Απόστολου Γεωργίου ν. Perihan Mustafa Korkut ή Eyiam Perihan, Αρ. Αγωγής: 3344/03, 4.9.2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2006:A32 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Παμπαλλή, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3344/03 Μεταξύ: Απόστολου Γεωργίου από την Λεμεσό και τώρα στην Αυστραλία διά του πληρεξούσιου αντιπροσώπου του Χαράλαμπου Χ. Ζόππου, από την Πάφο Ενάγοντα και Perihan Mustafa Korkut ή Eyiam Perihan, από την Πάφο και τώρα στην Αυστραλία Εναγόμενης ----------------------- Ημερομηνία: 4.9.2006 Για τον Ενάγοντα: κ. Ε. Κορακίδης (Για ν΄ ακούσει απόφαση κ. Π. Φακοντής) Για την Εναγόμενη: κ. Λ. Γεωργίου με κα Ε. Κονναρή Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Ενάγων, ως Ελληνοκύπριος μόνιμος κάτοικος Αυστραλίας, συμφώνησε με την Εναγόμενη, που επίσης είναι μόνιμος κάτοικος Αυστραλίας, την αγορά δύο κτημάτων της τελευταίας που βρίσκονται στην Πόλη Χρυσοχούς και συγκεκριμένα τα κτήματα υπ΄ αριθμό εγγραφής 9652 και 9651, Φ.Σχ. XXVI/51 7 43 και XXVI/52, τεμάχια 139 και 64 αντίστοιχα τα οποία θα αποκαλούνται «τα κτήματα». Για το σκοπό υλοποίησης της συμφωνίας το μεταξύ τους υπογραφέν συμφωνητικό (πωλητήριο έγγραφο ημερ. 8.1.2003, Τεκ.1) κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο Πάφου, έγινε δεκτό για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης (Τεκ.2). Ταυτόχρονα πληρώθηκε προς την Εναγόμενη, ως προκαταβολή, ποσό 150.000 δολαρίων Αυστραλίας. Είναι κοινά αποδεκτό ότι το ποσό αυτό έχει τελικώς επιστραφεί στον Ενάγοντα. Παρ΄ όλη την επιθυμία του Ενάγοντα και την επίδοση επιστολής των δικηγόρων του Ενάγοντα ημερ. 9.5.2003 (Τεκμ.9), η Εναγόμενη αρνείται την υλοποίηση της συμφωνίας δηλαδή, την αποδοχή του συμφωνηθέντος τιμήματος πώλησης και την μεταβίβαση των κτημάτων στο όνομα του Ενάγοντα, κάτι το οποίο ο τελευταίος διεκδικεί δικαστικώς. Η Εναγομένη ανταπαιτητικώς επιδιώκει την ακύρωση της συμφωνίας και την κήρυξή της ως ανυπόστατης. Ο Ενάγων κατάγεται, όπως είπε, από τον Ύψωνα και το 1974 μετακόμισε μόνιμα στη Μελβούρνη της Αυστραλίας. Την περίοδο του 2002 εργαζόταν στον τομέα ελέγχου ποιότητος σε εργοστάσιο της εταιρείας Ford. Ένας Τουρκοκύπριος κάτοικος Αυστραλίας, που ήταν συγγενικό πρόσωπο της Εναγόμενης, τον είχε ρωτήσει αν γνωρίζει οποιοδήποτε πρόσωπο που θα ενδιαφερόταν να αγοράσει γη στην Κύπρο γιατί η Εναγόμενη επιθυμούσε να πωλήσει την περιουσία της. Ο Ενάγων έδειξε αρχικά ενδιαφέρον, όπως είπε, ρώτησε πού ήταν τα κτήματα και ο εν λόγω Τουρκοκύπριος επανερχόμενος του γνωστοποίησε ότι τα κτήματα ήταν στην Πόλη Χρυσοχούς, το ένα κοντά στη θάλασσα και το άλλο πιο μακριά. Του έδωσε το τηλέφωνο της Εναγόμενης, την επισκέφθηκε και της δήλωσε ότι ενδιαφερόταν για την αγορά των κτημάτων. Του έδωσε, όπως είπε, τα κοτσιάνια και επίσης ζήτησε το διαβατήριο της Εναγόμενης για να βεβαιωθεί ότι υπήρχε ταυτοσημία του ονόματος στο διαβατήριο και στο κοτσιάνι. Στη συνέχεια, είπε ότι ανέφερε στην Εναγόμενη ότι θα ρωτήσει στην Κύπρο πόσα πάνε (εννοώντας τα κτήματα) και θα επανέλθει. Επικοινώνησε για το σκοπό αυτό με το Χαράλαμπο Ζόππο, δικηγόρο από την Πάφο ο οποίος είναι συγγενικό του πρόσωπο. Ο κ. Χ. Ζόππος (Μ.Ε.1) είπε ότι τον Αύγουστο του 2002 ο Ενάγων τον πληροφόρησε ότι ενδιαφερόταν να αγοράσει κτήματα στην Πάφο και ρωτούσε για τιμές. Στις 20.8.2002 αφού ο Ενάγων του έστειλε με τηλεμοιότυπο τους τίτλους ιδιοκτησίας (Τεκμ. 4), απευθύνθηκε προφορικά προς τον εκτιμητή Ρίκκο Γιαννή, στη μαρτυρία του οποίου θα αναφερθώ μεταγενέστερα, ο οποίος τον πληροφόρησε ότι η συνολική τιμή και των δύο κτημάτων ήταν £300.000 - £350.
- Πληροφόρησε σχετικά τον Ενάγοντα είπε ο κ. Ζόππος και παράλληλα επειδή η Εναγόμενη ήταν Τουρκοκύπρια, όπως είπε, ζήτησε να πληροφορηθεί πότε έφυγε από την Κύπρο. Για το σκοπό υλοποίησης αυτής της οδηγίας ο Ενάγων ζήτησε από την Εναγόμενη και του παραχωρήθηκαν εκτός από το πιστοποιητικό γάμου (Τεκμ.6) και μια βεβαίωση επί του θέματος από το Αυστραλιανό Τμήμα Μετανάστευσης (Τεκμ.7). Αυτά στάληκαν στον κ. Ζόππο από τον Ενάγοντα γιατί, όπως είπε ο μάρτυρας, ήταν σημαντικό να γνωρίζουν αν η Εναγόμενη έφυγε από την Κύπρο πριν το
- Ο Ενάγων είπε στη συνέχεια ότι σε επαφή που είχε με την Εναγόμενη συμφώνησαν την αγορά των δύο κτημάτων από τον ίδιο και για το σκοπό αυτό ετοίμασε σχετικό προσυμφωνητικό, όπως το απεκάλεσε, ένα δηλαδή χειρόγραφο έγγραφο το οποίο υπέγραψαν και οι δύο, ημερομηνίας 28.10.2002 (Τεκμ.13). Τον Δεκέμβριο του 2002 ο Ενάγων επισκέφθηκε την Κύπρο και έφερε μαζί του ένα συμφωνητικό έγγραφο που υπέγραψε με την Εναγόμενη, ημερομηνίας 18.12.2002 (Τεκμ.5). Ο κ. Ζόππος είπε ότι βλέποντας το συμφωνητικό εξέφρασε αμφιβολίες ως προς την ορθότητα της πιστοποίησης και για το σκοπό αυτό έδωσε οδηγίες στον Ενάγοντα να ετοιμαστεί νέο πωλητήριο έγγραφο και να πιστοποιηθεί ορθά. Επειδή ο Ενάγων θα έφευγε από την Κύπρο και όντως έφυγε στις 4.3.2003, υπέγραψε σχετικό πληρεξούσιο έγγραφο διορίζοντας αντιπρόσωπο του τον κ. Ζόππο με έγγραφο ημερομηνίας 3.1.2003 (Τεκμ.3). Ο Ενάγων είπε ότι επανερχόμενος στην Αυστραλία ετοίμασε ο δικηγόρος του το σχετικό πωλητήριο έγγραφο ημερ. 8.1.2003 το οποίο υπέγραψαν στο σπίτι της Εναγόμενης, πιστοποιήθηκε και στάληκε στην Κύπρο (Τεκμ.1). Ο κ. Ζόππος αφού παρέλαβε το πωλητήριο έγγραφο το κατέθεσε στο Κτηματολόγιο Πάφου και είχε λάβει σχετική απόδειξη με αριθμό ΠΕ.275/03, ημερ. 23.1.2003 (Τεκμ.2) για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης. Όταν ρωτήθηκε ο μάρτυρας γιατί το κατέθεσε αφού αφορούσε τουρκοκυπριακή περιουσία ο μάρτυρας είπε ότι ήρθε σε επαφή με την υπάλληλο του Κτηματολογίου κα Αστέρω Κυριακού, ζήτησε πληροφορίες, του δόθησαν και με βάση τις πληροφορίες αυτές προχώρησε, καταχώρισε το έγγραφο το οποίο τελικώς έγινε αποδεκτό. Στο σημείο αυτό παρεμβάλλω ένα σκέλος της μαρτυρίας που τέθηκε στον Ενάγοντα κατά το στάδιο της αντεξέτασης, ότι δηλαδή ο ίδιος εισηγήθηκε στον μεσολαβητή, δηλαδή τον Τουρκοκύπριο που τον έφερε σε επαφή με την Εναγόμενη, να πιέσει την πωλήτρια λέγοντας της ότι δεν πρόκειται να πάρει πίσω τα κτήματα της και για το σκοπό αυτό πρέπει να τα πωλήσει σε χαμηλή τιμή. Η Εναγόμενη, είπε ο Ενάγων, είναι παντρεμένη με άτομο τουρκικής καταγωγής ο οποίος μιλούσε πολύ καλά ελληνικά. Η Εναγόμενη μιλούσε αγγλικά, τουρκικά και ελληνικά. Παράλληλα ο μάρτυρας είπε ότι συμπεριέλαβε στην αρχική συμφωνία ένα όρο ο οποίος του επέτρεπε να εισπράξει την δοθείσα προκαταβολή σε περίπτωση που δεν υλοποιείτο η συμφωνία. Δόθηκε έμφαση από την υπεράσπιση στο συγκεκριμένο όρο και ο μάρτυρας απλώς είπε ότι έλειπε χρόνια από την Κύπρο, δεν γνώριζε τους Νόμους και είχε ακούσει ότι υπήρχαν δυσκολίες σε άτομα τα οποία εγκατέλειψαν την Κύπρο το
- Αρχές Μαΐου του 2003 ο Ενάγων πληροφόρησε τον κ. Ζόππο ότι η Εναγόμενη μετάνιωσε και δεν επιθυμούσε να προχωρήσει στην υλοποίηση της συμφωνίας. Ο κ. Ζόππος έδωσε οδηγίες στον Ενάγοντα ο οποίος επισκέφθηκε το δικηγόρο του στην Αυστραλία ο οποίος έστειλε επιστολή στην Ενάγουσα ημερομηνίας 9.5.2003 (Τεκμ. 9) γνωστοποιώντας της την ύπαρξη του υπολοίπου τιμήματος και καλώντας την να υλοποιήσει τη συμφωνία. Οι δικηγόροι της Εναγόμενης στην Αυστραλία απάντησαν με επιστολή ημερομηνίας 16.5.2003 (Τεκμ.10). Γνωστοποίησαν την πρόθεση της Εναγόμενης να μην υλοποιήσει τη συμφωνία προβάλλοντας την ισχυριζόμενη παραπλάνηση που έκαμε ο Ενάγων προς την Εναγόμενη σε σχέση με την αξία των κτημάτων της τελευταίας στην Κύπρο. Μετά από αυτό ο Ενάγων έδωσε οδηγίες στον κ. Ζόππο να κινηθεί η αγωγή, ο οποίος με τη σειρά του εργοδότησε τον κ. Κορακίδη, ο οποίος προχώρησε με την καταχώριση της παρούσας αγωγής εξασφαλίζοντας και άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας (Τεκμ. 12). Είχε ζητηθεί από τον Ενάγοντα να προσδιορίσει το ύψος της διεκδικούμενης αποζημίωσης, που είναι πολλαπλάσια του τιμήματος πώλησης και συγκεκριμένα το ποσό των 2.580.000 εκατομμυρίων. Ο Ενάγων είπε ότι για να υλοποιήσει την αγορά είχε προβεί σε πώληση άλλης δικής του περιουσίας στην Αυστραλία και συγκεκριμένα στη Μελβούρνη και στην Αδελαϊδα και ουσιαστικά είπε ότι "έβαλε" αυτό το ποσό για να "δείξει" της Εναγόμενης ότι δεν μπορεί να αλλάζει γνώμη και να μην υλοποιεί τα συμφωνηθέντα. Ως τελευταίος μάρτυρας για τον Ενάγοντα κατέθεσε ο Ρίκκος Γιαννή (Μ.Ε.3) πτυχιούχος εκτιμητής ακινήτων, αδειούχος και μέλος του ΕΤΕΚ. Ο μάρτυρας κατέθεσε δύο αιτιολογικές εκθέσεις εκτίμησης για την αγοραία αξία των δύο επίδικων κτημάτων με συγκεκριμένη ημερομηνία τον Μάιο του
- H έκθεση ετοιμάστηκε μετά από σχετική επιτόπια επιθεώρηση που έγινε στις 15.11.
- H αξία του κτήματος με αρ. εγγραφής 9651 ήταν σύμφωνα με το Τεκμ. 15 £80.
- H αξία του κτήματος με αρ. εγγραφής 9652 σύμφωνα με το Τεκμ. 16 ήταν £368.
- Σε ερώτηση αν πήρε λεπτομέρειες και έκαμε έρευνα για τις τουρκοκυπριακές περιουσίες ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν έχει κατά την άποψη του καμία σημασία ως προς την αξία του κτήματος το όνομα του ιδιοκτήτη. Γνωρίζει ότι τα τουρκοκυπριακά κτήματα βρίσκονται υπό κηδεμονία. Έβγαλε για το σκοπό αυτό φωτογραφίες, δεν ήταν σε θέση να βεβαιώσει αν υπήρχαν δέντρα ή όχι στο κτήμα. Υπήρχε μια σύγχυση ως προς το θέμα των συγκεκριμένων ζωνών αλλά δεν είχε εξετάσει τα παρακείμενα κτήματα όπως είπε ο μάρτυρας. Σε άλλη ερώτηση αν προγενέστερα της ετοιμασίας των δύο εκθέσεων του είχε ζητηθεί να βεβαιώσει για την αξία των κτημάτων, ο μάρτυρας είπε ότι αυτό μπορεί να έγινε, αν δεν τον απατά η μνήμη του, όπως χαρακτηριστικά είπε. Ο λόγος είναι γιατί ετοιμάζει περίπου 2.000 εκτιμήσεις το χρόνο και το θεωρεί σύνηθες να ερωτάται από ενδιαφερόμενους δικηγόρους ή τράπεζες να δώσει τη γνώμη του προφορικά για ένα κτήμα. Θυμάται, όπως χαρακτηριστικά είπε κατά προσέγγιση, ότι του ζητήθηκε η γνώμη από τον κ. Χαράλαμπο Ζόππο αλλά δεν θυμόταν ακριβώς πότε αυτό έγινε. Για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες υπογράφτηκε η συμφωνία και τα γεγονότα που προηγήθηκαν κατέθεσε η Εναγόμενη και ο σύζυγος της. Ο Jebbar Eyiam (M.Y.2) είπε ότι γεννήθηκε στην Πάφο
- Το 1950 μετανάστευσε στην Αυστραλία και τη σύζυγο του την παντρεύτηκε το 1957 στην Αυστραλία. Η Εναγόμενη η οποία κατέθεσε ως (Μ.Υ.3) είπε ότι γεννήθηκε το 1932 στην Πόλη Χρυσοχούς. Οι γονείς της ήταν τουρκικής καταγωγής, μιλούσαν τουρκικά, ήταν μουσουλμάνοι που ζούσαν στην Πόλη Χρυσοχούς είχαν δε και περιουσία στην Πόλη Χρυσοχούς. Η ίδια πήγε σε σχολείο στην Πόλη Χρυσοχούς και ως κάτοχος αγγλικού διαβατηρίου ταξίδευσε για πρώτη φορά στην Αυστραλία στις 10.10.1956 με στόχο τη μόνιμη εγκατάσταση. Το 1957 τέλεσε το γάμο της με τον J. Eyiam. Το 1970 επέστρεψε στην Κύπρο όπου της μεταβιβάστηκαν από τη μητέρα της τα δύο επίδικα κτήματα. Ο κ. J. Eyiam είπε ότι έχει ένα κοινό φίλο με τον Ενάγοντα, κάποιο Shaban, ο οποίος του γνώρισε τον Ενάγοντα και τον πληροφόρησε ότι επιθυμεί να αγοράσει τα χωράφια τους, τα οποία είναι, εν πάση περιπτώσει, "χασιμιά". Μετά από 4 - 5 μέρες ήρθε στο σπίτι τους ο Ενάγων ο οποίος ζήτησε και επήρε για να φωτοτυπήσει τα διαβατήρια της Εναγόμενης και του δόθηκαν τα Τεκμ. 21, 22 και
- Επίσης ζήτησε και επήρε και ένα χαρτί από το Immigration, όπως είπε. Η Εναγόμενη είπε ότι τον Ενάγοντα τον γνώρισα μέσω του Shaban αλλά τους γνώρισε και τους δύο την ίδια ημέρα. Όταν βρέθηκαν όπως χαρακτηριστικά είπε, όλοι μαζί, αυτοί μιλούσαν για τα κτήματα της. Όταν ρωτήθηκε από πού πληροφορήθηκαν οι παριστάμενοι την ύπαρξη των κτημάτων της αυτή είπε ότι ο Ενάγων έμαθε από αλλού, και σε κάποιο άλλο σημείο της μαρτυρίας της, είπε ότι όλοι στην Πόλη Χρυσοχούς ήξεραν ότι αυτή έχει κτήματα στην περιοχή. Στη συνάντηση ο Ενάγων της έλεγε, όπως είπε η Εναγόμενη, ότι έχει χάσει την περιουσία της και ότι ο ίδιος γνωρίζει τους κανόνες για να μπορέσει να της "δείξει" πώς να τα πουλήσει. Το ποσό το πρότεινε ο ίδιος, είπε χαρακτηριστικά η Εναγόμενη, και ήταν για $50.
- Σε σειρά ερωτήσεων διευκρίνισε ότι αυτό το ποσό ήταν μόνο η προκαταβολή. Κατά τη διάρκεια της συζήτησης η Εναγόμενη είπε ότι ο Ενάγων ζήτησε τα διαβατήρια της τα οποία και του παρέδωσε. Σε εισήγηση ότι ο Ενάγων ζήτησε μόνο ένα διαβατήριο απάντησε αρνητικά και περαιτέρω με έμφαση είπε ότι δεν παρέδωσε στον Ενάγοντα οποιαδήποτε άλλα χαρτιά. Σε εισήγηση του συνήγορου για τον Ενάγοντα, ότι ζήτησε και του παραδόθηκαν οι τίτλοι ιδιοκτησίας, η Εναγόμενη εμφαντικά απάντησε όχι, λέγοντας ότι ο Ενάγων ήθελε μόνο τα διαβατήρια για να μπορέσει να πωλήσει τα κτήματα. Βιαζόταν, είπε χαρακτηριστικά. Έφερνε κάτι χαρτιά, χωρίς να θυμάται τι ήταν, και το ποσό το πρότεινε ο ίδιος προτρέποντας την παράλληλα να μην επισκεφθεί δικηγόρο. Μόνος του ανεβοκατέβαζε τις τιμές είπε, και στο τέλος προσδιόρισε με έμφαση ότι ο Ενάγων αποφάσισε την τιμή διότι αυτός το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν το κέρδος, λέγοντας της ότι θα τα κανονίσει. Στο σημείο αυτό παρεμβάλλω τη μαρτυρία του κ. J. Eyiam ο οποίος είπε ότι το Τεκμ. 13, δηλαδή τη χειρόγραφη συμφωνία, την ετοίμασε ο Ενάγων και υπογράφτηκε με τη σύζυγο του. Ο Ενάγων είπε, μιλούσε με τη σύζυγο του για την τιμή, της είπε ότι χάθηκαν τα χωράφια και ότι ο ίδιος έχει τρόπο να τα αγοράσει, η σύζυγος του ζητούσε περισσότερα χρήματα, ο Ενάγων δεν τα έδιδε, υπήρχε, όπως χαρακτηριστικά είπε, ένα πήγαινε έλα, συζητούσαν για την τιμή ο ίδιος σε κάποιο στάδιο είπε ότι τους "βαρέθηκε" και τους δύο να κάμνουν παζάρι μεταξύ τους για την αξία των κτημάτων. Η Εναγόμενη παραδέχθηκε σε κάποιο στάδιο ότι υπέγραψε και μια άλλη συμφωνία με τον Ενάγοντα για να μπορέσει να πωλήσει τα κτήματα. Είχε πρόθεση να τα πωλήσει, όπως είπε, αλλά στην κατάλληλη τιμή. Το ποσό του ενός και πλέον εκατομμυρίου αυστραλιανών δολαρίων που καταγράφηκε στη συμφωνία ήταν λάθος, είπε με έμφαση. Σε ερώτηση πόσα αξίζει η περιουσία της, η μάρτυρας είπε ότι οι συγγενείς της που επισκέφθηκαν την Πόλη Χρυσοχούς την πληροφόρησαν ότι αξίζει πολύ περισσότερα. Χαρακτηριστικά είπε, ότι ένας συγγενής της επισκεπτόμενος την περιοχή, πληροφορήθηκε από ένα περιπτερά, ότι το κτήμα της αξίζει πολύ περισσότερα από την τιμή που συμφώνησε να το πωλήσει. Ο κ. J. Eyiam είπε ότι επισκέφθηκε δικηγόρο άμα "χάλασε" η δουλειά γιατί άλλαξαν γνώμη όταν έμαθαν τις τιμές στην Κύπρο. Τότε αποφάσισαν ότι "δεν πουλάμε". Είχε λάβει τηλεφώνημα από ένα εξάδελφο του ότι άρχισαν οι εκατέρωθεν επισκέψεις όπως είπε, μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων και ότι δεν πρέπει να πουλήσουν τα κτήματα τους φθηνά. Σε κάποιο στάδιο είπε ότι αν του δώσουν £156.000 τη σκάλα να το σκεφτεί να πωλήσει. Η Εναγόμενη είπε ότι πριν από περίπου τρία χρόνια είχε επισκεφθεί ξανά την Κύπρο και είχε αντιληφθεί ότι τα κτήματα της κατέχονται από άλλους. Τέλος ο σύζυγος της Εναγόμενης είπε ότι αν τους απαγορεύσουν να πωλήσουν τα κτήματα τους θα έχουν παράπονο. Ο Χαράλαμπος Πιττοκοπίτης (Μ.Υ.3) ως Λειτουργός Διαχείρισης στον Κλάδο Τουρκοκυπριακών Περιουσιών της Επαρχιακής Διοίκησης Πάφου, είπε ότι η επιτροπή αυτή συστάθηκε με στόχο τη διαχείριση των τουρκοκυπριακών περιουσιών. Τα δύο κτήματα που περιγράφονται στο Τεκμ. 4 σύμφωνα με τα στοιχεία που έλαβε η υπηρεσία από το Κτηματολόγιο, ανήκουν σε Τουρκοκύπρια, χαρακτηρίστηκαν τουρκοκυπριακή περιουσία και περιήλθαν υπό την κηδεμονία του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών με βάση τις πρόνοιες του Νόμου 139/
- Το τεμάχιο 64 έχει, όπως είπε ο μάρτυρας, παραχωρηθεί από τις 23.6.1988 στην οικογένεια του εκτοπισθέντα Αβραάμ Κυριάκου, ο οποίος το χρησιμοποιεί για εποχιακές καλλιέργειες. Το τεμάχιο 139 έχει παραχωρηθεί από τις 16.3.93 στην οικογένεια της εκτοπισθείσας Αθηνάς Τσιμοπούλου, η οποία το χρησιμοποιεί για γεωργικούς σκοπούς και συγκεκριμένα υπάρχουν μέσα ελαιόδεντρα. Οι συγκεκριμένες άδειες χρήσης ήτοι τα Τεκμ. 17 και 18 ανανεώνονται ετησίως Τεκμ. 19 και
- Δυνάμει της απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου με αριθμό 60821, ημερομηνίας 15.9.2004, επιτρέπεται στον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών να δίδει τη συγκατάθεση του για πώληση των τουρκοκυπριακών κτημάτων εφόσον ο ιδιοκτήτης ήταν στο εξωτερικό πριν από το
- Θα ξεκινήσω την αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας από τον κ. Χαράλαμπο Πιττοκοπίτη η μαρτυρία του οποίου μπορεί να χαρακτηριστεί "τυπική". Ο μάρτυρας κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τα γεγονότα που έχουν σχέση με την κατοχή και χρήση των κτημάτων της Εναγόμενης, τη μαρτυρία του οποίου αποδέχομαι. Ο κ. Ρίκκος Γιαννή δεν ήταν σε θέση να δώσει οτιδήποτε θετικό ή ουσιαστικό στην υπόθεση αυτή. Η ολότητα της μαρτυρίας του διανθιζόταν από ένα μπορεί, ένα νομίζω ή δεν θυμούμαι καλά. Για τίποτε το συγκεκριμένο που είχε σχέση με την παρούσα υπόθεση δεν ήταν σε θέση να πει. Η γραπτή (Τεκ. 15 και 16) εκτίμηση του μάρτυρα ως προς την αξία των κτημάτων δεν έχει αμφισβητηθεί, αλλά ο μάρτυρας αυτός δεν με έχει πείσει για την αξιοπιστία του όσον αφορά τα υπόλοιπα θέματα τα οποία κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Είναι δοσμένη αρχή ότι οι εμπειρογνώμονες, γιατί έτσι εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ο μάρτυρας, δεν αντικρίζονται με διαφορετικό φακό από το Δικαστήριο αλλά, όπως οι υπόλοιποι μάρτυρες. Ο κ. Χαράλαμπος Ζόππος ενώ η ουσιαστική του εμπλοκή στην υπόθεση ήταν μικρή και η εντύπωση που μου δημιούργησε ήταν πολύ καλή, προσπάθησε να αποστασιοποιηθεί, ανεπιτυχώς βρίσκω, από την ύπαρξη γνώσης ως προς την καταγωγή της Εναγόμενης. Απαντούσε αόριστα στο τι ήταν η Εναγόμενη, ενώ σε άλλο στάδιο της μαρτυρίας του είπε ότι ανησύχησε επειδή η Εναγόμενη ήταν Τουρκοκύπρια. Αυτό συνάδει και με την ανησυχία του και τις οδηγίες προς τον Ενάγοντα για να εξασφαλίσει πότε και κάτω από ποιες συνθήκες πήγε η Εναγόμενη στην Αυστραλία ή πως σήμερα ζει, δηλαδή κάτω από ποιο καθεστώς ζει στην Αυστραλία. Με αυτή την επιφύλαξη δέχομαι τη μαρτυρία του ως προς τα υπόλοιπα θέματα που, εν πάση περιπτώσει, είχαν μικρή εμπλοκή στην υπόθεση. Ο Ενάγων είχε ένα απλοϊκό τρόπο που έδιδε τις απαντήσεις του. Σύγχυζε λίγο τις ημερομηνίες, αλλά πιστεύω ότι ήταν ένας ειλικρινής μάρτυρας, ο οποίος ήρθε ενώπιον του Δικαστηρίου με σκοπό να θέσει τα γεγονότα όπως τα αντιλαμβανόταν έτσι ώστε να κατανοήσει το Δικαστήριο κάτω από ποιες συνθήκες έγινε η συγκεκριμένη συμφωνία. Ήταν λίγο ασαφής ο Ενάγων ως προς το τι λέχθηκε σε σχέση με την ιδιότητα της Εναγόμενης και το καθεστώς κάτω από το οποίο θα μπορούσε να αγοράσει τα κτήματα, αλλά πιστεύω ότι ήταν ειλικρινής όταν προσδιόριζε στο Δικαστήριο γιατί ζήτησε ένα τέτοιο ψηλό ποσό για αποζημίωση. Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες συμφωνήθηκε η αγορά και υλοποιήθηκε με την υπογραφή της συμφωνίας, βρίσκω τον Ενάγοντα ως ειλικρινή και αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Επίσης αποδέχομαι τη μαρτυρία του ως προς το τι ακολούθησε μετά την υπογραφή του προσυμφώνου, όπως το χαρακτήρισε, τον Οκτώβριο του
- Ο κ. Jebbar Eyiam ήταν πολύ ειλικρινής μάρτυρας. Στην απλότητα και στον ευθύ τρόπο που απαντούσε χρησιμοποιώντας την ελληνική γλώσσα, έδωσε κατά την άποψη μου, τη σωστή διάσταση των πραγμάτων ως προς το τι προηγήθηκε της συμφωνίας, τι έγινε κατά την υπογραφή της συμφωνίας και επίσης το λόγο για τον οποίο αποφάσισαν τελικώς τη μη υλοποίηση της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας. Για το λόγο αυτό τη μαρτυρία του την αποδέχομαι. Δεν μπορώ να πω το ίδιο για την Εναγόμενη η οποία ήταν έκδηλα απρόθυμη να πει την αλήθεια ενώπιον του Δικαστηρίου. Ήταν όντως παράδοξο και ταυτόχρονα έμεινε αναπάντητο το πως αντίγραφα των τίτλων ιδιοκτησίας βρέθηκαν στην κατοχή του Ενάγοντα, χωρίς να έχει ποτέ εισηγηθεί κανείς ότι ο Ενάγοντας τα εξασφάλισε από οποιαδήποτε άλλη πηγή, παρά από την Εναγόμενη. Στο σημείο αυτό βρίσκω ότι δεν έλεγε την αλήθεια. Παρόλο που στα δικόγραφα η συμφωνία είναι δεκτή η Εναγόμενη προσπάθησε με αοριστολογίες να αμφισβητήσει ακόμα και αυτή την ίδια τη συμφωνία. Ούτε για την τιμή πώλησης ήταν διατεθειμένη η Εναγόμενη να αποδεχθεί ότι είχε σε κάποιο στάδιο συμφωνήσει με τον Ενάγοντα. Έριχνε συνεχώς το βάρος και το φταίξιμο στον Ενάγοντα, ότι μόνος του ουσιαστικά αποφάσισε και προσδιόρισε την τιμή. Τίθεται βεβαίως το αναπάντητο ερώτημα. Αφού είναι ο Ενάγοντας που επέμενε, πώς η Εναγόμενη υπέγραψε τρεις συμφωνίες, δηλαδή το προσύμφωνο τον Οκτώβρη του 2002, τη συμφωνία το Δεκέμβρη του 2002 και τη συμφωνία που κατατέθηκε Τεκμ. 1, ημερομηνίας 8.1.
- Ούτε για το ποσό του 1.050.000 αυστραλιανών δολαρίων δεν μας είπε γιατί συμφώνησε. Προσποιείτο την ανήξερη στο τι προτίθετο να κάνει ο Ενάγων. Ούτε ακόμη είχε τη διάθεση να συμφωνήσει ότι εξέφρασε την επιθυμία πώλησης των κτημάτων της, λέγοντας ότι όλοι γνώριζαν ότι η ίδια είχε τα συγκεκριμένα κτήματα. Ένα τελευταίο στοιχείο που είναι κατά την άποψη μου επιβεβαιωτικό της πιο πάνω θέσης μου, ότι δηλαδή η Εναγόμενη ήλθε ενώπιον του Δικαστηρίου με σαφή πρόθεση να μην πει την αλήθεια, είναι η έκφραση της ότι ο Ενάγων ανεβοκατέβαζε τις τιμές, ωσάν να επρόκειτο για εξαναγκασμό, όταν κάτι τέτοιο δεν εισηγήθηκε στον Ενάγοντα, όταν έδιδε μαρτυρία, και παράλληλα έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη μαρτυρία του συζύγου της και με το περιεχόμενο της επιστολής του τότε Αυστραλού δικηγόρου της ημερομηνίας 16.5.
- Για τους πιο πάνω λόγους δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία της. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Ενάγοντα εισηγήθηκε ότι οι προβληθείσες από την Εναγόμενη προδικαστικές ενστάσεις, είναι ανυπόστατες και δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη. Η καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης και η λήψη περαιτέρω μέτρων αίρει, κάθε επιχείρημα για αντικανονικότητα. Ταυτόχρονα, ο Περί Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών Νόμος 139/91 δεν τυγχάνει εφαρμογής, υποστήριξε ο κ. Κορακίδης. Ο συνήγορος του Ενάγοντα επικαλέστηκε την ανυπαρξία μαρτυρίας για άσκηση πίεσης προς την Εναγομένη ή προβολή ψευδών παραστάσεων από τον Ενάγοντα. Η Εναγόμενη δεν ήταν κάτοικος του Ηνωμένου Βασιλείου ή των αποικιών, εισηγήθηκε ο κ. Κορακίδης, ήταν την επίδικη περίοδο Αυστραλιανή υπήκοος. Με την ιδιότητα αυτή συμβλήθηκε με τον Ενάγοντα, και όχι ως Τουρκοκύπρια. Αν το Δικαστήριο, συνέχισε ο συνήγορος, οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι η Εναγόμενη είναι «Τουρκοκύπρια» και ότι η περιουσία είναι «εγκαταληφθείσα», τότε πρέπει να θεωρήσει ότι οι διατάξεις του Νόμου είναι αντισυνταγματικές και ότι αντίκεινται σε διεθνείς συμβάσεις, περιλαμβανομένης της συνθήκης προσχώρησης της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η συνύπαρξη όλων των προαπαιτούμενων της κειμένης νομοθεσίας για την ειδική εκτέλεση της συμφωνίας, επιβάλλουν την επιτυχή κατάληξη της αγωγής του Ενάγοντα, είπε καταλήγοντας ο συνήγορος του Ενάγοντα. Αυτή την ίδια την αντισυνταγματικότητα της νομοθεσίας για τη διαχείριση των τουρκοκυπριακών περιουσιών και συγκεκριμένα του Νόμου 139/91, δεν μπορεί να την επικαλείται ο Ενάγοντας, εισηγήθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος της Εναγομένης, αφού τέτοια εισήγηση δεν καταγράφεται στα δικόγραφα. Ο κ. Γεωργίου επικαλέστηκε, εν πάση περιπτώσει, τη συνταγματικότητα του Ν. 139/91, όπως αυτή επιβεβαιώθηκε από τη νομολογία. Ταυτόχρονα ο συνήγορος χαρακτήρισε την Εναγόμενη ως Τουρκοκύπρια, τη δε περιουσία της «εγκαταληφθείσα» και βρισκόμενη στη νόμιμη κατοχή του Κηδεμόνα. Αυτή η περιουσία παραχωρήθηκε στη συνέχεια από τον Κηδεμόνα σε Ελληνοκύπριους εκτοπισθέντες. Η βεβαίωση της εφαρμογής των προνοιών του Ν. 139/91 επιφέρει, όπως εισηγήθηκε ο συνήγορος, την αναπόφευκτη αποδοχή της δεύτερης προδικαστικής ένστασης, αφού ο Κηδεμόνας δεν είναι διάδικος, ούτε επιδόθηκαν σ΄ αυτόν τα έγγραφα της αγωγής. Ισχύει, κατέληξε, και η εισήγηση για αντικανονικότητα που προβάλλεται στα δικόγραφα της Εναγομένης με την πρώτη της ένσταση. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση βρίσκω ότι ένας Τουρκοκύπριος με το όνομα Shaban, γνωστοποίησε στον Ενάγοντα την ύπαρξη των κτημάτων της Εναγομένης στην Πόλη Χρυσοχούς και την παράλληλη πρόθεση της τελευταίας να τα πωλήσει. Ο Ενάγων ήλθε σε επαφή με την Εναγόμενη και κατόπιν διαβουλεύσεων και συζητήσεων κατέληξαν σε προσύμφωνο, μια χειρόγραφη συμφωνία ημερομηνίας 28.10.2002 (Τεκ.13) και στη συνέχεια σε πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 8.1.2003 (Τεκ.1). Το έγγραφο κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο Πάφου για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης (Π.Ε. 275/03) στις 23.1.2003 (Τεκ.2). Το τίμημα πώλησης συμφωνήθηκε στο ποσό των $1.050.000 δολαρίων Αυστραλίας. Δόθηκε προς την Εναγόμενη προκαταβολή $150.000 δολάρια, που τελικώς σε μεταγενέστερο στάδιο, όπως είναι αποδεχτό αυτό επιστράφηκε στον Ενάγοντα. Στις 9.5.2003, ο Ενάγων γνωστοποιεί με επιστολή μέσω των τότε δικηγόρων του (Τεκ.9) την συγκέντρωση, σε τραπεζικό λογαριασμό, του υπόλοιπου του τιμήματος πώλησης και παράλληλα καλεί την Εναγομένη να το παραλάβει για να υλοποιηθεί η μεταβίβαση. Η Εναγομένη, επίσης μέσω του τότε δικηγόρου της, με επιστολή ημερομηνίας 16.5.03 (Τεκ.10) επιβεβαιεί την άρνησή της να προχωρήσει στην υλοποίηση της συμφωνίας, προβάλλοντας ισχυρισμό για ανεπαρκές τίμημα και εξασφάλιση συγκατάθεσης κάτω από συνθήκες παραπλανητικές. Ο πραγματικός λόγος, όπως βρίσκω, που ώθησε την Εναγόμενη να μην υλοποιήσει τη δέσμευση που ανέλαβε με τη συμφωνία Τεκ.1, και δεν προχώρησε σε μεταβίβαση των κτημάτων στον Ενάγοντα, είναι η επιθυμία της να εισπράξει μεγαλύτερο τίμημα πώλησης. Τα περί γνωστοποίησης από τρίτα πρόσωπα για τη μεγάλη αξία των κτημάτων της, δεν ήταν τίποτε άλλο παρά προφάσεις για να ικανοποιήσει την πιο πάνω επιθυμία της, δηλαδή την είσπραξη μεγαλύτερου ποσού. Μετά την άρνηση αυτή ο Ενάγων προχωρεί στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής στις 27.10.
- Η αξία των κτημάτων της Εναγομένης το Μάιο του 2003 ήταν, το μεν κτήμα με αριθμό εγγραφής 9651 £80.000, το δε κτήμα με αριθμό εγγραφής 9652 £368.000 (Τεκ. 15 και 16). Τα συγκεκριμένα δύο κτήματα περιήλθαν στην κατοχή του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, ο οποίος με τη σειρά του τα παραχώρησε σε τρίτα πρόσωπα (Τεκ. 17 και 18) και σήμερα κατέχονται από τις οικογένειες των εκτοπισθέντων Αβραάμ Κυριάκου και Αθηνά Τσιμοπούλου αντίστοιχα (Τεκ. 19 και 20). Θα αντικρίσω αρχικά τα εγειρόμενα θέματα αρχίζοντας από την πρώτη προδικαστική ένσταση. Η ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος, το διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, όπως και η Έκθεση Απαίτησης είχαν συνταχθεί και επιδοθεί στην Εναγόμενη στην ελληνική γλώσσα. Η αντικανονικότητα, κατά την εισήγηση του συνήγορου της Εναγομένης, έγκειται στη γνώση του Ενάγοντα ότι η Εναγόμενη δεν ήταν γνώστης της ελληνικής γλώσσας. Συμφωνώ επί του προκειμένου με την εισήγηση του συνηγόρου του Ενάγοντα, ότι υπάρχει κώλυμα έγερσης αυτής της ένστασης, όταν η Εναγόμενη, προχώρησε στο επόμενο βήμα. Καταχώρησε στις 9.12.2004 σημείωμα εμφάνισης χωρίς οποιαδήποτε επιφύλαξη, ούτε έλαβε οποιοδήποτε βήμα, σ΄ εκείνο το αρχικό στάδιο για άρση της αντικανονικότητας. Συνεπώς, κωλύεται να το εγείρει στο στάδιο αυτό, και η ένσταση αυτή απορρίπτεται. (Βλέπε El-Sayegh v. Credit Suisse
(1996)1 A.A.Δ. 836 στη σελίδα 842). Η δεύτερη προδικαστική ένσταση αφορά την εφαρμογή ή όχι των προνοιών του περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέματα Νόμος του 1991 (Ν. 139/91). Επειδή αποτελεί ουσιαστικά ένα από τα επίδικα θέματα της αγωγής, δεν μπορεί ν΄ αποφασιστεί σ΄ αυτό το στάδιο. Το πρώτιστο θέμα που θα με απασχολήσει επί της ουσίας, είναι αν έχει εφαρμογή ο Ν. 139/91στην προκειμένη περίπτωση και πως ενδεχομένως επηρεάζει τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Ως προς το σκοπό και την εμβέλεια εφαρμογής της νομοθεσίας αυτής, γίνεται εκτενής αναφορά στις υποθέσεις που με παρέπεμψαν αμφότεροι οι συνήγοροι, όπως: Γενικός Εισαγγελέας ν. Bahchecioglou
(1998)1 Α.Α.Δ. 426 και Κίτση ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)1 Α.Α.Δ.
- Στον ορισμό της λέξης «Τουρκοκύπριος» θα περιορίσω αρχικά την προσοχή μου. Ο κ. Κορακίδης επικαλούμενος την απουσία της ιδιότητας της υπηκόου του Ηνωμένου Βασιλείου από την Εναγόμενη, αφού η Αυστραλία δεν ήταν από το 1949 και μετά αποικία του Ηνωμένου Βασιλείου, εισηγήθηκε ότι η Εναγόμενη δεν είναι Τουρκοκύπρια αλλά Αυστραλή υπήκοος. Από την προσαχθείσα ενώπιόν μου μαρτυρία κάτι τέτοιο δεν μπορεί να εξαχθεί. Η Εναγόμενη αναντίλεκτα γεννήθηκε στην Πόλη Χρυσοχούς από μουσουλμάνους γονείς τουρκικής καταγωγής. Φοίτησε σε τουρκικό σχολείο και μητρική της γλώσσα ήταν η τουρκική. Εγκατέλειψε την Κύπρο στις 10.10.1956 και εγκαταστάθηκε στην Αυστραλία από τις 15.10.
- Έκτοτε έχει τη μόνιμη της διαμονή εκεί. Το 1957 παντρεύτηκε με τον επίσης μουσουλμάνο, Jebbar Eyiam, που και αυτός γεννήθηκε στην Κύπρο αλλά μετανάστευσε στην Αυστραλία το
- Η Εναγόμενη εξασφάλισε άδεια παραμονής στην Αυστραλία και ήταν παράλληλα κάτοχος αγγλικού διαβατηρίου, δηλαδή Βρετανική υπήκοος από το 1952 που είχε ισχύ μέχρι τις 23.3.
- Το άρθρο 198 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας προβλέπει ότι μέχρι της ψήφισης ειδικού Νόμου περί Ιθαγένειας, ισχύουν οι διατάξεις του παραρτήματος «Δ» της Συνθήκης Εγκαθιδρύσεως της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το κομβικό σημείο προσδιορισμού της απόκτησης της υπηκοότητας του Κυπρίου πολίτη, είναι η συνήθης διαμονή στην Κύπρο ενός υπηκόου του Ηνωμένου Βασιλείου ή των αποικιών, σε οποιονδήποτε χρονικό διάστημα της περιόδου των πέντε χρόνων πριν την υπογραφή της Συνθήκης. Στο παράρτημα «Δ» προσδιορίζεται ως συμφωνηθείσα ημερομηνία (agreed date) η 16 Φεβρουαρίου
- Η Εναγομένη, γεννήθηκε στην Πόλη Χρυσοχούς από μουσουλμάνους γονείς, μιλούσε την Τουρκική γλώσσα, και το σημαντικότερο ήταν κάτοχος αγγλικού διαβατηρίου από το
- Από την Κύπρο έφυγε ως πολίτης του Ηνωμένου Βασιλείου ή των αποικιών στις 10.10.
- Συνεπώς εμπίπτει στην παράγραφο 1 του άρθρου 2 του παραρτήματος «Δ» και είχε καταστεί στις 16.8.1960 πολίτης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 2 του Συντάγματος, όλοι οι πολίτες που έχουν ως μητρική γλώσσα την Τουρκική ή μετέχουν στις Τουρκικές πολιτιστικές παραδόσεις ή είναι μωαμεθανοί, αποτελούν την Τουρκική κοινότητα. Υπήρχε μια δυνατότητα για διαφορετική επιλογή ως προς την κοινότητα, με βάση τις πρόνοιες της παραγράφου
(4)του άρθρου 2, που εδώ δεν ασκήθηκε. Συνακόλουθα η Εναγόμενη, που είχε γονείς μωαμεθανούς, ως μητρική γλώσσα την Τουρκική και φοίτησε σε Τουρκικό σχολείο από της γεννήσεως της το 1932 μέχρι το 1956 που έφυγε από την Κύπρο, εντάσσεται για σκοπούς κοινοτικού διαχωρισμού, στην Τουρκική κοινότητα. Ένα άλλο σκέλος που συνηγορεί υπέρ αυτής της προσέγγισης είναι ο τρόπος που ο ίδιος ο Ενάγων αντίκρισε την Εναγόμενη, σ΄ όλο το στάδιο της διαδικασίας, πριν την έγερση από την ίδια του θέματος. Την αντιμετώπιζε ως Τουρκοκύπρια. Έτσι την αποκαλούσε ο Ενάγων. Θεώρησε σημαντικό να εξεταστεί αν ως Τουρκοκύπρια έφυγε από την Κύπρο πριν ή μετά το 1974 όπως υποστήριζε ο κ. Ζόππος, με προφανή στόχο. Στην ίδια τη συμφωνία Τεκ. 1, οι διάδικοι καταγράφουν ότι η Perihan είναι από την Κύπρο. Η ανησυχία του κ. Ζόππου υπήρχε και κατά το στάδιο της κατάθεσης της υπογραφείσας συμφωνίας στο Κτηματολόγιο, αφού και ο συνήγορος εξασφάλισε διευκρινίσεις ως προς την αποδοχή του εγγράφου. Αν ήταν οποιασδήποτε άλλης υπηκοότητας η Εναγόμενη, ποιος ο λόγος ανησυχίας. Παράλληλα στο ίδιο το κλητήριο ένταλμα η Εναγόμενη αναφέρεται ως προερχόμενη "από την Πάφο και τώρα στην Αυστραλία". Συνεπώς βρίσκω ότι η Εναγόμενη είναι Τουρκοκύπρια, που όπως άλλωστε, δεν αμφισβητήθηκε, έχει τη συνήθη διαμονή της στην Αυστραλία. Το δεύτερο θέμα που πρέπει να εξεταστεί είναι αν η εμβέλεια του Ν. 139/91 καλύπτει, μέσα στα πλαίσια του όρου «τουρκοκυπριακή περιουσία», και τα δύο κτήματα της Εναγόμενης. Είναι εύρημά μου ότι η τελευταία, ενώ είναι ιδιοκτήτρια των δύο τεμαχίων από το 1970, λείπει από την Κύπρο και βρίσκεται μόνιμα στην Αυστραλία από το 1956. Παρόμοια περίπτωση εξετάστηκε στην υπόθεση Bahchecioglou (ανωτέρω), που η Τουρκοκύπρια εφεσίβλητη έφυγε από το 1962 και όταν το 1994 διεκδίκησε την περιουσία της που είχε στις ελεύθερες περιοχές, το Εφετείο αποφάσισε και έκρινε ότι όντως ως «Τουρκοκύπρια» δεν κατοικούσε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές και ότι η περιουσία της ήταν «εγκαταληφθείσα περιουσία». Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω καλώς περιήλθε η περιουσία της στην κατοχή του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών. Συνακόλουθα, βρίσκω ότι η περιουσία της Εναγομένης εμπίπτει στις πρόνοιες του ορισμού "τουρκοκυπριακή περιουσία", άρθρο 2 Ν. 139/91. Το γεγονός ότι αυτή περιήλθε στη νομική κατοχή του Κηδεμόνα (βλέπε Υπουργός Εσωτερικών ν. Μυλωνά
(2002)1 Α.Α.Δ.) και ο τελευταίος, ασκώντας τις εξουσίες που του παρέχει η νομοθεσία προχώρησε και παραχώρησε τα δύο τεμάχια σε Ελληνοκύπριους εκτοπισθέντες, που τα κατέχουν μέχρι σήμερα, δεν αμφισβητήθηκε, όπως αυτό εξάγεται από τη μαρτυρία του κ. Χ. Πιττοκοπίτη. Το βασικό ερώτημα που αναφύεται τώρα, είναι αν η ύπαρξη των προνοιών του Ν. 139/91 αναστέλλει, περιορίζει ή με οποιοδήποτε τρόπο εμποδίζει το νόμιμο ιδιοκτήτη ακίνητης περιουσίας, αφού στην προκειμένη υπόθεση δεν αμφισβητήθηκε η ιδιοκτησία, να την αξιοποιήσει ή ακόμα και να την πωλήσει. Σε παρόμοιο ερώτημα που υπέβαλα στον συνήγορο της Εναγομένης, κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων, είπε ότι το δικαίωμα ιδιοκτησίας υπερκαλύπτεται με βάση το δίκαιο της ανάγκης. Υπερτερεί κατέληξε, η σχετική πρόνοια του άρθρου 5 του Νόμου, που αναθέτει την άσκηση των δικαιωμάτων του ιδιοκτήτη και την ανάληψη των υποχρεώσεων του που πηγάζουν από την ιδιοκτησία, στον Κηδεμόνα. Βεβαίως, στην προκειμένη περίπτωση, υπάρχει το οξύμωρον η ιδιοκτήτρια, που όπως αποτελεί εύρημά μου, με ελεύθερη βούληση και πλήρη συνείδηση των πράξεών της, προχώρησε σε συμφωνία πώλησης των κτημάτων της, επικαλείται τώρα τις πρόνοιες του Ν. 139/91 για να ξεφύγει από τις υποχρεώσεις της, αφού, όπως επίσης αποτελεί εύρημά μου, δεν υλοποίησε τη συμφωνία γιατί θεώρησε, εκ των υστέρων, το συμφωνηθέν τίμημα πώλησης χαμηλό. Για ν΄ απαντηθεί το βασικό αυτό ερώτημα πρέπει να δούμε τις σχετικές πρόνοιες του Νόμου. Το άρθρο 5 αναφέρει ότι ο Κηδεμόνας, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων που του παρέχονται με βάση τις πρόνοιες του Νόμου, έχει όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του ιδιοκτήτη. Παράλληλα, το άρθρο 6 του Νόμου εξειδικεύει, χωρίς τους περιορισμούς του άρθρου 5, τις αρμοδιότητες του Κηδεμόνα. Ταυτοχρόνως, επιβάλλεται υποχρέωση στον Κηδεμόνα να ενεργεί ώστε να εξυπηρετούνται τα συμφέροντα των προσφύγων (άρθρο 7). Την έκταση των αρμοδιοτήτων του Κηδεμόνα, με την χρήση των λέξεων του άρθρου 5 «όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις του ιδιοκτήτη», πρέπει το Δικαστήριο να ερμηνεύσει. Πιστεύω ότι δεν υπάρχει ξεκάθαρος ορισμός των «δικαιωμάτων» και «υποχρεώσεων» αφού κατ΄ αρχήν περιορίζονται με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 6 και ιδιαίτερα σε σχέση με ακίνητη περιουσία τις υποπαραγράφους (i)-(ii) της παραγράφου (η), του άρθρου αυτού. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Bahchecioglou και σε άλλες υποθέσεις όπως Κωνσταντινίδης ν. Υπουργός Εσωτερικών Πολ. Έφ. 12035, ημερ. 27.6.2006, η καταφυγή στο προοίμιο του Νόμου γίνεται μόνο, όταν δεν υπάρχει σαφής προσδιορισμός στην σχετική διάταξη. Το προοίμιο του Νόμου 139/91 αναφέρει: «Επειδή, συνεπεία της μαζικής μετακίνησης του Τουρκοκυπριακού πληθυσμού ως αποτέλεσμα της Τουρκικής εισβολής στις περιοχές που κατέχονται από τις Τουρκικές δυνάμεις εισβολής και της απαγόρευσης υπό τις δυνάμεις αυτές τις διακίνησης του πληθυσμού αυτού στις περιοχές της Κυπριακής Δημοκρατίας, εγκαταλείφθηκαν περιουσίες που αποτελούνται από κινητή και ακίνητη ιδιοκτησία, Και επειδή για την προστασία των περιουσιών αυτών κατέστη απαραίτητη η άμεση λήψη μέτρων, Και επειδή μεταξύ των μέτρων που λήφθηκαν περιλαμβανόταν και η διαχείριση των περιουσιών αυτών από ειδική επιτροπή που συστάθηκε με διοικητικές διευθετήσεις, Και επειδή κατέστη αναγκαία η νομοθετική ρύθμιση του θέματος των Τουρκοκυπριακών περιουσιών στη Δημοκρατία.» Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Παπαντωνίου
(1992)2 Α.Α.Δ. 403 το Εφετείο τόνισε, χωρίς να εξειδικεύει, ότι η επιτάσσουσα αρχή, όπως ήταν τότε, είχε όλα τα δικαιώματα και συμφέροντα του εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη. Η άμεση κατοχή και διαχείριση, με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 6 του Νόμου, εναποτίθεται στον Κηδεμόνα σε σχέση με τις Τουρκοκυπριακές περιουσίες, αναφέρθηκε στην υπόθεση Σπύρου ν. Κ. Πολεμίδια
(1998)1 Α.Α.Δ. 307. Ο σκοπός του Νόμου προδιαγράφεται στο προοίμιο, τονίστηκε στην υπόθεση Κίτση ν. Γενικός Εισαγγελέας
(2001)1 Α.Α.Δ. 1077 στη σελίδα 1078. Στην σελίδα 1088 σημειώνεται με σαφήνεια ότι ο Κηδεμόνας διορίζεται για να διαχειρίζεται τις Τουρκοκυπριακές περιουσίες με βάση το άρθρο 6 του Νόμου. Σκοπός δε του Νόμου είναι η προσωρινή προστασία, δεν επιβάλλεται επίταξη αλλά απλώς διαχείριση. Η θέσπιση του Νόμου ήταν αναγκαία, αναφέρθηκε στην υπόθεση Υπουργός Εσωτερικών ν. Μυλωνά
(2002)1 Α.Α.Δ. 120, μεταξύ άλλων, η προστασία και διαφύλαξη των Τουρκοκυπριακών περιουσιών ως αποτέλεσμα της βίαιης μετακίνησης των ιδιοκτητών στα κατεχόμενα. Βλέπουμε δηλαδή υιοθέτηση του λεκτικού του προοιμίου του Νόμου, για σκοπούς ερμηνείας των εξουσιών του Κηδεμόνα. Η ίδια προσέγγιση επαναλαμβάνεται στην υπόθεση Σολομωνίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2003)1 Α.Α.Δ. 1275, για να τονιστεί ότι τα μέτρα που λήφθησαν δεν είχαν σκοπό την στέρηση των δικαιωμάτων των νομίμων ιδιοκτητών, αλλά την προσωρινή για όσο θα χρειαστεί, προστασία και διαχείριση των Τουρκοκυπριακών περιουσιών. Επιστέγασμα αυτής της προσέγγισης, ότι δηλαδή σκοπός του Νόμου ήταν η προσωρινή διαχείριση των Τουρκοκυπριακών περιουσιών και όχι η μόνιμη απόκλιση των νομίμων εγγεγραμμένων ιδιοκτητών από την άσκηση των δικαιωμάτων που πηγάζουν από αυτές, έστω και χωρίς τη λήξη της έκρυθμης κατάστασης [βλέπε Κωνσταντινίδης (ανωτέρω)], ήταν η υπόθεση Arif Moustafa v. Υπουργού Εσωτερικών αρ. 125/2004, ημερ. 24.9.2004. Το Δικαστήριο αναφερόμενο στο σκοπό του Νόμου, όπως προδιαγράφεται στο προοίμιο, τονίζει ότι δεν είναι άλλος παρά η προστασία των εγκαταλειφθεισών περιουσιών ως αποτέλεσμα της πληθυσμιακής μετακίνησης των Τουρκοκυπρίων. Η προστασία επιβαλλόταν ως εκ της απουσίας των ιδιοκτητών. Συνεπώς βρίσκω ότι η προσφερόμενη στον Κηδεμόνα εξουσία περιορίζεται στις εξουσίες που αναφέρονται στο άρθρο 6 και άμεσα ή ακόμη και έμμεσα πηγάζουν από αυτές, πάντοτε με γνώμονα τη διαχείριση μιας περιουσίας όταν λείπει ή δεν εμφανίζεται ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης της. Το ιδιοκτησιακό καθεστώς δεν μεταβάλλεται ποσώς. Δεν επιδέχεται καμιά έκπτωση ούτε περιορισμό. Από τα γεγονότα της υπόθεσης Bahchecioglou (ανωτέρω), εξάγεται το πιο πάνω δεδομένο. Η Κυπριακή Δημοκρατία αναγνωρίζουσα το συνταγματικό δικαίωμα της ιδιοκτησίας [άρθρο 32
(1)], όχι μόνο αποδέχτηκε την εφεσίβλητη ως ιδιοκτήτρια, αλλά της επέτρεψε να διαθέσει την ακίνητη της περιουσία, μεταβιβάζοντας το 1990 μέρος της περιουσίας στα παιδιά της. Ταυτόχρονα, το Δικαστήριο επιδίκασε στην Εφεσίβλητη αποζημίωση, για την προ της 1.7.1991 ημερομηνία (θέσπισης του Νόμου), παράνομη κατοχή της περιουσίας της από τη Δημοκρατία. Αυτό καταδεικνύει ότι το δικαίωμα της ιδιοκτησίας βρίσκεται έξω από το πλαίσιο και τις πρόνοιες του Νόμου, συνεπώς δεν καταλέγεται στις εξουσίες του Κηδεμόνα, αφού δεν σχετίζεται με τη διαχείριση της περιουσίας πολίτη της Δημοκρατίας. Η επιβίωση της Κυπριακής Δημοκρατίας από τον κίνδυνο κατάρρευσης ως συνέπεια της Τουρκικής εισβολής ήταν ο κύριος στόχος σειράς νομοθεσιών, όπως του Νόμου 139/91, λέχθηκε στην υπόθεση Σολομωνίδης (ανωτέρω). Οι τραγικές συνέπειες της Τουρκικής εισβολής, ο ξεριζωμός μεγάλου μέρους του πληθυσμού με τη συνακόλουθη οδυνηρή για τους εκτοπισθέντες απώλεια, δεν μπορούσε παρά ν΄ αντιμετωπιστεί με νομοθετικά μέτρα, όπως το Νόμο 139/91. [Βλέπε Chimonides v. Manglis
(1967)1 C,L.R. 125 και Σολομωνίδης (ανωτέρω)]. Η παρέκκλιση από τη νομιμότητα με την αυστηρή έννοια, επιτρέπεται για το ευρύτερο συμφέρον και είναι επιτρεπτή (βλέπε Aristides v. R.
(1983)3 C.L.R. 1507). Το στάθμισμα του ιδιωτικού δικαιώματος έναντι του ευρύτερου κοινωνικού, αποτελεί το κριτήριο, τονίστηκε στην υπόθεση Aloupas v. National Bank
(1983)1 C.L.R.
- Στις υποθέσεις αυτές έκαμε αναφορά ο κ. Γεωργίου. Το δικαίωμα όμως του ιδιοκτήτη να διαθέσει την περιουσία του, όπως ο ίδιος επιθυμεί πέραν από το ότι, όπως έχω ήδη αναφέρει, βρίσκεται έξω από το γράμμα του Νόμου (139/91) και δεν εμπίπτει στη δυνατότητα περιορισμού άσκησης εξουσιών από τον Κηδεμόνα, δεν μπορεί με κανένα τρόπο να περιοριστεί, παρά όπως το Σύνταγμα ορίζει. Θα πρόσθετα στο σημείο αυτό ότι η διατήρηση άθικτου του ιδιοκτησιακού καθεστώτος κάθε περιουσίας Κυπρίου πολίτη πρέπει ν΄ αποτελεί δημοσία πολιτική. Η εισβολή και οι συνέπειες της δεν αποτελούν τροχοπέδη στην αναγκαιότητα εφαρμογής των δικαιωμάτων των πολιτών, όπως του εκλέγειν, όπως λέχθηκε στην υπόθεση Aziz v. Cyprus 69949, ημερ. 22.6.
- Η αρχή της δημόσιας πολιτικής αναλύθηκε στην υπόθεση Pilavachi v. International Chemical
(1965)1 C.L.R. 97. Μια συμφωνία μπορεί να κριθεί άκυρη αν αντιβαίνει στη δημόσια πολιτική (βλέπε Λεμύδου ν. Πετράκη
(1998)1 Α.Α.Δ. 941). Το άρθρο 26 του Συντάγματος προστατεύει το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι. Υπάρχει δημοσία πολιτική, όπως τονίστηκε στην υπόθεση Πετράκη (ανωτέρω) στη σελίδα 951, που επιβάλλει τη διατήρηση των συμβάσεων που έχουν ελεύθερα συνομολογηθεί μεταξύ ικανών συμβαλλομένων. Το δικαίωμα της ιδιοκτησίας δεν έχει ατονήσει σε κανένα στάδιο και η κάθε υπόθεση έστω και αν η περιουσία είναι στην κατοχή του Κηδεμόνα εξετάζεται με βάση τα δικά της δεδομένα. Η υπόθεση Arif Moustafa (ανωτέρω) υιοθετώντας το έλασσον, δηλαδή την κατοχή της περιουσίας από τον ιδιοκτήτη, δακτυλοδείχνει με το πιο σαφή τρόπο το μείζον, που δεν είναι άλλο παρά η δυνατότητα διάθεσης της περιουσίας από το εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη της. Με γνώμονα τα πιο πάνω βρίσκω ότι η παρουσία ή εμπλοκή του Κηδεμόνα στη διαδικασία δεν ήταν αναγκαία, συνεπώς και η δεύτερη προδικαστική ένσταση της Εναγομένης απορρίπτεται. Λαμβανομένου υπόψη ότι θεωρώ τη συμφωνία πώλησης των κτημάτων (Τεκ. 1), σε ισχύ, θα εξετάσω το υπαίτιο μέρος για τη μη υλοποίηση της μεταβίβασης, συνεπώς της παράβασης των όρων της σύμβασης. Όπως έχω ήδη αποδεχθεί η Εναγόμενη από τις 16.5.2003 γνωστοποίησε με το πιο σαφή τρόπο μέσω της επιστολής του τότε δικηγόρου της, ότι δεν θα προχωρούσε στη μεταβίβαση. Η αιτία, όπως έχω αποδεχθεί, ήταν η επιθυμία της να εξασφαλίσει μεγαλύτερη τιμή, για την πώληση των κτημάτων της, από την συμφωνηθείσα. Συνακόλουθα η συμφωνία δεν έχει υλοποιηθεί και ένοχος για τη μη υλοποίηση της ήταν η Εναγόμενη. Ο Ενάγων επιδιώκει εφαρμογή της συμφωνίας με βάση τις πρόνοιες του περί Πώλησης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου, Κεφ. 232. Η συμφωνία είναι γραπτή ημερ. 8.1.2003 (Τεκμ. 1). Αυτή κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης στις 28.1.2003 (Τεκμ. 3). Στις 9.5.2003 ο Ενάγων ζήτησε από την Εναγόμενη να μεταβιβάσει ενός εφτά ημερών. Αυτή δεν προχώρησε σε μεταβίβαση. Η αγωγή καταχωρίστηκε στις 27.10.2003, ήτοι πέντε μήνες και εννέα μέρες από τη γνωστοποίηση της άρνησης για μεταβίβαση. (Επιστολή ημερ. 16.5.2003 Τεκ. 10) Δηλαδή δεν εξέπνευσε η προθεσμία των έξι μηνών που επιβάλλει το άρθρο 2 του Νόμου, Κεφ. 232. Βλέπε Ερωτοκρίτου ν. Θεοδώρου
(1997)1 Α.Α.Δ. 1800, Δρυάδη . Καλησπέρα
(1998)1 Α.Α.Δ. 867 και Σπύρου ν. Aristo Dev.,
(2004)1 A.A.D. 1159. Συνακόλουθα ο Ενάγων έχει πετύχει στην αξίωση του. Eκδίδεται διάταγμα για ειδική εκτέλεση της συμφωνίας ημερ. 8.1.2003, με τη μεταβίβαση των κτημάτων στην Εναγόμενη, αφού πληρωθεί στην Εναγόμενη η αντιπρόσωπο της μια ημέρα προηγουμένως το τίμημα πώλησης. Η υλοποίηση της μεταβίβασης και η πληρωμή αναστέλλονται για περίοδο 30 ημερών, λαμβανομένου υπόψη ότι αμφότεροι οι διάδικοι είναι μόνιμοι κάτοικοι Αυστραλίας. Ως αποτέλεσμα της θετικής κατάληξης για τον Ενάγοντα, η ανταπαίτηση δεν έχει έρεισμα και απορρίπτεται με έξοδα. Τα έξοδα της υπόθεσης, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγόμενης. (Υπ.) .............................................. Κ. Παμπαλλής, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής .ΜΙ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο