1-4 είτε του Εναγόμενου 5 είτε ακόμα περισσότερο όλων μαζί. Επομένως, το μόνο στοιχείο που έχει αποδειχθεί είναι ότι η διαδικασία εγγραφής του κτήματος στο όνομα της Εναγόμενης 1 το 1964 δεν συνάδει με την ισχύουσα νομοθεσία. Η μετέπειτα μεταβίβαση του κτήματος στο όνομα της Εναγόμενης 2 ή/και περαιτέρω των Εναγομένων 3 και 4, δεν επηρεάζει το πιο πάνω αποτέλεσμα αφού, έχουν αποκτήσει δικαίωμα ιδιοκτησίας από αρχικά μολυσμένο τίτλο. Συνεπώς συμπαρασύρονται και οι επόμενες εγγραφές. Με βάση τα πιο πάνω βρίσκω ότι ο Ενάγων έχει επιτύχει σ΄ αυτό το σκέλος της απαίτησης του και θα εκδοθεί ανάλογο διάταγμα ακύρωσης της εγγραφής του κτήματος στο όνομα της Εναγόμενης
  2. Το επόμενο θέμα που εγείρεται είναι το αίτημα του Ενάγοντα να εγγραφεί το κτήμα στο όνομα του ως δικαιούχου. Μαρτυρία προς την κατεύθυνση αυτή, όπως έχω σημειώσει, δεν έχει στοιχειοθετηθεί. Το μόνο στοιχείο που έχει καταδειχθεί και δεν είναι άλλωστε αμφισβητούμενο, είναι ότι ο Κύπρος Παναγή, πατέρας του Ενάγοντα, ήταν ένα από τα παιδιά και συνακόλουθα κληρονόμος του Δημήτρη Παναγή που απεβίωσε το
  3. Με αυτό το δεδομένο βρίσκω ότι το κτήμα ανήκει στην περιουσία του αποβιώσαντα Δημήτρη Παναγή και πρέπει να εκδοθεί ανάλογο διάταγμα για την επαναφορά του κτήματος στην προτέρα κατάσταση. Ως προς το άλλο σκέλος των απαιτήσεων του Ενάγοντα για αποζημιώσεις, πρέπει να σημειώσω ότι ο επιτευχθείς συμβιβασμός στα πλαίσια της αγωγής 478/90 προκαθορίζει την πορεία του σκέλους αυτού της απαίτησης. Σημειώνω ότι ο Ενάγων περιόρισε την διεκδίκηση αποζημιώσεων μόνο εναντίον του Εναγόμενου
  4. Στα πλαίσια του συμβιβασμού στην αγωγή 478/90 που έγινε στις 10.3.1999 η αγωγή εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας (τότε Εναγόμενου 5) αποσύρθηκε χωρίς επιφύλαξη και για τον σκοπό αυτό πληρώθηκαν £2000 ως έξοδα από τη Δημοκρατία. H μόνη επιφύλαξη που έγινε ήταν σε συνάρτηση με την απαίτηση του Ενάγοντα για διεκδίκηση του κτήματος. Συνακόλουθα αυτό το σκέλος των αποζημιώσεων δεν θα έχει επιτυχή κατάληξη και απορρίπτεται. Με γνώμονα τα πιο πάνω εκδίδεται:
  5. Διάταγμα ακύρωσης της εγγραφής του κτήματος υπ΄ αρ. εγγραφής 6470, Φ./Σχ. XVII/48, τεμάχιο 347, τοποθεσία Γωνιές, χωριό Πωμός, επαρχία Πάφου, που έγινε προς όφελος της Εναγόμενης 1 στις 11.4.1964 και των συνακόλουθων εγγραφών που έγιναν στο όνομα της Εναγόμενης 2 στις 22.10.1970 και στο όνομα των Εναγόμενων 3 και 4 στις 19.4.
  6. Διάταγμα όπως το πιο πάνω κτήμα επανέλθει, στην πριν της εγγραφής του 1964 κατάσταση και περιέλθει στην κυριότητα της περιουσίας του αποβιώσαντα Δημήτρη Παναγή Φούττα. Λαμβανομένου υπόψη ότι ο Ενάγων έχει επιτύχει στην απαίτηση του έστω και μερικώς, βρίσκω ότι δικαιούται στην έκδοση διατάγματος ως προς τα έξοδα. Η όλη όμως μακροσκελής και τελικώς αχρείαστη προσαγωγή μαρτυρίας ως προς τα κτήματα του αποβιώσαντα Δημήτρη Παναγή, όπως της γενόμενης διανομής του 1967 ή της διαχείρισης του 1970, όπως και για θέματα που είχαν ήδη αποφασιστεί εκ συμφώνου στα πλαίσια της απόφασης της αγωγής 478/90, επιβάλλουν όπως τα επιδικασθέντα έξοδα μειωθούν. Συνακόλουθα, επιδικάζονται έξοδα υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγομένων 1-5, όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, μειωμένα όμως κατά ένα δεύτερο. (Υπ.) ............... Κ. Παμπαλλής, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. .ΜΙ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.