← Κύπρος

Ανδρέας Λάρδος ν. Ευστάθιος Ευαγγέλου, Αρ.Αγωγής: 3411/03, 15.9.06

Ανδρέας Λάρδος ν. Ευστάθιος Ευαγγέλου, Αρ.Αγωγής: 3411/03, 15.9.06 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2006:A37 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ.Αγωγής: 3411/03 Μεταξύ: Ανδρέας Λάρδος Ενάγοντος και Ευστάθιος Ευαγγέλου Εναγόμενου -------------------------------- Ημερομηνία: 15.9.06 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Κ. Μανώλη Εναγόμενος: απών -------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Η απαίτηση αφορά το ποσό των Λ.Κ.32,25 σεντ, το οποίο αντιπροσωπεύει υπόλοιπο λογαριασμού για ποσότητα βενζίνης που ο Εναγόμενος αγόρασε και παρέλαβε από τον Ενάγοντα κατά το έτος

  1. Ο Εναγόμενος με την μια και μοναδική παράγραφο της Υπεράσπισής του αρνείται ότι οφείλει στον Ενάγοντα το πιο πάνω ποσό. Αποτελεί ισχυρισμό του ότι εξόφλησε τον Ενάγοντα στις 15.1.03 και ως εκ τούτου κανένα ποσό δεν του οφείλει. Η πλευρά του Εναγόμενου παρουσίασε πρώτη την υπόθεσή της. Γι' αυτήν κατέθεσαν ο ίδιος ο Εναγόμενος και ο Γεώργιος Σαρίδης (ΜΥ 2). Για την πλευρά του Ενάγοντα ο ίδιος ο Ενάγοντας και ο αδελφός του και συνέταιρός του Κυριάκος Λάρδος (ΜΕ 2). Ο Εναγόμενος στην διά ζώσης μαρτυρία του ανέφερε, ότι τον Ενάγοντα τον γνωρίζει από το έτος
  2. Ο τελευταίος διαχειρίζεται πρατήριο βενζίνης και ο Εναγόμενος αγόραζε καύσιμα από το πρατήριο του με πίστωση. Είχαν δε συμφωνήσει μεταξύ τους όπως ο Εναγόμενος ξοφλά το υπόλοιπο στο τέλος κάθε μήνα. Η απαίτηση του Ενάγοντα προέκυψε από ποσότητα βενζίνης που αγόρασε από το πρατήριο του Ενάγοντα τον Δεκέμβριο του
  3. Για την βενζίνη αυτή ο Ενάγοντας χρέωσε τον λογαριασμό του με το ποσό των Λ.Κ.32,25 σεντ. Στις 15.1.03 επισκέφθηκε το πρατήριο του Ενάγοντα και έβαλε βενζίνη στο αυτοκίνητό του. Την ημέρα εκείνη μαζί του μέσα στο αυτοκίνητο ήταν και ο Γεώργιος Σαρίδης, από την Γεωργία, ΜΥ
  4. Ο Κυριάκος Λάρδος (ΜΕ 2) του έβαλε βενζίνη και ακολούθως ο Εναγόμενος πλήρωσε σε αυτόν το ποσό των Λ.Κ.50,00 σεντ προς πλήρη εξόφληση του λογαριασμού του. Δεκαοχτώ λίρες για την βενζίνη που αγόρασε εκείνη την ημέρα και Λ.Κ.32,00 σεντ για την βενζίνη που είχε αγοράσει τον Δεκέμβριο του 2002 και την οποία χρωστούσε. Με το ποσό των Λ.Κ.50,00 σεντ ο Εναγόμενος ξοφλούσε, γιατί ο Κυριάκος Λάρδος του είχε «χαρίσει» τα 25 σεντ. Αντεξεταζόμενος αρνήθηκε, υποβολή, ότι η απαίτηση του Ενάγοντα είναι για χρέος που δημιουργήθηκε τον Σεπτέμβριο του έτους 2003 και επέμενε, ότι το χρέος για το οποίο κινήθηκε η αγωγή δημιουργήθηκε τον Δεκέμβριο του 2002 και ξοφλήθηκε. Άλλωστε, σύμφωνα με τον Εναγόμενο, η 15.1.03 ήταν η τελευταία φορά που επισκέφθηκε το πρατήριο του Ενάγοντα για να αγοράσει βενζίνη. ΜΥ 2 ήταν ο Γεώργιος Σαρίδης. Ο μάρτυρας αυτός διετέλεσε υπάλληλος του Εναγόμενου στο παρελθόν. Τον Ιανουάριο του 2003 είχε πάει με τον Εναγόμενο στο πρατήριο του Ενάγοντα, για να βάλει βενζίνη ο τελευταίος στο αυτοκίνητό του και για να τακτοποιήσει κάποιο χρέος που είχε με τον Ενάγοντα. Ο Εναγόμενος είχε κατέβει από το αυτοκίνητό του για να πληρώσει. Άκουσε την συνομιλία μεταξύ του καταστηματάρχη και του Εναγόμενου. Συγκεκριμένα ο καταστηματάρχης του είχε αναφέρει το χρέος των Λ.Κ.32,25 σεντ και ότι τα 25 σεντ δεν τα ήθελε. Επιπρόσθετα τον πληροφορούσε, ότι η βενζίνη που του είχε βάλει την ημέρα εκείνη ήταν Λ.Κ.18,00 σεντ. Τέλος, άκουσε τον Εναγόμενο, που είπε στον καταστηματάρχη ότι του έδινε Λ.Κ.50,00 σεντ και του ζητούσε να διαγράψει το υπόλοιπο που χρωστούσε. Δεν γνωρίζει για ποιο χρέος ήταν οι Λ.Κ.32,00 σεντ. Ο Ενάγοντας στην διά ζώσης μαρτυρία του ανέφερε, ότι ο Εναγόμενος ήταν πελάτης του από το 2000 μέχρι το
  5. Έβαζε βενζίνη από το πρατήριό του με πίστωση και ξοφλούσε στο τέλος κάθε μήνα. Το ποσό των Λ.Κ.32,25 σεντ ήταν το συνολικό ποσό που προέκυψε από αγορά βενζίνης σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις. Και οι δύο αγορές πραγματοποιήθηκαν τον μήνα Σεπτέμβριο του
  6. Το χρέος του Ενάγοντα το σημείωσε σε βιβλίο. Στο βιβλίο αυτό σημειώνει τις οφειλές όλων των πελατών του. Αντίγραφο της σελίδας του βιβλίου που αφορά τον Εναγόμενο κατατέθηκε από τον μάρτυρα και σημειώθηκε ως Τεκμήριο Α. Τόσο ο ίδιος όσο και ο αδελφός του (ΜΕ 2) του ζήτησαν να τακτοποιήσει το χρέος, πλην όμως ο Εναγόμενος δεν ανταποκρίθηκε με αποτέλεσμα το χρέος να εξακολουθεί να παραμένει. ΜΕ 2 κατέθεσε ο Κυριάκος Λάρδος. Είναι συνιδιοκτήτης του πρατηρίου με τον Ενάγοντα. Ο Εναγόμενος επισκέφθηκε για τελευταία φορά το πρατήριό τους τον Σεπτέμβριο του
  7. Αγόρασε βενζίνη αξίας Λ.Κ.32,25 σεντ. Επειδή, όμως, είχε καθυστερήσει πολύ να ξοφλήσει το πιο πάνω ποσό, τον υπενθύμισε αρκετές φορές που έτυχε να τον συναντήσει στο δρόμο. Παρά τις υποσχέσεις του ο Εναγόμενος ουδέποτε πήγε στο πρατήριο να πληρώσει. Παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες ενόσω έδιναν μαρτυρία ενώπιόν μου και είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω τόσο τον τρόπο με τον οποίο αυτοί απάντησαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους τέθηκαν όσο και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Κατ' αρχή, θα πρέπει να λεχθεί ότι η παρούσα υπόθεση ως πολιτική τοιαύτη κρίνεται επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων και ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου είτε μερικώς (Βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου

(1988)1 ΑΑΔ 263 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207). Λέχθηκε, επίσης, ότι η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (Βλ. Χάρης Χρίστου ν. Ευγενία Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454). Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω και αφού έλαβα υπόψη μου το σύνολο της προσκομισθείσας μαρτυρίας, όπως αυτή είναι καταγραμμένη στα πρακτικά, προχωρώ στην αξιολόγηση των μαρτύρων. Ο Εναγόμενος ενώ με την Υπεράσπισή του ισχυρίζεται, ότι ξόφλησε το χρέος που αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης, καμία μαρτυρία δεν προσκόμισε που να υποστηρίζει τον ισχυρισμό του αυτό. Η υπό αυτού προσκομισθείσα μαρτυρία ήταν άσχετη με τα επίδικα θέματα. Ενώ συγκεκριμένα η απαίτηση του Ενάγοντα είναι για οφειλή, που δημιουργήθηκε τον Σεπτέμβριο του 2003, η μαρτυρία του Εναγόμενου αναφερόταν σε χρέος που δημιουργήθηκε τον Δεκέμβριο του 2002 και, κατ' ισχυρισμό του Εναγόμενου, ξοφλήθηκε τον Ιανουάριο του 2003. Συνεπώς, οι ισχυρισμοί του Εναγόμενου περί εξόφλησης του αναφερόμενου στην Έκθεση Απαίτησης χρέους δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο. Γενικά, ο Εναγόμενος δεν μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Ο τρόπος και το ύφος με το οποίο κατέθεσε δεν με έπεισαν για την αλήθεια των υπόλοιπων ισχυρισμών του. Από την μαρτυρία του δέχομαι μόνο ότι ήταν πελάτης του Ενάγοντα και ότι είχε συμφωνήσει με τον Ενάγοντα να αγοράζει βενζίνη από το πρατήριό του με πίστωση και να πληρώνει το οφειλόμενο ποσό στο τέλος κάθε μήνα. Το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας του δεν γίνεται αποδεκτό και απορρίπτεται. Ο ΜΥ 2, όπως και ο Εναγόμενος, στην διά ζώσης μαρτυρία του αναφέρθηκε σε περιστατικό που, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, έλαβε χώρα στο πρατήριο του Ενάγοντα πριν την δημιουργία του επίδικου χρέους. Η μαρτυρία του κρίνεται άσχετη με τα επίδικα θέματα για τους ίδιους ακριβώς λόγους που κρίθηκε άσχετη και η μαρτυρία του Εναγόμενου. Συνεπώς, η μαρτυρία του δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο και απορρίπτεται. Τόσο ο Ενάγοντας όσο και ο ΜΕ 2 μου έκαναν πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρες της αλήθειας. Απαντούσαν με ευθύτητα στις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβλήθηκαν και δεν έδειχναν να έχουν οποιοδήποτε ενδοιασμό για τις απαντήσεις τους, οι οποίες ήταν αυθόρμητες και δεν φάνηκε να τις υπολογίζουν από πριν. Αναφορικά με το θέμα της πληρωμής, ήταν ιδιαίτερα πειστικοί ότι το οφειλόμενο ποσό δεν έχει μέχρι σήμερα εξοφληθεί. Παρέμειναν δε σταθεροί στην μαρτυρία τους μέχρι τέλους χωρίς να πέσουν σε αντιφάσεις και χωρίς η μαρτυρία τους να κλονισθεί παρά την μακρά αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκαν. Αποδέχομαι την μαρτυρία τους στην ολότητά της. Θα πρέπει να λεχθεί, ότι στις περιπτώσεις που υπάρχει παραδοχή από μέρους του εναγόμενου κάποιου χρέους και ισχυρισμός εξόφλησής του δημιουργείται ειδικό βάρος απόδειξης της εξόφλησης. Το ειδικό βάρος απόδειξης αφορά την ανάγκη παρουσίασης ικανοποιητικής μαρτυρίας για την υποστήριξη ενός επίδικου θέματος ή ενός ισχυρισμού που μετατοπίζει το βάρος στην άλλη πλευρά να απαντήσει ικανοποιητικά για να αποσείσει εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα που δημιουργήθηκε (Βλ. Θεοδόσης Ιορδάνου ν. Δήμου Ζήνωνος
(1998)1 ΑΑΔ 652). Ως αποτέλεσμα της πιο πάνω αξιολόγησης θα πρέπει να θεωρηθεί, ότι ο Εναγόμενος απέτυχε να αποσείσει το βάρος αυτό. Όμως, το ότι ο Εναγόμενος απέτυχε να αποσείσει το βάρος απόδειξης της εξόφλησης δεν σημαίνει αυτόματα, ότι ο Ενάγοντας απέδειξε την απαίτησή του ανεξάρτητα από την μαρτυρία του. Και αυτό γιατί το γενικό βάρος απόδειξης το φέρει καθόλη τη διάρκεια της δίκης ο Ενάγοντας και το βάρος αυτό δεν μετατοπίζεται, ούτε και μπορεί να μετατοπιστεί στους ώμους του Εναγόμενου (Βλ. Θεοδόσης Ιορδάνου ν. Δήμου Ζήνωνος πιο πάνω). Αναφορικά με την ύπαρξη του χρέους, αυτή, σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του Εναγόμενου, είναι παραδεχτή. Συνεπώς, είναι αχρείαστο να αποφασίσω αναφορικά με την αποδειχτική αξία του Τεκμηρίου Α. Ο Ενάγοντας, όμως, έχει το βάρος να αποδείξει, ότι το οφειλόμενο ποσό δεν ξοφλήθηκε. Εφόσον η υπό του Ενάγοντα προσκομισθείσα μαρτυρία κρίθηκε ως αξιόπιστη και έγινε αποδεχτή, ο Ενάγοντας θα πρέπει να θεωρηθεί, ότι απέσεισε το βάρος απόδειξης αναφορικά με το ζήτημα αυτό. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Ο Ενάγοντας είναι ιδιοκτήτης πρατήριου βενζίνης, που βρίσκεται στην Πάφο. Ο Εναγόμενος ήταν πελάτης του Ενάγοντα. Είχε συμφωνήσει με τον Ενάγοντα να αγοράζει βενζίνη από το πρατήριο του τελευταίου με πίστωση και να ξοφλά το υπόλοιπο στο τέλος κάθε μήνα. Κατά τον μήνα Σεπτέμβριο του 2003 αγόρασε από το πρατήριο του Ενάγοντα βενζίνη σε δύο ξεχωριστές περιπτώσεις. Το συνολικό κόστος της βενζίνης που αγόρασε ήταν Λ.Κ.32,25 σεντ. Ο Εναγόμενος δεν πλήρωσε το πιο πάνω ποσό και εξακολουθεί να το οφείλει μέχρι σήμερα. Το μόνο θέμα που παραμένει προς εξέταση από το Δικαστήριο είναι κατά πόσο ο Ενάγοντας δικαιούται στην πληρωμή του τιμήματος. Σε σύμβαση για πώληση αγαθών το δικαίωμα για αγωγή για το τίμημα καθορίζεται από το άρθρο 56 του Περί Πωλήσεως Αγαθών Νόμου, Ν.10(Ι)/94, όπως τροποποιήθηκε (από τώρα και στο εξής «ο Νόμος»), το εδάφιο 1 του οποίου προνοεί τα ακόλουθα: «Όταν, δυνάμει σύμβασης πώλησης η κυριότητα των αγαθών μεταβιβαστεί στον αγοραστή και ο αγοραστής εσφαλμένα αμελεί ή αρνείται να πληρώσει για τα αγαθά σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης ο πωλητής δύναται να εναγάγει για το τίμημα των αγαθών». Από το πιο πάνω εδάφιο καθίσταται έκδηλο, ότι για να δικαιούται ο πωλητής το τίμημα πρέπει να ικανοποιηθούν δύο προϋποθέσεις: ο αγοραστής πρέπει να έχει εσφαλμένα (wrongfully) αμελήσει ή αρνηθεί να πληρώσει το τίμημα σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης και η κυριότητα των αγαθών πρέπει να έχει μεταβιβαστεί στον αγοραστή. Στην υπό εξέταση περίπτωση ικανοποιούνται και οι δύο προϋποθέσεις. Ο χρόνος πίστωσης που είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων για το επίδικο χρέος, δηλαδή, το τέλος του μήνα Σεπτεμβρίου του 2003, είχε παρέλθει χωρίς ο Εναγόμενος να πληρώσει το τίμημα. Μάλιστα, ο Εναγόμενος είχε ειδοποιηθεί αρκετές φορές μετά την λήξη της προθεσμίας ή του συμφωνηθέντος χρόνου πίστωσης από τον ΜΕ 2 να πληρώσει χωρίς ουδέποτε να ανταποκριθεί. Υπό τις περιστάσεις η άρνηση ή η παράλειψη του Εναγόμενου να πληρώσει το τίμημα είναι άνευ νομίμου αιτίας. Η κυριότητα των αγαθών, δηλαδή, της βενζίνης, που ο Εναγόμενος αγόρασε και στις δύο περιπτώσεις έχει μεταβιβαστεί στον ίδιο. Σύμφωνα με το άρθρο 18 του Νόμου: «Όταν υπάρχει σύμβαση πώλησης μη εξακριβωμένων αγαθών η κυριότητα αυτών δεν μεταβιβάζεται στον αγοραστή, εκτός αν και μέχρις ότου τα αγαθά εξακριβωθούν». Σύμφωνα με το άρθρο 19
(1)του Νόμου: «Όταν υπάρχει σύμβαση πώλησης συγκεκριμένων αγαθών ή αγαθών που εξακριβώθηκαν η κυριότητα αυτών μεταβιβάζεται στον αγοραστή σε τέτοιο χρόνο όπως είναι η πρόθεση των μερών για να μεταβιβαστεί». Ο Νόμος δεν δίδει τον ορισμό για τα μη εξακριβωμένα αγαθά (unascertained goods). Προκύπτει, όμως, από την Νομολογία, ότι όταν η σύμβαση πώλησης δεν είναι για συγκεκριμένα αγαθά (specific goods), τότε είναι σύμβαση πώλησης για μη εξακριβωμένα αγαθά (Βλ. Kursell v. Timber Operators & Contractors
(1927)1 KB 298 και Re Wait
(1927)1 Ch. 606). «Συγκεκριμένα αγαθά» είναι, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου, αγαθά που προσδιορίσθηκαν και συμφωνήθηκαν κατά την σύναψη της σύμβασης πώλησης. Προκύπτει σαφώς, ότι οι δύο συμβάσεις πώλησης που συνομολογήθηκαν τον Σεπτέμβριο του 2003 μεταξύ των διαδίκων ήταν συμβάσεις πώλησης για μη εξακριβωμένα αγαθά. Από τον συνδυασμό των άρθρων 18 και 19
(1), που αναφέρθηκαν πιο πάνω, προκύπτει, ότι σε μη εξακριβωμένα αγαθά δεν μπορεί να μεταβιβαστεί η κυριότητα πριν τα αγαθά εξακριβωθούν και συμφωνηθούν. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει, ότι η κυριότητα απαραίτητα μεταβιβάζεται μόλις τα αγαθά εξακριβωθούν. Σύμφωνα με το άρθρο 19
(1)η κυριότητα μεταβιβάζεται σύμφωνα με την πρόθεση των μερών. Στην υπό εξέταση περίπτωση, που τα μέρη δεν καθόρισαν την πρόθεσή τους ρητά, χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στο άρθρο 23
(1)του Νόμου, το οποίο περιέχει κανόνα εξακριβωτικό της πρόθεσης των μερών: «Όταν υπάρχει σύμβαση πώλησης μη εξακριβωμένων ή μελλοντικών αγαθών με περιγραφή και αγαθά της περιγραφής αυτής και σε παραδόσιμη κατάσταση υπαχθούν χωρίς όρους στη σύμβαση είτε από τον πωλητή με την συγκατάθεση του αγοραστή είτε από τον αγοραστή με την συγκατάθεση του πωλητή, τότε η κυριότητα των αγαθών μεταβιβάζεται στον αγοραστή. Τέτοια συγκατάθεση δύναται να είναι ρητή ή σιωπηρή και δύναται να γίνεται είτε πριν είτε μετά την υπαγωγή τους στη σύμβαση». Σύμφωνα με το πιο πάνω άρθρο η κυριότητα μεταβιβάζεται όταν τα αγαθά υπαχθούν χωρίς όρους στην σύμβαση (unconditionally appropriated to the contract) από το ένα μέρος με την συγκατάθεση του άλλου μέρους. Για να υπάρξει υπαγωγή χωρίς όρους πρέπει τα μέρη να έχουν την πρόθεση όπως τα αγαθά υπαχθούν στην σύμβαση ανέκκλητα (irrevocably) (Βλ. Carlos Federspiel & Co S. A. v. Twigg (Charles) & Co
(1957)1 Lloyd's Rep. 240). Στην υπό εξέταση περίπτωση και σύμφωνα με τα πιο πάνω χωρίς όρους υπαγωγή στην σύμβαση της βενζίνης, την οποία ο Εναγόμενος προμηθεύτηκε από το γκαράζ του Ενάγοντα, έχομε και τις δύο φορές όταν αυτή χορηγήθηκε στο αυτοκίνητο του Εναγόμενου. Η συγκατάθεση του Εναγόμενου ήταν σιωπηρή και δόθηκε εκ των προτέρων (Βλ. Edwards v. Ddin
(1976)1 WLR 942). Επομένως, εφόσον η συγκατάθεση προηγήθηκε της υπαγωγής η κυριότητα μεταβιβάστηκε όταν έλαβε χώρα η υπαγωγή. Στην υπόθεση R v. McHugh
(1977)RTR 1 αποφασίσθηκε, ότι σε ένα σταθμό βενζίνης, είτε αυτός είναι σταθμός στον οποίο οι πελάτες αυτοεξυπηρετούνται, είτε όχι, η κυριότητα στην βενζίνη μεταβιβάζεται όταν αυτή χορηγείται ή αδειάζεται στο αυτοκίνητο του πελάτη. Υπό το φως των πιο πάνω ο Ενάγοντας έχει αποδείξει την απαίτησή του και συνεπώς δικαιούται στην πληρωμή του τιμήματος. Συνακόλουθα εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των Λ.Κ.32,25 σεντ πλέον νόμιμο τόκο πλέον έξοδα όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.