Γεώργιου Ξενοφώντος κ.α. ν. Ανδρέα Θεοδόση Αγαθαγγέλου κ.α., Αρ. Αγωγής: 3592/05, 3.8.2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2006:A23 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3592/05 Μεταξύ:
- Μαρίνου Σπύρου, από την Πάφο
- Γεώργιου Ξενοφώντος, από την Πάφο Εναγόντων - και -
- Ανδρέα Θεοδόση Αγαθαγγέλου, από τα Κ. Πολεμίδια
- Κυριακής Θεοδόση Αγαθαγγέλου, από την Αγ. Φύλα Λεμεσού Εναγομένων --------------------------- Μονομερής Αίτηση ημερομηνίας 29.11.2005 --------------------------- Ημερομηνία: 3.8.2006 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες-Αιτητές: κ. Μ. Ιακώβου (για να ακούσει απόφαση κα Ε. Μιχαήλ) Για Εναγόμενους-Καθ΄ ων η αίτηση: κ. Α. Κυπρίζογλου (να ακούσει απόφαση κ. Α. Αργυρού) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με μονομερή αίτηση οι ενάγοντες πέτυχαν την έκδοση προσωρινού διατάγματος με το οποίο απαγορεύεται στους εναγομένους, τους υπηρέτες και/ή αντιπροσώπους αυτών από του να διαθέσουν, πωλήσουν, αποξενώσουν και/ή καθ΄ οιονδήποτε τρόπο επιβαρύνουν το 1/16 μερίδιο, ήτοι 1767 τ.μ. του ακινήτου υπ΄ αριθμόν εγγραφής 1941, Φ/Σχ. L1/13, τεμ. 161, τοποθεσία "Μούττη της Αγίας Μαρίνας" , χωριό Αγία Μαρινούδα, Πάφος, μέχρι αποπεράτωσης της αγωγής ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Η αίτηση βασίζεται στη Δ.48 Θ.2, στο άρθρο 32 του Ν.14/60, στα άρθρα 5 και 9 του Κεφ. 6 και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση στηρίζεται σε ένορκη δήλωση του Μαρίνου Σπύρου, Ενάγοντα 1, ο οποίος αναφέρει ότι είναι εξουσιοδοτημένος και από τον Ενάγοντα
- Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση, στις 19.7.02 οι Ενάγοντες δυνάμει αγοραπωλητηρίου εγγράφου (Τεκμήριο Α) αγόρασαν από τους Εναγόμενους το 1/16 μερίδιο επί του ακινήτου που περιγράφεται πιο πάνω και φαίνεται με κίτρινο χρώμα στο σχέδιο που επισυνάπτεται (Τεκμήριο Γ). Η τιμή πώλησης καθορίστηκε στις Λ.Κ. 40.000 και συμφωνήθηκε όπως καταβληθούν ποσό Λ.Κ. 2.000 ως προκαταβολή και το υπόλοιπο εκ Λ.Κ. 38.000 εντός του έτους 2003 ταυτόχρονα με τη μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομα των Εναγόντων με ξεχωριστό τίτλο ιδιοκτησίας. Οι Ενάγοντες κατέβαλαν την προκαταβολή και τους εδόθη σχετική απόδειξη (Τεκμήριο Δ). Οι Εναγόμενοι ανέλαβαν την υποχρέωση να εξασφαλίσουν την προσυπογραφή του πωλητηρίου εγγράφου από τους υπόλοιπους συνιδιοκτήτες και να πράξουν κάθε τι αναγκαίο για να καταστεί δυνατή η κατάθεση του πωλητηρίου εγγράφου στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης. Οι Εναγόμενοι παραβίασαν την υποχρέωσή τους αυτή με αποτέλεσμα το έγγραφο να μην κατατεθεί στο Κτηματολόγιο. Η σημερινή αξία του ακινήτου ανέρχεται στο ποσό των Λ.Κ. 80.000 λιρών και επισυνάπτεται προς τούτο σχετική εκτίμηση (Τεκμήριο Ε). Οι Εναγόμενοι μέχρι σήμερα παρέλειψαν να εκδώσουν ξεχωριστό τίτλο ιδιοκτησίας και παρέλειψαν να μεταβιβάσουν το ακίνητο εντός του έτους
- Οι Ενάγοντες είναι έτοιμοι να αποδεχθούν μεταβίβαση του μεριδίου που αγόρασαν χωρίς ξεχωριστό τίτλο και επανειλημμένα κάλεσαν τους Εναγόμενους να το πράξουν, τόσον προφορικά όσο και γραπτά. Επισυνάπτεται επιστολή (τεκμήριο ΣΤ) στην οποία οι δικηγόροι των Εναγομένων απάντησαν στις 10.10.05 (Τεκμήριο Ζ). Ακολούθησαν προσωπικές επαφές μεταξύ των διαδίκων από τις οποίες διεφάνη αρνητική προσέγγιση και ενόψει του γεγονότος ότι το πωλητήριο έγγραφο δεν κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο επιτρέπει στους Εναγόμενους να πωλήσουν και μεταβιβάσουν το επίδικο ακίνητο σε τρίτο πρόσωπο. Περαιτέρω ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι έχει θετικές πληροφορίες ότι οι Εναγόμενοι έχουν εξεύρει άλλο αγοραστή για να πωλήσουν και να μεταβιβάσουν το επίδικο ακίνητο. Επίσης αναφέρει πως οι Εναγόμενοι δεν διαθέτουν άλλη ακίνητη και κινητή περιουσία και η οικονομική και επαγγελματική τους κατάσταση είναι τέτοια που δεν θα τους επιτρέψει να ικανοποιήσουν ενδεχόμενη απόφαση που θα εκδοθεί προς όφελος των Εναγόντων. Η αίτηση αντίκρισε την ένσταση των Καθ΄ ων η αίτηση, η οποία στηρίζεται στους ακόλουθους λόγους: "Α. Το αγοραπωλητήριο έγγραφο υπογράφηκε την 1/8/2003 και όχι στις 19/7/
- Β. Η εν λόγω συμφωνία μεταξύ των διαδίκων ήταν για το ποσό των Λ.Κ. 68.000 και όχι για το ποσό των Λ.Κ. 40.000 όπως οι Ενάγοντες 1 και 2 - Αιτητές ισχυρίζονται εις την ένορκη δήλωση του Ενάγοντα 1 - Αιτητή εις την ένορκη του δήλωση ημερομηνίας 29/11/
- Γ. Ο Ενάγοντας 1 - Αιτητής 1, είχε αναλάβει να εξασφαλίσει τις υπογραφές των συγγενών των Εναγομένων 1 και 2 - Καθ΄ ων η Αίτηση 1 και 2, που αναγράφονται κάτω από τον τίτλο «Άλλοι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες της γης» του αγοραπωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 19/7/
- Δ. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 - Καθ΄ ων η Αίτηση κατέβαλαν το ποσό των Λ.Κ. 1.500 στις αρμόδιες αρχές για σκοπούς απαλλοτρίωσης του επίδικου κτήματος και διάφορα άλλα ποσά για φόρους. Ε. Το αγοραπωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 19/7/2003 δεν καταχωρήθηκε στο Κτηματολόγιο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης εξ υπαιτιότητας των Εναγόντων 1 και 2 - Αιτητών και μόνον. Ζ. Το αγοραπωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 19/7/2003 βρισκόταν στην κατοχή των Εναγόντων 1 και 2 - Αιτητών από την 1/8/
- Η. Οι Ενάγοντες 1 και 2 - Αιτητές έχουν παραβιάσει ουσιώδεις όρους, και συγκεκριμένα τους όρους 2 (γ) και 8 του εν λόγω αγοραπωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 19/7/
- Θ. Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 5 και9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.
- Ι. Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/
- (α) Οι Ενάγοντες δεν απέδειξαν ότι έχουν καλή βάση αγωγής. (β) Οι Ενάγοντες δεν απέδειξαν ότι δικαιούνται εις θεραπείαν. (γ) Οι Ενάγοντες δεν απέδειξαν ότι αν δεν εκδοθεί/απολυτοποιηθεί το εξαιτούμενο διάταγμα θα είναι εξαιρετικά δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Κ. Οι Ενάγοντες δεν απεκάλυψαν συγκεκριμένα και/ή όλα τα γεγονότα ενώπιον του Δικαστηρίου, παράλειψη εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Λ. Οι Ενάγοντες ήγειραν την παρούσα διαδικασία μετά από σημαντική μη αναγκαία και μη δικαιολογημένη καθυστέρηση. Μ. Οι Ενάγοντες δεν έρχονται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια (clean hands). Ν. Επί της ενόρκου δηλώσεως της κ. Κυριακής Θεοδόση." Η νομική βάση της ένστασης είναι η Δ.48 Θ.1-4, άρθρα 4, 5 και 9 του Κεφ.6, άρθρο 32 του Ν.14/60, οι γενικές αρχές του Νόμου, των κανόνων της επιεικείας, της πρακτικής και της σύμφυτης εξουσίας των Δικαστηρίων. H ένσταση στηρίζεται σε ένορκη δήλωση της Κυριακής Θεοδόση Αγαθαγγέλου - Εναγόμενης 2 (και όχι εναγόμενης 1, όπως λανθασμένα αναγράφεται στην ένορκη δήλωση) στην οποία αναφέρει ότι γνωρίζει πλήρως και προσωπικά όλα τα γεγονότα της υπόθεσης και είναι εξουσιοδοτημένη από τον Εναγόμενο 1 να προβεί στην ένορκη δήλωση. Σύμφωνα με την ενόρκως δηλούσα, σε συνάντηση που είχαν το καλοκαίρι του 2003, ο Εναγόμενος 1 μαζί με κάποιο Γιώργο Δρουσιώτη και τους Ενάγοντες, οι τελευταίοι συμφώνησαν να αγοράσουν το επίδικο κτήμα έναντι του ποσού των Λ.Κ. 68.000, το οποίο θα καταβάλλετο Λ.Κ. 2.000 με την υπογραφή της συμφωνίας, Λ.Κ. 26.000 σε κατοπινό στάδιο και Λ.Κ. 40.000 με τη μεταβίβαση του ξεχωριστού τίτλου του επίδικου κτήματος στους Ενάγοντες. Είχε συμφωνηθεί, από το ποσό των Λ.Κ. 68.000, κατόπιν επιθυμίας των Εναγόντων, θα καταβαλλόταν το ποσό των Λ.Κ. 40.000 φανερά και το ποσό των Λ.Κ. 28.000 κάτω από το τραπέζι. Την 1.8.2003 ο Ενάγοντας 1 μετέβη στο εστιατόριο του Γιώργου Δρουσιώτη στη Λεμεσό καταβάλλοντας στον Εναγόμενο 1 και στην ενόρκως δηλούσα το ποσό των Λ.Κ. 2.000 και προσκομίζοντας το αγοραπωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 19.7.03, καθώς επίσης και έγγραφη απόδειξη ημερομηνίας 1.8.03, την οποία υπέγραψαν η ενόρκως δηλούσα και ο Εναγόμενος
- Ο Ενάγοντας 1 διαβεβαίωνε προφορικά τόσο την ίδια όσο και τον Εναγόμενο 1 ότι το ποσό των Λ.Κ. 26.000 θα τους καταβάλλετο κατά τις επόμενες μέρες. Το αγοραπωλητήριο έγγραφο υπεγράφη την 1.8.2003 μόνο από την ενόρκως δηλούσα και τον Εναγόμενο 1, ενώ οι Ενάγοντες δεν υπέγραψαν το αγοραπωλητήριο έγγραφο ενώπιόν του μια που ο Ενάγοντας 2 δεν ήταν παρών. Μετά την υπογραφή του αγοραπωλητηρίου εγγράφου ο Ενάγοντας 1 το πήρε μαζί του για να το υπογράψει τόσο ο ίδιος όσο και ο Ενάγοντας
- Σημειώνεται πως δεν υπέγραψε οποιοσδήποτε ως μάρτυρας των υπογραφών των διαδίκων. Ο Εναγόμενος 1 ανέλαβε να εξασφαλίσει ο ίδιος τις υπογραφές των υπολοίπων συνιδιοκτητών. Ένα μήνα μετά την αναφερόμενη συνάντηση ο Ενάγοντας 1 ειδοποίησε τηλεφωνικώς τον Εναγόμενο 1 να πάρει τη συμφωνία και να μεριμνήσει ο ίδιος να υπογραφεί από τους εναπομείναντες συνιδιοκτήτες. Ο Εναγόμενος 1 επικοινώνησε τηλεφωνικά με τους εναπομείναντες να υπογράψουν συνιδιοκτήτες, οι οποίοι τον διαβεβαίωσαν ότι δεν επιθυμούσαν να υπογράψουν το αναφερόμενο αγοραπωλητήριο έγγραφο. Η ενόρκως δηλούσα μαζί με τον Εναγόμενο 1 μετέβησαν στις αρμόδιες αρχές και κατέβαλαν το ποσό των Λ.Κ. 1.500 για σκοπούς απαλλοτρίωσης προς το σκοπό διάνοιξης δρόμου και βελτίωσης για σκοπούς ανοικοδόμησης σε πωληθέν τεμάχιο και διάφορα άλλα ποσά για φόρους. Μετά πάροδο ενός με ενάμιση μήνα από την υπογραφή του εγγράφου, ο Ενάγοντας 1 ανέφερε στους Εναγόμενους ότι το ποσό των Λ.Κ. 66.000 θα τους καταβάλλετο όταν θα πήγαιναν στο Κτηματολόγιο για μεταβίβαση για το λόγο ότι εκείνη την περίοδο δεν είχαν το ποσό των Λ.Κ. 26.000 για να τους καταβάλουν. Η ακριβής ημερομηνία της μεταβίβασης ήταν κατανοητό πως θα ήταν μία μέρα μέσα στο 2003 όπως ορίζει το αγοραπωλητήριο έγγραφο. Όμως τέτοια πρόσκληση για πληρωμή και αντίστοιχη μεταβίβαση του κτήματος δεν λήφθηκε ποτέ από τους Ενάγοντες. Περαιτέρω η ενόρκως δηλούσα ισχυρίζεται πως εκείνη την περίοδο η ίδια προτίθετο να αγοράσει ένα διαμέρισμα στη Λεμεσό αλλά λόγω της άρνησης των Εναγόντων να καταβάλουν το ποσό των Λ.Κ. 26.000 δεν κατέστη δυνατό για την ίδια να αγοράσει το εν λόγω διαμέρισμα. Επίσης ισχυρίζεται ότι ο τότε δικηγόρος της ζήτησε επανειλημμένα από τους Ενάγοντες να του αποστείλουν αντίγραφα των εγγράφων που αφορούσαν την παρούσα υπόθεση για να τα μελετήσει, όμως οι Ενάγοντες τα έστειλαν μετά από 3 μήνες περίπου. Οι Ενάγοντες παραβίασαν ουσιώδεις όρους του εγγράφου. Συγκεκριμένα, ποτέ δεν κάλεσαν τους Εναγόμενους για σκοπούς μεταβίβασης του επίδικου κτήματος επ΄ ονόματί τους εντός του 2003 και δεν έχουν καταβάλει οποιοδήποτε χρηματικό ποσό πέραν του ποσού της προκαταβολής και δεν έχουν προσκομίσει οποιαδήποτε απόδειξη εξόφλησης οποιουδήποτε φόρου με βάση τον όρο 8 του αγοραπωλητηρίου εγγράφου. Προβάλλεται επίσης ο ισχυρισμός ότι οι Ενάγοντες δεν έχουν ικανοποιήσει την προϋπόθεση ύπαρξης του κατεπείγοντος σύμφωνα με το άρθρο 9 του Κεφ.
- Οι Αιτητές μπορούσαν να προβούν σε διαβήματα από το Σεπτέμβρη του 2003 όταν γνώριζαν όλα τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και αντ΄ αυτού το έπραξαν μετά από 26 μήνες. Οι Ενάγοντες δεν έχουν ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις για εφαρμογή του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 και του άρθρου 5 του Κεφ.
- Επίσης απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα και δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Οι συνήγοροι των δύο πλευρών προέβησαν σε αγορεύσεις όπου υποστήριξαν τις αντίστοιχες θέσεις τους. Σύμφωνα με το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 οι τρεις βασικές προϋποθέσεις που τίθενται για έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων είναι:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση,
(2)Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, και
(3)Εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.(βλ. Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)1 C.L.R.557). Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, της ύπαρξης δηλαδή σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό αν αποκαλύπτεται, με βάση τα δικόγραφα, συζητήσιμη υπόθεση. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή δηλαδή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του ενάγοντα στην αγωγή, ο δε βαθμός στον οποίο θα ικανοποιηθεί, αν και περισσότερος από απλή πιθανότητα εντούτοις, δεν ισοδυναμεί με το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που απαιτείται σε πολιτικές υποθέσεις. Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, όπως δε τονίστηκε στην υπόθεση Odysseos (πιο πάνω) το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια της προϋπόθεσης αυτής. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά η θεραπεία των αποζημιώσεων επαρκή θεραπεία, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η τρίτη προϋπόθεση. Αφού ικανοποιηθούν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο θα κρίνει με γνώμονα το τι είναι δίκαιο ή πρόσφορο, έχοντας υπόψη τα γεγονότα της υπόθεσης, αν πρέπει ή όχι να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Το άρθρο 4 του Κεφ. 6 προσδίδει δικαιοδοσία στο Δικαστήριο να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα σε σχέση με το ίδιο το αντικείμενο της αγωγής (βλ. Cyprus Palestine Plantations Ltd. V. Olivier and Co. [Cyprus] Ltd 16 C.L.R.22 Sophocles Mamas and Co. v. Carl F.W. Borgward and the Chartered Bank
(1962)C.L.R. 209, ABP Holdings v. Ανδρέα Κιταλίδη κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. 694). Ο συσχετισμός του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 και του άρθρου 4 του Κεφ. 6 αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης σε πολλές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Από τη νομολογία εξάγεται το συμπέρασμα ότι οι πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 καλύπτουν ένα ευρύτερο φάσμα απ΄ αυτό που καλύπτουν οι πρόνοιες του άρθρου 4 του Κεφ. 6, με αποτέλεσμα οι πρόνοιες του άρθρου 4 να λαμβάνονται υπόψη κατά την εξέταση αίτησης με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 32. Εκεί όμως όπου το αντικείμενο της αίτησης για έκδοση διατάγματος είναι περιουσία που αποτελεί και το αντικείμενο της αγωγής, οι πρόνοιες του άρθρου 4 μπορεί να εξεταστούν ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 (βλ. Παπαστράτης ν. Πετρίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231). Με βάση το άρθρο 5 του Κεφ. 6 ο Ενάγοντας πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή βάση αγωγής και ότι με την πώληση ή μεταβίβαση της περιουσίας σε οποιοδήποτε τρίτο είναι πιθανό να παρεμποδιστεί στο να πετύχει ικανοποίηση μελλοντικής απόφασης που τυχόν να εκδοθεί υπέρ του. Στην υπόθεση Lakatamitis v. Θεοδώρου
(1983)1 Α.Α.Δ. 520, αποφασίστηκε πως διάταγμα που προβλέπεται από το άρθρο 5 μπορεί να εκδοθεί επίσης και δυνάμει του άρθρου 32 του Ν.14/60 αλλά σε τέτοια περίπτωση πρέπει να ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται και από τα δύο άρθρα στο βαθμό που διαφέρουν. Στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση ΑBP Holdings Ltd. v. Ανδρέα Κιταλίδη κ.ά. (πιο πάνω), το Δικαστήριο τόνισε ότι τα άρθρα 4 και 5 κάνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται χωρίς να αφαιρούν οτιδήποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές, θα εξετάσω την παρούσα υπόθεση, έχοντας υπόψη ότι το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της αίτησης για προσωρινό διάταγμα πρέπει να αποφεύγει να καταλήξει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης (Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 C.L.R.263, Άκης Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστίνας Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Στην υπόθεση T.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation Πολ. Έφ. 11159 ημερ. 20.11.2002 τονίστηκε πως σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Θα εξετάσω τις πρώτες δύο προϋποθέσεις μαζί. Με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα οι ενάγοντες ζητούν διάταγμα μεταβίβασης και εγγραφής του ακινήτου στο όνομα των εναγόντων και διαζευκτικά αποζημιώσεις για τις ζημιές τις οποίες υπέστησαν οι ενάγοντες συνεπεία της παραβάσεως εκ μέρους των εναγομένων στης συμφωνίας πωλήσεως ημερ. 19.7.2003, συνισταμένη στην έντοκη επιστροφή του ποσού των £2.000 που κατέβαλαν οι ενάγοντες ως προκαταβολή, στην διαφοροποίηση της αξίας του πωληθέντος ακινήτου από της ημερομηνίας πωλήσεως μέχρι και του χρόνου έκδοσης της απόφασης του Δικαστηρίου ή του οποιουδήποτε άλλου χρόνου που θα αποφασίσει το Δικαστήριο και στην κάθε άλλη απώλεια ή ζημιά που υπέστησαν οι ενάγοντες συνεπεία των παραβάσεων των εναγομένων. Από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον μου αποτελεί κοινό έδαφος ότι το ακίνητο τελεί υπό διαχωρισμό. Παρά ταύτα η συμφωνία δεν έχει προσυπογραφεί από όλους τους συνιδιοκτήτες και συνακόλουθα το έγγραφο δεν καταχωρήθηκε στο Κτηματολόγιο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης. Οι λόγοι για τους οποίους αυτό δεν κατατέθηκε, είναι διιστάμενοι όμως δεν χρειάζεται να αναλυθούν σε αυτό το στάδιο. Αυτό που μπορεί να λεχθεί είναι ότι με βάση τη συμφωνία πώλησης του ακινήτου οι πωλητές ήταν αυτοί που είχαν την υποχρέωση να μεριμνήσουν για τη προσυπογραφή του συμβολαίου από όλους τους συνιδιοκτήτες. Η παράλειψη κατάθεσης της συμφωνίας πώλησης του ακινήτου στο Κτηματολόγιο σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Πώλησης Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου Κεφ. 232 δεν καθιστά εφικτή τη θεραπεία αυτή (βλ. Δρυάδης κά ν. Καλησπέρας
(1998)1 ΑΑΔ881). Επιπρόσθετα το γεγονός ότι οι υπόλοιποι συνιδιοκτήτες δεν έχουν προσυπογράψει τη συμφωνία αποτελεί ακόμα ένα λόγο, παρά το ότι δεν εγέρθηκε, που δεν επιτρέπει την μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομα των αιτητών χωρίς την προηγούμενη συμμόρφωση με τις πρόνοιες του άρθρου 25 του Κεφ.
- Οι καθ΄ ων ήγειραν διάφορα θέματα και αμφισβήτησαν διάφορα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η απαίτηση των εναγόντων. Αμφισβητήθηκε η ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας και οι συνθήκες υπογραφής της. Επίσης προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι ο αιτητής 1 ανέλαβε να λάβει τις υπογραφές από τους υπόλοιπους συνιδιοκτήτες και όταν αυτό δεν κατέστη δυνατό ανέθεσε το θέμα αυτό στους εναγομένους οι οποίοι δεν μπόρεσαν να λάβουν την συγκατάθεση δύο από τους συνιδιοκτήτες. Προβλήθηκε επίσης η θέση ότι για την αγορά του επίδικου κτήματος οι ενάγοντες θα κατέβαλλαν ποσό £68.000 και όχι £40.000 και πως το ποσό αυτό θα καταβάλλετο, £2.000 με την υπογραφή της συμφωνίας, £26.000 σε κατοπινό στάδιο και το ποσό των £40.000 με την μεταβίβαση ξεχωριστού τίτλου. Επίσης αναφέρεται πως κατόπιν επιθυμίας των εναγόντων το ποσό των £40.000 θα καταβάλλετο φανερά ενώ το ποσό των £26.000 κάτω από το τραπέζι. Είναι γεγονός ότι οι ισχυρισμοί αυτοί των καθ΄ ων δεν αμφισβητήθηκαν από τους αιτητές είτε με την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είτε με την αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα. Από την άλλη οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνάδουν με τη γραπτή συμφωνία μεταξύ των διαδίκων η οποία επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Σημειώνω ότι οι καθ΄ ων δεν αμφισβήτησαν την ύπαρξη της συμφωνίας άλλωστε επικαλούνται και οι ίδιοι τους όρους αυτής. Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε συμπεράσματα ως προς το πραγματικό και νομικό καθεστώς της υπόθεσης. Δεν θεωρώ ότι στα πλαίσια αυτής της αίτησης το Δικαστήριο θα μπορούσε να εξετάσει και να καταλήξει σε συμπέρασμα κατά πόσο η γραπτή αυτή συμφωνία αντικατοπτρίζει όλα τα συμφωνηθέντα. Αποτελεί αποδεκτό γεγονός και από τις δύο πλευρές ότι το μόνο ποσό που πληρώθηκε από τους αιτητές για την αγορά του ακινήτου ήταν το ποσό των £2,
- Από την επιστολή ημερ. 23.9.2005 με την οποία ζητήθηκε η μεταβίβαση του ακινήτου προσφέρθηκε και η καταβολή κάθε υπολειπόμενου ποσού. Σύμφωνα με την συμφωνία η πληρωμή του υπολοίπου ποσού θα έπρεπε να γίνει κατά την ημερομηνία μεταβίβασης και πως η μεταβίβαση του ακινήτου υπολογίζεται να γίνει «το μήνα. 2003». Η ερμηνεία το όρου που προβλέπει για το χρόνο μεταβίβασης του ακινήτου και οι επιπτώσεις του είναι θέματα που θα εξεταστούν κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Σημειώνω πως η θέση των αιτητών ότι δεν έχει εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος για το ακίνητο δεν έχει αμφισβητηθεί και δεν προβάλλεται ισχυρισμός από τους καθ΄ ων ότι έχει προσφερθεί η μεταβίβαση του ακινήτου με την ταυτόχρονη απαίτηση για πληρωμή του υπολοίπου ποσού. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω και το χαμηλό επίπεδο απόδειξης που απαιτείται σε τέτοιου είδους υποθέσεις θεωρώ ότι πληρούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου
- Στρέφομαι τώρα να εξετάσω την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 και τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου
- Ο ισχυρισμός των αιτητών ότι υπάρχει πρόθεσης αποξένωσης του ακινήτου και πως οι καθ΄ ων δεν διαθέτουν άλλην κινητή ή ακίνητη περιουσία και ότι η οικονομική και επαγγελματική τους κατάσταση είναι τέτοια που δεν θα επιτρέψει στους ενάγοντες να ικανοποιήσουν ενδεχόμενη απόφαση που θα εκδοθεί προς όφελος τους δεν έχει αμφισβητηθεί, ούτε έχει σχολιαστεί κατά την αγόρευση του κ. Κυπρίζογλου. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση C. Phasarias (Automotive Center) Limited v. Σκυροποιϊα «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. σελ. 785, στη σελ. 789-780: «Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε πως αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πράγματι πρόθεση του εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μην ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία. (Βλ. Lakatamitis (ανωτέρω) στη σελ. 525). Έχουμε υπόψη την Κυριάκος Παναγιώτου v. Σταυρινής Κολλάτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1306. Εκεί έγινε αναφορά σε πρόθεση αποξένωσης αλλά αυτή ήταν η μαρτυρία που υπήρχε και δεν απασχόλησε τέτοιο θέμα. Όπως δε εξηγήθηκε στην απόφαση του Λοϊζου Π. στην Ζεμενίδης (ανωτέρω) εκδίδεται το διάταγμα "ώστε να αποφευχθεί τέτοια αποξένωση ως αποτέλεσμα της οποίας να μη μπορεί να ικανοποιηθεί ο ενάγων". Τα ίδια και στην Τσιολάκκη και άλλη (ανωτέρω). Όπως αναφέρεται στην απόφαση του Πική Δ., όπως ήταν τότε, στη σελίδα 785, εκείνο που απαιτείται είναι "η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος". Έχοντας υπόψη τα γεγονότα της υπόθεσης και ότι δεν έχει αμφισβητηθεί ο ισχυρισμός των αιτητών ως προς την απουσία οποιασδήποτε άλλης περιουσίας από τους καθ΄ων η αίτηση και ως προς την οικονομική τους κατάσταση κρίνω ότι πληρείται και αυτή η προϋπόθεση. Προτού προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο είναι ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις να οριστικοποιηθεί το εκδοθέν διάταγμα θα εξετάσω τη θέση των καθ΄ ων η αίτηση ότι υπήρξε καθυστέρηση στην έγερση της παρούσας διαδικασίας. Ο κ. Κυπρίζογλου υποστήριξε πως κανένα διάβημα δεν έγινε εκ μέρους των αιτητών ώστε να καταδεικνύει την παραβίαση της συμφωνίας από πλευράς των καθ΄ ων η αίτηση εκτός από την επιστολή των δικηγόρων τους ημερομηνίας 23.9.2005, 28 μήνες μετά από την ημερομηνία της υπογραφής του εν λόγω αγοραπωλητηρίου εγγράφου. Ο ευπαίδευτος συνήγορος εισηγήθηκε πως με βάση τη νομολογία η καθυστέρηση στην έναρξη και προώθηση δικαστικής διαδικασίας, εκτός αν επεξηγηθεί, είναι κατά κανόνα μοιραία για την τύχη της αίτησης. Από την άλλη ο κ. Ιακώβου εισηγήθηκε πως με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης έγινε μια συμφωνία τον Ιούλιο του 2003 και οι καθ΄ ων η αίτηση ανέλαβαν να εκδώσουν ξεχωριστό τίτλο αφού προβούν σε διαχωρισμό του ακινήτου. Ο χρόνος έκδοσης ξεχωριστών τίτλων ιδιοκτησίας δεν μπορούσε να προβλεφθεί. Ανέλαβαν επίσης την προσυπογραφή του πωλητηρίου εγγράφου από τους υπόλοιπους συνιδιοκτήτες κάτι που δεν έπραξαν. Μετά την παρέλευση εύλογου χρόνου οι αιτητές μέσω των δικηγόρων τους απέστειλαν συστημένη επιστολή με την οποία ζητούσαν τη μεταβίβαση του ακινήτου έστω χωρίς διαχωρισμό καθότι μέχρι εκείνη την ημερομηνία δεν είχε διαχωριστεί το ακίνητο και δεν εκδόθηκε ξεχωριστός τίτλος. Μετά την απάντηση του δικηγόρου των καθ΄ ων διεφάνη ότι δεν υπήρχε πρόθεση συμμόρφωσης με τα συμφωνηθέντα και τότε εγέρθηκε η παρούσα αγωγή χωρίς καθυστέρηση. Ο ευπαίδευτος συνήγορος τόνισε ότι μέχρι την αποστολή της επιστολής ημερ. 23.9.2005 δεν είχε επιτευχθεί ο διαχωρισμός του ακινήτου. Το επίδικο διάταγμα εκδόθηκε μετά από μονομερή αίτηση σύμφωνα με την εξουσία που παρέχεται από το άρθρο 9
(1)του Κεφ. 6. Το υπαρκτό του επείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση του άρθρου αυτού. Μόνο εφόσον καταδεικνύεται το κατ΄ επείγον του αιτήματος δικαιολογείται όλως εξαιρετικά η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρηθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση (βλ. Re Stavros Hotel Apartments Ltd
(1994)1 A.A.Δ. 736, Ιn Re B.P. Cyprus Ltd
(1996)1 (B) A.A.Δ. 861, Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ. 598). Στην παρούσα περίπτωση έχοντας υπόψη ότι δεν είχε εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος για το ακίνητο μέχρι την ημερομηνία αποστολής της επιστολής εκ μέρους των αιτητών με την οποία ζητείτο η μεταβίβαση του ακινήτου και έχοντας υπόψη ότι η αγωγή καταχωρήθηκε σύντομα μετά την απάντηση των δικηγόρων των καθ΄ ων η αίτηση και τις προσωπικές επαφές που ακολούθησαν όπου διαπιστώθηκε η απροθυμία για μεταβίβαση του ακινήτου θεωρώ ότι δεν έχει καταδειχθεί καθυστέρηση στην έγερση της παρούσας αγωγής από την ημερομηνία αποκρυστάλλωσης της θέσης των καθ΄ ων η αίτηση. Το γεγονός ότι υπήρξε καθυστέρηση στην γραπτή αξίωση των αιτητών δια μεταβίβαση του ακινήτου δεν μπορεί να υποστηρίξει τη θέση των καθ΄ ων η αίτηση έχοντας υπόψη το γεγονός ότι δεν υπήρξε έκδοση ξεχωριστών τίτλων ιδιοκτησίας μέχρι την αποστολή της επιστολής. Προβάλλεται ισχυρισμός στην ένσταση ότι οι αιτητές απέκρυψαν από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα και δεν προσήλθαν με καθαρά χέρια. Η απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων, ανατρέπει τη βάση διατάγματος το οποίο εκδίδεται μετά από μονομερή αίτηση και το καθιστά ακυρωτέο. Όπως εξηγήθηκε στην Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ.597 η αποκάλυψη συναρτάται με την καλή πίστη, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται σε κάθε εξαιρετική περίπτωση που επιζητείται θεραπεία στην απουσία αντιδίκου. Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος επενεργεί καταλυτικά, διασαλεύει τη βάση του διατάγματος, ανεξάρτητα από την ύπαρξη πρόθεσης για εξαπάτηση του δικαστηρίου. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Συναρτάται με τις εξ αντικειμένου συνέπειες στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ουσιώδες ενός ζητήματος προσδιορίζεται στο πλαίσιο της αντιδικίας των μερών. Ό,τι πρέπει να αποκαλυφθεί σε κάθε περίπτωση είναι γεγονότα γνωστά στον αιτητή ή γεγονότα τα οποία θα μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογες προσπάθειες, τα οποία σχετίζονται με (α) το βάσιμο του δικαιώματός του όπως διαγράφεται στο δικόγραφό του, και (β) τη σοβαρότητα του ζητήματος το οποίο εγείρεται, καθώς και (γ) την πιθανότητα επιτυχίας (βλ. M & CH Mitsingas Trading Ltd. κ.α. ν. THE TIMBERLAND CO (πιο πάνω). «Ο Δικαστής κρίνει αν το γεγονός που παραλείφθηκε είναι ουσιαστικό, αν δεν ήταν γνωστό στον αιτητή και δεν μπορούσε εύλογα να γίνει γνωστό και αν η παράλειψη έγινε χωρίς σκοπό παραπλάνησης. Αυτά ενέχουν ουσιαστική βαρύτητα, αλλά δεν είναι και οι μόνοι αποφασιστικοί παράγοντες. Τελικά το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια, παρ΄ όλη την απόδειξη ουσιαστικής μη αποκάλυψης που δικαιολογεί την άμεση ακύρωση του διατάγματος που εκδόθηκε στη μονομερή αίτηση, να διατάξει τη συνέχιση της ισχύος του ή να εκδώσει νέο διάταγμα υπό όρους» (βλ. Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 ΑΑΔ 248). Στη παρούσα περίπτωση οι καθ΄ ων επικαλούνται μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων τα οποία όμως δεν εξειδικεύονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Η ίδια γενικότητα παρουσιάζεται και στην αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου των καθ΄ ων. Είναι γεγονός ότι παρουσιάζονται κάποια διαφορετικά γεγονότα στην ένορκη δήλωση της καθ΄ ης η αίτηση
- Αυτά όμως αποτελούν διαφορετικούς ισχυρισμούς ως προς τα διαμειφθέντα μεταξύ των διαδίκων τα οποία υπόκεινται σε αξιολόγηση κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Δεν υπάρχει αμφισβήτηση της ύπαρξης της γραπτής συμφωνίας μεταξύ των μερών ούτε του γεγονότος ότι δεν έχει εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας. Καθίστα επίσης σαφές ότι οι αιτητές πλήρωσαν μόνο το ποσό των £2.000 και πως η γραπτή αξίωση για μεταβίβαση του ακινήτου έγινε στις 23.9.
- Συνακόλουθα δεν κρίνω ότι στην παρούσα υπόθεση υπήρξε παράλειψη αναφοράς ουσιωδών γεγονότων η οποία να καθιστά αναγκαίο για το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της απόρριψης της αίτησης γι' αυτό το λόγο. Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο έχοντας υπόψη τα γεγονότα της υπόθεσης να οριστικοποιήσει το εκδοθέν διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλη Χ"Βασίλη
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152, Κ.Ο.Τ. v. Θεωρή
(1989)1 Ε Α.Α.Δ. 255). Ένας από τους παράγοντες που επηρεάζουν το ζήτημα του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι η διατήρηση του status quo. Στην παρούσα περίπτωση με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης είναι ορθό και δίκαιο όπως το διάταγμα παραμείνει σε ισχύ ώστε να διαφυλαχθεί το ακίνητο σε περίπτωση που οι ενάγοντες πετύχουν στην αγωγή τους και δικαστούν αποζημιώσεις να υπάρχει η απαιτούμενη εξασφάλιση. Συνακόλουθα κρίνω ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ της οριστικοποίησης του διατάγματος. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω το διάταγμα γίνεται απόλυτο. Τα έξοδα της αίτησης όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας επιδικάζονται εναντίον των καθ΄ ων η αίτηση. (Υπ.) ............... Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. /ΑΜ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο