← Κύπρος

Κώστα Συμεού ν. Sabah Sadic, Αρ. Αγωγής: 2119/03, 27 Ιουλίου 2006

Κώστα Συμεού ν. Sabah Sadic, Αρ. Αγωγής: 2119/03, 27 Ιουλίου 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2006:A19 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2119/03 Μεταξύ: Κώστα Συμεού από την Πάφο Ενάγοντα - και - Sabah Sadic από το Ηνωμένο Βασίλειο Εναγόμενου ---------------------- Ημερομηνία: 27 Ιουλίου 2006 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα / Αιτητή: κ. Α. Παπαχαραλάμπους Για Εναγόμενο / Καθ΄ ου η αίτηση: κ. Κ. Καλαβάς --------------------- Αίτηση ημερομηνίας 8.6.2006 Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αίτηση ο Ενάγοντας επιδιώκει τις ακόλουθες θεραπείες: « Ι. Άδεια όπως προσαγάγει περαιτέρω μαρτυρία και/ή σε απάντηση και/ή αντίκρουση της μαρτυρίας του Εναγόμενου και/ή όπως επανακληθεί ο Κώστας Συμεού να δώσει περαιτέρω μαρτυρία αναφορικά με τη κατάθεση ως νέου ευανάγνωστου τεκμηρίου, εγγράφου ή αντιγράφου του κατατεθέντος Τεκμηρίου 3Β και/ή διαδοχικά αναφορικά με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 3Β. ΙΙ. Άδεια όπως κλητεύσει ως μάρτυρες στη διαδικασία τον Δρ. Γιάγκο Μικελλίδη, τον Δρ. Carel Jan Royer και τη κυρία Sonia Royer για να τους αντεξετάσει σε σχέση με τις δηλώσεις τους οι οποίες είχαν προσαχθεί στο Δικαστήριο ως εξ ακοής μαρτυρίας μέσω του Εναγόμενου.» Είναι η θέση του Ενάγοντα ότι η αίτηση θα πρέπει να εγκριθεί γιατί ο Εναγόμενος ο οποίος έδωσε μαρτυρία σε σχέση με αριθμό που αναγράφεται στο Τεκμήριο 3Β φέρει το βάρος να αποδείξει ποια ήταν η χρέωση που αναγράφεται σ' αυτό και γιατί όταν αυτό κατατέθηκε σαν τεκμήριο δεν επισημάνθηκε από το δικηγόρο του Εναγόμενου ότι ήταν δυσανάγνωστο. Αντίθετη ήταν η θέση του Εναγόμενου ο οποίος εισηγήθηκε ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί στην ολότητα της. Οι αρχές που διέπουν το θέμα της αντικρουστικής μαρτυρίας αναλύθηκαν με έκταση στην υπόθεση Tsiartas and Another v. Taliotis

(1989)1 Α.Α.Δ 216 και επαναλήφθηκαν στη μεταγενέστερη υπόθεση Γεωργία Ματθαίου v. Ροζάνας Μιχαήλ Νικολάου κ.α., 1999 1 (Γ) Α.Α.Δ.
  1. Σε αυτή εκτίθεται σε μετάφραση το ακόλουθο απόσπασμα από τον Phipson on Evidence, 13η έκδοση παράγραφος 33 -
  2. «Απαντητική μαρτυρία, είτε αυτή είναι προφορική ή με ένορκη δήλωση, πρέπει κατά γενικό κανόνα να περιορίζεται αυστηρά στο να αντικρούει την υπόθεση του Εναγόμενου και δεν πρέπει απλώς να επιβεβαιώνει την υπόθεση του Ενάγοντα. ............................ Με την άδεια του Δικαστηρίου μπορεί να δοθεί αντικρουστική μαρτυρία από τον Ενάγοντα σε απάντηση της μαρτυρίας του Εναγόμενου προς υποστήριξη επίδικου θέματος ή απόδειξη του οποίου εβάρυνε τον ίδιο. Η διακριτική ευχέρεια μπορεί ακόμη να ασκηθεί υπέρ του Ενάγοντα όπου η φύση της υπεράσπισης έχει αποκαλυφθεί κατά την αντεξέταση των δικών του μαρτύρων. Ο Δικαστής έχει διακριτική ευχέρεια να δεχθεί περαιτέρω μαρτυρία είτε για την δική του ικανοποίηση ή όπου αυτό απαιτείται από το συμφέρον της δικαιοσύνης και επιβεβαιωτική αντικρουστική μαρτυρία γενικώς θα γίνεται επιτρεπτή όπου ο διάδικος που την προσφέρει έχει παραπλανηθεί ή έχει καταληφθεί εξ απροόπτου». Στην υπόθεση Standard Fruit Company (Bermuda) Ltd κ.α. v. Gold Seal Shipping Company Ltd
(1996)1 886 αποφασίσθηκε ότι: «διάδικος για τον οποίο δεν υπάρχει μαρτυρία ότι κατελήφθη εξ απροόπτου ή ότι παραπλανήθηκε δεν δικαιούται να προσκομίσει αντικρουστική μαρτυρία». Στην υπόθεση Παπακόκκινου κ.α. v. Δήμου Πάφου (αρ. 1) 1998
(1)634 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου η επανακλήτευση μάρτυρα ανήκει στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Η εξουσία αυτή πρέπει να ασκείται δικαστικά και με κύριο γνώμονα το συμφέρον της δικαιοσύνης. Δικαιολογείται μόνο αν συντρέχουν ειδικές περιστάσεις (βλ. Kaya Djafer v. Payker Kaya 24 C.L.R. 63, Electricity Authority of Cyprus v. Antonis Kipparis 24 C.L.R. 121, Hameros Th. Courtis and others v. Panos v. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180 και Savoullas v. Loucas
(1979)1 C.L.R. 336)». Στην υπό κρίση υπόθεση επιδιώκεται η επανακλήτευση του Ενάγοντα και η προσαγωγή αντικρουστικής μαρτυρίας σε σχέση με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 3Β γιατί όπως αναφέρεται στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την αίτηση το βάρος απόδειξης για το ποσό της χρέωσης που αναγράφεται σε αυτό βαρύνει τον Εναγόμενο. Δε θα συμφωνήσω με την εισήγηση του ευπαίδευτου συνήγορου του Ενάγοντα ότι ο Εναγόμενος έχει το βάρος να αποδείξει τη χρέωση που αναγράφεται στο Τεκμήριο 3Β. Ναι μεν ο Εναγόμενος έχει το βάρος απόδειξης της αλήθειας των όσων περιέχονται στην επίδικη επιστολή, όμως το ύψος της συγκεκριμένης χρέωσης δεν αποτελεί επίδικο θέμα στην παρούσα υπόθεση. Περαιτέρω ο Ενάγοντας δεν έχει καταδείξει οποιεσδήποτε ειδικές περιστάσεις που να δικαιολογούν την επανακλήτευση του και την προσαγωγή αντικρουστικής μαρτυρίας. Τα όσα αναφέρονται σε σχέση με τις συνθήκες κατάθεσης του Τεκμηρίου 3Β δεν μπορούν να θεωρηθούν ειδικές περιστάσεις τέτοιες που να δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης της αίτησης. Δεν έχει περαιτέρω τεθεί ισχυρισμός ότι με οποιοδήποτε τρόπο ο Ενάγοντας παραπλανήθηκε ή καταλήφθηκε εξ΄ απροόπτου έτσι ώστε η αίτηση να εξετασθεί μέσα από το πρίσμα της παραμέτρου αυτής. Με την αίτηση επιδιώκεται διαζευκτικά κατάθεση νέου «ευανάγνωστου» αντιγράφου του Τεκμηρίου 3Β, θεραπεία όμως που δεν προβλέπεται από τους διαδικαστικούς κανονισμούς γι' αυτό και δεν είναι δυνατό να παρασχεθεί. Το Δικαστήριο θα προχωρήσει τώρα να εξετάσει το δεύτερο σκέλος της αίτησης για κλήτευση προς αντεξέταση των προσώπων που κατονομάζονται στην αίτηση. Κατά το στάδιο των αγορεύσεων ο ευπαίδευτος συνήγορος του Ενάγοντα περιόρισε το αίτημα του για κλήτευση προς αντεξέταση μόνο των Δρ. Carel Jan Royer και Sonias Royer. Υποστηρίζει ο Ενάγοντας ότι θα πρέπει να του δοθεί άδεια να κλητεύσει για να αντεξετάσει τα πρόσωπα αυτά σε σχέση με δηλώσεις τους που ο Εναγόμενος προσήγαγε στο Δικαστήριο σαν εξ' ακοής μαρτυρία. Το αίτημα βασίζεται στο άρθρο 26
(1)του Περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9 όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 32
(1)/2004 και το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Σε περίπτωση κατά την οποία οποιοσδήποτε διάδικος προσάγει εξ΄ ακοής μαρτυρία και δεν κλητεύει ως μάρτυρα στη διαδικασία το πρόσωπο, το οποίο είχε προβεί στην αρχική δήλωση, τότε οποιοσδήποτε άλλος διάδικος δύναται, με την άδεια του Δικαστηρίου να κλητεύει το εν λόγω πρόσωπο για να το αντεξετάσει σε σχέση με τη δήλωση του και η αντεξέταση θα γίνεται πριν, ο εν λόγω διάδικος αρχίσει την υπόθεση του». ΄Οπως προκύπτει από τις πρόνοιες του συγκεκριμένου άρθρου το Δικαστήριο δύναται να δώσει άδεια για κλήτευση και αντεξέταση προσώπου στην περίπτωση που διάδικος προσαγάγει εξ ακοής μαρτυρία και δεν κλητεύει σαν μάρτυρα στη διαδικασία το πρόσωπο που είχε προβεί στην αρχική δήλωση. Τότε ο άλλος διάδικος δικαιούται να κλητεύσει προς αντεξέταση το πρόσωπο αυτό μετά από άδεια του Δικαστηρίου. Εξετάζοντας το κείμενο του συγκεκριμένου άρθρου του Νόμου, προκύπτει ότι τέτοια άδεια είναι δυνατό να παρασχεθεί μόνο προς όφελος του «άλλου» διαδίκου, αυτού δηλαδή που δεν προσήγαγε την εξ' ακοής μαρτυρία. Στην υπό κρίση υπόθεση ο Εναγόμενος έχει πράγματι προσαγάγει σαν εξ ακοής μαρτυρία τα όσα του ανάφεραν τα δύο πρόσωπα των οποίων επιδιώκεται η αντεξέταση. ΄Ομως τις δηλώσεις των προσώπων αυτών προσήγαγε με τον ίδιο τρόπο, σαν εξ' ακοής δηλαδή μαρτυρία και η πλευρά του Ενάγοντα. Τόσο ο ίδιος ο Ενάγοντας στη δική του μαρτυρία όσο και η Μ.Ε. 2 Δρ. Χαρίτου αναφέρθηκαν και επικαλέσθηκαν τις δηλώσεις των προσώπων αυτών προσαγάγοντας τις σαν εξ' ακοής μαρτυρία προς υποστήριξη της εκδοχής του Ενάγοντα. ΄Οχι μόνο ο Εναγόμενος αλλά και ο Ενάγοντας επέλεξαν να προσκομίσουν τις δηλώσεις τους σαν εξ' ακοής μαρτυρία χωρίς να τους κλητεύσουν σαν μάρτυρες στη διαδικασία. Παρά το ότι το δικαίωμα της αντεξέτασης εμπίπτει μέσα στο δικαίωμα του κάθε διάδικου για δίκαιη δίκη όπως κατοχυρώνεται από το άρθρο 30
(3)(γ) του Συντάγματος (βλ. Ευθύβουλος Λιασίδης -V- Αστυνομίας, 2002
(3)Α.Α.Δ. 434) κρίνεται ότι υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης δεν ενδείκνυται η έκδοση της αιτούμενης άδειας. Αυτή όχι μόνο δεν θα εξυπηρετούσε την ορθή απονομή της δικαιοσύνης αλλά θα παραβίαζε και την αρχή της ισότητας όπως αυτή κατοχυρώνεται από το άρθρο 28 του Συντάγματος αφού θα έθετε τη πλευρά του Ενάγοντα σε πλεονεκτικότερη θέση έναντι του Εναγόμενου. Στην περίπτωση έγκρισης του αιτήματος θα παρεχόταν στον Ενάγοντα η δυνατότητα να αντεξετάσει δύο πρόσωπα των οποίων τη μαρτυρία και ο ίδιος επικαλέσθηκε και προσήγαγε στο Δικαστήριο σαν εξ' ακοής μαρτυρία. Θα παρατηρείτο το οξύμωρο ένας διάδικος να προσαγάγει δηλώσεις κάποιων προσώπων σαν εξ' ακοής μαρτυρία προς υποστήριξη της δικής του εκδοχής και από την άλλη να τους αντεξετάζει ως να ήταν μάρτυρες της άλλης πλευράς. Για τους λόγους που εκτίθενται πιο πάνω είναι προφανές ότι η αίτηση θα έχει απορριπτική κατάληξη. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον του Ενάγοντα και υπέρ του Εναγομένου όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) .......................................... Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./Ν.Κ, ../Ε.Π.,.../Χ.Κ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.