← Κύπρος

ALPHA BANK LTD ν. ΚYPRIANOU ANDREAS MATHEOU TRADING LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 1235/04, 25.7.2006

ALPHA BANK LTD ν. ΚYPRIANOU ANDREAS MATHEOU TRADING LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 1235/04, 25.7.2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2006:A17 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1235/04 Μεταξύ: ALPHA BANK LTD από την Πάφο Εναγόντων-Αιτητών και

  1. ΚYPRIANOU ANDREAS MATHEOU TRADING LIMITED εκ Πάφου
  2. Ανδρέας Κυπριανού από την Πάφο
  3. Ελευθερία Ελευθερίου Κυπριανού από την Πάφο
  4. Δέσποινα Σωτήρη Χρυσάνθου, Άρμου
  5. Ματθαίος Ανδρέα Κυπριανού, Πάφος Εναγομένων-Καθ΄ ων η αίτηση -------------------- Αίτηση ημερομηνίας 29.11.2005 -------------------- Ημερομηνία: 25.7.2006 Για την Εναγόμενη 3-Αιτήτρια: κ. Ε. Κορακίδης (για ν΄ ακούσει απόφαση κ. Π. Φακοντής) Για τους Ενάγοντες-Καθ΄ ων η αίτηση: κ. E. Eρωτοκρίτου για κ. Π. Ευθυμίου (για ν΄ ακούσει απόφαση κ. Π. Ευθυμίου) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση ζητείται παραμερισμός της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον της Αιτήτριας-Εναγομένης 3 στις 22.9.2004 λόγω παράλειψης της τελευταίας να καταχωρίσει εμφάνιση. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Αιτήτριας Ελευθερίας Ελευθερίου Κυπριανού στην οποία αναφέρει ότι η αγωγή ουδέποτε της έχει επιδοθεί και πως εάν αυτή έχει επιδοθεί στο σύζυγο της, Εναγόμενο 2, αυτός της έχει αποκρύψει την επίδοση της. Η ίδια έλαβε γνώση της αγωγής μετά από επίδοση ειδοποίησης πτώχευσης οπόταν και ζήτησε εξηγήσεις από το σύζυγο της ο οποίος της ανέφερε ότι δεν χρειαζόταν να κάνει οτιδήποτε και θα διευθετούσε ο ίδιος το ζήτημα με τους Ενάγοντες και πως ο πατέρας του, Εναγόμενος 5, θα πωλούσε κτήμα μεγάλης αξίας το οποίο είχε υποθηκευτεί και θα διευθετούσε το εξ΄ αποφάσεως χρέος. Περαιτέρω ο σύζυγος της επέμενε ότι η ίδια δεν έπρεπε να προβεί σε οποιοδήποτε διάβημα ούτε η ίδια γνώριζε τι έπρεπε να πράξει με αποτέλεσμα να παραμείνει αδρανής μέχρι που της επιδόθηκε αίτηση πτώχευσης οπόταν άρχισε να ανησυχεί. Και πάλιν ο σύζυγος της προσπάθησε να την καθησυχάσει με τους ίδιους ισχυρισμούς και επέμενε ότι δεν έπρεπε να ανησυχεί. Τότε η ίδια επισκέφθηκε τους δικηγόρους της με στόχο αντιμετώπισης της αίτησης πτώχευσης εναντίον της και έχοντας κατά νου την προοπτική διευθέτησης του όλου ζητήματος από το σύζυγο της. Περί τα μέσα Νοεμβρίου 2005 οι δικηγόροι της της εξήγησαν τη σοβαρότητα της αίτησης πτώχευσης και ο σύζυγος της της εξήγησε ότι οι Ενάγοντες δεν αποδέχονται μερική πληρωμή του χρέους και ότι υπάρχει δυσκολία διευθέτησης του όλου ζητήματος. Οι δικηγόροι της της εξήγησαν ότι υπάρχει διαδικασία παραμερισμού μιας απόφασης που εκδίδεται στην απουσία ενός διαδίκου και πως το χρέος της προκύπτει από σύμβαση εγγύησης που υπέγραψε σε συμφωνία δανείου της Εναγομένης
  6. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι ουδέποτε υπέγραψε τέτοια σύμβαση στα γραφεία των Εναγόντων και πως το μόνο που έχει υπογράψει είναι κάποια χαρτιά που έφερε ο σύζυγος της στο νηπιαγωγείο όπου εργαζόταν συνοδευόμενος από κάποιο πρόσωπο το οποίο πρόσφατα ο σύζυγος της της αποκάλυψε ότι είναι κλητήρας των Εναγόντων. Ο σύζυγος της βιαστικά επέμενε να υπογράψει τα χαρτιά αναφέροντας της ότι αφορούσαν μεταβίβαση μετοχών της Εναγομένης
  7. Η ίδια δεν γνωρίζει ποιος είναι μέτοχος της Εναγομένης 1 ούτε και τι είδους μεταβίβαση μετοχών θα γινόταν. Η Αιτήτρια ζήτησε από τους δικηγόρους της να λάβουν τα δέοντα μέτρα για τον παραμερισμό της απόφασης για να μπορέσει να υπερασπιστεί την αγωγή και αυτοί μερίμνησαν όσο γρηγορότερα μπορούσαν για τη συγκέντρωση όλων των στοιχείων προς το σκοπό καταχώρισης της παρούσας αίτησης. Η ενόρκως δηλούσα ισχυρίζεται ότι έχει καλή υπεράσπιση ενόψει του τρόπου με τον οποίο εξασφαλίστηκε η υπογραφή της στη σύμβαση εγγύησης η οποία είναι αποτέλεσμα ψευδών παραστάσεων, ψυχικής πίεσης και απάτης τόσο από μέρους του συζύγου της όσο και από μέρους των Εναγόντων και πως η σύμβαση πρέπει να ακυρωθεί από το Δικαστήριο. Οι Ενάγοντες έπρεπε να την προειδοποιήσουν για τις συνέπειες της υπογραφής της και έπρεπε να διασφαλίσουν ότι η κατάρτιση της σύμβασης εγγύησης δεν ήταν αποτέλεσμα ψευδών παραστάσεων ή απάτης ή ψυχικής πίεσης. Οι Ενάγοντες-Καθ΄ ων η αίτηση καταχώρισαν ένσταση η οποία στηρίζεται στο ότι δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις του νόμου για την ζητούμενη με την αίτηση θεραπεία και πως η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι ανεπαρκής, ασαφής και αβάσιμη καθότι μεταξύ άλλων δεν συνοδεύεται από τα σχετικά τεκμήρια όπως προβλέπουν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Χρίστου Σιμιλλίδη, δικηγόρου και συνεργάτη στο γραφείο του δικηγόρου των Εναγόντων ο οποίος αναφέρει ότι είναι γνώστης της υπόθεσης και της πορείας της από προσωπική του ενασχόληση με αυτή και είναι πλήρως και κατάλληλα εξουσιοδοτημένος από τους Ενάγοντες να προβεί στην ένορκη δήλωση. Στην ένορκη δήλωση αναφέρεται ότι η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος έγινε στην Αιτήτρια προσωπικά στις 7.6.2004 και επισυνάπτεται αντίγραφο επιδοτήριας σημείωσης ημερομηνίας 20.6.
  8. Περαιτέρω επισυνάπτεται αντίγραφο της επιδοτήριας σημείωσης ημερομηνίας 13.6.2005 και αφορά την επίδοση ειδοποίησης πτώχευσης στην Αιτήτρια. Από τα στοιχεία αυτά ο ενόρκως δηλών καταλήγει ότι η Εναγόμενη 3 έχει καθυστερήσει υπέρμετρα στην καταχώριση της παρούσας αίτησης το οποίο υποδηλεί ασέβεια προς το Δικαστήριο. Περαιτέρω η Αιτήτρια δεν αποκαλύπτει επαρκή υπεράσπιση έναντι της αξίωσης των Εναγόντων. Η γενική επίκληση ότι η κατάρτιση της σύμβασης εγγύησης έγινε υπό συνθήκες που στοιχειοθετούν απάτη, ψευδείς παραστάσεις και ψυχική πίεση όπου οι Ενάγοντες είναι συνεργοί χωρίς την παράθεση οποιωνδήποτε ισχυρισμών καθιστά τους ισχυρισμούς της μετέωρους και απορριπτέους. Η Αιτήτρια γνώριζε για την ύπαρξη της συμφωνίας εγγύησης και του λογαριασμού αριθμός 3451108041012 πολύ πριν την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης πτώχευσης. Συγκεκριμένα οι Ενάγοντες με επιστολή τους ημερομηνίας 11.2.2004 γνωστοποίησαν στην Αιτήτρια τον τερματισμό της συμφωνίας που είχε υπογραφεί από τον πρωτοφειλέτη και συνεπώς αυτή εμποδίζεται από του να ζητά τον παραμερισμό της απόφασης αφού ουδέποτε η ίδια αμφισβήτησε την ύπαρξη και εγκυρότητα της συμφωνίας εγγύησης. Περαιτέρω η Αιτήτρια ήταν μέτοχος και γραμματέας των Εναγομένων 1 και ήταν γνώστης κάθε λεπτομέρειας και δραστηριοτήτων των Εναγομένων 1 περιλαμβανομένης και της απόφασης για τη λήψη τραπεζικών διευκολύνσεων και της παροχής από μέρους της προσωπικής εγγύησης. Προς τούτο επισυνάπτονται αντίγραφα πιστοποιητικών μετόχων και διευθυντών της Εναγομένης 1 εταιρείας. Η Αιτήτρια πολλές φορές πήγαινε στα γραφεία των Εναγόντων και είχε συχνή επικοινωνία και συνεργασία πράγμα που μαρτυρείται και από το γεγονός ότι έκανε δήλωση περιουσιακών στοιχείων προς τους Ενάγοντες στις 12.11.99 αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται. Κατά την ακροαματική διαδικασία της αίτησης οι συνήγοροι περιορίστηκαν σε αγορεύσεις. Ο κ. Κορακίδης εισηγήθηκε πως η Αιτήτρια δικαιολόγησε την καθυστέρηση στην καταχώριση της αίτησης και επίσης παρέθεσε στην ένορκη της δήλωση όλες τις λεπτομέρειες της υπεράσπισης της οι οποίες ήταν γνωστές σε αυτήν και πως δεν θα μπορούσε να δώσει περαιτέρω λεπτομέρειες που δεν γνώριζε. Ο ισχυρισμός των Καθ΄ ων η αίτηση ότι η Αιτήτρια γνώριζε για την ύπαρξη του λογαριασμού λόγω της αποστολής προς αυτήν της επιστολής ημερομηνίας 11.2.2004 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός καθότι ο Χρίστος Σιμιλλίδης δεν αποκαλύπτει την πηγή πληροφόρησης του και επίσης δεν υπάρχει προσωπική γνώση της λήψης της επιστολής από την Αιτήτρια. Ούτε η επισύναψη πιστοποιητικού μετόχων της Εναγομένης 1 αποδεικνύει ότι η Αιτήτρια γνώριζε ότι κατείχε αυτό το μικρό ποσοστό μετοχών της εταιρείας. Ούτε και το πιστοποιητικό που τη δείχνει ως γραμματέα υποδηλεί γνώση της συμφωνίας καθότι ως γραμματέας δεν υπογράφει για την Εναγόμενη 1 εταιρεία. Το δε έγγραφο δήλωσης εισοδήματος που υπεγράφη από την Αιτήτρια δεν αφορά την αξίωση στην παρούσα αγωγή. Ο κ. Ερωτοκρίτου από την άλλη αναφέρθηκε στη νομολογία επί του θέματος και εισηγήθηκε ότι η Αιτήτρια απέτυχε να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοια μαρτυρία που να δικαιολογείται η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. Η Αιτήτρια δεν δικαιολογεί την καθυστέρηση στη μη έγκαιρη εμφάνιση της αλλά ούτε και αποκάλυψε με σαφήνεια την υπεράσπιση της. Η γενική αναφορά για την υπογραφή εγγράφων στην παρουσία του συζύγου της και ενός άλλου προσώπου που κατ΄ ισχυρισμό ήταν κλητήρας των Εναγόντων σε καμία περίπτωση θεμελιώνει στο ελάχιστο την αποκάλυψη της υπεράσπισης της Αιτήτριας. Πουθενά δεν φαίνεται ότι το πρόσωπο ήταν υπαρκτό, επώνυμο και ότι ενήργησε για λογαριασμό των Εναγόντων. Η γνώση της ύπαρξης τόσο του κλητηρίου όσο και της συμφωνίας εγγύησης που υπόγραψε είναι δεδομένη σε τέτοιο βαθμό που οι ισχυρισμοί της θα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι και απορριπτέοι. Η αίτηση βασίζεται στη Δ.17 Κ.10 και Δ.48 Κ.1-13 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Από το φάκελο του Δικαστηρίου προκύπτει πως η αγωγή καταχωρήθηκε στις 18.5.2004 και σύμφωνα με την ένορκη δήλωση επίδοσης αυτή επιδόθηκε στον σύζυγο της Εναγομένης 3 στις 7.6.
  9. Στις 22.7.2004 καταχωρήθηκε αίτηση για απόφαση εναντίον, μεταξύ άλλων, της Εναγομένης 3 λόγω παράλειψης καταχώρισης σημειώματος εμφανίσεως και στις 22.9.2004 εκδόθηκε απόφαση εναντίον τόσο της Εναγόμενης 3 όσο και άλλων Εναγομένων για το ποσό των €253.251,51, πλέον τόκους και έξοδα. Η αξίωση εναντίον της Εναγομένης 3 αφορά εγγύηση σε δάνειο που χορηγήθηκε προς την Εναγομένη 1 εταιρεία. Η Δ.17 Θ.10 πάνω στην οποία στηρίζεται η αίτηση δίδει στο Δικαστήριο διακριτική ευχέρεια να παραμερίσει απόφαση που λήφθηκε ερήμην. Η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου ασκείται εφ΄ όσον η απόφαση λήφθηκε νομότυπα. Όπου δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις για την έκδοση απόφασης επειδή για παράδειγμα το κλητήριο ένταλμα ουδέποτε επιδόθηκε ή επειδή δεν παρήλθε ο χρόνος για καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης, δεν τίθεται θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας αλλά ο εναγόμενος δικαιούται σε παραμερισμό της απόφασης ex debito justitiae. (Βλ. Νικόλας Γιωργαλλίδης ν. Χρυσόστομου Χρίστου (Ττόμη)

(1997)1 Α.Α.Δ. 247). Στην παρούσα υπόθεση θεωρώ ότι τόσο η επίδοση όσο και η έκδοση απόφασης έγιναν νομότυπα. Το τι συνυπολογίζεται από το Δικαστήριο, κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, διατυπώνεται στην υπόθεση Bush κ.ά. ν. Γιαννή
(2001)1 Α.Α.Δ. 1342, ως εξής:- (σελ. 1345-1346) «Κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας για επαναφορά, την οποία παρέχει στο Δικαστήριο η Δ.17 θ. 10, εξουσίας η οποία, όπως υποδείχθηκε στην Evans v. Bartlam [1937] 2 All E.R. 646, δεν εντάσσεται σε οποιαδήποτε στεγανά, το Δικαστήριο κατευθύνει την προσοχή του σε δύο κυρίως παράγοντες. Ο ένας αφορά το κατά πόσο έχει εξηγηθεί η καθυστέρηση στην καταχώριση εμφάνισης και στην υποβολή της αίτησης για παραμερισμό, με τρόπο ώστε να φαίνεται ότι η επαναφορά δεν αντιστρατεύεται την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Σε αυτό λαμβάνεται υπόψη τόσο η στάση του αιτητή όσο και η αναγκαιότητα οριστικής λήξης της αντιδικίας αφού interest republicae ut sit finis litium. Ο άλλος παράγοντας αναφέρεται στο κατά πόσο καταδείχθηκε εκ πρώτης όψεως ή συζητήσιμη υπεράσπιση στην απαίτηση.» Βλ. Salamis Shipping Services Ltd v. Bata (Cyprus) Ltd Πολ. Έφ. 11689 ημερ. 25.10.2004, Αργυρού v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, Πολ. Έφεση 11678, ημερ. 2.2.2005 και Siberia Air v. Βρασίδα Πουλλίκα, Πολ. Έφεση 11880, ημερ. 27.6.2005. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Φυλακτού ν. Μιχαήλ
(1982)1 C.L.R. 204 «κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, το Δικαστήριο πρέπει να επιδιώκει την εξισορρόπηση δύο παραγόντων, θεμελιακών για την απονομή της δικαιοσύνης: Την ανάγκη να διασφαλίσει, αφενός, αποτελεσματικά το δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεση του, και αφετέρου την ταχεία διεκπεραίωση της δικαιοσύνης». Στην υπόθεση Mine & Quarry Serv. Ltd ν. Γεωργίου
(1993)1 Α.Α.Δ. 26, επισημαίνεται ότι:- (σελ. 30) «Η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγων που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεση του.» Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση της Αιτήτριας η ίδια έλαβε γνώση της ύπαρξης της αγωγής με την επίδοση προς αυτήν της ειδοποίησης πτώχευσης χωρίς να αναφέρει την ημερομηνία που έγινε η εν λόγω επίδοση. Από την ένορκη δήλωση επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος η οποία βρίσκεται καταχωρημένη στο φάκελο του Δικαστηρίου προκύπτει ότι αυτή έγινε στο σύζυγο της με τον οποίον συγκατοικεί. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση γίνεται αναφορά σε ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης πτώχευσης η οποία φαίνεται να είναι λανθασμένη καθότι είναι η ίδια με την ημερομηνία επίδοσης της αγωγής. Επισυνάπτεται όμως στην ένορκη δήλωση η ειδοποίηση που στάληκε από τον επιδότη προς το δικηγόρο των Καθ΄ ων η αίτηση από την οποία φαίνεται ότι αυτή έγινε στις 10.6.2005. Στην απουσία αντίκρουσης αυτού του ισχυρισμού δέχομαι ότι η επίδοση της ειδοποίησης πτώχευσης έγινε εκείνη την ημέρα. Από την ένορκη δήλωση της Αιτήτριας δεν διαφαίνεται χρονικά πότε της επιδόθηκε η αίτηση πτώχευσης και πότε επισκέφθηκε τους δικηγόρους της για σκοπό αντιμετώπισης της αίτησης πτώχευσης παρά μόνο αναφέρεται πως «κατά τα μέσα Νοεμβρίου 2005» οι δικηγόροι της της εξήγησαν τη σοβαρότητα της αίτησης πτώχευσης και ότι υπάρχει διαδικασία παραμερισμού μιας απόφασης που εκδίδεται στην απουσία ενός διαδίκου. Με βάση αυτά τα γεγονότα θεωρώ πως η Αιτήτρια ουσιαστικά παρέμεινε αδρανής μέχρι τα μέσα Νοεμβρίου 2005 οπόταν έλαβε συμβουλή από τους δικηγόρους της για τη δυνατότητα παραμερισμού της απόφασης. Η δικαιολογία που δόθηκε για την αδράνεια της από την ημερομηνία που της επιδόθηκε η ειδοποίηση πτώχευσης μέχρι να επισκεφθεί δικηγόρο δεν κρίνω ότι είναι δικαιολογημένη. Στην υπόθεση Μilouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941 τονίστηκε πως «η παροχή εξηγήσεων για την παράλειψη του εναγομένου να εμφανιστεί δεν ισοδυναμεί με την αιτιολόγηση της καθυστέρησης, πολύ δε λιγότερο με τη συγχώρησή της». Όπως η ίδια αναφέρει στην ένορκη της δήλωση όταν ο σύζυγος της της υπέδειξε να υπογράψει κάποια έγγραφα της ανέφερε ότι αυτά αφορούσαν μεταβίβαση μετοχών. Άλλωστε αναφέρει ότι ο σύζυγός της με ψευδείς παραστάσεις, ψυχική πίεση και απάτη την έπεισε να υπογράψει τα έγγραφα. Ενώ ο σύζυγός της ουσιαστικά την είχε ενημερώσει ως προς το περιεχόμενο των εγγράφων που υπέγραφε, με την επίδοση της ειδοποίησης πτώχευσης διαπίστωσε ότι τα έγγραφα αυτά δεν ήταν έγγραφα μεταβίβασης μετοχών. Συνεπώς η αδράνεια της με δικαιολογητικό την πίστη που έδωσε στις διαβεβαιώσεις του συζύγου της δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Σημειώνω με έμφαση πως η απόφαση του Δικαστηρίου εκδόθηκε εναντίον της Αιτήτριας στις 22.9.2004, η ειδοποίηση πτώχευσης της επιδόθηκε περίπου εννέα μήνες αργότερα και όφειλε να αντιδράσει άμεσα, ιδιαίτερα έχοντας υπόψη και τις προηγούμενες ενέργειες του συζύγου της ο οποίος σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της ίδιας την παραπλάνησε και άσκησε σε αυτήν ψυχική πίεση για την υπογραφή των εγγράφων. Για τους λόγους αυτούς δεν θεωρώ ότι έχει δικαιολογηθεί επαρκώς η καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας αίτησης. Αναφορικά με την εγειρόμενη υπεράσπιση κρίνω ότι αυτή χαρακτηρίζεται από μια γενικότητα. Η Αιτήτρια παρουσιάζει τον εαυτό της ως ένα άτομο που δεν γνώριζε τίποτε για τα έγγραφα τα οποία υπέγραφε, για το άτομο που συνόδευε το σύζυγο της κατά την υπογραφή των εγγράφων, δίδει δικαιολογία ότι υπόγραψε τα έγγραφα νομιζόμενη ότι αυτά αποτελούσαν μεταβιβάσεις μετοχών της Εναγομένης 1 χωρίς όμως να γνωρίζει ποιος είναι μέτοχος της Εναγομένης 1 ούτε και τι είδους μεταβίβαση μετοχών θα γινόταν. Αποκαλύπτεται με την ένσταση και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει ότι η Αιτήτρια ήταν μέτοχος και γραμματέας της εν λόγω εταιρείας. Καμία αντικρουστική μαρτυρία δεν παρουσιάστηκε περί τούτου. Επιπρόσθετα, καμία δικαιολογία δεν δίδεται από την Αιτήτρια για ποιον λόγο και με ποιαν ιδιότητα υπέγραψε τα έγγραφα που της παρουσίασε ο σύζυγος της και τα οποία η ίδια εμπιστευόμενη τα λεγόμενα του θεώρησε ως έγγραφα μεταβίβασης μετοχών. Η γενικότητα και η αοριστία με την οποία προβάλλει την υπεράσπιση της και η αποστασιοποίηση της από την υπόθεση με αυτό τον γενικό τρόπο δεν μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο σε συμπέρασμα περί ύπαρξης εκ πρώτης όψεως ή συζητήσιμης υπεράσπισης στην απαίτηση. Ο κ. Κορακίδης στήριξε τους ισχυρισμούς του σε μια απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου η οποία επικυρώθηκε από το Εφετείο. Πρόκειται για την υπόθεση Alpha Bank Ltd v. Γαλάτειας Χαραλάμπους Στεφάνου
(2003)1 Α.Α.Δ. 1101. Στη σελίδα 1106 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Κρίθηκε πως όταν μια τράπεζα ή πιστωτικός οργανισμός ζητά εγγύηση από κάποιο πρόσωπο σε μη εμπορική υπόθεση (non commercial case) η εν λόγω τράπεζα κ.λ.π. τίθεται ταυτόχρονα σε εγρήγορση (put on inquire) και έχει υποχρέωση δυνάμει του δικαίου της επιείκειας να προστατεύσει τα συμφέροντα του Αιτητή όπου η σχέση του με τον πρωτοφειλέτη δεν είναι εμπορική (βλ. Royal Bank of Scotland v. Etridge (no2)
(2001)4 All ER 440, Barclays Bank Plce v. O'Brian
(1993)4 All E.R. 417 και Credit Lyonnais Bank Netherland NV v. Burch
(1997)1 All E.R. 144).» Στην παρούσα περίπτωση παραμένει αδιευκρίνιστο ποια ήταν η σχέση της Αιτήτριας με τον πρωτοφειλέτη δηλαδή την Εναγόμενη 1 εταιρεία ούτως ώστε να εξεταστεί κατά πόσο τυγχάνουν εφαρμογής οι πιο πάνω αρχές του δικαίου της επιείκειας που επικαλείται η πλευρά της Αιτήτριας. Επαναλαμβάνω πως δεν αντικρούστηκε καθ΄ οιονδήποτε τρόπο η θέση των Καθ΄ ων η αίτηση ότι η Αιτήτρια υπήρξε μέτοχος και γραμματέας της Εναγόμενης 1 εταιρείας. Το βάρος απόδειξης ύπαρξης εκ πρώτης όψεως ή συζητήσιμης υπεράσπισης βαρύνει την Αιτήτρια η οποία όφειλε να δώσει τα αναγκαία στοιχεία και λεπτομέρειες πάνω στις οποίες στηρίζει την υπεράσπιση της. Άλλωστε στην ένορκη της δήλωση αναφέρει πως οι δικηγόροι της μερίμνησαν για τη συγκέντρωση όλων των στοιχείων προς το σκοπό καταχώρισης της αίτησης. Κανένα όμως στοιχείο δεν παρουσιάζεται πλην των γενικών και αόριστων ισχυρισμών που ανέφερα πιο πάνω. Η Αιτήτρια δεν θεώρησε καν σημαντικό να αναφέρει την ημερομηνία που έλαβε γνώση περί της ύπαρξης της αγωγής ούτε κάνει οποιαδήποτε αναφορά στη σχέση της με την Εναγόμενη 1 εταιρεία. Η καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης για παραμερισμό της απόφασης μετά που η Αιτήτρια έμαθε για την απόφαση στην αγωγή και η παράλειψη της να δώσει λεπτομέρειες και στοιχεία από τα οποία να προκύπτει συζητήσιμη υπόθεση, θεωρώ ότι κρίνει και το αποτέλεσμα της αίτησης. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται εναντίον της Αιτήτριας-Εναγομένης 3. (Υπ.) ............... Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής ./ΑΜ/ΓΑΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.