Πολύκαρκου Νικολαϊδη ν. WESTSIDE ENTERPRISES LTD πρώην WESTSIDE ENGINEERING LTD, Αρ. Αγωγής: 3983/02, 19 Σεπτεμβρίου 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2006:A40 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Σωκράτους, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3983/02 Μεταξύ: Πολύκαρκου Νικολαϊδη από την Πάφο Ενάγοντα και WESTSIDE ENTERPRISES LTD πρώην WESTSIDE ENGINEERING LTD από την Πάφο Εναγομένης ---------------------- Ημερομηνία: 19 Σεπτεμβρίου 2006 Για Ενάγοντα: κ. Π. Μαρίνος Για Εναγομένη: κα Θεοφάνους ------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ ------------------------- Ο ενάγων διεκδικεί από την εναγόμενη εταιρεία, εν τοις εφεξής καλούμενη η εναγόμενη, το ποσό των £2.500, το οποίο σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του κατέβαλε σε αυτήν για την αγορά τίτλων και/ή μετοχών της, πλέον 7% ετησίως από 18.1.
- Σύμφωνα πάντοτε με τους ισχυρισμούς του ενάγοντα, όπως αυτοί δικογραφούνται στην Έκθεση Απαιτήσεως του, η εναγόμενη απηύθυνε προς το κοινό δημόσια πρόσκληση για αγορά μετοχών της, παριστάνοντας ότι θα υπέβαλλε αίτηση για εισαγωγή των τίτλων της στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου. Ο ενάγων, στις 18.1.2000 κατέβαλε προς την εναγόμενη το ποσό των £2.500 για αγορά 5.000 μετοχών ονομαστικής αξίας 50σ. έκαστη, αφού υπέβαλε σχετική αίτηση, ανταποκρινόμενος στην πρόσκληση που η ενάγουσα απηύθυνε. Η εναγόμενη στις 4.12.2000 μετατράπηκε σε δημόσια εταιρεία και στις 31 Μαΐου 2001, μεταβίβασε επ' ονόματι του ενάγοντα τις αγορασθείσες μετοχές. Η εναγόμενη υπέβαλε αίτηση για εισαγωγή στο Χ.Α.Κ. η οποία δεν εγκρίθηκε. Ο ενάγων με επιστολή του ημερ. 29.8.2002, ζήτησε από την εναγομένη επιστροφή των χρημάτων που κατέβαλε, πλέον τόκο. Η εναγόμενη αρνείται την αξίωση του ενάγοντα, όπως αυτή περιγράφεται και ισχυρίζεται ότι ο τελευταίος υπέβαλε γραπτή αμετάκλητη αίτηση για αγορά μετοχών της αξίας £2.
- Ούτε η εναγόμενη, ούτε οι σύμβουλοι ή αντιπρόσωποι της παρέστησαν σε αυτόν ότι επρόκειτο να εισάξουν τις μετοχές της στο Χ.Α.Κ. ή ότι επρόκειτο για εύρωστη εταιρεία με πολύ καλές προοπτικές. Ο ενάγων αναγνώρισε ότι η επένδυση σε μετοχές της εναγομένης εμπεριείχε σημαντικούς κινδύνους και δήλωσε ότι δεν είχε οποιαδήποτε ένσταση για την άμεση χρησιμοποίηση των χρημάτων του από την εναγόμενη. Ενόψει τούτου, μεταβίβασαν στον ενάγοντα τις μετοχές που αιτείτο να αγοράσει, ως αντάλλαγμα του ποσού που εισπράχθηκε νόμιμα. Δέχονται ότι η εναγόμενη μετατράπηκε σε δημόσια εταιρεία στις 4.12.2000 και ότι στις 12.12.2000 υπέβαλαν αίτηση για εισαγωγή τους στο Χ.Α.Κ., η οποία καθυστέρησε να εξετασθεί εξ υπαιτιότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας με αποτέλεσμα να υποστούν σοβαρές ζημιές. Αρνούνται ότι έλαβαν την επιστολή που ισχυρίζεται ο ενάγων ότι απέστειλε και ότι ο τελευταίος ήγειρε με τον προβλεπόμενο και κανονικό τρόπο, απαίτηση επιστροφής χρημάτων. Προβάλλουν περαιτέρω υπερασπίσεις περί αντισυνταγματικότητας του Νόμου, περί σύγκρουσης του με τον περί Εταιρειών Νόμο, θέματα τα οποία θα συζητηθούν κατωτέρω. Η δοθείσα μαρτυρία προήλθε από τον ενάγοντα και μόνο και περιορίσθηκε στην περιγραφή των συνθηκών της αγοράς των μετοχών. Ανέφερε ότι αποτάθηκε στην εναγομένη για αγορά μετοχών, μετά που κάποιος γείτονας του, οπτικός, τον πληροφόρησε για αυτή, του είπε ότι ήξερε πως θα πήγαινε καλά και έτσι πείσθηκε και αγόρασε. Δήλωσε πως εάν ήξερε ότι οι μετοχές δεν θα εισάγοντο στο Χ.Α.Κ., δεν θα τις αγόραζε. Όταν πληροφορήθηκε ότι οι μετοχές δεν θα εισάγοντο, ζήτησε τα χρήματα του πίσω, πλην όμως, από τα γραφεία της εναγομένης τον παρότρυναν να περιμένει και του έλεγαν ότι θα αγόραζαν μεταλλείο στην Πόλη Χρυσοχούς. Εντέλει, απέστειλε επιστολή (Τεκμήριο 2) ημερ. 29.8.
- Κατέθεσε σαν Τεκμήριο τους τίτλους των μετοχών (Τεκμήριο 1), αντίγραφο επιταγής με την οποία πλήρωσε τα χρήματα (Τεκμήριο 4) και απόδειξη συστημένου ταχυδρομείου (Τεκμήριο 3). Επέμενε, αντεξεταζόμενος, ότι μίλησε με τον κ. Σίμωνος, διευθυντή της εναγομένης, ο οποίος του μίλησε για το μεταλλείο που θα αγόραζε στην Ανδρολύκου και ότι γενικά του έταζε «φούρνους παξιμάδια». Η συνομιλία τους όμως αυτή, έγινε μετά την αγορά των μετοχών και πληρωμή των χρημάτων. Ουσιαστικά η μαρτυρία του ενάγοντα δεν αντικρούσθηκε. Εξάλλου, αναφέρθηκε σε γεγονότα μη αμφισβητούμενα. Όπως ανωτέρω αναφέρθηκε η εναγόμενη επέλεξε να μην προσφέρει προφορική μαρτυρία. Δηλώθηκε όμως εκ μέρους της κας Θεοφάνους, ότι οι τίτλοι της εναγομένης δεν εισήχθηκαν στο Χ.Α.Κ. και κατατέθηκε εκ συμφώνου το Τεκμήριο 5 το περιεχόμενο του οποίου (παράγρ. 1 -4 ) δηλώθηκε ότι αποτελεί παραδεκτά γεγονότα. Τόσο από τη μαρτυρία του ενάγοντα, όσο και από τα μη αμφισβητηθέντα γεγονότα, αλλά και τα παραδεκτά τοιαύτα (Τεκμήριο 5),προκύπτει ότι η εναγόμενη από ιδιωτική μετατράπηκε σε δημόσια εταιρεία στις 4.12.
- Προηγουμένως, ήτοι την 1.8.2000, υπέβαλε στο Χρηματιστήριο πληροφοριακή έκθεση βάσει του Ν.42
(1)/
- Υπέβαλε αίτηση για εισαγωγή των τίτλων της στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου στις 12.12.
- Στις 25.9.2002 το Χρηματιστήριο στα πλαίσια της διαδικασίας εξέτασης και έγκρισης της εν λόγω αίτησης, ζήτησε από την εταιρεία όπως υποβάλει στο Χ.Α.Κ. μέχρι τις 30 Δεκεμβρίου 2002 αναθεωρημένο Ενημερωτικό Δελτίο με ενσωματωμένα τα οικονομικά αποτελέσματα της εταιρείας για το έτος 2001 καθώς και τα εξαμηνιαία αποτελέσματα της εταιρείας για το έτος 2002, καθώς και ανεξάρτητη εμπεριστατωμένη μελέτη (due diligence) από ανεξάρτητα ελεγκτικό οίκο και ανεξάρτητο δικηγόρο. Στις 10 Ιανουαρίου 2003 η εταιρεία ενημερώθηκε με επιστολή του Χρηματιστηρίου για την απόρριψη της αίτησης της εταιρείας για το λόγο ότι η εταιρεία δεν υπέβαλε στο Χρηματιστήριο τα ζητούμενα της επιστολής με ημερομηνία 25 Σεπτεμβρίου
- Στις 18.1.2000 ο ενάγων αφού υπέβαλε αίτηση για αγορά μετοχών της εναγομένης, κατέβαλε δι' επιταγής (Τεκμήριο 4) το ποσό των £2.500, το οποίο η εναγόμενη εισέπραξε. Είχε πληροφορηθεί για την ύπαρξη της εναγόμενης και δυνατότητα αγοράς μετοχών, από γείτονα - φίλο του. Στις 31 Μαΐου 2001 η εναγόμενη μεταβίβασε επ' ονόματι του ενάγοντα 5.000 μετοχές της, συνολικής αξίας των £2.
- Η εναγόμενη μέχρι σήμερα, δεν εισήχθη στο Χ.Α.Κ. και οι τίτλοι της δεν έχουν τύχει διαπραγμάτευσης. Με αυτά τα δεδομένα, θα εξετασθεί η θέση της Υπεράσπισης ότι η συγκεκριμένη περίπτωση δεν εμπίπτει στα πλαίσια των προνοιών του περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Νόμου και/ή όπως το έθεσε η κα Θεοφάνους κατά την αγόρευση της, ο Νόμος 168
(1)/02 επί του οποίου ο ενάγων στήριξε την απαίτηση του, κρίθηκε αντισυνταγματικός (βλ. Μακρίδης ν. Cyber Group Ltd, Πολ. Έφεση 7730/7.2.2005). Υπέδειξε περαιτέρω η κα Θεοφάνους, ότι οι ισχυρισμοί της παραγράφου 1 της Εκθέσεως Απαιτήσεως, περί παραστάσεων για εισαγωγή της εναγομένης στο Χ.Α.Κ., δεν έχουν αποδειχθεί. Είναι γεγονός ότι ο ενάγων βάσισε το αίτημα του για επιστροφή χρημάτων όπως καταγράφει στην επιστολή του Τεκμήριο 2, στο Ν.168
(1)/02 ο οποίος τιτλοφορείται «περί Επιστροφής Χρημάτων σε Επενδυτές Νόμος του 2002». Στην παράγραφο 7 της Έκθεσης Απαιτήσεως του, κάνοντας μνεία του γεγονότος της αποστολής του Τεκμηρίου 2, καταλήγει ότι κατά παράβαση των προνοιών του ανωτέρω Νόμου, τα χρήματα δεν έχουν επιστραφεί. Αποτελεί θεσμοθετημένη αρχή ότι η Έκθεση Απαίτησης, περιέχει τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται και όχι το Νόμο ή τη μαρτυρία. Ούτε υπάρχει υποχρέωση αναγραφής της νομικής πτυχής του θέματος. Τα γεγονότα είναι αυτά που καθορίζουν και τις θεραπείες αλλά και το Νόμο, ο οποίος εφαρμόζεται επ' αυτών και υπό τον οποίο υπάγονται. Στην κρινόμενη περίπτωση, εφαρμογής επί των γεγονότων της υπόθεσης, τυγχάνει το άρθρο 58 Α
(3)β του περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου και άρθρο 3
(3), όπως τροποποιήθηκε με το Ν.42/00. Το άρθρο αυτό προβλέπει ότι σε περίπτωση που κάποιος κατέβαλε οιονδήποτε ποσό σε εταιρεία ή πρόσωπο για την αγορά μετοχών, δικαιούται, μετά πάροδο 3 μηνών από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης για εισαγωγή των σχετικών τίτλων στο Χρηματιστήριο ή νωρίτερα σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης να ζητήσει γραπτώς την επιστροφή αυτού εάν δεν του έχουν δοθεί οι σχετικοί τίτλοι ή του έχουν δοθεί αλλά δεν έχουν ακόμη εισαχθεί στο Χρηματιστήριο. Σε τέτοια περίπτωση ο εκδότης ή η εταιρεία ή το πρόσωπο που εισέπραξε το ποσό ή το αντάλλαγμα οφείλει να το επιστρέψει στον ενδιαφερόμενο αγοραστή εντός δέκα ημερών από την ημερομηνία που ο ενδιαφερόμενος αγοραστής ήθελε ζητήσει επιστροφή του χρηματικού ποσού ή του ανταλλάγματος που κατέβαλε, με τόκο 6% υπολογιζόμενο από την ημερομηνία που υποβλήθηκε η αίτηση για εισαγωγή των σχετικών τίτλων στο Χρηματιστήριο και να επιστρέψει τους σχετικούς τίτλους εφόσον έχουν εκδοθεί και δοθεί στους ενδιαφερόμενους αγοραστές. Το αγώγιμο δικαίωμα επομένως γεννάται μετά την πάροδο 3 μηνών από την ημερομηνία υποβολής αίτησης για εισαγωγή στο Χ.Α.Κ., που στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν η 12η Δεκεμβρίου 2000 (Πολ. Έφεση 11802, ημερομηνίας 26.5.05, INVESTYLIA LTD v. LIVADHIOTIS BROS INVESTMENTS LTD). Το συγκεκριμένο άρθρο 58 Α
(3)(β), όπως ανωτέρω ελέχθη, εισήχθη με τον τροποποιητικό περί Χ.Α.Κ. Νόμο 42
(1)/00, ημερομηνίας 7/4/00 και τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση. Με τον τροποποιητικό αυτό Νόμο και άρθρο δημιουργείται αυτοτελές ανεξάρτητο δικαίωμα (Investylia, ανωτέρω). Αυτού του είδους οι απαιτήσεις και αξιώσεις εξετάσθηκαν στη Harvest Capital Management Ltd v. Γ. Ταμάσιου
(2003)1 Α.Α.Δ. 1683 και Investylia (ανωτέρω), όπου με αναφορά στα σχετικά άρθρα του Νόμου επικυρώθηκαν τα πρωτοδίκως επιδικασθέντα ποσά που πληρώθηκαν για αγορά μετοχών υπό ένταξη στο Χ.Α.Κ. εταιρειών, οι οποίες εν τέλει δεν εισήχθηκαν. Ο περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Νόμος του 1993, ως έχει τροποποιηθεί, θεσπίστηκε με σκοπό την ανάπτυξη της αγοράς αξιών, καθώς επίσης τον έλεγχο και τη ρύθμιση των συναλλαγών για κινητές αξίες. Ανάμεσα στους σκοπούς του πιο πάνω Νόμου είναι η καταστολή των δόλιων και ανάρμοστων μεθόδων χρηματιστηριακής συναλλαγής και η παροχή της δέουσας προστασίας σε επενδυτές και στο κοινό γενικά. Ο Νόμος 42
(1)/00 τροποποίησε τον αρχικό Νόμο προσθέτοντας σειρά άρθρων μεταξύ των οποίων και τα άρθρα 58Α 3 (β) και 3
(3)επί των οποίων βασίζονται τα γεγονότα της παρούσας αγωγής. Σκοπός του πιο πάνω Νόμου ήταν να απαγορεύσει στις εταιρείες να προσφέρουν προς πώληση μετοχές με την προοπτική ή με παραστάσεις εισαγωγής τους στο Χρηματιστήριο εκτός αν πληρώσουν κάποιες προϋποθέσεις που προνοούνται στο Νόμο. Βέβαια ο Νόμος αυτός τροποποιήθηκε στις 16/2/01 από το Νόμο 9
(1)/01 ο οποίος κατήργησε και αντικατέστησε το άρθρο 58 Α, με νέο άρθρο. Όμως ο ρηθείς Νόμος 9
(1)/01 με ρητή διάταξή του δια του άρθρου 58 Γ διατήρησε τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που δημιουργήθηκαν με τις σχετικές διατάξεις του τροποποιητικού αρ. 4 του περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου, δηλαδή του Ν. 42
(1)/00. Το νέο αυτό άρθρο ρητά προβλέπει ότι: "58 Γ. Για δικαιώματα ή υποχρεώσεις που έχουν δημιουργηθεί μέχρι την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος Νόμου εξακολουθούν να εφαρμόζονται και μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος Νόμου οι σχετικές του περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου (Τροποποιητικού) αρ. 4 Νόμου του 2000 ως αυτές να μην είχαν καταργηθεί." Ο ενάγων έχει καταβάλει το αντίτιμο της αξίας των μετοχών στις 18.1.2000, πριν τη θέσπιση του Τροποποιητικού Νόμου. Η καταβολή του ποσού αυτού γενόμενη πριν τις 7/4/00, εμπίπτει στις πρόνοιες του Νόμου αυτού και η επιστροφή του ρυθμίζεται από το άρθρο 3
(3)του Ν. 42
(1)/00. Ανάλυση αυτού έγινε στην προσφυγή 603/01, ημερομηνίας 31/5/02, Δημήτρη Α. Χριστοδουλίδη κ. ά. v. Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου, όπου με λεπτομέρεια πραγματεύεται το θέμα ο Δικαστής Κωνσταντινίδης αναφέροντας ότι: "O Νόμος θέσπισε καταρχάς το άρθρο 58 Α με περιεχόμενο τους όρους, μεταξύ άλλων, της είσπραξης χρηματικών ποσών με αντικείμενο την προοπτική ή και με παραστάσεις εισαγωγής τίτλων στο Χ.Α.Κ. Αυτά τα ποσά, σύμφωνα με το άρθρο 58 Α
(3)(β), είναι δυνατό να διεκδικηθούν από τον ενδιαφερόμενο αγοραστή που τα κατέβαλε μετά πάροδο τριών μηνών από την ημερομηνία υποβολής αίτησης για εισαγωγή των τίτλων στο Χ.Α.Κ. ή νωρίτερα, σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης. Αυτό, εφόσον δεν του έχουν δοθεί οι σχετικοί τίτλοι ή, ενώ του δόθηκαν, αυτοί δεν έχουν εισαχθεί στο Χρηματιστήριο για οποιοδήποτε λόγο. Οπότε ο εκδότης των τίτλων, η εταιρεία ή το πρόσωπο που τα εισέπραξε, οφείλει να τα επιστρέψει, με τόκο, εντός δέκα ημερών. Το άρθρο 3 του Νόμου ρυθμίζει όμοιας φύσης ζητήματα αλλά σε σχέση με ποσά που είχαν ήδη εισπραχθεί πριν από την έναρξη της ισχύος του Νόμου. Επιβάλλει την ίδια υποχρέωση επιστροφής των χρημάτων υπό τις ίδιες προϋποθέσεις αλλά, σ΄ αυτή την περίπτωση, ίσως επειδή δεν ήταν γνωστή η υποχρέωση επιστροφής κατά την είσπραξή τους παρέχει στο Συμβούλιο την εξουσία παροχής λογικής παράτασης, νοουμένου ότι συντρέχουν όσα ρητά προσδιορίζονται στη σχετική επιφύλαξη." Παρά τα ανωτέρω αναφερόμενα, το Δικαστήριο εξετάζοντας τον ισχυρισμό περί αντισυνταγματικότητας του Ν.168
(1)/02, παρατηρεί τα εξής. Η υπόθεση Μακρίδης ν. Cyber Group Ltd, ανωτέρω, εξέταζε τη συνταγματικότητα του Νόμου αυτού με αναφορά σε συγκεκριμένο άρθρο του, το οποίο ποινικοποιούσε την άρνηση εταιρείας να επιστρέψει χρήματα σε επενδυτές. Ακολουθώντας τις διατάξεις εκείνου του Νόμου, ο παραπονούμενος, το αίτημα του οποίου δεν ικανοποιήθηκε μετά την επίδοση της σχετικής επιστολής, καταχώρησε ποινική υπόθεση εναντίον της κατηγορουμένης εταιρείας. Στην κρινόμενη περίπτωση, ο ενάγων δεν επιδιώκει τον κολασμό της εταιρείας, αλλά διεκδικεί τα χρήματα του, έχοντας σαν βάση γεγονότα τα οποία υπάγονται και διέπονται από τους προρηθέντες περί Χρηματιστηρίου Αξιών Νόμου. Να επισημανθεί δε, ότι στην ίδια ανωτέρω απόφαση Μακρίδης, γίνεται διαχωρισμός της ποινικής ευθύνης από την αστική και τις συμβατικές υποχρεώσεις. Μνημονεύεται δε στο κείμενο της απόφασης, η νομοθετική πρόνοια του άρθρου 3
(3)του Ν. 42
(1)/00, η οποία κρίθηκε πως δεν προσέκρουε στο άρθρο 26 του Συντάγματος αφού συνιστούσε ρύθμιση των συμβατικών σχέσεων. Έχει περαιτέρω εισηγηθεί η κα Θεοφάνους ότι δεν έχει αποδειχθεί η ύπαρξη παράστασης εκ μέρους της εναγομένης προς τον ενάγοντα, ότι αυτή θα εισαχθεί στο Χ.Α.Κ. Όντως, ο ενάγων καταθέτοντας, ανέφερε πως πληροφορήθηκε για τη διάθεση των μετοχών της εναγομένης από κάποιο γείτονα του. Πείσθηκε ότι επρόκειτο για καλή περίπτωση και αγόρασε. Αν, όπως δήλωσε, ήξερε ότι δεν θα εισήγοντο στο Χ.Α.Κ., δεν θα αγόραζε μετοχές της. Ο ενάγων με τη μαρτυρία του έχει ουσιαστικά αναπτύξει το λόγο αγοράς μετοχών, που ήταν η προσδοκία και προοπτική εισδοχής στο Χ.Α.Κ. της εναγομένης. Όπως δε δικογραφείται και δεν αμφισβητήθηκε, η εναγόμενη απηύθυνε δημόσια πρόσκληση προς το κοινό για αγορά μετοχών της, έγινε δημόσια εταιρεία και υπέβαλε αίτηση για εισαγωγή των μετοχών της στο Χ.Α.Κ. Επομένως, όλα αυτά συνέτειναν ουσιωδώς στην υποβολή της πρότασης για την αγορά των μετοχών από τον ενάγοντα. Όπως έχει υποδειχθεί στην πρόσφατη απόφαση ANAPTIXIS GROUP LTD v. Νίκου Μιχαηλίδη, Πολ. Έφεση 68/05 ημερ. 19.7.2006, η οποία εξέταζε το ίδιο θέμα, «το άρθρο 58 Α
(3)(β) δεν προϋποθέτει την απόδειξη «παραστάσεων εισαγωγής των τίτλων στο Χ.Α.Κ». Είναι αρκετό να αποδειχθεί ότι έγινε νόμιμη πληρωμή και είσπραξη των χρημάτων, κατ' εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 58Α
(1)(α) -(γ) είτε με την προοπτική εισαγωγής των τίτλων στο Χ.Α.Κ. είτε άλλως πως». Ο ισχυρισμός περαιτέρω της Έκθεσης Υπερασπίσεως ότι ο ενάγων δεν έχει εγείρει με κανονικό τρόπο την απαίτηση του με οποιαδήποτε επιστολή, δεν ευσταθεί. Το άρθρο 58 Α
(3)(β), το οποίο γέννησε το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα, δεν προνοεί ούτε προβλέπει τυποποιημένο τρόπο απαίτησης επιστροφής των χρημάτων. Το δικαίωμα δε αυτό, επέζησε, όπως ελέχθη, της κατάργησης του άρθρου 58 Α
(3)(β), και το ίδιο αυτό δικαίωμα παρέχει δυνατότητα αναζήτησης των χρημάτων οποτεδήποτε. Η χρονική στιγμή που επενδυτής επιλέγει να διεκδικήσει τα χρήματα του, δεν καθορίζεται ούτε περιορίζεται και πολύ περισσότερο δεν καταργείται (βλ. ANAPTIXIS ανωτέρω). Έτερα θέση της Έκθεσης Υπεράσπισης είναι πως οι Νόμοι που επικαλείται ο ενάγων είναι ανεφάρμοστοι, λόγω σύγκρουσης τους με τη βασική υφιστάμενη νομοθεσία του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, ότι η επιστροφή των χρημάτων του ενάγοντα, θα είχε σαν συνέπεια τη μείωση του κεφαλαίου της εταιρείας. Απάντηση επί των θεμάτων τούτων, δίδεται με την απόφαση ANAPTIXIS ανωτέρω, όπου στη σελίδα 10 αυτής καταγράφονται: «Η υποχρέωση επιστροφής χρημάτων δυνάμει των προνοιών του άρθρου 58 Α
(3)(β) συνιστά αυτοτελή υποχρέωση η οποία δεν επηρεάζεται από τις πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου. Η γενική συνέλευση των μετόχων της εφεσείουσας καταψηφίζοντας την πρόταση για επιστροφή των χρημάτων στον εφεσίβλητο ουσιαστικά επέλεξε τη μη εκπλήρωση της απορρέουσας από το νόμο υποχρέωσης της εταιρείας. Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι η γενική συνέλευση των μετόχων είναι το ανώτατο όργανο της εταιρείας το οποίο αποφασίζει για κάθε θέμα που αφορά στη λειτουργία και τα συμφέροντα της εταιρείας. Η περίπτωση του εφεσίβλητου σε συνάρτηση προς τις πρόνοιες του άρθρου 58 Α
(3)(β) του νόμου θα μπορούσε ενδεχομένως να επιλυθεί από τη γενική συνέλευση των μετόχων αν η απόφαση επί της πρότασης που υποβλήθηκε ήταν διαφορετική». Σχετική είναι επίσης η υπόθεση τη Chimonides v. Manglis
(1967)1 C.L.R. 125, η οποία υιοθετήθηκε στις Investylia και Ταμάσιος: "Εν πάση περιπτώσει, όπως έχει λεχθεί και στη Chimonides (πιο πάνω), είναι επιτρεπτές νομοθετικές πρόνοιες και ρυθμίσεις που σκοπό έχουν την προστασία του δημόσιου συμφέροντος, των κοινωνικών και οικονομικών συμφερόντων, καθώς και την προστασία του κοινού και των πολιτών. Το ίδιο το άρθρο προνοεί για την πρόληψη εκμετάλλευσης από πρόσωπα που διαθέτουν ιδιάζουσα οικονομική ισχύ, κάτι που κατά την άποψή μας θα είχε απόλυτη εφαρμογή στην περίπτωσή μας, όπου και ο ίδιος ο ευπαίδευτος συνήγορος της εφεσείουσας στην ενώπιόν μας προφορική αγόρευσή του αναφέρθηκε εκτενώς στα προβλήματα και τις καταστάσεις που δημιουργήθηκαν με την εισδοχή εταιρειών στο ΧΑΚ κατά την ουσιώδη περίοδο. Εν πάση όμως περιπτώσει, στην υπόθεση του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ Home Building and Loan Association v. John H. Blaisdell
(1933)290 U.S. 398, στη σελ. 434 λέχθηκε, σε μετάφραση: "Η Πολιτεία επίσης εξακολουθεί να έχει εξουσία να διασφαλίζει τα ζωτικά συμφέροντα του λαού της. Δεν έχει σημασία αν νομοθεσία κατάλληλη που εξυπηρετεί το σκοπό αυτό έχει το αποτέλεσμα τροποποίησης ή κατάργησης συμβάσεων που βρίσκονται ήδη σε ισχύ, Stephanides v. Binford, 287 U.S. 251, 276"" Οι προβληθέντες ισχυρισμοί της Έκθεσης Υπερασπίσεως περί υπογραφής από τον ενάγοντα ανέκκλητης αίτησης και αποδοχής των κινδύνων που εμπεριείχε το διάβημα του όταν αγόραζε μετοχές, δεν έχουν προωθηθεί αλλά ούτε και προσφέρθηκε μαρτυρία για απόδειξη τους. Εκδίδεται συνακόλουθα απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον της εναγομένης, για ποσό £2.500 με τόκο 6% από 12.12.2000 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον έξοδα όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται ότι ο ενάγων, υπέχει υποχρέωση, με την εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους, να επιστρέψει τους τίτλους - μετοχές στην εναγομένη. (Υπ.)................ Δ. Σωκράτους, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής ../Γ.Ι. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο