Πόπης Αντωνίου Χριστοδούλου ν. Σταυρούλας Θεμιστοκλέους Θέμη κ.α., Αρ. Αίτησης: 143/01, 29 Σεπτεμβρίου 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2006:A42 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Σωκράτους, Α.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 143/01 Επί τοις αφορώσιν του Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Νόμον Κεφ. 224, άρθρο 80 και Ν. 9/65, άρθρα 50 και 51 Μεταξύ: Πόπης Αντωνίου Χριστοδούλου από την Έμπα Εφεσείουσας - Αιτήτριας και Σταυρούλας Θεμιστοκλέους Θέμη από την Έμπα 2. Διευθυντή Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος Εφεσιβλήτων - Καθ' ων η Αίτηση ---------------------------- Ημερομηνία: 29 Σεπτεμβρίου 2006 Για Αιτήτρια - Εφεσείουσα: κα Πουλλά Για Καθ' ης η Αίτηση - Εφεσίβλητη 1: κ. Χάσικος (για να ακούσει απόφαση ο κ. Σαββίδης) Για Καθ' ου η Αίτηση - Εφεσίβλητο 2: κα Ε. Θεοδοσίου (για να ακούσει απόφαση η κα Κόκκινου) ---------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ -------------------------- Η αιτήτρια - εφεσείουσα, είναι ιδιοκτήτρια των ακινήτων με αρ. εγγραφής Β 444, Β 445 και Β 446 του χωριού Έμπα (παλαιός αριθμός τεμαχίου 15). Η καθ' ης η αίτηση - εφεσίβλητη 1, είναι ιδιοκτήτρια του ομόρου με τα ανωτέρω τεμάχια, ακινήτου με αριθμό εγγραφής 59 (παλαιός αριθμός τεμαχίου 19). Με επιστολή του - ειδοποίηση ημερ. 17.5.2001 η οποία απεστάλη στην εφεσείουσα, ο Διευθυντής του Κτηματολογίου Πάφου, εφεσίβλητος 2, εξέφρασε την πρόθεση του να διορθώσει, όπως αναφέρει, λάθος που δημιουργήθηκε ύστερα από λανθασμένη χωρομετρία και σχεδίασμα και διαπιστώθηκε κατά την ετοιμασία νέου σχεδίου από την κλίμακα 1:2500 (λόγω εφαρμογής σχεδίου ενοποίησης και αναδασμού στην περιοχή) και κατά τη διαδικασία οριοθέτησης και εγγραφής των οικοπέδων με αρ. 444 - 450 (πρώην τεμάχιο 15 στην κλίμακα 1 : 5000), ότι η μαύρη γραμμή που φαίνεται στο σχέδιο (το κολλημένο στο πίσω μέρος της ειδοποίησης), λανθασμένα αναπαριστά μέρος των συνόρων των πιο πάνω ακινήτων και δηλώνεται ότι η ορθή θέση του μέρους των συνόρων φαίνεται με κόκκινη γραμμή. Σημειώνεται δε στην τελευταία παράγραφο της ειδοποίησης αυτής ότι, «το ορθό εμβαδόν των πιο πάνω ακινήτων είναι 530 τ.μ., 551 τ.μ. και 598 τ.μ. και όχι 588 τ.μ., 610 τ.μ. και 629 τ.μ. αντίστοιχα, που αναφέρονται στις πιο πάνω εγγραφές Β 444, Β 445 και Β 446 αντίστοιχα». Επειδή η μετακίνηση αυτή του συνόρου έγινε προς το μέρος του τεμαχίου της εφεσείουσας, υπέβαλε ένσταση κατά της πρόθεσης αυτής του Διευθυντή. Ο τελευταίος, με νέα ειδοποίηση ημερ. 27.6.2001 σύμφωνα με το άρθρου 61
(3), επληροφόρησε τη δικηγόρο της εφεσείουσας ότι εξέτασε την ένσταση αλλά δεν προέκυψε οποιοδήποτε νέο στοιχείο το οποίο να διαφοροποιεί την προηγούμενη του απόφαση. Επαναλαμβάνει και επεξηγεί στην ειδοποίηση αυτή, ότι: «..Το λάθος διαπιστώθηκε από το γεγονός ότι, ενώ στην δήλωση επίλυσης της συνοριακής διαφοράς ημερομ. 16.1.82 σύμφωνα με τους φακ. Α 764/81 και Α 990/81 και στο σχετικό σχεδιάγραμμα φαίνεται ότι το κοινό σύνορο των εμπλεκομένων τεμαχίων 19 και 15 (νυν 59 και 444, 4445, 446 στο σχέδιο 45/51.W1 στην κλίμακα 1 : 2500 αντίστοιχα) βρίσκεται σε κάποια απόσταση (απέχει) από την υφιστάμενη οικοδομή εντός του τεμ. 19, στο νέο σχέδιο 45/51.W1 στην κλίμακα 1 : 2500 φαίνεται ότι το κοινό σύνορο των δύο πιο πάνω ακινήτων εφάπτεται της πιο πάνω υφιστάμενης μέχρι σήμερα οικοδομής. Επειδή το ζήτημα της φιλικής διευθέτησης της συνοριακής διαφοράς με τους φακ. Α 764/81 και Α 990/81 δεν είχε τεθεί ενώπιον και συνεπώς δεν λήφθηκε υπόψη από μένα και τον κ. Π. Αργυρού γι αυτό και κοινοποιήθηκε στην πελάτιδα σας η επιστολή ημερομ. 28.1.
- Γι αυτό σας δίδω ειδοποίηση ότι έχω αποφασίσει να προβώ στη διόρθωση του λάθους σύμφωνα με την επιστολή μου ημερομηνίας 17.5.2001.» Εναντίον αυτής της απόφασης, κατεχωρήθη η παρούσα αίτηση - έφεση με την οποία επιζητείται ακύρωση της, σαν παράνομης, παράτυπης και εντελώς αδικαιολόγητης. Με τους λόγους που στηρίζουν την αίτηση, προβάλλεται πλάνη του Διευθυντή περί τα πράγματα και το Νόμο, έλλειψη επαρκούς έρευνας, προκατάληψης και επηρεασμού του. Η αίτηση υποστηρίζεται από τις ένορκες δηλώσεις του συζύγου και του πατέρα της αιτήτριας, μέσα από τις οποίες προβάλλεται το ιστορικό του διαχωρισμού των κτημάτων, η έκδοση τίτλων επ' ονόματι της μητέρας της αιτήτριας και αργότερα της ίδιας, ο διαχωρισμός σε οικόπεδα και η έγκριση του διαχωρισμού από τις αρμόδιες αρχές. Παραπονείται δε η αιτήτρια, για επίδειξη μεροληπτικής στάσης του Διευθυντή και των υπαλλήλων του Κτηματολογίου προς όφελος της εφεσίβλητης 1 και πρόκληση μεγάλης αδικίας εις βάρος της, αφού η διόρθωση αυτή επηρεάζει έκταση γης, μήκους 80 μ. και πλάτους 3.50 μ. Αμφότεροι οι εφεσίβλητοι, κατεχώρησαν ενστάσεις με τις οποίες υποστηρίζουν την επίδικη απόφαση. Τη χαρακτηρίζουν ορθή και αληθή και βασιζόμενη στη φιλική διευθέτηση που έγινε το 1982 μεταξύ της μητέρας της εφεσείουσας και της εφεσίβλητης 1, για διευθέτηση συνοριακής διαφοράς. Για την παρούσα υπόθεση, έχει προσφερθεί αρκετή μαρτυρία, προερχόμενη από όλους τους διάδικους (κατέθεσαν 8 μάρτυρες για την αιτήτρια και 6 μάρτυρες για τους εφεσίβλητους) και κατατέθηκε μεγάλος αριθμός εγγράφων (κατατέθηκαν 63 Τεκμήρια). Απαιτήθηκαν αρκετές δικάσιμοι για να διεκπεραιωθεί η υπόθεση, αφού πέραν της μακράς εξέτασης και αντεξέτασης των μαρτύρων, υπήρξε αρκετή όξυνση και ένταση. Γι' αυτό θα γίνει μία σφαιρική παρουσίαση της μαρτυρίας, περιγραφική της εκδοχής του κάθε διαδίκου. Πριν όμως παρατεθεί η μαρτυρία, θα καταγραφούν κάποια κοινώς αποδεκτά και αδιαμφισβήτητα γεγονότα. Πλην των ανωτέρω αναφερθέντων για τους ιδιοκτήτες των τεμαχίων, αποτελεί κοινό έδαφος, ότι τα ανωτέρω τεμάχια συμπεριλήφθηκαν αρχικά κατά το 1978 στο σχέδιο αναδασμού του χωριού Έμπα, από το οποίο αργότερα εξαιρέθηκαν γιατί εντάχθηκαν στην οικιστική ζώνη του χωριού. Η εφεσίβλητη 1, κατέθεσε αιτήσεις συνοριακής διαφοράς υπ' αρ. Α989/81 και Α990/81 για επίλυση διαφοράς με το τεμάχιο
- Αίτηση για συνοριακή διαφορά είχε επίσης καταθέσει η ιδιοκτήτρια του τεμαχίου 15 την υπ' αριθμό Α 764/
- Κατά την επιτόπια εξέταση των αιτήσεων αυτών, η εφεσίβλητη 1 και η τότε ιδιοκτήτρια του τεμαχίου 15 (νυν 444, 445 κλπ) Αμαλία Σάββα (μητέρα της εφεσείουσας) υπέγραψαν έγγραφο ημερ. 16.1.1982 με το οποίο δήλωναν ότι έλαβαν τους τίτλους των κτημάτων τους και ότι συμφωνούν με τα υποδειχθέντα ορόσημα τα οποία ήταν σύμφωνα με τους τίτλους τους, τα κτηματολογικά σχέδια και με την επί τόπου κατάσταση. Οι αιτήσεις συνοριακής διαφοράς απεσύρθησαν (Τεκμήριο 5 στην αίτηση και Τεκμήριο 56). Βέβαια έγινε προσπάθεια να ερμηνευθεί το κείμενο της δήλωσης αυτής, διαφορετικά από τους διαδίκους. Ανάλυση του Τεκμηρίου αυτού, θα γίνει κατωτέρω. Μετά τη φιλική διευθέτηση της συνοριακής διαφοράς, η μητέρα της εφεσείουσας, ιδιοκτήτρια του τεμαχίου 15 (νυν 444 κλπ) υπέβαλε αίτηση για διαχωρισμό οικοπέδων. Τη χωρομετρική εργασία με αριθμό φακέλου Β 143/88 ανέλαβε και διεκπεραίωσε ο κ. Κοκκινόφτας, Ανώτερος Χωρομέτρης (Μ.Ε.2) ο οποίος κατέγραψε τις μετρήσεις σε χωρομετρική σελίδα και ετοίμασε χωρομετρικό σχέδιο (Τεκμήρια 5 και 7). Μετά και την εξωτερική οριοθέτηση του κτήματος και αφού έγιναν μελέτες από το σχεδιαστήριο του Τμήματος, διαχωρίσθηκαν τα κτήματα σε οικόπεδα, εκ των οποίων τα τεμάχια Β 444, Β 445 και Β 446 είναι τα επίδικα. Για τα οικόπεδα αυτά, εξεδόθησαν τίτλοι ιδιοκτησίας (Τεκμήρια 31 - 33) και επίσης πιστοποιητικό εγκρίσεως (Τεκμήριο 16). Μετά από αίτηση από ενδιαφερόμενα μέρη - ιδιοκτήτες γειτονικών ακινήτων με αρ. τεμαχίων 57 και 58 τα οποία εφάπτονται με το υπ' αρ. τεμάχιο 59 της εφεσίβλητης 1, ανοίχθηκε ο φάκελος Α 991/95 τον οποίο χειρίσθηκε ο κ. Π. Αργουρού, (Μ.Ε.1), τότε Ανώτερος Κτηματολόγος. Ο φάκελος ανοίχθηκε για διερεύνηση ενδεχόμενης ύπαρξης λάθους με αρ. ΥΒ 295/46/57, 65 αφού μεταξύ των εμπλεκομένων ακινήτων στην κλίμακα 1 : 2500 παρουσιάζοντο δύο γραμμές και υπήρχε αμφιβολία μεταξύ των ιδιοκτητών, ποια ήταν η ορθή. Ο Μ.Ε.1, ζήτησε από το χωρομέτρη να διεξάγει χωρομετρική εργασία και να μεταφέρει στο έδαφος τα κτήματα όπως εμφανίζονται στην κλίμακα 1 : 5000 που ήταν το εν χρήσει σχέδιο. Έγινε χωρομετρική εργασία στις 27.2.1997 και διαπιστώθηκε ότι τα σύνορα όπως απεικονίζονται στην κλίμακα 1 : 5000, ήταν τα ίδια όπως απεικονίζονται στο σχέδιο με κλίμακα 1 :
- Αποτέλεσμα της εργασίας αυτής, κατά την οποία λήφθηκε υπόψη η ιδιωτική συμφωνία ημερ. 18.1.1982, ήταν η απόφαση για μη ύπαρξη λάθους, γι' αυτό εστάλησαν οι επιστολές Τεκμήρια 1 ημερ. 22.7.1997 και Τεκμήριο 2, ημερ. 28.1.98 στα ενδιαφερόμενα μέρη, με τις οποίες τους γνωστοποιείτο ότι δεν υπήρχε λάθος. Η επιστολή αυτή εστάλη και στην εφεσίβλητη 1, κα Σταυρούλα Θεμιστοκλέους. Η εκδοχή της εφεσίβλητης 1, ήταν κυρίως πως κατά την υπογραφή της φιλικής διευθέτησης (Τεκμήριο 56), όταν ο κ. Χριστοδουλίδης τους υπέδειξε τα σύνορα με την τότε αντίδικο της Αμαλία Σάββα, ο τοίχος του σπιτιού της απείχε 10 -12 μ. απόσταση από το σύνορο του τεμαχίου της ανωτέρω ιδιοκτήτριας. Η εκδοχή του εφεσίβλητου 2, πέραν της αναφοράς στη φιλική διευθέτηση, υποδεικνύει ότι: Το 2001 παραπέμφθηκε στα γραφεία του Κτηματολογίου Πάφου από τον Κτηματολογικό Λειτουργό Πάφου, σημείωμα με οδηγίες για έκδοση απόφασης για το φάκελο Α 791/
- Η συγκεκριμένη αίτηση, 991/95, είχε υποβληθεί από ιδιοκτήτες άλλων ακινήτων που γειτνιάζουν με τα επίδικα, της Ηλέκτρας Χριστοδούλου και Αλέξανδρου Γ. Νικολάου. Επιλήφθηκε του θέματος ο κ. Α. Ματσουκάρης (Μ.Υ.4 Εφεσίβλητου 2), ο οποίος εξέδωσε την επίδικη απόφαση. Μελέτησε τους φακέλους Α 764/81 και Α 990/81 οι οποίοι περιείχαν καταμετρήσεις και τη φιλική διευθέτηση. Έλαβε επίσης υπόψη πορίσματα χωρομετρικών εργασιών που διεξήγαγαν τεχνικοί. Όλοι οι ενδιαφερόμενοι, περιλαμβανομένης της εφεσίβλητης 1, είχαν συγκατατεθεί στη διόρθωση του λάθους και μεταφορά των συνόρων, πλην της εφεσείουσας. Τη χωρομετρική εργασία, διεξήγαγε ο κ. Χρ. Χαραλαμπίδης (Μ.Υ.3 Εφεσίβλητου 2) και αφορούσε τα τεμάχια 57, 58, 59, 444, 445 και
- Τα σύνορα των επιδίκων τεμαχίων (τεμάχια 59 και 444, 445 και 446) φαίνονται στα Τεκμήρια 52 και 10 και παρουσιάζεται το σύνορο να απέχει 14 π. από την υφιστάμενη οικία του τεμαχίου
- Ετοιμάσθηκε νέα χωρομετρική εργασία, η οποία παρουσιάζεται στο Τεκμήριο 58 (χωρομετρική σελίδα). Για την ετοιμασία των σχεδίων του, έλαβε υπόψη αεροφωτογραφίες (Τεκμήριο 60) στις οποίες απεικονίζοντο τα κτήματα. Από την παράθεση των μαρτυριών και την αντεξέταση των μαρτύρων, έγινε αποδεκτή η συμφωνία, Τεκμήριο 56, την οποία η κα Πουλλά, αντεξετάζοντας το Μ.Υ.2 Εφεσίβλ. 2, τη χαρακτήρισε δεσμευτική και ιερή. Πέραν τούτων, αμφότερες οι πλευρές την επικαλούνται και ισχυρίζονται εφαρμογή της επί των σχεδίων και την επί τόπου κατάσταση περιγράφοντας όμως διαφορετικά την επί τόπου κατάσταση. Γεγονός αναντίλεκτο, παραμένει ότι: Στις 22.7.1997, ο Μ.Ε.1 εξετάζοντας την αίτηση Α 991/95, αποφασίζει ότι δεν υπάρχει λάθος ενώ το 2001, εκδίδεται δεύτερη απόφαση, η προσβαλλόμενη, με την οποία επισημαίνεται λάθος. Παρά το ότι ο φάκελος Α 991/95 αφορούσε τα κτήματα των Αλέξανδρου Νικόλα και Ηλέκτρας Χριστοδούλου και αυτό της εφεσίβλητης 1, όμως η προσβαλλόμενη απόφαση (Τεκμήριο 2 αίτησης) επηρεάζει το κτήμα της εφεσείουσας, καθορίζοντας το εμβαδό των οικοπέδων της σε 530 τ.μ., 551 τ.μ. και 598 τ.μ. αντί 588 τ.μ., 610 τ.μ. και 629 τ.μ. αντίστοιχα, που αναφέρονται στις εγγραφές Β 444, Β 445 και Β 446, μειώνοντας το σημαντικά, κατά 148 τ.μ. περίπου. Σκόπιμο κρίνεται στο σημείο τούτο, να γίνει αναφορά στη νομική πτυχή του θέματος. Αξίζει να σημειωθεί, ότι όλοι οι συνήγοροι εργάστηκαν με επιμέλεια και ενθουσιασμό και αγόρευσαν επί μακρόν ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στις θέσεις που ο κάθε ένας ανέπτυξε, για λόγους που φαίνονται κατωτέρω στην απόφαση και κυρίως διότι το Δικαστήριο αντίκρισε και έκρινε την υπόθεση βασιζόμενο σε μη αναπτυχθέντα από τους διάδικους, λόγο. Έρεισμα για την επίδικη απόφαση του Διευθυντή δίδει το άρθρο 61 του Κεφ. 224, το οποίο προνοεί ότι: «61
(1)Ο διευθυντής δύναται να διορθώσει οποιονδήποτε λάθος ή παράλειψη εν τω Κτηματικώ Μητρώω ή εν οιωδήποτε βιβλίω ή σχεδίω του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου, ή εν οιωδήποτε πιστοποιητικώ εγγραφής, και που τοιούτο Μητρώον, βιβλίον, σχέδιον ή πιστοποιητικόν εγγραφής ούτω διορθωθέν έχει την αυτή εγκυρότητα και ισχύν ως εάν το τοιούτο λάθος ή η τοιαύτη παράλειψις να μη είχε γίνει» Μία σειρά αποφάσεων, αρχίζοντας από την υπόθεση Hassidoff v. Santi & others
(1970)1 CLR 220, έχει διευκρινίσει τη φύση του λάθους ή παράλειψης, που ο Διευθυντής έχει εξουσία να διορθώσει, καταφεύγοντας στο άρθρο 61 και έχει συνάμα προσδιορίσει και το δικαιοδοτικό εύρος του άρθρου 80. Θα μπορούσε να λεχθεί συνοπτικά ότι η χρήση της διαδικασίας αυτής είναι εφικτή όταν ενδοτμηματικά, από τα επίσημα στοιχεία στην κατοχή του, ο Διευθυντής εντοπίζει λάθος ή παράλειψη. Στις περιπτώσεις όμως στις οποίες επιβάλλεται η λήψη και αξιολόγηση μαρτυρίας, η υπόθεση ξεφεύγει από την αρμοδιότητα αυτή του Διευθυντή (δέστε Φελλά κ.α. ν. Χ''Σάββα κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ 2075). Κρίνεται πως η κρινόμενη υπόθεση, εμπίπτει στη δεύτερη περίπτωση και για τους λόγους που κατωτέρω αναφέρονται, η απόφαση του Διευθυντή δεν μπορεί να επικυρωθεί. Έχει ανωτέρω καταγραφεί, ότι το αποτέλεσμα της διόρθωσης λάθους, ήταν η μείωση του εμβαδού κατά 148 τ.μ. του ακινήτου της εφεσείουσας. Η διεκδίκηση μέρους ακινήτου περιουσίας καθώς και η επίλυση κτηματικών διαφορών ουσίας, κείται εκτός του πλαισίου του άρθρου 61 του Κεφ. 224. Στην υπόθεση Θέκλα Νεοφύτου ν. Διευθυντή Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 842, στην οποία η διόρθωση λάθους αφαιρούσε από το κτήμα της εφεσείουσας έκταση γης 87 τ.μ., λέχθηκε με υιοθέτηση της απόφασης στη Λιασίδης ν. Γενικός Εισαγγελέας
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ σελ. 185, ότι η φιλοσοφία των αποφάσεων αυτών, είναι πως σοβαρές διαφορές που εμπίπτουν στην κυριότητα ακίνητης ιδιοκτησίας δεν εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του Διευθυντή αλλά σ' αυτή του Δικαστηρίου (δέστε και Διευθυντής Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ν. Γ. Αγρότης κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 320). Σχετική επί του ιδίου θέματος και η απόφαση Φελλά κ.α. (ανωτέρω), η οποία στη σελίδα 2083 αυτής, αναφέρει: «Το παρακάτω απόσπασμα από την πρόσφατη απόφαση του Πική, Π., στην Φανή ν. Διευθυντή Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος Λευκωσίας κ.ά.
(1999)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1760, ανασκοπεί τη βασική νομολογία και δίνει περιεκτικά τους βασικούς κανόνες: «Στη Φιλίππου ν. Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 448, υποδείξαμε ότι η επίλυση κτηματικών διαφορών ουσίας κείται εκτός του πλαισίου του άρθρ. 61 του Κεφ. 224. Όπως και πρόσφατα εξηγήσαμε, στην Ιωάννου ν. Κωνσταντίνου κ.ά.
(1999)1 Α.Α.Δ. 749, η εξουσία του Διευθυντή του Κτηματολογίου, βάσει του άρθρου 61, περιορίζεται σε διορθώσεις «(α) λαθών και (β) παραλείψεων, οι οποίες διαπιστώνονται σε (ι) βιβλία ή (ιι) σχέδια του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου, και (ιιι) στο πιστοποιητικό εγγραφής ακινήτου (τίτλος ιδιοκτησίας). Ό,τι υπόκειται σε διόρθωση είναι το λάθος ή η παράλειψη. Η διόρθωση σκοπεί στην αποκατάσταση της αυθεντικότητας των κτηματολογικών σχεδίων βιβλίων και εγγραφών. Στην Abraham Hassidoff v. Paul Antoine-Aristide Santi and Others
(1970)1 C.L.R. 220 και σε σειρά μεταγενέστερων αποφάσεων, υπογραμμίζεται ότι η επίλυση διαφορών, αναγόμενων στην ιδιοκτησία ακινήτου ως εκ της φύσεώς τους, αποτελεί αρμοδιότητα των Δικαστικών Αρχών και υπάγονται στη δικαιοδοσία πολιτικού δικαστηρίου - (βλ., μεταξύ άλλων, Λιασίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 185, Φιλίππου ν. Στυλιανού (ανωτέρω), Χ''Ιωάννου ν. Κωνσταντίνου κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 844 και Νεοφύτου ν. Δ/ντή Κτηματολογίου
(1995)1 Α.Α.Δ. 842).» Περαιτέρω, δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου, το γεγονός πως η εφεσίβλητη 1, στην οποία κοινοποιήθηκε η απόφαση του κ. Π. Αργυρού (Μ.Ε.1) στην οποία αποφασιζόταν ότι δεν υπήρξε λάθος, δεν καταχώρησε αίτηση - έφεση εναντίον της. Αυτό προκύπτει από το Τεκμήριο 2 και τη μαρτυρία μαρτυρία του κ. Αργυρού (Μ.Ε.1) την οποία και αποδέχομαι σαν ορθή και αξιόπιστη. Εξάλλου, η επίδικη απόφαση η οποία διαφοροποιεί - διορθώνει αυτή του κ. Αργυρού, δεν βασίστηκε σε δεδομένα που ήδη άλλαξαν και επέβαλλαν διαφοροποίηση της, αλλά σε λάθος που ο ίδιος ο Διευθυντής διέπραξε. Δεν είναι δυνατό να γίνεται επίκληση ενδοτμηματικών λαθών ή λάθος του χωρομέτρη και να επιζητείται αλλαγή μίας διαμορφωμένης προ 14ετίας κατάστασης. Εάν αφεθεί, το σύστημα του Κτηματολογίου να λειτουργεί με αυτό τον τρόπο, θα δημιουργηθεί ένας φαύλος κύκλος και θα επιφέρει αβεβαιότητα στα ιδιοκτησιακά καθεστώτα των πολιτών. Είναι πιστεύω χρήσιμο στο σημείο τούτο, να γίνει παραπομπή στην υπόθεση Διευθυντής Κτηματολογίου ν. Ανδρέα Χριστοδούλου Καρακώτου Πολ. Έφεση 11840/19.1.05, το κάτωθι απόσπασμα της οποίας, διαφωτίζει επί του εγειρόμενου θέματος. «Στις περιπτώσεις όπου ο Διευθυντής ενεργεί σαν διαιτητής υπό οιωνεί δικαστική ιδιότητα, στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου και ενεργώντας κατ' αυτό τον τρόπο ρυθμίζει θέματα ιδιωτικής φύσης ως προς δικαιώματα σε ακίνητη περιουσία, όπως έγινε στην προκείμενη περίπτωση, δεν έχει εξουσία να διαφοροποιήσει την απόφαση του, λόγω λάθος που ο ίδιος διέπραξε, με βάση το άρθρο 61
(1)του Κεφ. 224 και ανεξάρτητα από τα χρονικά πλαίσια και τους μηχανισμούς που καθορίζει το άρθρο 80 στο Κεφ. 224, έστω και αν αυτός ενεργεί μετά από αίτηση κάποιου ενδιαφερόμενου μέρους. Εκτιμούμε δηλαδή ότι εφόσον η απόφαση του Διευθυντή περικλείει τα προαναφερόμενα στοιχεία και λαμβάνεται κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 80 του Κεφ. 224 και εφόσον δεν εφεσιβληθεί δυνάμει του άρθρου 80 καθίσταται οριστική και τελεσίδικη και δεν παρέχεται ευχέρεια στη συνέχεια να διορθωθεί ή τροποποιηθεί έστω και μετά από αίτηση ενδιαφερόμενου μέρους. Αν τέτοια απόφαση του Διευθυντή, όπως περιγράφεται ανωτέρω, μπορούσε να διαφοροποιηθεί ή τροποποιηθεί εξαιτίας προηγούμενου λάθους του Διευθυντή, ανεξάρτητα από τους μηχανισμούς και τα χρονικά πλαίσια του άρθρου 80, όπως έγινε στην προκείμενη περίπτωση, αυτό θα είχε σαν συνέπεια τη δημιουργία μεγάλης αβεβαιότητας στους ιδιοκτήτες γης των οποίων περιουσιακά δικαιώματα επηρεάστηκαν από απόφαση του Διευθυντή, εφόσον η απόφαση αυτή, καθ' οιονδήποτε χρόνο και ανεξάρτητα από την αλλαγή της ιδιοκτησίας της γης, θα μπορούσε να διαφοροποιηθεί με βάση το άρθρο 61 του Κεφ. 224 και κατόπιν αιτήσεως κάποιου ενδιαφερομένου ιδιοκτήτη.» Λέχθηκε περαιτέρω στην ίδια υπόθεση σε σχέση με την αλλαγή των δεδομένων, το εξής: «Στην υπόθεση Σολομώντος (ανωτέρω) αφέθηκε ανοικτό το ενδεχόμενο ο Διευθυντής, ενεργώντας όχι αυτοβούλως, να διορθώσει προηγούμενη απόφαση του, δυνάμει του άρθρου 61, λόγω αλλαγής των δεδομένων στα οποία βάσισε την προηγούμενη του απόφαση. Εδώ δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο, εφόσον η απόφαση του Διευθυντή της 2.4.1991 δεν βασίστηκε σε οποιαδήποτε δεδομένα που άλλαξαν στο μεταξύ αλλά βασίστηκε σε λανθασμένες μετρήσεις του αρμοδίου χωρομέτρη για τις οποίες βέβαια ο μόνος υπεύθυνος ήταν ο ίδιος ο Διευθυντής. Το άρθρο 61 δεν έχει εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση.» ( Η υπογράμμιση είναι δική μου) Κάνοντας αναφορά στην απόφαση αυτή ο κ. Χάσικος, υπέδειξε πως αυτή διαφοροποιείται από την κρινόμενη, διότι υπάρχει η συμφωνία των μερών και δεν πρόκειται μόνο για λάθος μετρήσεις, αλλά για αλλαγή της κλίμακας. Να λεχθεί σ' αυτό το σημείο, πως επίκληση λανθασμένου σχεδιάσματος, όπως στην παρούσα, έγινε και στη Νικολάου ν. Κωνσταντίνου
(2003)1 Α.Α.Δ.
- Στην ανωτέρω υπόθεση, το Κτηματολόγιο εξέτασε αίτηση για συνοριακή διαφορά και μετά από επιτόπια έρευνα διαπίστωσε τι, κατά την άποψη του, είχε αποτελέσει λανθασμένο σχεδίασμα του διαχωρισμού, το οποίο και εισηγήθηκε να διορθώσει. Η διόρθωση, συνεπαγόταν μείωση του εμβαδού του κτήματος ενός των διαδίκων. Και στην ανωτέρω υπόθεση, ο διαχωρισμός έγινε μετά από συμφωνία των μερών, και αμφότεροι οι διάδικοι επικαλούντο τη συμφωνία εκείνη. Κρίθηκε πως η επίλυση του προκύπτοντος θέματος της διάστασης μεταξύ των δύο σχεδίων, εξυπάκουε κρίση τόσο επί της άμεσης μαρτυρίας όσο και της συγκριτικής ισχύος, ιδιαιτέρως των ερυθρών 3 και
- Αυτό ανάγετο όχι στην εξουσία του Διευθυντή για διόρθωση λάθους αλλά στην εξουσία του Δικαστηρίου ως ιδιοκτησιακή διαφορά. Αυτό ισχύει και στην παρούσα περίπτωση. Αμφότερες οι πλευρές επικαλούνται τη συμφωνία ημερ. 16.1.1982 ισχυριζόμενες εφαρμογή της. Η θέση της εφεσείουσας, όπως προσφέρθηκε με τις ένορκες δηλώσεις και τις προφορικές μαρτυρίες, είναι πως κατά την ημερομηνία που έγινε η φιλική διευθέτηση και υπεγράφη η συμφωνία ημερ. 18.1.1982, διαπιστώθηκε ότι οι λάκκοι της οικίας της εφεσίβλητης 1, ευρίσκοντο στο δικό της τεμάχιο. Λόγω της οικονομικής κατάστασης της εφεσίβλητης 1 και για να μην προκαλέσουν περαιτέρω πρόβλημα σε αυτήν, αποδέχθησαν να μην χαλάσουν τους λάκκους, να αφήσουν την κατάσταση ως έχει και οι λάκκοι σιγά - σιγά να μετακινηθούν. Υπεδείχθη τέλος, πως ο λόγος που η μητέρα της εφεσείουσας κατέθεσε αίτηση για συνοριακή διαφορά, ήταν ακριβώς η εκ μέρους της διαπίστωση ότι η εφεσίβλητη 1 έκτιζε την οικία της εντός του ακινήτου που τώρα κατέχει η εφεσείουσα. Υπήρξε περαιτέρω ισχυρισμός ότι το σπίτι της εφεσίβλητης όχι μόνο δεν είχε καμία απόσταση από το σύνορο του τεμαχίου της εφεσείουσας αλλά ήταν ένα πόδι προς το τεμάχιο της. Αντίθετα, η εφεσίβλητη ισχυρίζεται ότι η οικία της απείχε 14 πόδια από το σύνορο της εφεσείουσας. Για το λόγο τούτο και γίνεται εκατέρωθεν επίκληση διάφορων σχεδίων και χωρομετρικών σχεδιαγραμμάτων όπως το Τεκμήριο 3, το Τεκμήριο 9 της ένορκης δήλωσης του Λ. Λάμπρου και τα Τεκμήρια 54 και 55, όπου στα μεν πρώτα η κατοικία παρουσιάζεται εφαπτόμενη στο τεμάχιο της εφεσείουσας, στα δε τελευταία, εμφαίνεται να έχει κάποια απόσταση από αυτό. Ο ίδιος δε ο κ. Χριστοδουλίδης (Μ.Υ.2 Εφεσίβλητου 2) ο οποίος συνέταξε τη συμφωνία ημερ. 18.1.1982, ενώ αναφέρει στην ένορκη δήλωση του ότι ετοίμασε σχέδιο, σ' αυτό δεν εμφανίζεται η κατοικία της εφεσίβλητης 1, η οποία ήταν και το κυριότερο σημείο της διένεξης αλλά στην προφορική του ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, ανέφερε πως όπου συμφωνούν τα μέρη για τα σύνορα τους, δεν επιδεικνύεται διαφιλονικούμενο μέρος. Απλά, μπαίνουν κάποιες καταμετρήσεις για να βεβαιωθεί ο ελεγκτής αν τοποθετήθηκαν σωστά. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν θυμόταν την επιτόπου κατάσταση, ότι στηρίχθηκε στο σχέδιο που ετοίμασε ο κ. Συμεού, αλλά επέμενε ότι η οικία της εφεσίβλητης απείχε 14 πόδια από το σύνορο της εφεσίβλητης
- Έχοντας αυτές τις διαφορετικές προσεγγίσεις σε σχέση με την επιτόπου κατάσταση, τα ετοιμασθέντα σχέδια, τις ανατροπές που επέφερε η εργασία του κ. Αργυρού με την αίτηση του 1995, κρίνεται πως η επίλυση των διαφορών αυτών, συνεπάγεται κρίση επί της υπάρχουσας μαρτυρίας και η διαφορά αυτή δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία του Διευθυντή του Κτηματολογίου αλλά στην ευχέρεια του Δικαστηρίου. Όπως ανωτέρω ελέχθη και στην υπόθεση Νικολάου, παρά την ύπαρξη συμφωνίας διαχωρισμού μεταξύ των διαδίκων, αυτή δεν ήταν καταλυτικής σημασίας για τη λύση της υπόθεσης, αφού διδόταν διαφορετική ερμηνεία σε αυτή. Εξάλλου και στην υπόθεση Λευκή Κόκου Μάρκου ν. Όθωνος Μιχαήλ Πασχάλη
(2001)1 ΑΑΔ σελ. 829, εκρίθη ότι η συμφωνία των μερών επί συνοριακής διαφοράς, δεν δημιούργησε οποιοδήποτε κώλυμα ή εμπόδιο το οποίο να αποτρέπει την άσκηση διακριτικής ευχέρειας που πηγάζει από το Νόμο. Και στην ανωτέρω υπόθεση, οι διάδικοι είχαν υπογράψει συμφωνία με την οποία επιλύετο συνοριακή διαφορά, όμως ο ένας εκ των δύο, «υπαναχώρησε» και εθεωρήθη ότι ο Διευθυντής μπορούσε να εξετάσει νέα αίτηση συνοριακής διαφοράς αφού ο κάθε διάδικος έδιδε διαφορετική ερμηνεία στο τι υποδείχθησαν σαν σύνορα. Όπως και στην κρινόμενη, που τόσο η εφεσείουσα όσο και η εφεσίβλητη, δίδουν διαφορετικές μαρτυρίες και εκδοχές για την υπόδειξη και θέση των συνόρων τους κατά τη φιλική διευθέτηση και υπογραφή της συμφωνίας Τεκμήριο
- Το Δικαστήριο δεν έχει προβεί σε αξιολόγηση του κάθε ενός μάρτυρα ξεχωριστά, δεδομένης της ανωτέρω κατάληξης του και του θέματος το οποίο οδήγησε στην τελική του κρίση. Οφείλει όμως να τονίσει και θίξει ως αχρείαστη, μη αναγκαία και υπερβολική τη συνεχή αναφορά της εφεσείουσας τόσο μέσα από τις έγγραφες προτάσεις και Τεκμήρια όσο και την προφορική μαρτυρία, στην άδικη και δυσμενή της μεταχείριση εκ μέρους του Διευθυντή και υπαλλήλων του Κτηματολογίου, στους οποίους απέδιδε προκατάληψη και αντιπάθεια για το άτομο της και ευμενή μεταχείριση και συμπάθεια προς το άτομο της εφεσίβλητης
- Τέτοια συμπεριφορά και κίνητρα που αποδίδονται στον εφεσίβλητο 2 δεν αποδείχθηκε. Τα οποιαδήποτε λάθη ή παραλείψεις που γίνονται, οφείλονται στην ανθρώπινη φύση και στη συνήθη εκτέλεση εργασιών και δραστηριοτήτων. Είναι δε καλό και ορθό να αποφεύγονται τέτοιοι χαρακτηρισμοί, οι οποίοι ουδόλως εξυπηρετούν την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω και τη διακριτική ευχέρεια που δίδει το άρθρο 80 στο Δικαστήριο, όπως αυτή έχει ερμηνευθεί με τη Νομολογία (Kafieros & Another v. Theocharous & Others
(1978)1 CLR 619), η επίδικη απόφαση του Διευθυντή παραμερίζεται. Κρίνεται πως η εφεσίβλητη 1, ευρέθη στη δίνη των καταστάσεων που δημιούργησαν αιτήσεις τρίτων προσώπων χωρίς η ίδια να ευθύνεται, γι' αυτό δεν θα καταδικασθεί σε έξοδα. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της εφεσείουσας και εναντίον του εφεσίβλητου 2, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)................ Δ. Σωκράτους, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής .../Γ.Ι. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο