Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Ιωάννας Κλεάνθους, Αρ. Υπόθεσης: 2056/04, 19.9.2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2006:A39 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2056/04 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου εναντίον Ιωάννας Κλεάνθους Κατηγορούμενης ------------- Ημερομηνία: 19.9.2006 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου Για την Κατηγορούμενη : κ. Ν. Τσιαπαλής Κατηγορούμενη : παρούσα ------------ Α Π Ο Φ Α Σ Η Η κατηγορούμενη σύμφωνα με το κατηγορητήριο αντιμετωπίζει 4 κατηγορίες. Παραδέχθηκε τις κατηγορίες 2, 3 και 4 ενώ αρνήθηκε ενοχή στην 1η για την οποία ακολούθησε ακροαματική διαδικασία. Η Κατηγορούσα Αρχή, για απόδειξη της υπόθεσής της, κάλεσε τρεις μάρτυρες: Τον αστυφύλακα 3202 Δ. Δημητρίου, ως Μ.Κ. 1, την Κ. Λεμονιάτη, ως Μ.Κ. 2 και τέλος, τον αστυφύλακα 1827 Μ. Καλλή, ως Μ.Κ.
- Ο Μ.Κ. 1 κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του, μεταξύ άλλων, παρουσίασε στο Δικαστήριο την ανακριτική κατάθεση που πήρε από την κατηγορούμενη καθώς και τις δύο γραπτές κατηγορίες που της προσήψε (η πρώτη με αναφορά στον παραπονούμενο Γιαννάκη Πέγκερο, για τον οποίο της προσάφθηκε η 2η κατηγορία και η δεύτερη, σύμφωνα με την πρώτη κατηγορία που αναφέρεται σ' αυτή, με αναφορά στον παραπονούμενο Μωυσή Σιμιλλίδη, για τον οποίο της προσάφθηκε η 1η κατηγορία - υπό κρίση - σύμφωνα με το κατηγορητήριο). Βλ. τα Τεκμήρια 1, 2 και 3 αντίστοιχα. Επιπλέον, ο Μ.Κ. 3, κατά τη διάρκεια της δικής του μαρτυρίας, παρουσίασε στο Δικαστήριο τη γραπτή κατάθεση του Μωυσή Σιμιλλίδη που πήρε ο ίδιος, με ημερομηνία 15.6.2003 καθώς και τη συμπληρωματική αυτής και κάποιας άλλης, με ημερομηνία 20.6.2003, την οποία είχε στην κατοχή του και πήρε από τον παραπονούμενο ο Μ.Κ. 1 στις 14.7.
- Βλ. τα Τεκμήρια 4 και
- Τέλος, εκ συμφώνου κατατέθηκε στο Δικαστήριο και φωτοαντίγραφο κάποιου εγγράφου «ιατρικού πιστοποιητικού», κατά τους εκπροσώπους των δύο πλευρών, με αναφορά στον παραπονούμενο Μωυσή Σιμιλλίδη. Το εν λόγω έγγραφο, του Τμήματος Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών, χωρίς οποιαδήποτε αναφορά σε κάποιο συγκεκριμένο νοσοκομείο, σημειώθηκε ως Τεκμήριο 6, ενώ το περιεχόμενό του, δηλώθηκε ως κοινό παραδεκτό γεγονός και ως τέτοιο, εγκρίθηκε από το Δικαστήριο. Μετά το πέρας της υπόθεσης της Κατηγορίας, υπήρξε εισήγηση εκ μέρους της Υπεράσπισης, πως δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορούμενης. Η εισήγηση δεν έγινε δεχτή, η κατηγορούμενη κλήθηκε σε απολογία και όταν της εξηγήθηκαν τα δικαιώματά της σύμφωνα με το Νόμο, επέλεξε τη σιωπή. Διατείνεται η Κατηγορούσα Αρχή, με αναφορά στην ενώπιόν μου μαρτυρία και κατά βάση στο περιεχόμενο των δύο καταθέσεων του παραπονούμενου καθώς και στην ιατρική μαρτυρία, ότι πέτυχε να αποδείξει την ενοχή της κατηγορούμενης, στην κατηγορία που της προσάπτει, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Εκ διαμέτρου αντίθετη είναι η θέση της Υπεράσπισης, η οποία, δια του κ. Τσιαπαλή, δικηγόρου της κατηγορούμενης, προέβαλε την κεντρική θέση, πως δεν υπάρχει μαρτυρία που να συνδέει την πελάτιδά του, με το υπό αναφορά αδίκημα. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο, είτε της μαρτυρίας είτε των εκατέρωθεν αγορεύσεων. ΄Ο,τι έχει λεχθεί καταγράφηκε και ασφαλώς θα ληφθεί υπόψη και το ίδιο φυσικά ισχύει και για το περιεχόμενο των διαφόρων τεκμηρίων. Στο κατάλληλο στάδιο θα διαφανεί, ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Και τούτο, στο βαθμό που κάτι τέτοιο κριθεί αναγκαίο. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες ενώ κατάθεταν ενόρκως ενώπιόν μου. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά τους, τις αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης ενός εκάστου αυτών, αναφορικά με τα διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο καθώς και την ύπαρξη τυχόν προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση. Σ' ό,τι αφορά την κατάθεση της κατηγορούμενης (βλ. Τεκμήριο 1), έχω κατά νου, ότι, καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109), το βάρος που θ' αποδοθεί στα διάφορα μέρη της, επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, που είναι ο κριτής των γεγονότων της υπόθεσης. Αρχίζοντας από το Μ.Κ. 1, αστυφύλακα 3202 Δημητρίου, θα έλεγα ότι η εντύπωση που έχω σχηματίσει για την ποιότητα της μαρτυρίας του, είναι μάλλον φτωχή. Ο εν λόγω μάρτυρας, που θα πρέπει να θεωρηθεί και ως ο εξεταστής της υπόθεσης, - λαμβάνοντας υπόψη τις ενέργειες στις οποίες έχει προβεί - είμαι της γνώμης πως δεν επέδειξε τη δέουσα σοβαρότητα κατά τη διερεύνησή της, έχοντας κατά νου, βασικά, τον τρόπο με τον οποίο χειρίστηκε το θέμα της αναγνώρισης της κατηγορούμενης, (ύποπτης κατά τον ουσιώδη χρόνο) από τους δύο παραπονούμενους. Πέραν αυτού, από μια και μόνο αναφορά του, διέγνωσα και κάποια προκατάληψη εκ μέρους του έναντι της κατηγορούμενης, ως προς τη σχέση της με το αδίκημα που της καταλογίζεται ότι διέπραξε. Ακολουθεί η αναγκαία αιτιολογία. Απαντώντας σε μια από τις πρώτες ερωτήσεις που του υποβλήθηκε από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής, ανάφερε ότι: «Στις 15.6.2003 και περί ώρα 16:00 καταγγέλθηκε στο Τ.Α.Ε. Πάφου από το Μωυσή Σιμιλλίδη από τη Χλώρακα, ότι την ίδια μέρα και περί ώρα 03:00, στο υπαίθριο νυχτερινό κέντρο Fever, που βρίσκεται στην Πλαζ Γεροσκήπου, η κατηγορούμενη παράνομα του έριξε γυάλινο ποτήρι στο μάτι, όπου του προκάλεσε βαριά σωματική βλάβη, ήτοι, διαμπερές τραύμα δεξιού οφθαλμού». Παρόλα αυτά, μελετώντας το περιεχόμενο της κατάθεσης του παραπονούμενου, ίδιας ημερομηνίας (Τεκμήριο 4), όχι μόνο απουσιάζει οποιαδήποτε ονομαστική αναφορά στην κατηγορούμενη, αλλά, αντίθετα, διάχυτη είναι η αίσθηση, ότι ο παραπονούμενος ούτε και γνώριζε ποια ήταν μέχρι εκείνη τη στιγμή. Ακολουθεί παράθεση αυτούσιων, μερικών αποσπασμάτων από την εν λόγω κατάθεση, για του λόγου του αληθές: «Κατά η ώρα 03:00 ενώ εσυζητούσα μαζί με κάποιο φίλο μου, αντιλήφθηκα μια κοπέλα να βρίσκεται σε απόσταση πέντε μέτρων περίπου μπροστά μου ................................................................. ..................................................................................................................................................................................... .................................................Εγώ με την κοπέλα αυτή δεν την γνωρίζω μόνο φατσικά, και ότι είναι φίλη με το Γιώργο. ..................................................................................................................................................................................... ................................................. Η κοπέλα αυτή ήταν κανονικού αναστήματος, λεπτής σωματικής διάπλασης, σγουρά μακριά μαλλιά και ήταν νεαρής ηλικίας.» ΄Οτι ο παραπονούμενος δε γνώριζε την κατηγορούμενη κατά τον ουσιώδη χρόνο, επιβεβαιώνεται και από το περιεχόμενο της κατάθεσής του, ημερομηνίας 14.7.2003 (βλ. το Τεκμήριο 5) όπου με την τελευταία πρόταση, δηλώνει ευθέως ότι μετά έμαθε το όνομα της. Από τα πιο πάνω, προκύπτει σαφώς, ότι ο παραπονούμενος Μωυσής Σιμιλλίδης, ούτε κατάγγειλε μα ούτε και μπορούσε να καταγγείλει ονομαστικά την κατηγορούμενη στις 15.6.2003, για οτιδήποτε έχει αναφέρει ο Μ.Κ. 1. Δεν προτίθεμαι να πω πολλά, σχετικά με το θέμα της αναγνώρισης της κατηγορούμενης στις 14.7.2003 από τους δύο παραπονούμενους και την όλη διαδικασία που «ακολούθησε» ο Μ.Κ. 1. Οι αρχές που διέπουν το θέμα, αναφέρονται σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου και σε μερικές από αυτές, με παράπεμψε και ο ευπαίδευτος δικηγόρος της κατηγορούμενης, προκειμένου, για λόγους που έχει αναφέρει, να καταδείξει ότι η όλη διαδικασία που ακολουθήθηκε από το Μ.Κ. 1 στην παρούσα υπόθεση, ήταν παράτυπη σε τέτοιο βαθμό, ώστε να στερείται οποιασδήποτε αποδεικτικής αξίας. Βλ. Πουτζιουρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 309 - με αναφορά στο σύγγραμμα Evidence του Cross, 5η έκδοση, σελ. 57, Ρωσσίδη ν. Δημοκρατίας
(1983)2 Α.Α.Δ. 391, Χ"Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ 174, Σοφοκλέους ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 259 κ.ο.κ. Βλ. και το σύγγραμμα «Η Απόδειξη» του Γ.Π. Κακογιάννη σελ. 754 επ. . Η ουσία του πράγματος επί του προκειμένου, έχοντας κατά νου τις σχετικές αρχές, είναι ότι ο τρόπος που ενήργησε ο μάρτυρας και η διαδικασία που ακολούθησε κατά την αναγνώριση της κατηγορούμενης από τους δύο παραπονούμενους, είναι τέτοια, που την καθιστούν (διαδικασία) παράτυπη εξ' υπαρχής και στερούμενη αποδεικτικής αξίας. Και τούτο, έχοντας κατά νου, ότι ο μάρτυρας, παρότι φαίνεται να γνώριζε ποια διαδικασία έπρεπε να είχε ακολουθηθεί, για διεξαγωγή έγκυρης και κανονικής αναγνωριστικής παράταξης, εντούτοις, τίποτε απ' όσα έπρεπε, έχει τηρήσει. ΄Ενα μόνο θέλω να πω. Ενώ η σχετική Αστυνομική Διάταξη αρ. 3/8 που αναφέρεται στις αναγνωριστικές μεθόδους, στην παράγραφο 4, παραθέτει με κάθε λεπτομέρεια την ακολουθητέα διαδικασία πριν την έναρξη και κατά την αναγνωριστική παράταξη, ο μάρτυρας, ομολόγησε στο Δικαστήριο, ότι βασικά αυτό που έκανε με την κατηγορούμενη, ήταν να την παρουσιάσει στους παραπονούμενους, οι οποίοι απλά κλήθηκαν στο σταθμό για να δηλώσουν αν είναι αυτή που τους τραυμάτισε. Και βεβαίως, ενώ ο μάρτυρας ανάφερε, ότι η κατηγορούμενη καθώς και οι παραπονούμενοι, κλήθηκαν στο γραφείο του για να γίνει εκ νέου μια τελευταία αναγνώριση της πρώτης, δεν είπε πότε, που, πως και από ποιον αναγνωρίστηκε προηγουμένως η κατηγορούμενη. Και κάτι ακόμη. Ο ισχυρισμός του, ότι οι πιο πάνω κλήθηκαν για να γίνει εκ νέου μια τελευταία αναγνώριση της κατηγορούμενης, αποκαλύπτει ότι η όποια αναγνώριση έγινε καθ' υποβολή. Επί του προκειμένου, θα έλεγα ότι ο μάρτυρας ήταν ειλικρινής. Οι παραπονούμενοι απλά κλήθηκαν να αναγνωρίσουν την κατηγορούμενη. Τίποτα πέραν αυτού. Και ο λόγος, σύμφωνα πάντοτε με το μάρτυρα, γιατί θεωρήθηκε πολύ βοηθητικό τόσο από τον ίδιο όσο και από τους ανώτερους του, για την πλήρη εξιχνίαση της υπόθεσης. Και κάτι τελευταίο. Πώς είναι δυνατό ο μάρτυρας να προσάπτει γραπτές κατηγορίες εναντίον της κατηγορούμενης στις 18.6.2003 και ένα περίπου μήνα μετά και συγκεκριμένα στις 14.7.2003, να υποβάλλει την κατηγορούμενη σε διαδικασία αναγνώρισης, για να διαπιστωθεί αν όντως αυτή τραυμάτισε τους δύο παραπονούμενους; Αυτό το γεγονός, δεν αποκαλύπτει προκατάληψη και αρνητική προδιάθεση εκ μέρους του μάρτυρα έναντι της κατηγορούμενης ή στην καλύτερη γι' αυτόν περίπτωση, αβεβαιότητα ως προς το κατά πόσο είναι η κατηγορούμενη που τραυμάτισε τους δύο παραπονούμενους; Η εντύπωση μου για την ποιότητα της μαρτυρίας της Μ.Κ. 2, είναι εξαιρετική. Η εν λόγω μάρτυρας που ήταν παρούσα στο νυχτερινό κέντρο Fever κατά τον ουσιώδη χρόνο, είμαι πεπεισμένος ότι κατάθεσε αληθώς στο Δικαστήριο για ό,τι είδε, είπε, άκουσε και έκανε. Υπήρξε ειλικρινής, πειστική, αυθόρμητη και αντικειμενική και σε καμία περίπτωση διέγνωσα στο πρόσωπό της, διάθεση για εύνοια οποιασδήποτε πλευράς. Παρότι αντεξετάστηκε από τον ευπαίδευτο δικηγόρο της κατηγορούμενης, δεν κατέστη δυνατό να κλονιστεί η αξιοπιστία της σε κανένα σημείο. Κατά συνέπεια, η μαρτυρία της γίνεται δεκτή στο σύνολο της. Δεκτή στο σύνολό της, είναι και η μαρτυρία του Μ.Κ. 3, αστυφύλακα 1827 Μ. Καλλή, η οποία υπήρξε τυπική. Ο εν λόγω μάρτυρας περιορίστηκε να καταθέσει στο Δικαστήριο τις δύο καταθέσεις του παραπονούμενου Μωυσή Σιμιλλίδη (Τεκμήρια 4 και 5) και δεν αντεξετάστηκε. Δεν προτίθεμαι να πω πολλά, αναφορικά με το περιεχόμενο των δύο καταθέσεων του παραπονούμενου Μυωσή Σιμιλλίδη. Και οι δύο αποτελούν εξ ακοής μαρτυρία και παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο από το Μ.Κ. 3 που τις είχε στην κατοχή του, ενώ από αυτές η πρώτη (Τεκμήριο 4) λήφθηκε από το μάρτυρα. Ο παραπονούμενος, δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, είτε για να αντεξεταστεί ως προς το περιεχόμενο των καταθέσεών του είτε για να δοθεί η ευκαιρία στην Υπεράσπιση να του υποβάλει τη θέση της, ως προς τα γεγονότα. Πέραν αυτού, η δεύτερη κατάθεση (Τεκμήριο 5) προέκυψε ως αποτέλεσμα της διαδικασίας αναγνώρισης της κατηγορούμενης από τους δύο παραπονούμενους, στην οποία την υπόβαλε ο Μ.Κ.
- Με δεδομένη την κατάληξη μου για την εγκυρότητα της εν λόγω διαδικασίας, δε νομίζω να χρειάζεται να προσθέσω οτιδήποτε άλλο, για να αιτιολογήσω την απόφασή μου να μην αποδώσω οποιαδήποτε αξία στο περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου. Ωστόσο, υπάρχει ακόμη ένας λόγος για τον οποίο θεωρώ πως για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης, δε θα πρέπει να βασιστώ στο περιεχόμενο των δύο καταθέσεων του παραπονούμενου, πέραν από το γεγονός, ότι η μαρτυρία του θα πρέπει να θεωρηθεί ως η κύρια και ουσιαστική μαρτυρία. Η κατάθεση του ημερομηνίας 14.7.2003 (Τεκμήριο 5), δόθηκε «συμπληρωματικά» των καταθέσεων του που έδωσε στην αστυνομία στις 15.6.2003 και 20.6.
- Ως προς την πρώτη, υποθέτω ότι πρόκειται για το Τεκμήριο 4, το οποίο ουδόλως μπορεί να λεχθεί ότι συνδέει την κατηγορούμενη καθοιονδήποτε τρόπο με το αδίκημα που της καταλογίζεται. Η άλλη όμως, ημερομηνίας 20.6.2003, δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Αυτό το γεγονός, σε συνδυασμό και με την απουσία του παραπονούμενου από το Δικαστήριο, μου δημιουργεί επιπλέον αμφιβολίες, ως προς το κατά πόσο μπορεί να βασιστώ στο περιεχόμενο του τεκμηρίου 5 και στην ουσία μαζί με διάφορα άλλα στοιχεία μαρτυρίας, να καταδικάσω την κατηγορούμενη στη σχετική κατηγορία. Επομένως, για όλους τους πιο πάνω λόγους, δεν μπορώ να προσδώσω καμιά αξία στο περιεχόμενο της μαρτυρίας του παραπονούμενου, που συν τοις άλλοις, είναι ελλειπής και τούτο γιατί, δεν έχει τεθεί ενώπιον μου, η κατάθεση ημερομηνίας 20.6.2003, που παρεμβάλλεται ανάμεσα στις άλλες δυο. ΄Ο,τι απομένει να εξεταστεί, είναι κατά πόσο προκύπτει από το περιεχόμενο της ανακριτικής κατάθεσης της κατηγορούμενης, ομολογία ενοχής, ή έστω, κατά πόσο από τα διάφορα μέρη της εν λόγω κατάθεσης, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 6 καθώς και από τη μαρτυρία της Μ.Κ. 2, μπορεί να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα, ότι η κατηγορούμενη διέπραξε το αδίκημα. Και ποιο συγκεκριμένα, ότι τραυμάτισε το Μωυσή Σιμιλλίδη, με τον τρόπο και κατά το χρόνο που της αποδίδεται από την Κατηγορούσα Αρχή. Απαντώ αμέσως στο ερώτημα. Από το περιεχόμενο της ανακριτικής κατάθεσης της κατηγορούμενης, δεν προκύπτει ομολογία ενοχής είτε άμεση είτε έμμεση. Το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 6, στο οποίο καταγράφονται τα ευρήματα κατά την ιατρική εξέταση του Μωυσή Σιμιλλίδη και η «πιθανότητα» προέλευσής τους, πλην όμως, χωρίς οποιαδήποτε σύνδεση με την κατηγορούμενη. Τέλος, παρότι έχω δεχθεί στο σύνολό της, τη μαρτυρία της Μ.Κ. 2, εντούτοις , για δύο λόγους, δεν μπορώ από αυτή, είτε αυτοτελώς είτε σε συνδυασμό με διάφορα άλλα στοιχεία μαρτυρίας, να οδηγηθώ σε ασφαλές συμπέρασμα, ότι είναι η κατηγορούμενη που τραυμάτισε τον παραπονούμενο και κατ' επέκταση, ότι διέπραξε το σχετικό αδίκημα. Ο πρώτος λόγος, είναι ότι δεν προκύπτει από τη μαρτυρία της Μ.Κ. 2, - η οποία είπε ότι είδε την κατηγορούμενη να ρίχνει ποτήρια προς όλες τις κατευθύνσεις, αφού στο μεταξύ είχε τραυματιστεί το πρώτο πρόσωπο - ότι το δεύτερο παιδί «νεαρός» που πρόσεξε να έχει τραυματιστεί, τραυματίστηκε από ποτήρι και συγκεκριμένα, από τα ποτήρια που είδε να ρίχνει η κατηγορούμενη προς όλες τις κατευθύνσεις. Ο δεύτερος και σημαντικότερος λόγος, είναι ότι, η μάρτυρας, ακόμη και αν κατάθετε κατά τρόπο σαφή, κατηγορηματικό και ξεκάθαρο, ότι είδε ένα ή περισσότερα από τα ποτήρια που πέταξε η κατηγορούμενη, να κτυπά και να τραυματίζει το δεύτερο νεαρό, δεν υπάρχει μαρτυρία που να συνδέει τον εν λόγω νεαρό, με τον παραπονούμενο Μωυσή Σιμιλλίδη. Συμπερασματικά λοιπόν βρίσκω και αποδέχομαι, ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο και συγκεκριμένα, κατά τη διάρκεια κάποιου επεισοδίου που έλαβε χώρα στο νυχτερινό κέντρο Fever στη Γεροσκήπου, στο οποίο συμμετείχε και η κατηγορούμενη, τραυματίστηκαν δύο πρόσωπο. Ωστόσο, ενώ για το ένα από τα δύο πρόσωπα, το πρώτο κατά σειρά στη βάση όσων ανάφερε η Μ.Κ. 2, μπορώ με ασφάλεια να πω, ότι ο τραυματισμός του συνδέεται με το υπό αναφορά επεισόδιο αλλά και ότι προέκυψε από ενέργειες της κατηγορούμενης, δεν μπορώ να πω το ίδιο και για το άλλο πρόσωπο. Ούτε και νομίζω πως χρειάζεται να ασχοληθώ με οτιδήποτε άλλο και ιδιαίτερα με τη νομική πτυχή της υπόθεσης, για να καταλήξω. Οι ευπαίδευτοι εκπρόσωποι των δύο πλευρών, στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων, υιοθετώντας βασικά το περιεχόμενο της αγόρευσής τους, κατά το στάδιο που το Δικαστήριο κλήθηκε να αποφανθεί κατά πόσο αποδείχθηκε ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορούμενης, με κάλεσαν: η κα Παπαλαζάρου που εκπροσωπεί την Κατηγορούσα Αρχή να κρίνω ένοχη την κατηγορούμενη στη σχετική - πρώτη κατηγορία, ενώ ο κ. Τσιαπαλής που εκπροσωπεί την κατηγορούμενη, να την αθωώσω. Η κα Παπαλαζάρου με την αγόρευσή της στο στάδιο του «εκ πρώτης όψεως», πέραν από την ομολογία της πως δεν έγινε σωστά η διαδικασία αναγνώρισης της κατηγορούμενης από τους δύο παραπονούμενους. - και αυτό είναι προς τιμή της -προέβαλε τη θέση, πως από την ενώπιόν μου μαρτυρία (δια ζώσης μαρτυρία και κατατεθέντα τεκμήρια), η κατηγορούμενη «φωτογραφίζεται» ως το πρόσωπο που διέπραξε το αδίκημα, και αυτό κατά την άποψή της, αποτελούσε ικανοποιητικό στοιχείο για να κληθεί σε απολογία, με βάση το ορθό κριτήριο αξιολόγησης της μαρτυρίας σ' εκείνο το στάδιο, που ασφαλώς είναι αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, σε συμφωνία προφανώς με την κα Παπαλαζάρου, απέρριψε τη σχετική εισήγηση της Υπεράσπισης και κάλεσε σε απολογία την κατηγορούμενη, η οποία και επέλεξε ως είχε δικαίωμα τη σιωπή, οπότε και ολοκληρώθηκε η ακροαματική διαδικασία, για να ακολουθήσουν οι τελικές αγορεύσεις. Ερώτημα. Το γεγονός ότι διάφορα στοιχεία μαρτυρίας, οδηγούν στο σοβαρό ενδεχόμενο - πιθανότητα, να είναι η κατηγορούμενη που τραυμάτισε το Μωυσή Σιμιλλίδη ή για να χρησιμοποιήσω τη φράση της κας Παπαλαζάρου, από αυτά τα στοιχεία «φωτογραφίζεται το πρόσωπο της κατηγορούμενης» είναι αρκετό - με τη συνδρομή φυσικά της απόδειξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος - για να την καταδικάσω; Η απάντηση ασφαλώς είναι αρνητική και τούτο γιατί, καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9), «Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορούμενου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.» Τέλος, όπως αναφέρεται συναφώς στη Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, «Η απόδειξη της κατηγορίας, και κάθε στοιχείου που τη συνιστά, βαρύνει εξ ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες κι' αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη.» Κατά συνέπεια, η Κατηγορούσα Αρχή, απότυχε να αποδείξει την ενοχή της κατηγορούμενης στη πρώτη κατηγορία, οπότε αυτή αθωώνεται. (Υπ.) ........................................................ Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής .../Χ.Κ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο