← Κύπρος

Χριστάκης Κλαβάρης ν. Ανδρέας Δημητριάδης, Αρ.Αγωγής: 2920/94, 20.9.06

Χριστάκης Κλαβάρης ν. Ανδρέας Δημητριάδης, Αρ.Αγωγής: 2920/94, 20.9.06 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2006:A41 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ.Αγωγής: 2920/94 Μεταξύ: Χριστάκης Κλαβάρης Ενάγοντος - και - Ανδρέας Δημητριάδης Εναγόμενου -------------------------------- Ημερομηνία: 20.9.06 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα / Αιτητή: κ. Για τον Εναγόμενο / Καθ' ου η αίτηση: Εναγόμενος / Καθ' ου η αίτηση: παρών -------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 19.2.02 εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο απόφαση υπέρ του Ενάγοντα / Αιτητή και εναντίον του Εναγόμενου / Καθ' ου η αίτηση για το ποσό των Λ.Κ.10.550,00 σεντ πλέον τόκους επ' αυτού προς 6% ετησίως από 5.12.91 μέχρι 29.11.96 και προς 8% ετησίως από 29.11.96 μέχρι εξόφλησης πλέον Λ.Κ.1.021,50 σεντ έξοδα αγωγής και απόφασης πλέον τόκους επ' αυτού προς 8% ετησίως από 9.1.02 μέχρι εξόφλησης. Η απόφαση περαιτέρω προνοούσε για αναστολή εκτέλεσης, εξαιρουμένων των δικηγορικών εξόδων: «μέχρι εκδόσεως της απόφασης στην αγωγή 2543/

  1. Σε περίπτωση που η απόφαση στην ανωτέρω υπόθεση είναι υπέρ του νυν εναγόμενου το ποσό της απόφασης θα είναι πληρωτέο άμεσα. Σε αντίθετη περίπτωση θα υπάρχει περαιτέρω αναστολή εκτέλεσης από μήνα σε μήνα νοουμένου ότι ο εναγόμενος καταβάλλει ποσό Λ.Κ.200,00 σεντ μηνιαίως την πρώτη ημέρα έκαστου μηνός. Παράλειψη πληρωμής μιας δόσης πέραν των πέντε ημερών θα καθιστά ολόκληρο το ποσό πληρωτέο και απαιτητό». Με την παρούσα αίτηση ο Αιτητής εξαιτείται διατάγματος του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται ο Καθ' ου η αίτηση να πληρώσει το εξ' αποφάσεως χρέος με περιοδικές πληρωμές. Η υπό κρίση αίτηση στηρίζεται στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, όπως τροποποιήθηκε, άρθρα 82-90 και στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας, Δ.48, θθ.1-
  2. Συνοδεύεται δε από ένορκο δήλωση του ίδιου του Αιτητή. Σύμφωνα με τον Αιτητή η απόφαση στην αγωγή 2543/91 εκδόθηκε στις 3.4.03 και ήταν εναντίον του Καθ' ου η αίτηση. Ο Καθ' ου η αίτηση κατέβαλε μόνο μια δόση των Λ.Κ.200,00 σεντ στις 4.6.03 και παρέλειψε να καταβάλει τις υπόλοιπες δόσεις με αποτέλεσμα να καθίσταται πληρωτέο και απαιτητό ολόκληρο το ποσό της απόφασης στην παρούσα αγωγή. Εξ' όσων ο Αιτητής πληροφορείται ο Καθ' ου η αίτηση εργάζεται και έχει την δυνατότητα να πληρώνει το ποσό των Λ.Κ.1.000 μηνιαίως. Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση του Καθ' ου η αίτηση. Η Ένσταση βασίζεται στους Κανονισμούς Δεοντολογίας των Δικηγόρων, άρθρα 21

(2),
(3)και 22, στον Περί Δικηγόρων Νόμο, άρθρο 14Ν
(1), στον Περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμο του 2003, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, άρθρα 82-90, στην Δ.48, θθ.1-13 των θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, στην Νομολογία και τις σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από ένορκο δήλωση του Καθ' ου η αίτηση. Οι λόγοι ένστασης εκτίθενται στο σώμα της Ένστασης σύμφωνα με τις πρόνοιες του θεσμού 4 της Διάταξης 48 των θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας και είναι οι ακόλουθοι: οι δικηγόροι του Αιτητή ενεργούν κατά παράβαση των άρθρων 21
(2),
(3)και 22 των κανονισμών δεοντολογίας των Δικηγόρων δεν υφίσταται απαιτητό εξ' αποφάσεως χρέος ο Αιτητής παρέλειψε να εξαντλήσει όλα τα εκτελεστικά μέτρα εναντίον της πρωτοφειλέτιδος εταιρείας Apak Agro Industries Ltd πριν προβεί στην λήψη εκτελεστικών μέτρων εναντίον του Καθ' ου η αίτηση ως εγγυητή κατά παράβαση του Περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου του 2003, Ν. 197(Ι)/03με αποτέλεσμα να εμποδίζεται να προωθήσει την υπό κρίση αίτηση το ποσό που οφείλεται στον Αιτητή είναι μικρότερο από αυτό που σύμφωνα με τον Αιτητή οφείλεται σε αυτόν από τον Καθ' ου η αίτηση. Ο Καθ' ου η αίτηση έχει κάνει πληρωμές, τις οποίες ο Αιτητής παρέλειψε να αφαιρέσει η σύμβαση επί της οποίας βασίζεται η υπό κρίση αίτηση δεν είναι έγκυρη και εκτελεστή η ένορκος δήλωση του Αιτητή που στηρίζει την αίτηση είναι αναληθής Ο Καθ' ου η αίτηση εξεταζόμενος ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι ασκεί το επάγγελμα του Οικονομικού Συμβούλου. Η μόνη ακίνητη περιουσία που έχει είναι ένα οικόπεδο και ένα χωράφι στην Πέγεια, τα οποία, όμως, είναι υποθηκευμένα για ποσά πέραν της αξίας τους σε διάφορες τράπεζες. Κινητή περιουσία δεν έχει. Διακινείται με ένα παλιό αυτοκίνητο της εταιρείας Andreas Demetriades Consulting Services Ltd, εταιρεία την οποία ίδρυσε ο ίδιος και στην οποία τώρα είναι μόνο μικρομέτοχος. Πριν 4 με 5 χρόνια εργαζόταν στην εταιρεία αυτή ως υπάλληλος με μισθό. Παρείχε συμβουλευτικές υπηρεσίες. Όταν, όμως, άρχισε η εκδίκαση της υπόθεσης 2543/91 δεν είχε τον χρόνο να ασχοληθεί με την δουλειά του, γιατί η πιο πάνω υπόθεση καθιστούσε αναγκαία την παρουσία του στο Δικαστήριο καθημερινώς. Η εταιρεία ανέστειλε τις εργασίες της σταδιακά και απέλυσε όλο της το προσωπικό. Όταν τελείωσε η διαδικασία επανήλθε στο επάγγελμα, με την διαφορά, ότι τώρα παρέχει συμβουλευτικές υπηρεσίες ως αυτοεργαζόμενος. Κατά την ίδρυση της εταιρείας είχε 5.000 μετοχές και η σύζυγός του τις υπόλοιπες 5.
  1. Πριν τέσσερα χρόνια αναγκάσθηκε να πουλήσει 4.900 μετοχές προς Λ.Κ.2,00 σεντ την μετοχή. Το ποσό που εισέπραξε το διέθεσε έναντι των δανείων. Τώρα έχει μόνο 100 μετοχές. Τις υπόλοιπες τις έχουν η σύζυγός του και άλλα τρία πρόσωπα από το εξωτερικό. Η σύζυγός του σπούδασε βοηθός αρχιτέκτονα, αλλά δεν εργάζεται. Είναι ιδιοκτήτρια ενός κτιρίου, το οποίο βρίσκεται στο κέντρο της πόλης της Πάφου. Από το κτίριο αυτό λαμβάνει ενοίκια, τα οποία, όμως, διατίθενται έναντι τραπεζικών δανείων που έγιναν για την ανέγερση του. Τα ενοίκια πληρώνονται απευθείας στην τράπεζα Alpha. Έχει, επίσης, δύο σπίτια στην Πέγεια, τα οποία ενοικιάζει σε μιαν Αγγλική εταιρεία. Τα ακίνητα όπως και τα δάνεια είναι στο όνομα της συζύγου του. Έχει δύο παιδιά. Ένα γιο, που βρίσκεται στο πρώτο έτος του πανεπιστημίου και μια κόρη 15 ετών. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Καθ' ου η αίτηση υποστήριξε, ότι παρόλο που ο Καθ' ου η αίτηση με την ένορκό του δήλωση δήλωσε, ότι είναι σε θέση να καταβάλλει Λ.Κ.100,00 σεντ μηνιαίως έναντι του εξ' αποφάσεως χρέους το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να εκδώσει κανένα διάταγμα μηνιαίων πληρωμών εναντίον του. Ένας εκ των λόγων επί των οποίων ο Καθ' ου η αίτηση βασίζει την εισήγησή του διατυπώνεται στις παραγράφους 1, 4 και 7 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την Ένσταση (λόγος 2 της Ένστασης). Σύμφωνα με την παράγραφο 7, εφόσον η εκτέλεση της απόφασης που εκδόθηκε πρωτόδικα στην αγωγή 2543/91 ανεστάλη μέχρι την εκδίκαση της έφεσης, η απόφαση στην παρούσα υπόθεση τελεί ακόμη υπό αναστολή. Παρόλο που ο ευπαίδευτος συνήγορος του Καθ' ου η αίτηση κατά την αγόρευση του ενώπιον του Δικαστηρίου βάσισε την εισήγησή του ότι η απόφαση στην παρούσα υπόθεση δεν είναι εκτελεστή σε λόγο άλλο από αυτόν που διατυπώνεται στην παράγραφο 7 της ενόρκου δηλώσεως, θα εξετάσω πρώτα τον λόγο που προβάλλεται με την ένορκο δήλωση. Δεν βρίσκω να υπάρχει οποιοδήποτε έρεισμα στην θέση που προβάλλεται με την ένορκο δήλωση. Τα πράγματα είναι απλά. Η απόφαση στην παρούσα υπόθεση εκδόθηκε με την πρόνοια ότι θα τελεί υπό αναστολή μέχρι την έκδοση της απόφασης στην αγωγή 2543/91, ανεξάρτητα αν η εκτέλεση της απόφασης αυτής θα αναστέλλετο ή όχι. Σημασία, λοιπόν, έχει η έκδοση της απόφασης στην αγωγή 2543/91, και όχι το ότι η εκτέλεσή της ανεστάλη. Συνεπώς, με την έκδοση της απόφασης στην εν λόγω αγωγή ο όρος για αναστολή εκπληρώθηκε και, κατ' επέκταση, η απόφαση στην παρούσα υπόθεση έπαυσε να τελεί υπό αναστολή. Κατά την αγόρευση του ο ευπαίδευτος συνήγορος του Καθ' ου η αίτηση υποστήριξε την ίδια θέση δικαιολογώντας την, όμως διαφορετικά. Εισηγήθηκε, πως η απόφαση που αναφέρεται στην πρόνοια περί αναστολής, δεν αναφέρεται στην πρωτόδικη απόφαση, αλλά στην κατ' έφεση απόφαση, στην απόφαση, δηλαδή, που αναμένεται να εκδοθεί από το Εφετείο στα πλαίσια της έφεσης, που καταχωρήθηκε εναντίον της πρωτόδικης απόφασης στην αγωγή 2543/
  2. Από το λεκτικό της απόφασης και δίνοντας στις λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν την κανονική και συνήθη τους έννοια προκύπτει σαφώς, ότι η απόφαση στην αγωγή 2543/91 δεν είναι άλλη από την απόφαση που εκδόθηκε πρωτόδικα. Η χρήση των λέξεων «αγωγή» και «εναγόμενος» δεν είναι τυχαία. Η απόφαση του Εφετείου δεν θα είναι απόφαση στην αγωγή, αλλά απόφαση στην έφεση. Αντίθετα, η απόφαση που εκδόθηκε πρωτόδικα είναι απόφαση στην αγωγή. Συνεπώς, σε αντίθεση με τα όσα ο ευπαίδευτος συνήγορος του Καθ' ου η αίτηση ισχυρίσθηκε, η «απόφαση στην αγωγή 2543/91» δεν μπορεί να σημαίνει την απόφαση του Εφετείου. Αν αυτό που οι διάδικοι επιθυμούσαν ήταν η αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης στην παρούσα αγωγή μέχρι την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης στην αγωγή 2543/9 και σε περίπτωση που αυτή εφεσιβληθεί μέχρι την έκδοση της απόφασης του Εφετείου, τότε όφειλαν να δηλώσουν κάτι τέτοιο ρητά και με σαφήνεια στις δηλώσεις τους επί των οποίων βασίσθηκε η απόφαση ημερομηνίας 19.2.
  3. Πάντως, η θέση που προωθήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Καθ' ου η αίτηση δεν αντανακλάται στην απόφαση με τον τρόπο που αυτή είναι διατυπωμένη. Από την απόφαση δεν προκύπτει οι διάδικοι να συμφώνησαν για αναστολή μέχρι την εκδίκαση έφεσης. Στην απουσία ρητής και σαφούς διατύπωσης η θέση που προωθεί ο Καθ' ου η αίτηση μόνο ως παράδοξη θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί. Έχω, επίσης, την πεποίθηση, ότι αν αυτή ήταν η συμφωνία των διαδίκων το Δικαστήριο δεν θα επέτρεπε τις δηλώσεις τους με τον τρόπο που αυτές αντανακλούνται στην απόφαση ημερομηνίας 19.2.02 όπως αυτή διατυπώθηκε. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Καθ' ου η αίτηση υποστήριξε ότι ο Αιτητής όφειλε, μεταξύ άλλων, να λάβει την άδεια του Δικαστηρίου πριν προβεί στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης. Αφού τέτοια άδεια δεν λήφθηκε από το Δικαστήριο, κανένα διάταγμα δεν μπορεί να εκδοθεί. Έρεισμα για την θέση αυτή αποτελεί, σύμφωνα με τον ευπαίδευτο συνήγορο, η Δ.40, θ.3 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Παρόλο που ο εν λόγω κανονισμός δεν συμπεριλαμβάνεται στη νομική βάση της Ένστασης και ο λόγος αυτός δεν προβάλλεται στην Ένσταση, ούτε και υποστηρίζεται από την μαρτυρία, επειδή άπτεται της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, κρίνω ορθό ότι θα πρέπει να τον εξετάσω. Ο πιο πάνω Κανονισμός έχει εφαρμογή στις περιπτώσεις εκείνες που μια δικαστική απόφαση εκδίδεται υπό τον όρο ότι ο Ενάγων θα δικαιούται σε θεραπεία, νοουμένου ότι θα εκπληρωθεί κάποιος όρος (condition) ή ενδεχόμενο (contigency). Σε αυτές τις περιπτώσεις είναι απαραίτητο, σύμφωνα με τον Κανονισμό, όπως ο Ενάγοντας λάβει την άδεια του Δικαστηρίου πριν προβεί σε μέτρα εκτέλεσης. Παραθέτω αυτούσιο το περιεχόμενο του Κανονισμού: «Where a judgment or order is to the effect that any party is entitled to any relief subject to or upon the fulfilment of any condition or contingency, the party so entitled may, upon the fulfilment of the condition or contingency, and demand made upon the party against whom he is entitled to relief, apply to the Court or a Judge for leave to issue execution against such party. And the Court or Judge may, if satisfied that the right to relief has arisen according to the terms of the judgment or order, order that execution issue accordingly, or may direct that any issue or question necessary for the determination of the rights of the parties be tried in any of the ways in which questions arising in an action may be tried». Στο σύγγραμμα Annual Practice, του 1958, σελίδα 1006 κάτω από τον τίτλο «For leave to issue execution» αναφέρεται, ότι η άδεια, στην οποία αναφέρεται ο πιο πάνω Κανονισμός, απαιτείται στην περίπτωση που μια απόφαση ή ένα διάταγμα εκδίδεται υπό την αίρεση μιας πράξης που πρόκειται να γίνει από το πρόσωπο που διεκδικεί θεραπεία (where the judgment or order is conditional or contingent upon some act to be done by the person claiming relief). Δηλαδή, ο Κανονισμός έχει εφαρμογή στην περίπτωση που ο Ενάγοντας οφείλει δυνάμει της απόφασης να προβεί πρώτα στην τέλεση κάποιας πράξης πριν διεκδικήσει οποιαδήποτε θεραπεία. Στην υπό εξέταση περίπτωση, όπως πολύ ορθά υποστήριξε ο κ. Κορακίδης, η απόφαση δεν απαιτούσε από τον Ενάγοντα να προβεί σε οποιαδήποτε πράξη, πριν διεκδικήσει θεραπεία. Στην υπό εξέταση περίπτωση έχουμε, απλά, την έκδοση μιας απόφασης, η οποία τελούσε υπό αναστολή μέχρι την έκδοση της απόφασης σε μια άλλη αγωγή. Για τον πιο πάνω λόγο κρίνω, πως δεν υπάρχει έρεισμα στην πιο πάνω εισήγηση. Είμαι, επίσης, της άποψης, ότι η Δ.40, θ.3 δεν έχει εφαρμογή στην παρούσα περίπτωση και για ένα επιπρόσθετο λόγο. Σύμφωνα με τον θεσμό άδεια απαιτείται στην περίπτωση που ο Ενάγοντας επιθυμεί να προβεί σε μέτρα εκτέλεσης (leave to issue execution). Το ερώτημα που εγείρεται είναι σε τι συνίσταται η εκτέλεση (execution) μιας απόφασης. Και δεύτερο, η έκδοση διατάγματος μηνιαίων δόσεων εμπίπτει στην έννοια του όρου «εκτέλεση» όπως ο όρος αυτός χρησιμοποιείται στον υπό συζήτηση Κανονισμό και, γενικότερα, στη Διάταξη 40; Διαβάζοντας προσεκτικά την Διάταξη 40 καθίσταται εύκολα αντιληπτό ότι η εν λόγω Διάταξη καταπιάνεται με την εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων (execution) διά της έκδοσης ενταλμάτων εκτέλεσης (writs of execution) και μόνο. Ο Θεσμός 4 αναφέρεται στις απαραίτητες προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται πριν την έκδοση και εκτέλεση ενός εντάλματος εκτέλεσης (writ of execution). Ο Θεσμός 5 αναφέρεται στην προϋπόθεση της σφράγισης ενός εντάλματος εκτέλεσης. Ο Θεσμός 6 αναφέρεται στον τρόπο εκτέλεσης ενός εντάλματος εκτέλεσης για ανάκτηση χρημάτων. Ο Θεσμός 7 αναφέρεται στην ευχέρεια που έχει πρόσωπο που εξασφάλισε απόφαση ή διάταγμα Δικαστηρίου για πληρωμή χρημάτων ή εξόδων να αποταθεί για την έκδοση εντάλματος εκτέλεσης. Ο Θεσμός 14 αναφέρεται στην περίοδο ισχύος ενός εντάλματος εκτέλεσης. Ο Θεσμός 15 αναφέρεται στην ευχέρεια που έχει ο εντεταλμένος για την εκτέλεση εντάλματος εκτέλεσης ή οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο ή πρόσωπο που επηρεάζεται από την εκτέλεση να αποταθεί στο Δικαστήριο για οδηγίες αναφορικά με οποιοδήποτε ζήτημα που σχετίζεται με το ένταλμα. Τέλος, οι Θεσμοί 16 και 17 αναφέρονται στον τρόπο με τον οποίο εκτελείται ένα ένταλμα εκτέλεσης, όταν αυτό πρόκειται να εκτελεσθεί εκτός της επαρχίας του Δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση ή το διάταγμα. Σύμφωνα με την Διάταξη 42 των παλαιών Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών, η οποία αντιστοιχεί με τη δική μας Διάταξη 40, με τον όρο «έκδοση εκτέλεσης εναντίον οποιουδήποτε διαδίκου» εννοείται η έκδοση εντάλματος εκτέλεσης εναντίον του προσώπου ή της περιουσίας του διαδίκου αυτού (Κανονισμός 8). Στη σελίδα 2 του συγγράμματος Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 16, σελίδα αναφέρονται τα ακόλουθα: «In a narrower sense, it (the word execution) means the enforcement of those judgments or orders (of courts of justice) by a public officer under the writs of fieri facias . sequestration, attachment, possession, delivery. etc». Σε μετάφραση: «Με την στενότερη έννοια ο όρος «εκτέλεση» σημαίνει την εκτέλεση εκείνων των αποφάσεων ή διαταγμάτων (των Δικαστηρίων) από δημόσιο λειτουργό με τα εντάλματα του fieri facias . σύλληψης, κατάσχεσης, κατοχής, παράδοσης . κλπ.». Στο σύγγραμμα Atkin's Court Forms, 2η έκδοση, Τόμος 19 γίνεται σαφής διάκριση ανάμεσα στην εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων με ένταλμα εκτέλεσης (enforcement by execution) και στην εκτέλεση με τρόπο άλλο από την έκδοση εντάλματος εκτέλεσης (enforcement otherwise than by execution). Διάκριση ανάμεσα στα δύο γίνεται και στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος
  4. Στο σύγγραμμα αυτό οι διαδικασίες για την εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων με τρόπο άλλο από την έκδοση εντάλματος εκτέλεσης αναφέρονται ως «ανάλογες διαδικασίες» (analogous proceedings). Ο Αιτητής με την υπό κρίση αίτηση δεν εξαιτείται την έκδοση εντάλματος εκτέλεσης, αλλά την έκδοση διατάγματος μηνιαίων πληρωμών. Ως εκ των πιο πάνω συνάγεται, η έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος δεν εμπίπτει στην έννοια του όρου εκτέλεση, όπως ο όρος αυτός χρησιμοποιείται στην Διάταξη
  5. Συνεπώς, ακόμα και στην περίπτωση που η απόφαση στην παρούσα αγωγή θεωρείτο απόφαση υπό αίρεση, για τους λόγους που πιο πάνω εξηγήθηκαν, η Διάταξη 40, θα πρέπει να θεωρηθεί, ότι δεν έχει εφαρμογή στην υπό εξέταση περίπτωση. Ο Καθ' ου η αίτηση επικαλέστηκε, επίσης, τόσο τον Περί Συμβάσεως Νόμο, όσο και τον Περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμο του 2003, Ν.197(Ι)/
  6. Σύμφωνα με τις παραγράφους 8-10 της ενόρκου δηλώσεως, που υποστηρίζει την Ένσταση, ο Καθ' ου η αίτηση κακώς ενάγεται ως εγγυητής της εταιρείας Apak Agro Industries Ltd, αφού η εγγύηση που δόθηκε δεν είναι έγκυρη για τον λόγο ότι στερείται αντιπαροχής, δεν έγινε γραπτώς και, κατ' επέκταση, δεν φέρει την υπογραφή του (άρθρο 4
(1)). Οι διατάξεις του Νόμου εφαρμόζονται σε σχέση με συμβάσεις εγγύησης που συνάπτονται μετά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του ή συμβάσεις εγγύησης που συνάπτονται μετά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του, αλλά αφορούν συμφωνίες δανείου που συναφθήκαν προ της εν λόγω ημερομηνίας. Ο πιο πάνω Νόμος τέθηκε σε εφαρμογή από την ημερομηνία δημοσίευσής του, ήτοι την 31.12.
  1. Το Τεκμήριο 1 φέρει ημερομηνία 5.12.
  2. Καθίσταται, λοιπόν, σαφές, ότι οι διατάξεις του Νόμου δεν έχουν εφαρμογή στην παρούσα περίπτωση. Αλλά και αν ακόμη είχε εφαρμογή ο πιο πάνω Νόμος ο Καθ' ου η αίτηση δεν θα δικαιούτο να εγείρει θέμα εγκυρότητας της εγγύησης στο στάδιο τούτο. Στην παρούσα υπόθεση εκδόθηκε απόφαση εκ συμφώνου. Από την στιγμή που δικαστική απόφαση βρίσκεται σε ισχύ, αυτή υπόκειται σε εκτέλεση. Το στάδιο αυτό δεν προσφέρεται για εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Περαιτέρω, οι διατάξεις του Νόμου 197(Ι)/03 εφαρμόζονται αναφορικά με συμβάσεις εγγύησης στις περιπτώσεις που ο εγγυητής είναι φυσικό πρόσωπο και με την σύμβαση εγγύησης εγγυάται σε πιστωτή να εκπληρώσει την υπόσχεση ή υποχρέωση αποπληρωμής ολόκληρου ή μέρους του ποσού δανείου σε περίπτωση μη εκπλήρωσης της από τον πρωτοφειλέτη στον οποίο παραχωρείται το δάνειο (άρθρο 3
(1)). Δάνειο σημαίνει δανεισμό οποιουδήποτε ποσού χρημάτων που παραχωρείται δυνάμει συμφωνίας σε οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο και περιλαμβάνει γραμμάτιο και οποιαδήποτε χρηματοπιστωτική διευκόλυνση (άρθρο 2). Πιστωτής σημαίνει οποιοδήποτε πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, που παρέχει δάνειο σε άλλο πρόσωπο (άρθρο 2). Καμία μαρτυρία δεν παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, που να αποδεικνύει, ότι η απαίτηση του Αιτητή στην αγωγή με αριθμό 720/86 προέκυψε από δάνειο. Τόσο ο Καθ' ου η αίτηση στην παράγραφο 2 της ενόρκου δηλώσεώς του όσο και το Τεκμήριο 1 αναφέρονται σε χρέος. Καμία, όμως, μαρτυρία δεν προσκομίστηκε, που να αποδεικνύει, ότι το χρέος για το οποίο κινήθηκε η αγωγή 720/86 προέκυψε από δανεισμό. Μάλιστα, στην Έκθεση Απαίτησης της παρούσης υπόθεσης αναφέρεται, ότι η οφειλή στην αγωγή 720/86 προέκυψε όχι από δάνειο, αλλά από παρασχεθείσες υπηρεσίες του Ενάγοντα. Από τα πιο πάνω προκύπτει σαφώς, ότι οι διατάξεις του Νόμου δεν έχουν εφαρμογή στην υπό εξέταση περίπτωση. Συνακόλουθα το πιο πάνω επιχείρημα του Καθ' ου η αίτηση στερείται ερείσματος. Ο Καθ' ου η αίτηση περαιτέρω εισηγήθηκε, επικαλούμενος τις πρόνοιες του Νόμου 197(Ι)/03, ότι ο Αιτητής όφειλε να εξαντλήσει όλα τα εκτελεστικά μέτρα εναντίον της πρωτοφειλέτιδος εταιρείας προτού κινηθεί με μέτρα εκτέλεσης εναντίον του. Η εν λόγω εταιρεία είναι σε θέση να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της. Για τον λόγο αυτό εμποδίζεται να προωθήσει την υπό κρίση αίτηση. Η πιο πάνω εισήγηση θα πρέπει, για τους ίδιους λόγους που πιο πάνω εξηγήθηκαν, να τύχει της ίδιας τύχης. Ανεξάρτητα, όμως, από τα πιο πάνω, σημειώνεται, ότι πουθενά στον Νόμο δεν προβλέπεται, ότι ένας πιστωτής υποχρεούται να κινηθεί πρώτα ή να εξαντλήσει όλα τα εκτελεστικά μέτρα εναντίον ενός πρωτοφειλέτη προτού κινηθεί με μέτρα εκτέλεσης εναντίον εγγυητή. Τέτοια προστασία δεν παρέχεται από τον Νόμο. Περαιτέρω, ο Καθ' ου η αίτηση είναι ο μοναδικός εναγόμενος στην παρούσα υπόθεση. Η αγωγή καταχωρήθηκε εναντίον του Καθ' ου η αίτηση και απόφαση εκδόθηκε εναντίον αυτού και κανενός άλλου. Συνεπώς, δεν τίθετο θέμα ο Αιτητής να προβεί σε «εκτελεστικά μέτρα» πρώτα εναντίον της εταιρείας, δηλαδή, ξένου προς την αγωγή προσώπου, και μετά εναντίον του Καθ' ου η αίτηση. Η έρευνα, η οποία διεξάγεται από το Δικαστήριο στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας στοχεύει στη διαπίστωση του κατά πόσο ο συγκεκριμένος χρεώστης έχει την ικανότητα να πληρώνει το εξ' αποφάσεως χρέος του με περιοδικές δόσεις ανάλογα με τα οικονομικά μέσα που διαθέτει. Στην υπόθεση Gesicο Photographics Ltd v. J.K. Video Art Co Ltd
(1991)1 ΑΑΔ 134 αναφέρθηκε, ότι ο σκοπός του Μέρους ΙΧ του Κεφ. 6 συνίσταται στην παροχή εξεταστικής ευχέρειας στο Δικαστήριο να προβεί σε διερεύνηση των μέσων του εξ' αποφάσεως χρεώστη ως εφόδιο για την κατίσχυση της δικαστικής διαδικασίας και των αποτελεσμάτων της. Στην υπόθεση Αντώνης Φλαγκοφάς ν. Αταλέζα Λτδ
(1989)1 (Ε) ΑΑΔ 686 διασαφηνίζεται, στη σελίδα 689, ως ακολούθως ο χαρακτήρας της διαδικασίας που προβλέπει το Μέρος ΙΧ του Κεφ. 6: « ... έχει ουσιαστικά ανακριτικό χαρακτήρα και αποβλέπει στην παροχή ευχέρειας στο Δικαστήριο μετά την διεξαγωγή της αναγκαίας έρευνας σχετικά με τα μέσα του χρεώστη να αποφασίσει κατά πόσο είναι σε θέση να αποπληρώσει με δόσεις το χρέος του. Η οικονομική ευχέρεια για την αποπληρωμή του εξ' αποφάσεως χρέους με δόσεις, μετά τον προσδιορισμό των μέσων του χρεώστη, συναρτάται άμεσα με τις ανάγκες του χρεώστη και της οικογένειάς του για αξιοπρεπή διαβίωση. Αυτές περιλαμβάνουν τη στέγαση, την διατροφή και την ιατρική περίθαλψη των μελών της οικογένειας καθώς και τη μόρφωση των παιδιών και κάποια ευχέρεια για την κοινωνική διαβίωση του χρεώστη». Στην πιο πάνω απόφαση επιβεβαιώθηκε η αυστηρή προσήλωση στην γενική αρχή ότι η πληρωμή εξ' αποφάσεως οφειλών πρέπει να εντάσσεται μέσα σε όρια που επιτρέπουν ταυτόχρονα και την αξιοπρεπή διαβίωση του οφειλέτη. Οι ίδιες αρχές διατυπώθηκαν στην Gesico Photographics Ltd v. J.K. Video Art Co Ltd, που αναφέρθηκε πιο πάνω. Το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τον μισθό και τα εισοδήματα του χρεώστη, όπως και τις εύλογες προσωπικές και οικογενειακές του ανάγκες, και διατάσσει πληρωμή ποσού, το οποίο είναι το περίσσευμα από τον μισθό του, μετά την αφαίρεση εύλογου ποσού αναγκαίου για την συντήρηση του χρεώστη και των εξαρτημένων του. Αφού διαπιστωθεί μετά από συνεκτίμηση των πόρων και των αναγκών του χρεώστη, ότι ο χρεώστης είναι σε θέση να αποπληρώσει το χρέος του με δόσεις ο επακριβής καθορισμός του ποσού επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου (Αντώνης Φλαγκοφάς ν. Αταλέζα Λτδ, πιο πάνω). Δεν εκδίδεται διαταγή για πληρωμή χρέους με μηνιαίες δόσεις αν η διαταγή αυτή επηρεάζει την ικανότητα του χρεώστη να αντιμετωπίσει τις ουσιαστικές ανάγκες του ιδίου και της οικογένειας του (Βλ. Χριστάκης Μιχαήλ κ.α. ν. Αδελφοί Πούλλου Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ 1759 και Κούλα Χρ. Μιχαήλ κ.α. v. Λαϊκής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(1993)1 ΑΑΔ 812). Στην υπόθεση National Bank of Greece v. Trihinas
(1976)2 J.S.C. 411 ο Δικαστής Πικής, Πρόεδρος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου, όπως ήταν τότε, στη σελίδα 415 απαρίθμησε τους παράγοντες, που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Χωρίς να αποσκοπείται η εξαντλητική απαρίθμηση των παραγόντων που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο, μερικοί από αυτούς παρατίθενται πιο κάτω: (α) οι απολαβές του εξ' αποφάσεως χρεώστη (β) οι απαραίτητες ανάγκες του εξ' αποφάσεως χρεώστη και των μελών της οικογένειάς του (γ) άλλες υποχρεώσεις του εξ' αποφάσεως χρεώστη προς τρίτα πρόσωπα (δ) το ύψος του χρέους και ο χρόνος που θα απαιτηθεί για την αποπληρωμή του. Μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή τον Καθ' ου η αίτηση από το εδώλιο του μάρτυρα. Ο Καθ' ου η αίτηση δεν είπε την αλήθεια αναφορικά με το μηνιαίο του εισόδημα. Ενώ με την ένορκο του δήλωση διατείνεται, ότι αυτό δεν ξεπερνά τις Λ.Κ.1.000,00 σεντ, το μηνιαίο του εξοδολόγιο, όπως το εξέθεσε στη παράγραφο 12 της ένορκης του δήλωσης, ξεπερνά το πιο πάνω ποσό. Προκύπτει σαφώς, ότι ο Καθ' ου η αίτηση δεν ήταν ειλικρινής, αφού δεν θα ήταν δυνατόν τα έξοδα του να ξεπερνούν το εισόδημά του. Πόσο μάλλον, όταν περαιτέρω ισχυρίζεται, ότι του περισσεύει και ποσό της τάξης των Λ.Κ.100,00 σεντ, το οποίο είναι πρόθυμος να διαθέτει κάθε μήνα έναντι του εξ' αποφάσεως χρέους. Εν' όψει των πιο πάνω εύλογα συνάγεται, ότι το εισόδημα του Καθ' ου η αίτηση άνετα ξεπερνά το ποσό των Λ.Κ.1.000,00 σεντ, αν, ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, αναλογισθεί κανείς ότι εκτός των βασικών και απαραίτητων εξόδων ο Καθ' ου η αίτηση θα πρέπει να υπολόγισε και κάποιο ποσό για την διακίνηση και τις έκτακτες ανάγκες αυτού και της οικογένειας του. Τα έξοδα του, όπως ο Καθ' ου η αίτηση τα εξέθεσε στην παράγραφο 12 της ένορκης του δήλωσης, δεν αμφισβητήθηκαν από τον Αιτητή. Συνακόλουθα δέχομαι τα ποσά που ο Καθ' ου η αίτηση αναφέρει ότι ξοδεύει για ενοίκιο, ηλεκτρικό ρεύμα, διατροφή, ένδυση και υπόδηση αυτού και της οικογένειας του. Τα ποσά αυτά είναι, άλλωστε, λογικά και δεν θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν ως υπερβολικά. Αναφορικά δε με το ποσό των Λ.Κ.200,00 σεντ που ο Καθ' ου ισχυρίσθηκε ότι ξοδεύει κάθε μήνα για τις σπουδές του γιου στην Αγγλία, και αυτό το ποσό είναι αποδεκτό. Κατ' αρχή, δεν κρίνεται ως παράλογα ψηλό. Δεύτερο, το ζήτημα της επιμόρφωσης τέκνων πραγματεύεται η Anestos Adamou v. Xenophon Ioannides
(1963)2 CLR 468. Στην απόφαση αυτή τονίσθηκε ότι η υποχρέωση για αποπληρωμή δικαστικού χρέους προηγείται της μεταγενέστερης δαπάνης για παροχή πανεπιστημιακής μόρφωσης σε παιδί του χρεώστη. Η απόφαση, όμως, αυτή έχει υπερκερασθεί από τις τρέχουσες αντιλήψεις αναφορικά με τις οικογενειακές ανάγκες, όπως διαπίστωσε ο Δικαστής Στυλιανίδης, όπως ήταν τότε, σε διιστάμενη απόφαση του στην υπόθεση Λαϊκή Τράπεζα Λτδ ν. Χαραλαμπίδης
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 556 (Βλ., επίσης, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν. Μαρίας Κωνσταντίνου
(2000)1 ΑΑΔ 1034). Στη σελίδα 580 της απόφασης αναφέρονται τα εξής: «Τις οικογενειακές ανάγκες τις εξετάζει το Δικαστήριο στην κάθε περίπτωση ανάλογα με τις αντιλήψεις της κάθε περιόδου. Σήμερα παραδείγματος χάριν, η μόρφωση του παιδιού θεωρείται ουσιώδες και επάναγκες έξοδο της οικογένειας, ενώ πριν 26 χρόνια στην υπόθεση Anestos Adamou v. Xenophon Ioannides
(1963)2 CLR 468 κρίθηκε ότι αυτό ήταν απαράδεκτο και επουσιώδες». Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω συμπεριλαμβανομένων της σημερινής πραγματικότητας και του επιπέδου μόρφωσης και καλλιέργειας που οι πλείστοι ανήλικοι απολαμβάνουν, κρίνω πως τα πιο πάνω έξοδα δύνανται να θεωρηθούν ως απαραίτητα. Αναφορικά δε με το ποσό των Λ.Κ.100,00 σεντ που ισχυρίζεται ότι ξοδεύει για την κόρη του, ο Καθ' ου η αίτηση παρέλειψε να εξειδικεύσει για ποια ακριβώς έξοδα και ποιες ακριβώς σπουδές της θυγατέρας του διαθέτει το πιο πάνω ποσό. Δεν είναι κάθε σπουδή και κάθε έξοδο απαραίτητη και βασική ανθρώπινη ανάγκη. Στην υπόθεση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν. Μαρίας Κωνσταντίνου, πιο πάνω, ο Δικαστής Νικήτας, όπως ήταν τότε, αναφερόμενος στη απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Αντώνης Φλαγκοφάς ν. Αταλέζα Λτδ, πιο πάνω, ανέφερε, ότι δεν σημαίνει αυτόματα, ότι, επειδή η μόρφωση ενός παιδιού αποτελεί παράγοντα, ο οποίος μπορεί να ληφθεί υπόψη, υπολογίζεται οποιαδήποτε δαπάνη για μόρφωση, ανεξάρτητα από την αναγκαιότητα ή την χρησιμότητά της μόνο και μόνο επειδή το αποφάσισε ο γονέας. Η δαπάνη υπολογίζεται ως έξοδο διαβίωσης σε κατάλληλες περιπτώσεις. Στην πιο πάνω υπόθεση η διδαχή αγγλικών σε παιδί μόλις 9 ετών δεν κρίθηκε ως απαραίτητη δαπάνη. Ο Καθ' ου η αίτηση είχε το βάρος να αποδείξει ότι το ποσό των Λ.Κ.100,00 σεντ ξοδεύεται για κάλυψη βασικών και απαραίτητων αναγκών της θυγατέρας του, πλην όμως απέτυχε να το αποσείσει. Στην απουσία μαρτυρίας που να εξειδικεύει τις σπουδές και τα έξοδα της, το Δικαστήριο στερείται της δυνατότητας να ελέγξει το εύλογο της δαπάνης αυτής και, ειδικότερα, αν κατά πόσο το ποσό αυτό ξοδεύεται για βασικές και απαραίτητες ανάγκες της θυγατέρας του. Για τους πιο πάνω λόγους δεν είμαι διατεθειμένος να δεχθώ το πιο πάνω ποσό. Από την μαρτυρία του δέχομαι, επίσης, ότι ο Καθ' ου η αίτηση δεν διαθέτει κινητή περιουσία και ότι η μόνη ακίνητη περιουσία που διαθέτει αποτελείται από ένα χωράφι και ένα σπίτι στην Πέγεια, τα οποία βαρύνονται με υποθήκες, που έγιναν για εξασφάλιση δανείων της εταιρείας Apak πριν την έκδοση της απόφασης στην παρούσα αγωγή. Η πιο πάνω μαρτυρία δεν αμφισβητήθηκε από τον Αιτητή, ούτε και οποιαδήποτε μαρτυρία προσκομίστηκε από πλευράς του, η οποία να την αντικρούει. Η εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων είναι στοιχείο που συνάπτεται άμεσα με το κύρος της δικαστικής διαδικασίας. Η αξιοπιστία της δικαιοσύνης εξαρτάται από την αποτελεσματικότητά της. Διαφορετικά δημιουργείται δυσπιστία για την αποστολή της με ανάλογες διαβρωτικές επιπτώσεις. Αφού έλαβα υπόψη στο σύνολο της την μαρτυρία, η οποία τέθηκε ενώπιον μου και ζυγίζοντας από την μια την ανάγκη καθορισμού του ποσού της μηνιαίας δόσης ρεαλιστικά εντός των δυνατοτήτων του Καθ' ου η αίτηση, αφού λήφθηκαν υπόψη οι ανάγκες και υποχρεώσεις του, όπως και το ότι θα πρέπει να αφεθεί κάποιο περιθώριο για την διακίνηση και ευρύτερη του άνεση, χωρίς από την άλλη να εμποδίζεται η λογική αναμονή του Αιτητή να εισπράξει το λαβείν του, κατέληξα ότι ο Καθ' ου η αίτηση είναι σε θέση να πληρώνει το εξ' αποφάσεως χρέος με μηνιαίες δόσεις των Λ.Κ.150,00 σεντ. Συνακόλουθα εκδίδεται διάταγμα με το οποίο ο Εναγόμενος διατάσσεται να αποπληρώσει το εξ' αποφάσεως χρέος με μηνιαίες δόσεις των Λ.Κ.150,00 σεντ, της πρώτης δόσης πληρωτέας την 1.10.06 και των επόμενων δόσεων την 1ην ημέρα κάθε επόμενου μήνα μέχρι εξόφλησης του εξ' αποφάσεως χρέους ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Περαιτέρω ο Εναγόμενος διατάσσεται να πληρώσει τα έξοδα της αίτησης αυτής όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή. Τα έξοδα να πληρωθούν μέσα από την διαδικασία των μηνιαίων πληρωμών, όπως πιο πάνω διατάχθηκε. (Υπ.) .............. Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Σύμφωνα με το άρθρο 9 του Νόμου 197(Ι)/03 παρέχεται εξουσία σε Δικαστήριο να διατάξει, καθ' όσον αφορά τον εγγυητή, αναστολή της εκτέλεσης δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του. Η εξουσία, όμως, αυτή δεν παρέχεται στην υπό εξέταση περίπτωση, καθότι αυτή παρέχεται μόνο στην έκταση που η εκτέλεση της απόφασης αφορά κατάσχεση και πώληση κινητής ιδιοκτησίας του εγγυητή ή πώληση ή επιβάρυνση (memo) της ακίνητης ιδιοκτησίας του. Θεωρώ αχρείαστο να εξετάσω αν κατά πόσο η ευθύνη του Καθ΄ ου η αίτηση ως προς την πιο πάνω εταιρεία ήταν ευθύνη εγγυητή και, αν ναι, αν η εγγύηση αυτή πληρεί τις προϋποθέσεις του άρθρου 4
(1)του Νόμου. Είναι γεγονός, ότι σύμφωνα με τον Νόμο 197(Ι)/ 03 μια σύμβαση εγγύησης δεν είναι έγκυρη και εκτελεστή, εκτός αν συνάπτεται γραπτώς και φέρει την υπογραφή του εγγυητή και την ημερομηνία κατά την οποία την υπέγραψε (άρθρο 4
(1)). Στηριζόμενος στο δεύτερο λόγο ένστασης ο ευπαίδευτος δικηγόρος του Καθ' ου η αίτηση υποστήριζε ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να εκδώσει κανένα διάταγμα μηνιαίων πληρωμών εναντίον του. Το Δικαστήριο θα πρέπει να υιοθετήσει την άποψη ότι επειδή η πρωτόδικη απόφαση εφεσιβλήθηκε, η απόφαση στην παρούσα υπόθεση θα πρέπει να θεωρηθεί ότι ακόμα τελεί υπό αναστολή. Η θέση που διατυπώθηκε εκ μέρους του Καθ΄ου η αίτηση αποτελείται από δυο πτυχές, οι οποίες αντικρούουν η μια την άλλη. Καθότι από τη μια υποστηρίχθηκε, ότι η απόφαση στην αγωγή 2543/91 σημαίνει την κατ' έφεση απόφαση από την άλλη ότι σημαίνει είτε την πρωτόδικη απόφαση, αν αυτή δεν εφεσιβλήθηκε, σε περίπτωση δε που η πρωτόδικη απόφαση εφεσιβλήθηκε την κατ΄ έφεση απόφαση. Από την άλλη, εάν οι διάδικοι είχαν συμφωνήσει τη δεύτερη πτυχή της θέσης των Καθ' ων η αίτηση όπως αυτή έχει διατυπωθεί από το Δικαστήριο είμαι της άποψης ότι κάτι τέτοιο θα έπρεπε να δηλωνόταν ρητά και με σαφήνεια και η απόφαση να είναι διατυπωμένη με τρόπο που να αντανακλά την πιο πάνω θέση. Με τον τρόπο που είναι διατυπωμένη η απόφαση η θέση αυτή δεν αντανακλάται. Περαιτέρω, θεωρώ πως αν ήταν αυτή η θέση των διαδίκων το Δικαστήριο δεν θα ενέκρινε τις δηλώσεις τους. από το Δικαστήριο και τον δικηγόρο της Αιτήτριας. Πέραν της ένορκης δήλωσης, που υποστηρίζει την αίτηση, η οποία έχει τυπική μορφή και περιορισμένη αποδεικτική αξία, η ένορκος κατάθεση του Καθ' ου η αίτηση ήταν η μόνη μαρτυρία, η οποία έτεινε να ρίξει φως αναφορικά με τις οικονομικές του δυνατότητες, τις ανάγκες και τις υποχρεώσεις του. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο θα πρέπει, αν την κρίνει αξιόπιστη, να βασισθεί σε αυτήν χωρίς, όμως, να αποκλείεται από του να εξάξει τα δικά του συμπεράσματα στα βάση των γεγονότων, όπως έχουν καταδειχθεί προς ικανοποίησή του (Βλ. Petsas v. Demetriadou
(1971)1 ΑΑΔ 187). Το γεγονός ότι ανεστάλη η εκτέλεση της απόφασης στην αγωγή 2543/91 δεν επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο την δυνατότητα του Αιτητή να κινηθεί με μέτρα εκτέλεσης, αφού σε καμιά περίπτωση δεν θα μπορούσε να λεχθεί ότι επειδή η εκτέλεση της απόφασης στην αγωγή 2543/91 ανεστάλη η εν λόγω απόφαση δεν θα μπορούσε και να θεωρηθεί ότι εκδόθηκε. Η απόφαση στην αγωγή 2543/91 εκδόθηκε. Αυτό που ανεστάλη ήταν η εκτέλεση του. Η απόφαση στην παρούσα υπόθεση εκδόθηκε με την πρόνοια ότι θα τελούσε υπό αναστολή μέχρι την έκδοση της απόφασης στην αγωγή 2543/91, ανεξάρτητα αν η εκτέλεση της απόφασης αυτής θα αναστέλλετο ή όχι. Συνεπώς από την στιγμή που η απόφαση στην αγωγή 2543/91 εκδόθηκε η απόφαση στην παρούσα αγωγή δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι ακόμη τελεί υπό αναστολή. Έχω πεισθεί, ότι ο Κανονισμός 8, ιδωμένος μέσα στο πνεύμα της Διάταξης, δεν έχει εφαρμογή στην κρινόμενη περίπτωση. Ο εν λόγω Κανονισμός θα πρέπει να ερμηνευθεί ως επιβάλλον σε πρόσωπο, που δικαιούται σε εκτέλεση, την υποχρέωση να εξασφαλίζει την άδεια του Δικαστηρίου, μόνο εφόσον αποτείνεται για έκδοση εντάλματος εκτέλεσης, και νοουμένου ότι αποτείνεται για τον σκοπό αυτό μετά την πάροδο έξι και πλέον χρόνων από την έκδοση της απόφασης. Δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Προσπαθώντας να πείσει το Δικαστήριο ότι η απόφαση στην παρούσα υπόθεση δεν είναι εκτελεστή δεν δίστασε, όπως φάνηκε πιο πάνω, να καταφύγει σε παραδοξολογίες και δηλώσεις οι οποίες δεν στέκουν από νομικής άποψης, παρόλο που ο ίδιος έχει γνώσεις νομικές, από σπουδάζει Νομικά σε πανεπιστήμιο του Λονδίνου και αρκετές δικαστηριακές υποθέσεις δικές του τις χειρίζεται ο ίδιος. Ανυπόστατη από νομικής άποψης είναι εκτός των άλλων που αναφέρθησαν και η θέση ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να προχωρήσει σε έκδοση διατάγματος εναντίον του για τους λόγους που αναφέρονται στις παραγράφους 2, 3, 8 και 9 της ένορκης του δήλωσης. Η αμφισβήτηση της ορθότητας των αποφάσεων που εκδόθηκαν τόσο στην παρούσα αγωγή όσο και στην αγωγή 720/86 υπενθυμίζεται ότι και οι δύο αποφάσεις εκδόθηκαν εκ συμφώνου - για τους λόγους που ανέφερε δεν μπορεί από νομικής άποψης να αποτελέσει λόγο για να μην εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Οι αποφάσεις εκδόθηκαν και αν ο Καθ' ου η αίτηση επιθυμούσε να αμφισβητήσει την ορθότητα τους τίποτα δεν τον εμπόδιζε να το πράξει είτε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Αυτό που δεν νομιμοποιείται να κάνει είναι να προβάλλει αυτούς τους ισχυρισμούς στο στάδιο της εκτέλεσης για να μην εκδοθεί εναντίον του διάταγμα μηνιαίων δόσεων. Οι ισχυρισμοί αυτοί είναι άσχετοι με τα θέματα που το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει και για τον λόγο αυτό θα αγνοηθούν από το Δικαστήριο. Παράδοξη είναι και η δήλωση του αναφορικά με την πρόθεση του να επιδιώξει τον παραμερισμό ή την ακύρωση των αποφάσεων που εκδόθηκαν τόσο στην παρούσα αγωγή όσο και στην αγωγή 726/86 ενόψει του μεγάλου χρονικού διαστήματος που παρήλθε από την έκδοση τους. Στην μεν αγωγή 720/86 περισσότερο από τρία χρόνια. Η έλευση τέτοιου χρόνου από την έκδοση των αποφάσεων μειώνει από νομικής άποψης την οποιαδήποτε σοβαρότητα θα μπορούσε να αποδοθεί στη δήλωση αυτή. Ο Καθ' ου απέτυχε να πείσει το Δικαστήριο τόσο για τις γνώσεις του όσο και για τις προθέσεις του. Η εντύπωση που απεκόμισα για τον μάρτυρα ήταν αυτή του ανειλικρινούς μάρτυρα, ο οποίος έχοντας ως στόχο να πείσει το Δικαστήριο ότι δεν θα πρέπει να εκδοθεί διάταγμα μηνιαίων δόσεων εναντίον του κατέφυγε σε ισχυρισμούς που δεν μπορούν να σταθούν και από λογικής άποψης. Τέτοιος είναι ο ισχυρισμός του ότι δεν είχε νομική συμβουλή κατά την έκδοση της εκ συμφώνου απόφασης στην αγωγή 720/86, ενώ το σχετικό πρακτικό του Δικαστηρίου, που επισυνάπτεται ως τεκμήριο 1, καταμαρτυρεί ότι ο Καθ' ου η αίτηση αντιπροσωπευόταν από δικηγόρο, ο οποίος είχε εμφανισθεί στις 15/2/91, ήτοι την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης. ΄Αλλος ένας τέτοιος ισχυρισμός είναι ο ισχυρισμός ότι αναφορικά με τις αποφάσεις που εκδόθηκαν τόσο την παρούσα αγωγή όσο και στην αγωγή 720/86 με δική του συναίνεση θα επιδιώξει τον παραμερισμό τους. Επίσης, ενώ με την παράγραφο 2 της ενόρκου δηλώσεως ισχυρίζεται ότι προτίθεται να αιτηθεί τον παραμερισμό της απόφασης στην αγωγή 720/86 κατά την εξέταση του ισχυρίσθηκε ότι είναι τον παραμερισμό της απόφασης στην παρούσα αγωγή που θα επιδιώξει. Αναφορικά δε με την απόφαση στην αγωγή 720/86 εξετάζει το ενδεχόμενο να επιδιώξει τον παραμερισμό της. Ο Καθ' ου η αίτηση μου έδωσε την εντύπωση ότι δεν γνωρίζει τι είναι αυτό που πραγματικά επιδιώκει ή θα επιδιώξει. Τόσο δε για την δήλωση του ότι θα επιδιώξει τον παραμερισμό της απόφασης στην παρούσα αγωγή μου φάνηκε ως άλλη μια ................. δήλωση του Καθ' ου η αίτηση και μια δήλωση της τελευταίας στιγμής, που έγινε από τον Καθ' ου η αίτηση και μια δήλωση της τελευταίας στιγμής, που έγινε από τον Καθ' ου στην προσπάθεια του να ενδυναμώσει την εντύπωση που ήλπιζε να δημιουργήσει στο Δικαστήριο ότι δεν θα πρέπει να εκδοθεί εναντίον του διάταγμα μηνιαίων πληρωμών. Η Διάταξη 40, θεσμός 8 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας είναι η μόνη σχετική επί του θέματος διάταξη. Τα άρθρα 14 και 15 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, όπως τροποποιήθηκε, τα οποία προνοούν για τις μεθόδους εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων, δεν θέτουν ως προϋπόθεση την λήψη αδείας του Δικαστηρίου πριν διάδικος προβεί σε εκτέλεση. Από τα πιο πάνω καθίσταται έκδηλο ότι ο όρος «leave to issue execution», ο οποίος σε αυστηρά μετάφραση σημαίνει «άδεια για έκδοση εκτέλεσης», και ο οποίος απαντάται στον Κανονισμό 8 της Διάταξης 40, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι αναφέρεται σε άδεια για εκτέλεση με έκδοση εντάλματος εκτέλεσης. Η έκδοση της απόφασης στην αγωγή 2543/91 δεν θεωρείται όρος ή ενδεχόμενο εντός της έννοιας που ο όρος αυτός χρησιμοποιείται στον θεσμό 3 της Διάταξης 40, η εκπλήρωση του οποίου αποτελεί προϋπόθεση για να δικαιούται ο Ενάγοντας να προβεί σε μέτρα εκτέλεσης. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.