← Κύπρος

Νικολαίδου Ζωή ν. Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α., Αρ. Αγωγής: 937/06, 18.7.2006

Νικολαίδου Ζωή ν. Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α., Αρ. Αγωγής: 937/06, 18.7.2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2006:A15 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Π.Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 937/06 Μεταξύ: Νικολαίδου Ζωή εκ Πάφου Ενάγουσας-Αιτήτριας και

  1. Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
  2. Μαρίνα Γερολεμή
  3. Δώρα Στεφανίδου
  4. Νίκο Ελληνόπουλο
  5. Αίγλη Παπαδημητρίου
  6. Aristo Developers Ltd
  7. Kentavros Hotels Management Ltd
  8. Metamax Company Ltd
  9. Yerolemi Estates Ltd Εναγομένων-Καθ΄ ων η αίτηση -------------------- Aίτηση ημερ. 15.3.2006 -------------------- Ημερομηνία: 18.7.2006 Για Ενάγουσα-Αιτήτρια: κα Μιλτιάδους για κ. Χρ. Κληρίδη (για να ακούσει απόφαση η κα Ε. Κωνσταντινίδου) Για Εναγόμενο 1-Καθ΄ ου η αίτηση: κα Ε. Κόκκινου Για Εναγόμενη 2-Καθ΄ ης αίτηση: κα Μ. Παπαδημήτρη Για Εναγόμενη 8-Καθ΄ ης η αίτηση: κ. Λαδάς (για να ακούσει απόφαση η κα Μ. Παπαδημήτρη) Για Εναγόμενη 9-Καθ΄ ης η αίτηση: κ. Α. Ιντιάνος (για να ακούσει απόφαση η κα Μ. Παπαδημήτρη) κ. Χ. Φράγκος Διευθυντής Εναγόντων 8 ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Μετά από μονομερή αίτηση η Ενάγουσα πέτυχε την έκδοση του ακόλουθου διατάγματος: «Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου εμποδίζον τον Εναγόμενο διά του Διευθυντή του Κτηματολογίου και ή του Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Πάφου και ή διά των υπηρετών και ή αντιπροσώπων της Κυπριακής Δημοκρατίας από του να προβαίνουν στην πώληση σε δημοπρασία των κτημάτων με αριθμό εγγραφής 3/8, Φυλ.Σχέδιο 51/19W.2., Τμήμα 3, Τεμάχιο αρ. 13, Δήμος Γεροσκήπου, Επαρχίας Πάφου, κατά ή περί 19.3.06 και ή σε οποιαδήποτε μεταγενέστερη ημερομηνία στην επιφυλαχθείσα τιμή πώλησης των £11.755.000 και ή σε οποιαδήποτε τιμή πώλησης, μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου και ή τελείας αποπεράτωσης και εκδίκασης της παρούσας αγωγής.» Το διάταγμα εκδόθηκε στα πλαίσια μονομερούς αίτησης στην οποία όμως εμφανίστηκε η πλευρά των Εναγομένων 2, 8 και 9, χωρίς να έχει γίνει σ΄ αυτούς επίδοση όπως φαίνεται στην ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 16.3.
  10. Μετά την έκδοση και επίδοση του διατάγματος οι Καθ΄ ων η αίτηση 1, 2, 8 και 9 καταχώρισαν ένσταση και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση για να αποφασισθεί κατά πόσο το εκδοθέν διάταγμα θα εξακολουθήσει να βρίσκεται σε ισχύ. Το γεγονός ότι κατά το στάδιο της εξέτασης της μονομερούς αίτησης επιτράπει στο συνήγορο των Εναγομένων να ακουστεί και να επισημάνει στο Δικαστήριο κάποια θέματα δεν επηρεάζει καθ΄ οιονδήποτε τρόπο τα δικαιώματα της πλευράς του να εγείρει ένσταση ούτε αλλοιώνει την υποχρέωση του Αιτητή να αποδείξει ότι συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για οριστικοποίηση του διατάγματος. Το βάρος εξακολουθεί να βρίσκεται στους ώμους του Αιτητή για να δικαιολογήσει τη συνέχιση του διατάγματος που εκδόθηκε σε μονομερή αίτηση (βλ. Αναφορικά με τον Χάρη Φεσά

(1990)1 Α.Α.Δ. 704 και Louis Vuitton v. Δερμοσάκ κ.ά.
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453). Η αίτηση βασίζεται επί των Περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμών Δ.48 Θ. 1 -8 στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 άρθρα 4, 5 και 9, στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 και στη σύμφητη εξουσία του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης εδράζεται στην ένορκη δήλωση της Ενάγουσας. Τα γεγονότα της υπόθεσης είναι σε συντομία τα ακόλουθα: Οι Εναγόμενοι 2 μέχρι 9 είναι συνιδιοκτήτες ενός μεγάλου τεμαχίου με αριθμό εγγραφής 3/8, Φ.Σχ.51/19.W.
  1. τμήμα 3 τεμάχιο αρ. 13, Δήμος Γεροσκήπου επαρχίας Πάφου. Περί το έτος 1988 και 1991 υποβλήθηκε αίτηση στο Κτηματολόγιο για το διαχωρισμό-διανομή της ιδιοκτησίας σύμφωνα με το άρθρο 29 του Κεφ.
  2. Περί τις 7.5.2004 το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου τους ενημέρωσε ότι ο διαχωρισμός δεν μπορούσε να εγκριθεί και στη συνέχεια στις 6.9.2004 ο διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας εξέδωσε σχετικό πιστοποιητικό (Τεκμήριο 5) ότι ο διαχωρισμός είναι αδύνατος. Ακολούθως η Εναγόμενη 2 απέστειλε επιστολή ημερομηνίας 8.9.2004 (Τεκμήριο 6) με την οποία καλούσε την ενάγουσα να συμφωνήσει σε διευθέτηση παραχώρησης σε ένα πρόσωπο ή διαχωρισμού, διαφορετικά θα υποβάλει αίτηση για να πωληθεί το ακίνητο σε δημοπρασία. Στις 24.6.2005 το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου ειδοποίησε την ενάγουσα ότι θα γινόταν επιθεώρηση για τον καθορισμό της επιφυλαχθείσας τιμής στις 19.7.2005 (Τεκμήριο 7), και στις 30.1.2006 γνωστοποίησε στην Ενάγουσα ότι η πώληση σε δημοπρασία θα γίνει στις 19.3.2006 (Τεκμήριο 8) και πως η επιφυλαχθείσα τιμή είναι £11.755.
  3. Σύμφωνα με την Ενάγουσα η τιμή είναι πολύ χαμηλότερη από την τρέχουσα τιμή πώλησης που καθόρισε σε £180.000 τη σκάλα, δηλαδή συνολικό ποσό £16.830.
  4. Σύμφωνα με την ενόρκως δηλούσα, περί τις 17.11.2003 συμφώνησε με την συνιδιοκτήτρια εναγόμενη 7 να δώσουν εντολή πώλησης του κτήματος στον κτηματομεσίτη Χάρη Παυλή για την πώληση του επίδικου κτήματος για ποσό £180.000 τη σκάλα (Τεκμήριο 3). Αναφέρει επίσης ότι εκκρεμεί ένσταση της αιτήτριας κατά του τοπικού σχεδίου που αποσκοπεί στην απάλειψη του όρου για να απαγορεύει τη διανομή του ακινήτου (Τεκμήριο 9) και υπάρχει ενδιαφέρον από αγοραστή για αγορά του ακινήτου στην κανονική τιμή. Η Ενάγουσα ζήτησε από την εναγόμενη 2 σαν αιτήτρια για την καταναγκαστική πώληση να αναβάλει αυτή, πλην όμως αρνήθηκε να πράξει τούτο, αφήνοντας να νοηθεί ότι έχει το μεγαλύτερο μερίδιο και θα εισπράξει αρκετά εκατομμύρια. Πρόσφατα, διαπιστώθηκε ότι το παιδί της αιτήτριας πάσχει με σοβαρή καρκινογόνο ασθένεια και για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα τους τελευταίους μήνες βρισκόταν στο εξωτερικό απ΄ όπου και επέστρεψε «λίαν προσφάτως» και συνεπώς δεν είχε τον χρόνο μετά τις 30.1.2006 να ενεργήσει νωρίτερα αλλά μετά δυσκολίας μεταξύ των πολλαπλών προβλημάτων που έχει και απουσίας της στο εξωτερικό, κατάφερε να επικοινωνήσει με φαξ με το δικηγόρο της Χρίστο Κληρίδη. Η εναγόμενη 2 ανέφερε στο σύζυγο της ότι ζήτησε καταναγκαστική πώληση για να εξαναγκάσει την Εναγόμενη 6 να αποδεχθεί προηγούμενη προσφορά αγοραστή, δηλαδή μεγάλης Ισραηλινής εταιρείας η οποία πρόσφερε £185.000 τη σκάλα, πλην όμως η Εναγόμενη 6 δεν συμφωνούσε διότι επιδιώκει να εξασφαλίσει το ακίνητο σε χαμηλή τιμή. Περαιτέρω αναφέρει ότι η συμφωνία που έγινε με τους υπόλοιπους συνιδιοκτήτες (Τεκμήριο 2) αναφέρει ότι δεν θα γίνει πώληση σε χαμηλότερη τιμή των £180.000 ενώ η επιφυλαχθείσα τιμή του Κτηματολογίου αναλογεί σε £125.000 ανά σκάλα, δηλαδή τιμή πολύ χαμηλότερη από την τρέχουσα αξία του ακινήτου και περαιτέρω σε περίπτωση που η ένσταση στην Πολεοδομία γίνει αποδεκτή ανατρέπεται η όλη αξία του ακινήτου. Περαιτέρω όπως πληροφορείται από τους εκτιμητές κ. κ. Δανός και Συνεργάτες Λτδ η τρέχουσα αξία κατά τις 15.11.04 δεν είναι χαμηλότερη από £180.000 και θα ήταν άδικο να επιτραπεί η εκποίηση του ακινήτου εις ζημία όλων των συνιδιοκτητών την πολύ χαμηλότερη τιμή που εκτίμησε το Κτηματολόγιο και την οποία καραδοκούν να κτυπήσουν οι εναγόμενοι 6 μεταξύ άλλων όπως και άλλες εταιρείες. Το θέμα είναι κατεπείγον και αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημία δεδομένου ότι θα εκποιηθεί το ακίνητο σε πολύ χαμηλότερη τιμή και θα χάσει την περιουσία της ενώ εκκρεμεί ένσταση της κατά της απόφασης της Πολεοδομίας, η οποία δεν αποφασίστηκε ακόμα ως αναφέρεται στην επιστολή ημερομηνίας 6.5.2004 (Τεκμήριο 10). Εάν ανασταλεί η διαδικασία πώλησης οι Εναγόμενοι δεν θα υποστούν οποιαδήποτε ζημιά αλλά θα έχουν την ευκαιρία να ακουστούν επί της αξίας του ακινήτου ενώ εάν δεν ανασταλεί η πώληση τότε θα είναι δυσκολότερο. Μετά την επίδοση της αίτησης στους Εναγομένους καταχωρήθηκε ένσταση εκ μέρους των Εναγομένων 1, 2, 8 και 9 ενώ οι υπόλοιποι Εναγόμενοι δεν εμφανίστηκαν και το διάταγμα κατέστη απόλυτο γι΄ αυτούς. Ο κάθε ένας από τους πιο πάνω Εναγομένους-Καθ΄ ων η αίτηση καταχώρισε ξεχωριστή ένσταση στις οποίες οι λόγοι ένστασης παρουσιάζουν πολλές ομοιότητες, άλλωστε κατά την ακροαματική διαδικασία του διατάγματος ενώ οι Καθ΄ ων η αίτηση 1, 2, 8 και 9 παρουσιάζονταν με διαφορετικούς δικηγόρους μόνο ένας συνήγορος προέβη σε αγόρευση η οποία υιοθετήθηκε από τους υπόλοιπους. Οι Καθ΄ ων η αίτηση ουσιαστικά αμφισβητούν με την ένσταση τους την ύπαρξη όλων των προϋποθέσεων του άρθρου 32, ισχυρίζονται ότι η Αιτήτρια απέκρυψε από το Δικαστήριο γεγονότα και ενήργησε κακόπιστα. Οι καθ΄ ων η αίτηση - εναγόμενοι 2, 8 και 9 ισχυρίζονται ότι επηρεάζεται το δικαίωμα της ιδιοκτησίας και περαιτέρω ότι ελλείπουν αναγκαίοι διάδικοι από την διαδικασία. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι στην ένσταση όλων των Εναγομένων προβάλλεται αμφισβήτηση του ένδικου μέσου το οποίο χρησιμοποιήθηκε στην παρούσα περίπτωση όμως στα πλαίσια της αγόρευσης του κ. Λαδά την οποία υιοθέτησαν όλοι οι καθ΄ ων η αίτηση, δηλώθηκε ότι το θέμα αυτό δεν θα προωθηθεί στο παρόν στάδιο. Η ένσταση του καθ΄ ου η αίτηση 1 υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της κας Αστέρως Α. Κυριακού, Κτηματολογικού Λειτουργού που εργάζεται στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου στη θέση της υπεύθυνης του Κλάδου Αναγκαστικών Πωλήσεων και επιβαρύνσεων. Στην ένορκη δήλωση παρατίθεται το ιστορικό της υπόθεσης. Η αιτήτρια είναι συνιδιοκτήτρια κατά 132546/500476 στο επίδικο κτήμα το οποίο είναι χωράφι συνολικής έκτασης 125119 τετραγωνικά μέτρα. Οι υπόλοιποι συνιδιοκτήτες είναι οι καθ΄ ων η αίιτηση 2-9 για διάφορα μερίδια και τα μερίδια κάποιων ιδιοκτητών βαρύνονται με υποθήκες (επισυνάπτεται έκθεση λεπτομερειών ακινήτου Τεκμήριο Α). Το εν λόγω κτήμα είναι ενταγμένο στην τουριστική ζώνη Τ5ε2 με βάση την οποία επιτρέπεται τουριστική ανάπτυξη με τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στη σχετική πολιτική 10.5.1 (Τεκμήριο Β). Για να μπορέσει να αξιοποιηθεί τουριστικά ένα τέτοιο τεμάχιο θα πρέπει το συνολικό εμβαδόν του προς ανάπτυξη γηπέδου να είναι τουλάχιστον 50.000 τετραγωνικά μέτρα αφού παραχωρηθεί η απαιτούμενη έκταση γης για οδικά δίκτυα και δημόσιους χώρους πρασίνου. Το τεμάχιο αυτό επηρεάζεται από διεύρυνση και συνέχιση του οδικού δικτύου και σε περίπτωση ανάπτυξης του θα πρέπει να παραχωρηθεί στο Δημόσιο η επηρεαζόμενη γη καθώς επίσης και για δημιουργία δημόσιου χώρου πρασίνου εμβαδού 15% του καθαρού γηπέδου προς ανάπτυξη. Σε κάποιο στάδιο δύο από τις συνιδιοκτήτριες κατέθεσαν αιτήσεις για αναγκαστικό διαχωρισμό του κτήματος και έκδοση ξεχωριστών τίτλων στους εγγεγραμμένους ιδιοκτήτες σύμφωνα με το άρθρο 29 του Κεφ.
  5. Οι αιτήσεις αυτές απερρίφθησαν από τον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Πάφου στις 7.5.
  6. Ακολούθως η Καθ΄ ης η αίτηση 2 υπέβαλε αίτηση για έκδοση πιστοποιητικού αδιανεμήτου του επιδίκου κτήματος σύμφωνα με το άρθρο 28 του Κεφ. 224 το οποίο εκδόθηκε στις 6.9.
  7. Αφού τηρήθηκαν οι απαραίτητες διαδικασίες η Καθ΄ ης η αίτηση 2 υπέβαλε αίτηση για πώληση σε πλειστηριασμό του επιδίκου κτήματος με βάση των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Περιορισμός Πωλήσεων) Νόμου του 2002 (Ν.82
(1)/2002) και τον περί Πωλήσεως (Τροποποιητικό) Διαδικαστικό Κανονισμό του
  1. Ο Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Πάφου υιοθέτησε σαν αγοραία αξία το ποσό των £12.396.000 μετά από επιτόπια έρευνα και αφού λήφθηκε υπόψη το γεγονός ότι έκταση 1159 τετραγωνικών μέτρων χρησιμοποιήθηκε για τη διαπλάτυνση της Λεωφόρο Ράνια-ΚΟΤ. Στη συνέχεια, σύμφωνα με την πρακτική που ακολουθείται, μείωσε το ποσό αυτό κατά 10% και καθόρισε σαν επιφυλασσόμενη τιμή πώλησης το ποσό των £11.155.
  2. Το ποσό αυτό αναφέρθηκε τόσο στις αγγελίες πώλησης τύπος Ν.70 (Τεκμήριο Γ) όσο και στις επιστολές που στάληκαν στους ενδιαφερόμενους. Η αναγκαστική πώληση του ακινήτου ορίστηκε στις 19.3.2006 ημέρα Κυριακή στην πόλη όπου βρίσκεται το ακίνητο, στη Γεροσκήπου ειδοποιώντας τόσο τους εγγεγραμμένους ιδιοκτήτες του κτήματος όσο και τα άλλα ενδιαφερόμενα πρόσωπα με ασφαλισμένο ταχυδρομείο. Περί τις 20.2.2006 η Ενάγουσα επισκέφθηκε το γραφείο της ενόρκως δηλούσας και ζήτησε να πληροφορηθεί τον τρόπο που θα μπορούσε να ακυρώσει και/ή αναστείλει τη δημοπρασία που ήταν ορισμένη στις 19.3.
  3. Στις 27.2.2006 η αιτήτρια προσήλθε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου και υπέβαλε αίτηση για να της παραχωρηθεί συγκεκριμένο έγγραφο από το φάκελο της δημοπρασίας το οποίο, όπως η ίδια ανέφερε, της είχε ζητηθεί από το δικηγόρο της (σχετική αίτηση επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Δ). Η ένσταση της καθ΄ ης η αίτηση 2 υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της ίδιας στην οποία αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Η Αιτήτρια απόκρυψε από το Δικαστήριο ότι το επίδικο κτήμα βαρύνεται με εμπράγματα βάρη υπέρ τρίτων που δεν τους ενήγαγε, όπου, ανάμεσα σε άλλα, υπάρχει υποθήκη υπέρ της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (υποθήκη 1647/01). Προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η Αιτήτρια δεν έδωσε καμία εξήγηση γιατί δεν έλαβε οποιοδήποτε νομικό ή άλλο μέτρο για να εμποδίσει ή αναβάλει τον καθορισμό ημερομηνίας πώλησης όταν έλαβε γνώση των τεκμηρίων 5, 6 και 7 που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση της, παρέλειψε να διευκρινίσει ποιαν περίοδο απουσίαζε στο εξωτερικό και γιατί δεν διόρισε δικηγόρο ενωρίτερα και επίσης, σύμφωνα με την ενόρκως δηλούσα, η Αιτήτρια κατά την περίοδο 30.1.2006 μέχρι σήμερα κυκλοφορεί και συμπεριφέρεται σαν να μην αντιμετωπίζει οποιοδήποτε σοβαρό πρόβλημα. Δεν δίδεται επίσης οποιαδήποτε εξήγηση γιατί δεν κατατέθηκε ως τεκμήριο η εκτίμηση των κ. Δανός και Συνεργάτες. Στην ένορκη δήλωση επισυνάπτεται εκτίμηση του Ιωάννη Πολυβίου ως προς την αγοραία αξία του κτήματος στις 10.3.2005 η οποία καθορίζεται σε £12.136.543 (Τεκμήριο Α). Επίσης επισυνάπτεται εκτίμηση του Γεώργιου Γεωργιάδη ότι η αγοραία αξία του κτήματος από 25.7.2005 μέχρι 20.2.2006 είναι £12.000.000 και η επιφυλαχθείσα £10.800.
  4. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι ορισμένοι από τους συνιδιοκτήτες συμφώνησαν αρχικά να πωλήσουν το κτήμα σε τιμή £185.000 τη σκάλα όμως όταν αντιλήφθηκαν ότι η τιμή δεν ήταν ελκυστική έδωσαν συγκατάθεση να πωληθεί το κτήμα στην τιμή των £125.515 τη σκάλα (Τεκμήριο Δ) £122.931 τη σκάλα και £144.820 τη σκάλα (Τεκμήριο Ε). Οι Εναγόμενοι 2, 8 και 9 έχουν δαπανήσει διάφορα ποσά για διαφήμιση της πώλησης καθώς επίσης για πληρωμή δικαιωμάτων και τελών για την υλοποίηση της πώλησης η οποία δεν θα χρησιμεύσει σε περίπτωση μελλοντικής πώλησης. Στις 14.3.2006 ο σύζυγος της Αιτήτριας τηλεφώνησε στην ενόρκως δηλούσα και στον κ. Χριστόδουλο Φράγκο ότι η Αιτήτρια εξασφάλισε πρόταση αγοράς την οποία αποδέχτηκε για ποσό £145.000 τη σκάλα και ότι η ίδια απαιτούσε από τους υπόλοιπους συνιδιοκτήτες προμήθεια 3%. Η ένσταση της καθ΄ ης η αίτηση 8 συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Χριστόδουλου Φράγκου, διευθυντή της εταιρείας. Στην ένορκη δήλωση αυτή ουσιαστικά περιλαμβάνονται γεγονότα που αναφέρονται και στην ένορκη δήλωση της Καθ΄ ης η αίτηση 2 και δεν θεωρώ σκόπιμο να τα επαναλάβω. Επιπρόσθετα στην εν λόγω ένορκη δήλωση αναφέρεται ότι σε περίπτωση που η Ενάγουσα πετύχει στην αγωγή της και το κτήμα έχει πωληθεί σε χαμηλότερη τιμή από αυτήν που τυχόν θα καθορίσει το Δικαστήριο η Αιτήτρια θα μπορεί να αξιώσει τη διαφορά από τον καθ΄ ου η αίτηση
  5. Επίσης το γεγονός ότι η αξία του κτήματος μπορεί στο μέλλον να διαφοροποιηθεί είναι θέμα άσχετο με τα επίδικα θέματα. Αναφορικά με τα θέματα απόκρυψης ο ενόρκως δηλών κάνει αναφορά και σε βάρος του επί του μεριδίου της αιτήτριας υπέρ της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Η Αιτήτρια επίσης παρέλειψε να αναφέρει ότι με επίκεντρο το επίδικο κτήμα υπήρχαν διαφορές μεταξύ των συνιδιοκτητών ή των προκατόχων τους και κυρίως μεταξύ της Ενάγουσας και της καθ΄ ης η αίτηση 2 ή των προκατόχων της από το έτος 1976 μέχρι σήμερα που οδήγησαν σε τουλάχιστο 7 αγωγές και 5 εφέσεις και άλλες δικαστικές διαδικασίες και ότι πάρα πολλές προσπάθειες διευθέτησης απέβησαν άκαρπες. Ο μόνος τρόπος για να λήξει αυτή η διαμάχη και να μπορέσει ο κάθε συνιδιοκτήτης να απολαύσει το δικαίωμα ιδιοκτησίας του είναι η πώληση δυνάμει του άρθρου 28 του Κεφ.
  6. Η ένσταση της καθ΄ ης η αίτηση 9 συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Μαρίνας Γερολεμή, καθ΄ ης η αίτηση 2 και διευθύντριας της καθ΄ ης η αίτηση 9 στην οποία ουσιαστικά αναφέρονται γεγονότα τα οποία περιλαμβάνονται και στις άλλες ενόρκους δηλώσεις, απλά δίδονται περισσότερες λεπτομέρειες και δεν θεωρώ σκόπιμο να τα επαναλάβω. Σημειώνω την αναφορά της ενόρκως δηλούσας ότι το δικό της μερίδιο και το μερίδιο της Εναγομένης 9 στο επίδικο τεμάχιο είναι 44966/125119 και 4114/125119 αντίστοιχα και την αναφορά της ότι στις 16.2.2005 μεταβίβασε δια δωρεάς από το προσωπικό της μερίδιο 100 τετραγωνικά μέτρα στην Εναγομένη 9 όπου η εγγραφή έγινε στις 25.2.2005 και το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου εκτίμησε την αξία των 100 τετραγωνικών μέτρων σε £9.350, δηλαδή £125.103 τη σκάλα και η Εναγομένη 9 πλήρωσε £281 μεταβιβαστικά (Τεκμήρια Β και Γ). Περαιτέρω αναφέρεται πως οι συμφωνίες οι οποίες υπογράφηκαν από κάποιους από τους συνιδιοκτήτες για σκοπούς πώλησης του ακινήτου καταδεικνύουν την αρχική πρόθεση της Αιτήτριας όπως το επίδικο τεμάχιο πωληθεί στην τιμή των £180.000 τη σκάλα. Περαιτέρω προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η Αιτήτρια κακόβουλα απέκρυψε από το Δικαστήριο ότι έγινε συμφωνία εντολής πώλησης του κτήματος μεταξύ 22.9.2004 και 11.11.2004 η οποία υπεγράφη από όλους τους συνιδιοκτήτες πλην του Εναγομένου 6, στην οποία συμφωνήθηκε όπως το επίδικο ακίνητο πωληθεί προς £130.000 δηλαδή στο ποσό των £12.156.300 και πως με άλλη συμπληρωματική συμφωνία εντολής πώλησης του κτήματος ημερομηνίας 25.11.2004 η ενόρκως δηλούσα συμφώνησε με την Αιτήτρια όπως από το μερίδιο της παραχωρήσει ποσό £96.000 στον Εναγόμενο 6 και η Αιτήτρια ποσό £64.000 έτσι ώστε να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις της Εναγομένης 6 εταιρείας (Τεκμήριο Ε και ΣΤ). Μεταξύ της 28.2.2006 και 4.3.2006 επικοινώνησε τηλεφωνικώς ο σύζυγος της αιτήτριας με την ενόρκως δηλούσα και της ανέφερε ότι η αιτήτρια είχε βρει αγοραστή για το κτήμα και της ζήτησε να αποσύρει την αίτηση της για αναγκαστική πώληση του κτήματος. Η Εναγόμενη 9 εταιρεία έχει χρέη ύψους £102.819,05 με καθυστερημένες δόσεις £16.020,03, χρεώνεται με μεγάλα ποσά τόκων χωρίς να μπορεί να ανταποκριθεί στις οικονομικές τις υποχρεώσεις και να απειλείται με δικαστικά μέτρα (Τεκμήριο Θ). Κατά την ακροαματική διαδικασία της αίτησης αντεξετάστηκαν επί μακρώ και τα τρία άτομα που προέβησαν σε ένορκες δηλώσεις προς υποστήριξη της ένστασης. Δεν θεωρώ σκόπιμο να αναφερθώ στην μαρτυρία που δόθηκε κατά την αντεξέταση. Την εξέτασα και την έλαβα υπόψη μου κατά την εξέταση της αίτησης, έχοντας υπόψη ότι το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της αίτησης για προσωρινό διάταγμα πρέπει να αποφεύγει να καταλήξει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης (Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 C.L.R.263, Άκης Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστίνας Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Οι συνήγοροι των δύο πλευρών προέβησαν σε αγορεύσεις στις οποίες ανέλυσαν τις αντίστοιχες θέσεις τους και τη νομική πτυχή της υπόθεσης. Η κα Μιλτιάδους εισηγήθηκε πως στην παρούσα περίπτωση το στοιχείο του κατ΄ επείγοντος έχει καταδειχθεί με βάση τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και δεν υπήρξε καμία καθυστέρηση στην καταχώριση της αίτησης έχοντας υπόψη ότι μέχρι τις 27.2.2006 η Αιτήτρια υπέβαλε αίτηση για να της παραχωρηθεί συγκεκριμένο έγγραφο από το φάκελο του Κτηματολογίου το οποίο παρέλαβε αρχές Μαρτίου. Η συνήγορος δεν αμφισβήτησε τη διαδικασία που ακολουθήθηκε για την αναγκαστική πώληση του ακινήτου και περιόρισε τους λόγους καταχώρισης της αίτησης στο γεγονός ότι η Αιτήτρια διαφωνεί με την επιφυλαχθείσα τιμή πώλησης η οποία καθορίστηκε αυθαίρετα και παράνομα από το Διευθυντή του Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου. Πουθενά στο νόμο δεν αναφέρεται το δικαίωμα καθορισμού της τιμής επί ακινήτου περιουσίας και η πρακτική που ακολουθήθηκε από το διευθυντή δεν βρίσκει έρεισμα σε οποιαδήποτε νομοθετική διάταξη. Η συνήγορος τόνισε πως από τη στιγμή που το Δικαστήριο θα καθορίσει την επιφυλαχθείσα τιμή πώλησης η Αιτήτρια δεν ενίσταται στην αναγκαστική πώληση του ακινήτου. Ο διευθυντής του Κτηματολογίου προέβη σε μείωση κατά 10% της αξίας του ακινήτου για σκοπούς προσδιορισμού της επιφυλαχθείσας τιμής σε μια περίπτωση όπου η πώληση του ακινήτου με δημοπρασία δεν γίνεται προς όφελος πιστωτή και συνεπώς η μείωση είναι έκδηλα αυθαίρετη. Υπάρχει ορατή πιθανότητα το δικαστήριο να ανατρέψει αυτή τη λανθασμένη τακτική, είπε η συνήγορος. Άλλωστε υπάρχουν 4 διαφορετικές εκτιμήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου οι οποίες είναι όλες πέραν των £12.000.
  1. Εάν πωληθεί το ακίνητο στην τιμή που καθορίστηκε από το Κτηματολόγιο δεν θα υπάρχει αντικείμενο προς εκδίκαση της αγωγής και δεν θα υπάρχει θεραπεία για την Αιτήτρια ενώ αντίθετα για τους Εναγομένους αν πωληθεί το κτήμα στην τιμή που θα καθορίσει το Δικαστήριο καμία ζημιά δεν θα υποστούν αλλά αντίθετα θα επωφεληθούν. Ο κ. Λαδάς από την άλλη εισηγήθηκε πως η αίτηση αυτή βασίζεται αποκλειστικά στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου καθότι το κτήμα δεν είναι αντικείμενο της αγωγής και η αγωγή δεν είναι για χρέος ή αποζημίωση και συνεπώς τα άρθρα 4 και 5 του Κεφ. 6 δεν τυγχάνουν εφαρμογής. Ο ευπαίδευτος συνήγορος ανέφερε πως σε συνάρτηση με την πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 δέχεται την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση μόνο σε σχέση με την επάρκεια της επιφυλαχθείσας τιμής για την επίδικη πώληση. Η εγκυρότητα της διαδικασίας αναγκαστικής πώλησης δυνάμει του άρθρου 28 του Κεφ. 224 δεν μπορεί να είναι επίδικο θέμα ενώπιον του Δικαστηρίου καθότι οι σχετικές αποφάσεις του διευθυντή του Κτηματολογίου μπορούν να προσβληθούν μόνο με αίτηση-έφεση δυνάμει του άρθρου 80 του Κεφ.
  2. Το μόνο επίδικο θέμα είναι κατά πόσο η επιφυλαχθείσα τιμή καθορίστηκε στο 90% της εκτιμημένης αξίας κατά τον ουσιώδη χρόνο δηλαδή 19.7.2005 είναι ορθή και ανάφερε πως η επιφυλαχθείσα τιμή δεν εξισούται με την αξία ενός κτήματος και πως οι αναφορές σε μελλοντικές αλλαγές στους παράγοντες που επηρεάζουν την αξία του ακινήτου είναι άσχετες και πρέπει να απορριφθούν από το Δικαστήριο. Αναφορικά με την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας ο συνήγορος εισηγήθηκε πως με βάση το μαρτυρικό υλικό που υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου δεν έχει καταδειχθεί. Η μόνη μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί από την Αιτήτρια για το θέμα αυτό είναι οι πληροφορίες της από ένα γραφείο εκτιμητών ως προς την αξία του κτήματος ενώ αντίθετα από πλευράς των Καθ΄ ων η αίτηση έχουν παρουσιαστεί δύο γραπτές εμπεριστατωμένες εκθέσεις εκτίμησης από εγγεγραμμένους εκτιμητές. Περαιτέρω υπήρχαν γραπτές εντολές πώλησης που δείχνουν ότι η Αιτήτρια ήταν έτοιμη και πρόθυμη να πωλήσει το δικό της μερίδιο για £122.931 τη σκάλα. Γίνεται επίσης αναφορά σε εκτίμηση του Κτηματολογίου κατά τη μεταβίβαση 100 τετραγωνικών μέτρων από το μερίδιο της Εναγομένης 2 στην Εναγομένη 9 και υπέβαλε ότι κανένα λογικό Δικαστήριο που θα εκδίκαζε την ουσία της υπόθεσης ήταν δυνατό να δεχθεί σαν ορθή την εκδοχή της Αιτήτριας. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 ο κ. Λαδάς υπέβαλε πως ούτε αυτή η προϋπόθεση έχει αποδειχθεί και πως αν η Ενάγουσα πετύχει στην αγωγή της και το Δικαστήριο ορίσει την επιφυλαχθείσα τιμή ψηλότερα απ΄ όσα πωλήθηκε το κτήμα τότε η Ενάγουσα θα έχει αγώγιμο δικαίωμα να απαιτήσει τη διαφορά λόγω παραβίασης του συνταγματικού της δικαιώματος της ιδιοκτησίας που κατοχυρώνει το άρθρο 23 του Συντάγματος. Περαιτέρω το Δικαστήριο δεν πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία υπέρ της Αιτήτριας διότι η συνέχιση του προσωρινού διατάγματος μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής, θα έχει παρέλθει τόσος χρόνος από την ημερομηνία της εκτίμησης που θα καθίσταται αναγκαία νέα εκτίμηση κάτι που θα οδηγήσει σε ατέρμονες διαδικασίες. Περαιτέρω η ματαίωση της πώλησης θα οδηγήσει στη μη εφαρμογή θεμελιώδους αρχής του εμπράγματου δικαίου της Κύπρου που είναι εναντίον του κατατεμαχισμού των περιουσιών. Ενόσω συνεχίζει η παρούσα κατάσταση ο κάθε συνιδιοκτήτης στην πράξη δεν μπορεί να αξιοποιήσει την περιουσία του ή να έχει οποιοδήποτε εισόδημα από αυτή και αυτό είναι εις βάρος της οικονομίας του τόπου. Ο συνήγορος τόνισε ότι η Αιτήτρια απέκρυψε το γεγονός ότι είχε υπογράψει τα έγγραφα που επισυνάπτονται στις ενόρκους δηλώσεις των Καθ΄ ων η αίτηση για πώληση του κτήματος σε τιμή που συνάδει πλήρως με την εκτίμηση του Κτηματολογίου και του γεγονότος ότι υπήρχαν εμπράγματα βάρη και ενυπόθηκοι δανειστές που δεν έχουν συμπεριληφθεί ως διάδικοι στην αγωγή. Η συμπεριφορά της Αιτήτριας, τόνισε ο συνήγορος, τόσο πριν όσο και μετά την καταχώριση της αγωγής ήταν τέτοια που από μόνη της θα πρέπει να οδηγήσει σε ακύρωση του διατάγματος. Ενώ η Αιτήτρια τουλάχιστον από τις 20.2.2006 ασχολείτο με το πώς θα ματαίωνε την πώληση περίμενε μέχρι τις 15.3.2006 να καταχωρήσει την αγωγή και να στερήσει τη δυνατότητα από το Δικαστήριο να ζητήσει επίδοση της αίτησης. Σύμφωνα με το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 οι τρεις βασικές προϋποθέσεις που τίθενται για έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων είναι:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση,
(2)Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, και
(3)Εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. (βλ. Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)1 C.L.R.557.) Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, της ύπαρξης δηλαδή σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό αν αποκαλύπτεται, με βάση τα δικόγραφα, συζητήσιμη υπόθεση. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή δηλαδή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του ενάγοντα στην αγωγή, ο δε βαθμός στον οποίο θα ικανοποιηθεί, αν και περισσότερος από απλή πιθανότητα εντούτοις, δεν ισοδυναμεί με το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που απαιτείται σε πολιτικές υποθέσεις. Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, όπως δε τονίστηκε στην υπόθεση Odysseos (πιο πάνω) το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια της προϋπόθεσης αυτής. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά η θεραπεία των αποζημιώσεων επαρκή θεραπεία, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η τρίτη προϋπόθεση. Αφού ικανοποιηθούν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο θα κρίνει με γνώμονα το τι είναι δίκαιο ή πρόσφορο, έχοντας υπόψη τα γεγονότα της υπόθεσης, αν πρέπει ή όχι να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Το άρθρο 4 του Κεφ. 6 προσδίδει δικαιοδοσία στο Δικαστήριο να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα σε σχέση με το ίδιο το αντικείμενο της αγωγής (βλ. Cyprus Palestine Plantations Ltd. V. Olivier and Co. [Cyprus] Ltd 16 C.L.R.22, Sophocles Mamas and Co. v. Carl F.W. Borgward and the Chartered Bank
(1962)C.L.R. 209 και ABP Holdings v. Ανδρέα Κιταλίδη κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. 694). Ο συσχετισμός του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 και του άρθρου 4 του Κεφ. 6 αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης σε πολλές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Από τη νομολογία εξάγεται το συμπέρασμα ότι οι πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 καλύπτουν ένα ευρύτερο φάσμα απ΄ αυτό που καλύπτουν οι πρόνοιες του άρθρου 4 του Κεφ. 6, με αποτέλεσμα οι πρόνοιες του άρθρου 4 να λαμβάνονται υπόψη κατά την εξέταση αίτησης με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 32. Εκεί όμως όπου το αντικείμενο της αίτησης για έκδοση διατάγματος είναι περιουσία που αποτελεί και το αντικείμενο της αγωγής, οι πρόνοιες του άρθρου 4 μπορεί να εξεταστούν ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 (βλ. Παπαστράτης ν. Πετρίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231). Στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση ΑBP Holdings Ltd. v. Ανδρέα Κιταλίδη κ.ά. (πιο πάνω), το Δικαστήριο τόνισε ότι τα άρθρα 4 και 5 κάνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται χωρίς να αφαιρούν οτιδήποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Θα εξετάσω πρώτα το θέμα της μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων που επικαλούνται οι Καθ΄ ων η αίτηση. Η απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων, ανατρέπει τη βάση διατάγματος το οποίο εκδίδεται μετά από μονομερή αίτηση και το καθιστά ακυρωτέο. Όπως εξηγήθηκε στην Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ.597 η αποκάλυψη συναρτάται με την καλή πίστη, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται σε κάθε εξαιρετική περίπτωση που επιζητείται θεραπεία στην απουσία αντιδίκου. Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος επενεργεί καταλυτικά, διασαλεύει τη βάση του διατάγματος, ανεξάρτητα από την ύπαρξη πρόθεσης για εξαπάτηση του δικαστηρίου. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Συναρτάται με τις εξ αντικειμένου συνέπειες στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ουσιώδες ενός ζητήματος προσδιορίζεται στο πλαίσιο της αντιδικίας των μερών. Ό,τι πρέπει να αποκαλυφθεί σε κάθε περίπτωση είναι γεγονότα γνωστά στον Αιτητή ή γεγονότα τα οποία θα μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογες προσπάθειες, τα οποία σχετίζονται με (α) το βάσιμο του δικαιώματός του όπως διαγράφεται στο δικόγραφό του, και (β) τη σοβαρότητα του ζητήματος το οποίο εγείρεται, καθώς και (γ) την πιθανότητα επιτυχίας (βλ. M & CH Mitsingas Trading Ltd. κ.α. ν. THE TIMBERLAND CO (πιο πάνω). «Ο Δικαστής κρίνει αν το γεγονός που παραλείφθηκε είναι ουσιαστικό, αν δεν ήταν γνωστό στον Αιτητή και δεν μπορούσε εύλογα να γίνει γνωστό και αν η παράλειψη έγινε χωρίς σκοπό παραπλάνησης. Αυτά ενέχουν ουσιαστική βαρύτητα, αλλά δεν είναι και οι μόνοι αποφασιστικοί παράγοντες. Τελικά το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια, παρ΄ όλη την απόδειξη ουσιαστικής μη αποκάλυψης που δικαιολογεί την άμεση ακύρωση του διατάγματος που εκδόθηκε στη μονομερή αίτηση, να διατάξει τη συνέχιση της ισχύος του ή να εκδώσει νέο διάταγμα υπό όρους» (βλ. Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 ΑΑΔ 248). Τα γεγονότα που δεν αποκαλύφθηκαν, σύμφωνα με τους Καθ΄ ων η αίτηση, είναι η ύπαρξη συμφωνίας εντολής πώλησης κτήματος ημερομηνίας 11.11.2004 η οποία υπεγράφη από όλους τους συνιδιοκτήτες πλην του Καθ΄ ου η αίτηση-Εναγομένου 6 όπου το ελάχιστο τίμημα πώλησης του κτήματος καθορίστηκε σε £130.000 τη σκάλα, η συμπληρωματική συμφωνία εντολής πώλησης κτήματος της ίδιας ημερομηνίας η οποία δεν υπεγράφη από την Αιτήτρια και η συμπληρωματική συμφωνία εντολής πώλησης κτήματος ημερομηνίας 25.11.2004 όπου η Αιτήτρια και η Καθ΄ ης η αίτηση-Εναγόμενη 2 συμφώνησαν όπως λάβουν λιγότερο από το ποσό που αναλογεί στο μερίδιο τους και το ποσό που θα αφαιρεθεί να το λάβει ο συνιδιοκτήτης Εναγόμενος 6 επιπρόσθετα του ποσού που θα λάβει από την πώληση του μεριδίου του. Περαιτέρω δεν αποκαλύφθη το γεγονός ότι το ακίνητο είχε εμπράγματα βάρη και οι ενυπόθηκοι δανειστές δεν γνωρίζουν για την παρούσα διαδικασία. Είναι γεγονός ότι η Αιτήτρια, ενώ επισύναψε στην ένορκη δήλωση της την εντολή που δόθηκε για πώληση του κτήματος στη τιμή των £180,000 για να υποστηρίξει τη θέση της ότι η επιφυλασσόμενη τιμή είναι λανθασμένη, δεν επισύναψε τις άλλες οδηγίες για πώληση που επίσης υπογράφησαν από την ίδια με τις οποίες δεχόταν την πώληση του επίδικου κτήματος σε τιμή πολύ χαμηλότερη και που ευρίσκεται πολύ κοντά στη τιμή που καθορίστηκε από το Κτηματολόγιο. Τα έγγραφα αυτά σίγουρα δεν αποτελούν δεσμευτικές συμφωνίες ούτε με βάση αυτά μπορεί να καθοριστεί η αξία του επίδικου ακινήτου. Αποτελεί όμως μαρτυρία που υποδηλεί τη θέση της Αιτήτριας ως προς την αξία του κτήματος και την πρόθεση της να πωλήσει το κτήμα σε εκείνη την τιμή. Για το λόγο αυτό η παράλειψη της να αναφερθεί στη δεύτερη τουλάχιστον συμφωνία είναι ουσιώδης ως προς τη θέση της ίδιας της Αιτήτριας για την αξία του επίδικου κτήματος. Η επιλεκτική αναφορά σε οδηγίες που δόθηκαν το 2003 για πώληση στη τιμή των £180.000 ανά σκάλα και όχι στις οδηγίες που ακολούθησαν το έτος 2004 για πώληση στη τιμή των £130,000 παρόλο που δεν έχει ουσιαστική σημασία στην υπόθεση υποδηλεί κακή πίστη. Είναι επίσης γεγονός ότι δεν αναφέρεται στην ένορκη δήλωση της Αιτήτριας ότι υπήρχαν εμπράγματα βάρη και ενυπόθηκοι δανειστές στο κτήμα. Το θέμα αυτό από μόνο του δεν θεωρώ ότι είναι ουσιώδες, έχοντας υπόψη ότι ο πλειστηριασμός διατάχθηκε λόγω του ότι το κτήμα κρίθηκε αδιανέμητο και όχι για σκοπούς εξασφάλισης των χρεών προς τους ενυπόθηκους δανειστές. Ένας άλλος παράγοντας που τέθηκε από τους Καθ΄ ων η αίτηση ότι πρέπει να επενεργήσει υπέρ της ακύρωσης του διατάγματος είναι η συμπεριφορά της Αιτήτριας τόσο πριν όσο και μετά την καταχώρησης της αγωγής. Το επίδικο διάταγμα εκδόθηκε μετά από μονομερή αίτηση σύμφωνα με την εξουσία που παρέχεται από το άρθρο 9
(1)του Κεφ. 6. Το υπαρκτό του επείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση του άρθρου αυτού. Μόνο εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος, δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του Εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρηθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση (βλ. Re Stavros Hotel Apartments Ltd
(1994)1 Α.Α.Δ. 836 In Re B.P. Cyprus Ltd
(1996)1 (Β) Α.Α.Δ. 861 Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ. 598). Στην υπόθεση M & CH Mitsingas Trading Ltd και άλλων v. The Timberland Co of USA
(1997)1(Γ) ΑΑΔ 1791 υποδείχθηκε ότι σε μονομερείς αιτήσεις, ουσιώδη είναι και τα γεγονότα που σχετίζονται με το κατεπείγον του αιτήματος για τη χορήγηση θεραπείας. Στην παρούσα υπόθεση σύμφωνα με τα γεγονότα ο διαχωρισμός του ακινήτου εκκρεμεί εδώ και πολλά χρόνια, ήτοι από το
  1. Στις 7.5.2004 το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου ενημέρωσε τους ιδιοκτήτες ότι ο διαχωρισμός δεν μπορούσε να γίνει και στις 6.9.2004 εξέδωσε πιστοποιητικό ότι ο διαχωρισμός είναι αδύνατος. Στις 24.6.2005 ειδοποιήθηκε η Αιτήτρια από το Κτηματολόγιο ότι θα γινόταν επιθεώρηση για τον καθορισμό της επιφυλαχθείσας τιμής στις 19.7.
  2. Δεν υπάρχει μαρτυρία ότι η Αιτήτρια ήταν παρούσα κατά την επιθεώρηση. Στις 30.1.2006 η Αιτήτρια έλαβε ειδοποίηση περί της ημερομηνίας πώλησης του ακινήτου με δημόσιο πλειστηριασμό και του ύψους της επιφυλασσόμενης τιμής. Συνεπώς από την ημερομηνία γνωστοποίησης της ημερομηνίας του πλειστηριασμού η Αιτήτρια γνώριζε για την επιφυλασσόμενη τιμή πώλησης του ακινήτου. Στην ένορκη της δήλωση αναφέρει: «Πρόσφατα διαπιστώθηκε ότι το παιδί μου πάσχει με σοβαρή καρκινογόνο ασθένεια και ένα μεγάλο χρονικό διάστημα τους τελευταίους μήνες βρίσκομαι στο εξωτερικό από όπου και επέστρεψα λίαν προσφάτως και συνεπώς δεν είχα το χρόνο μετά τις 30.1.06 να ενεργήσω ενωρίτερον αλλά μετά δυσκολίας μεταξύ των πολλαπλών προβλημάτων που έχω και απουσίας μου στο εξωτερικό κατάφερα να επικοινωνήσω με φαξ με το δικηγόρο μου Χρίστο Κληρίδη.» Περαιτέρω στην παράγραφο 16 της ένορκης της δήλωσης αναφέρει: «Το θέμα είναι κατεπείγον. Η επιφυλαχθείσα τιμή καθορίστηκε με ημερομηνία 30.1.06 αλλά λόγω της σοβαράς ασθένειας και απουσίας μου στο εξωτερικό έκτοτε λόγω ασθενείας του γιου μου ο οποίος πάσχει από λευχαιμία δεν ήταν δυνατό να ενεργήσω νωρίτερα.» Από την ένορκη δήλωση της κας Αστέρως Κυριάκου προκύπτει πως στις 20.2.2006 την επισκέφθηκε η Αιτήτρια αναφορικά με την πώληση του ακινήτου. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της κας Κυριάκου κατά την αντεξέταση της, η Αιτήτρια της ανέφερε ότι ήθελε να αναστείλει την πώληση του ακινήτου χωρίς όμως να της αναφέρει οτιδήποτε για την επιφυλασσόμενη τιμή και την αμφισβήτηση της αυτή και η μάρτυρας της εξήγησε τη διαδικασία που μπορούσε να ακολουθήσει. Από τη μαρτυρία αυτή προκύπτει σαφώς ότι η Αιτήτρια τουλάχιστον στις 20.2.2006 βρισκόταν στην Κύπρο και γνώριζε το ύψος της επιφυλαχθείσας τιμής πώλησης. Περαιτέρω, σύμφωνα με την ένορκη δήλωση της ιδίας της Αιτήτριας ως προς την τρέχουσα αξία του κτήματος η ίδια αναφερόταν σε πληροφορίες που έλαβε από εκτιμητές για την αξία του κτήματος σε ημερομηνία πολύ προγενέστερη ήτοι τις 15.11.
  3. Ακόμη και η συμφωνία που επικαλείται η Αιτήτρια έγινε το έτος
  4. Δηλαδή τουλάχιστον στις 20.2.2006 είχε στην κατοχή της τα στοιχεία επί των οποίων εδράζεται ο ισχυρισμός της περί λανθασμένου προσδιορισμού της επιφυλαχθείσας τιμής. Το γεγονός ότι στις 27.2.2006 είχε ζητήσει νέα στοιχεία από το Κτηματολόγιο επίσης δεν αναφέρθηκε από την Αιτήτρια και δεν έχει δικαιολογηθεί. Η Αιτήτρια όφειλε, έχοντας υπόψη τη φύση της υπόθεσης να ενεργήσει άμεσα και να καθορίσει στην ένορκη της δήλωση με λεπτομέρεια τα διαβήματα που έλαβε από της γνωστοποίησης προς αυτήν της επιφυλαχθείσας τιμής και της ημερομηνίας καταχώρισης της παρούσας αίτησης για να εξετάσει το Δικαστήριο κατά πόσο δικαιολογείται η καθυστέρηση που παρουσιάστηκε η οποία είχε ως αποτέλεσμα να εκδοθεί το διάταγμα μονομερώς. Η γενικότητα των αναφορών της στην ένορκη της δήλωση και η απουσία οποιασδήποτε αναφοράς σε επίσκεψη της στο Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου στις 20.2.2006 και στην επιστολή της ημερομηνίας 27.2.2006 υποδηλούν πως η Αιτήτρια δεν προσέφυγε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Στην παρούσα υπόθεση, με βάση τα γεγονότα που περιέγραψα πιο πάνω, θεωρώ την παράλειψη της αιτήτριας να αναφερθεί στα διαβήματα που έλαβε και πως οδηγήθηκε στη καταχώρηση της αίτησης την Πέμπτη πριν την Κυριακή που ήταν ορισμένη η δημοπρασία πολύ σημαντικά. Με βάση αυτά τα γεγονότα φαίνεται ότι ένα μήνα πριν τον πλειστηριασμό είχε επισκεφθεί το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου και ρωτούσε να εξεύρει τρόπους για να αναστείλει την πώληση και τελικά προέβη στη καταχώρηση της παρούσας αίτησης δύο εργάσιμες ημέρες πριν τον πλειστηριασμό. Η αιτήτρια προσέφυγε στο Δικαστήριο ζητώντας θεραπεία δυνάμει του δικαίου της επιείκειας χωρίς να έχει «καθαρά χέρια». Με γενικές αναφορές ότι επέστρεψε στη Κύπρο «λίαν προσφάτως» προσπάθησε να θέσει τις προϋποθέσεις για έκδοση του διατάγματος κατόπιν μονομερούς αίτησης. Το γεγονός ότι κάποιοι από τους καθ΄ ων εμφανίστηκαν κατά την εξέταση της μονομερούς αίτησης δεν αλλοιώνει τη κατάσταση γιατί λόγω των πολλών διαδίκων και του γεγονότος ότι ο πλειστηριασμός ήταν ορισμένος μετά από τρεις ημέρες εκ των οποίων μόνο μία ήταν εργάσιμη, δεν παρείχε τη δυνατότητα ειδοποίησης τους και καταχώρησης ένστασης πριν αποφασιστεί η αίτηση. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 16, παράγραφος 751, σε.. 685 αναφέρονται τα ακόλουθα: "A court of equity refuses relief to a plaintiff whose conduct in regard to the subject matter of the litigation has been improper. ..................................... The principle .. Requires the Court to undertake a balancing exercise and to consider whether or not it would be an affront to the public conscience to grant the relief sought having regard to the conduct of the person seeking it." Περαιτέρω δε στην ίδια σελίδα αναφέρει: "The maxim does not, however, mean that equity strikes in a general way; the cleanliness required is to be judged in relation to the relief sought, and the conduct complained of must have an immediate and necessary relation to the equity sued for; it must be depravity in a legal, as well as in a moral, sense." Βλέπε επίσης Timberland v. Evans
(1998)1 A.A.Δ. 1179, Ρένα Αριστοτέλους Λτδ κ.ά. v. BENFLEET ENTERPRISES LTD κ.α., Πολ. Έφεση 12144, ημερομηνίας 27.3.2006. Από τα πιο πάνω αποσπάσματα φαίνεται ότι το Δικαστήριο θα αρνηθεί να ακούσει και να δώσει θεραπεία σε διάδικο που δεν έρχεται με καθαρά χέρια. Η ύπαρξη όμως τέτοιας συμπεριφοράς δεν οδηγεί απαραίτητα στη άρνηση του Δικαστηρίου να δώσει θεραπεία πριν το Δικαστήριο εξισορροπήσει τα πράγματα και εξετάσει τη συμπεριφορά των αιτητών σε συνάρτηση με την επιδιωκόμενη θεραπεία. Με βάση τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον μου καταλήγω ότι δεν έχουν στοιχειοθετηθεί οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση θεραπείας στην απουσία του αντιδίκου. Η Ενάγουσα δεν έχει αποκαλύψει, όπως ανέλυσα πιο πάνω, τις ενέργειες που έκανε μετά την γνωστοποίηση του πλειστηριασμού οι οποίες ήταν ουσιώδης σε σχέση με το κατεπείγον του αιτήματος για έκδοση του συντηρητικού διατάγματος, η αποκάλυψη των οποίων ήταν ουσιώδους σημασίας για τη λήψη της απόφασης του Δικαστηρίου, όταν αντιμετώπιζε τη μονομερή αίτηση για έκδοση του διατάγματος. Για τους πιο πάνω λόγους το διάταγμα είναι έκθετο σε απόρριψη χωρίς περαιτέρω εξέταση των προϋποθέσεων που τίθενται από το άρθρο 32 του Ν. 14/60, λόγω του ότι υπήρξε παράβαση της υποχρέωσης για πλήρη αποκάλυψη στο αρχικό στάδιο της διαδικασίας, δηλαδή στο στάδιο της μονομερούς αίτησης όπου το Δικαστήριο ακούει ένα διάδικο κατά παρέκκλιση της αρχής "audi alteram partem" και αφορούσε ιδιαίτερα το θέμα του κατ΄ επείγοντος γεγονός που στην απουσία του εκθεμελιώνεται η δικαιοδοτική βάση του Δικαστηρίου να εκδίδει ένα διάταγμα μονομερώς. Όπως ανέφερα και πιο πάνω ορισμένοι από τους εναγομένους δεν εμφανίστηκαν μετά την επίδοση του διατάγματος και το διάταγμα κατέστη απόλυτο από άλλο Δικαστήριο. Με γνώμονα τη φύση του διατάγματος το οποίο στρέφεται εναντίον του εναγομένου 1 και τα όσα ανέφερα πιο πάνω, το διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί και αυτό ισχύει για όλους τους εναγομένους. Το εκδοθέν διάταγμα ακυρούται και κατά συνέπεια η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης όπως θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των καθ΄ ων η αίτηση 1,2, 8 και 9 και καθίστανται πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) ................ Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ Πιστον Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής, /ΑΜ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.