← Κύπρος

Κατερίνα Γεωργίου ν. Ανδρέα Γεωργίου Αποστολίδη, Αρ. Αγωγής: 4120/01, 4.10.06

Κατερίνα Γεωργίου ν. Ανδρέα Γεωργίου Αποστολίδη, Αρ. Αγωγής: 4120/01, 4.10.06 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2006:A44 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 4120/01 Μεταξύ: Κατερίνα Γεωργίου, από την Παναγιά Ενάγουσας και Ανδρέα Γεωργίου Αποστολίδη, από την Παναγιά Εναγόμενου Ημερομηνία: 4.10.06 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κ. Σ. Σιβιτανίδης Για τον Εναγόμενο: κ. Χ. Φωτίου (κ. Ζανούπας για να ακούσει απόφαση) ------------------------ Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα αξιώνει εναντίον του Εναγόμενου ειδικές και γενικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες, τις οποίες υπέστη, συνεπεία επίθεσης, την οποία δέχθηκε από τον Εναγόμενο στις 26.5.01 στο χωριό Παναγιά της επαρχίας Πάφου. Με την Υπεράσπισή του ο Εναγόμενος αρνείται ότι επιτέθηκε στην Ενάγουσα και ισχυρίζεται ότι οι τραυματισμοί της προκλήθηκαν από πέσιμο της από κερασιά. Το περιστατικό έλαβε χώρα εντός του περιβολιού του Εναγόμενου. Στην βιασύνη της να κατέβει από το δέντρο, ώστε να μην γίνει αντιληπτή από τον Εναγόμενο και με σκοπό να αποφύγει την σύλληψή της, όταν ο τελευταίος εισήλθε εντός του περβολιού του, η Ενάγουσα έπεσε από την κερασιά από την οποία παράνομα έκοβε κεράσια και τραυματίστηκε. Με την Απάντηση στην Υπεράσπιση η Ενάγουσα αρνείται τους πιο πάνω ισχυρισμούς του Εναγόμενου. Αποτελεί δε περαιτέρω ισχυρισμό της, ότι, όταν δέχθηκε την επίθεση από τον Εναγόμενο, αυτή δεν βρισκόταν πάνω στην κερασιά αλλά κάτω στο έδαφος. Για την πλευρά της Ενάγουσας κατέθεσαν η ίδια, η Άντρη Λαζάρου, Υπεύθυνη στο Πολιτικό Τμήμα του Πρωτοκολλητείου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου (ΜΕ 1), ο Περικλής Χαραλάμπους (ΜΕ 2), η Ουρανία Λεάντρου (ΜΕ 4), ο Χαράλαμπος Χαραλάμπους (ΜΕ 5), η Αύρα Αβραάμ (ΜΕ 6), ο Δρ. Γιαννάκης Καττιμέρης (ΜΕ 7) και ο Δρ. Φυλακτής Κωνσταντινίδης (ΜΕ 8). Για την πλευρά της Υπεράσπισης ο ίδιος ο Εναγόμενος, η Ελευθερία Χριστοδούλου (ΜΥ 2), ο Χριστόδουλος Αποστολίδης (ΜΥ 3) και ο Δρ. Χριστάκης Φωτίου (ΜΥ 4). Παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες ενόσω έδιναν μαρτυρία ενώπιόν μου και είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω τόσο τον τρόπο με τον οποίο αυτοί απάντησαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους τέθηκαν όσο και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Κατ' αρχή, θα πρέπει να λεχθεί ότι η παρούσα υπόθεση ως πολιτική τοιαύτη κρίνεται επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων και ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου είτε μερικώς (Βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου

(1988)1 ΑΑΔ 263 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207). Λέχθηκε, επίσης, ότι η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (Βλ. Χάρης Χρίστου ν. Ευγενία Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454). Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω και, αφού έλαβα υπόψη μου το σύνολο της προσκομισθείσας μαρτυρίας, όπως αυτή είναι καταγραμμένη στα πρακτικά, προχωρώ στην αξιολόγηση των μαρτύρων. Η ΜΕ 1 κλητεύθηκε για να καταθέσει την απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 16.9.82 στην αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου με αριθμό 98/
  1. Η κατάθεση δεν επετράπη από το Δικαστήριο. Η προφορική της δε μαρτυρία περιορίσθηκε σε περιγραφή των διαδίκων στην πιο πάνω αγωγή και του αντικειμένου της. Δεν φάνηκε, όμως, να υπάρχει οποιαδήποτε σχετικότητα μεταξύ των όσων η μάρτυρας ανέφερε και της παρούσας υπόθεσης. Συνακόλουθα η μαρτυρία της δεν κρίνεται αποδεκτή. Ο ΜΕ 2 ήταν αυτόπτης μάρτυρας των όσων διαδραματίσθηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ο μάρτυρας αυτός μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Παρέθεσε στο Δικαστήριο τα ουσιώδη γεγονότα με ειλικρίνεια και θετικότητα, η οποία δεν μου άφησε καμία αμφιβολία για την αλήθεια των όσων κατέθεσε. Η μαρτυρία του υπήρξε ιδιαίτερα ακριβής αναφορικά με την χρονική σειρά με την οποία διαδραματίστηκαν τα διάφορα γεγονότα στα οποία αναφέρθηκε στην μαρτυρία του. Περιέγραψε με λεπτομέρεια τι ακριβώς έλαβε χώρα την κάθε δεδομένη στιγμή και έδειχνε να αντιλαμβάνεται από αποστάσεις. Παρέμεινε σταθερός στην μαρτυρία του μέχρι τέλους χωρίς να κλονισθεί ή να υποπέσει σε αντιφάσεις παρά την μακρά αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκε. Η θέση του αναφορικά με το ότι η Ενάγουσα καθόλη την διάρκεια της παρουσίας της εντός του περιβολιού μάζευε κεράσια από το έδαφος και δεν είχε ανέβει πάνω στις κερασιές παρέμεινε αναλλοίωτη και σταθερή καθόλη την διάρκεια της μαρτυρίας του, όπως και η θέση του ότι όταν επέστρεψε στο περιβόλι της συζύγου του είδε καθαρά τον Εναγόμενο να χτυπά την Ενάγουσα παρουσία των θυγατέρων της και ότι σε καμία περίπτωση δεν είδε την Ενάγουσα να γλιστρά από κερασιά και να πέφτει στο έδαφος. Η φιλαλήθειά του φαίνεται και από το γεγονός ότι δεν ανέφερε οτιδήποτε για τραυματισμούς, αφού, όπως ανέφερε, δεν γνώριζε αν η Ενάγουσα έφερε τραύματα στο σώμα της. Κατέθεσε μόνο, ότι την πρώτη φορά που την είδε μετά το συμβάν, η Ενάγουσα παραπονείτο για πονοκεφάλους και ζάλη. Για όλους τους πιο πάνω λόγους δέχομαι την μαρτυρία του στην ολότητά της. Η Ενάγουσα μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Ο τρόπος και το ύφος με το οποίο απαντούσε στις διάφορες ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν δεν μου άφησε την παραμικρή αμφιβολία ότι έλεγε την αλήθεια αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα. Απαντούσε με αφοπλιστική ειλικρίνεια και ευθύτητα αναφορικά με τα διαδραματισθέντα. Δεν έδειχνε να έχει οποιοδήποτε ενδοιασμό για τις απαντήσεις της, οι οποίες ήταν αυθόρμητες και δεν φάνηκε να τις υπολογίζει από πριν. Στα ουσιώδη γεγονότα παρέμεινε σταθερή στην μαρτυρία της και δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις. Αναφορικά δε με τους τραυματισμούς της δεν διαπίστωσα οποιαδήποτε τάση υπερβολής ή μεγεθυντοποίησής τους. Δέχομαι την μαρτυρία της στο σύνολό της εκτός από τα ακόλουθα σημεία. Πρώτον, ό,τι κατέθεσε αναφορικά με την διάρκεια του περιστατικού. Η μαρτυρία της Ενάγουσας επί του σημείου τούτου δεν ήταν θετική. Ενώ αρχικά ανέφερε, ότι ο Εναγόμενος την χτυπούσε και την ύβριζε ταυτόχρονα για μισή ώρα αδιαλείπτως στην συνέχεια υποστήριξε, ότι τα χτυπήματα διήρκησαν μόνο δεκαπέντε λεπτά και ότι μισή ώρα διήρκησαν οι ύβρεις που της ξεστόμιζε. Στην επανεξέταση δε ανέφερε, ότι μέσα σε δεκαπέντε λεπτά είχε ολοκληρωθεί το επεισόδιο, δηλαδή, τόσο τα χτυπήματα με το σιαππάνι και τον κουβά όσο και το βρισίδι. Θεωρώ ότι επί του σημείου τούτου η Ενάγουσα δεν είπε την αλήθεια. Άλλωστε, μου έδωσε την εντύπωση, ότι δεν μπορεί να υπολογίζει τον χρόνο, αφού η ίδια παραδέχτηκε, ότι ένεκα του ότι δεν πήγε σχολείο, δεν γνωρίζει τι είναι το λεπτό και τι το δευτερόλεπτο. Δέχομαι, όμως, από την μαρτυρία της, ότι ο Εναγόμενος την χτύπησε με το σιαππάνι και τον κουβά αρκετές φορές προκαλώντας της τραυματισμούς. Άλλο σημείο από την μαρτυρία της που δεν αποδέχομαι είναι η απόσταση που την χώριζε από τους ΜΕ 2 και 4 την στιγμή που το επεισόδιο βρισκόταν σε εξέλιξη. Σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΕ 2, την οποία έκανα αποδεχτή, η απόσταση αυτή ήταν μεταξύ 25 και 30 μέτρων, ήτοι, σαφώς μεγαλύτερη από την απόσταση που η Ενάγουσα υπέδειξε στην διά ζώσης μαρτυρία της, δηλαδή, μεταξύ του εδώλιου του μάρτυρα από το οποίο κατέθεσε και της έδρας του Δικαστηρίου. Αξίζει να σημειωθεί, ότι στα ίδια περίπου επίπεδα που η απόσταση αυτή προσδιορίστηκε από τον ΜΕ 2 προσδιορίστηκε και από την ΜΕ
  2. Ούτε και δέχομαι ότι ο ΜΕ 2 στην απόσταση στην οποία δέχτηκα ότι βρισκόταν δεν ήταν σε θέση να δει το περιστατικό, όπως ήταν η εκτίμηση της Ενάγουσας. Ο ΜΕ 2 περίγραψε με ιδιαίτερα πειστικό τρόπο τις συνθήκες κάτω από τις οποίες είδε το περιστατικό. Δηλαδή, ότι παρόλο που είχε φύγει ο ήλιος εξακολουθούσε να υπάρχει φως της ημέρας που του επέτρεπε να δει καθαρά τα όσα διαδραματίστηκαν και ότι το περιβόλι στο οποίο βρισκόταν και αυτό στο οποίο έλαβε χώρα το συμβάν συνορεύουν. Το πιο σημαντικό δε από την μαρτυρία του είναι ότι το επεισόδιο έλαβε χώρα στην άκρια του περιβολιού, σε σημείο, δηλαδή, που δεν εμποδιζόταν κάποιος που βρισκόταν στην θέση του να δει από τις κερασιές, οι οποίες ήταν πολλές και πυκνά φυτεμένες, και ότι το τεμάχιο στο οποίο έλαβε χώρα το συμβάν υψομετρικά είναι πιο ψηλά από το τεμάχιο εντός του οποίου αυτός στεκόταν. Ακριβώς ένεκα της υψομετρικής αυτής διαφοράς κάποιος ο οποίος βρισκόταν στην θέση που βρισκόταν ο ΜΕ 2 μπορούσε να δει καθαρά ό,τι διαδραματίστηκε μεταξύ των διαδίκων. Η θέση αυτή του ΜΕ 2 συνάδει και με την μαρτυρία της ΜΕ 6 επί του προκειμένου. Η εν λόγω μάρτυς ανέφερε στην μαρτυρία της, ότι οι ΜΕ 2 και 4 δεν μπορούσαν να δουν αυτή και τις δύο αδελφές της, καθ' ον χρόνο αυτές ήταν απασχολημένες με το μάζεμα των κερασιών. Όταν, όμως, προσέγγισαν την Ενάγουσα, τότε έγιναν και αυτές ορατές, όπως και η Ενάγουσα, από τους ΜΕ 2 και
  3. Συνεπώς, από την μαρτυρία της Ενάγουσας δεν δέχομαι ότι οι ΜΕ 2 και 4 βρισκόντουσαν σε απόσταση 5 με 6 μέτρων από αυτήν, ότι το περιστατικό έγινε σε σημείο που οι ΜΕ 2 και 4 εμποδίζονταν από τις κερασιές να δουν το επεισόδιο και, κατ' επέκταση, ότι το επεισόδιο δεν ήταν ορατό από την θέση που δέχτηκα ότι βρισκόντουσαν οι ΜΕ 2 και
  4. Από την μαρτυρία της δεν δέχομαι, επίσης, όσα ανέφερε για πόνους στον αυχένα και για τραυματισμούς στην ράχη της. Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είναι δικογραφημένοι στην Έκθεση Απαίτησης και κατά συνέπεια δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο. Η Ενάγουσα, όπως και οι ΜΕ 2, 4 και 5, αντεξετάσθηκαν αναφορικά με την ιδιοκτησία του τεμαχίου εντός του οποίου επισυνέβη το περιστατικό με σκοπό να καταδειχθεί από την Υπεράσπιση ότι η είσοδος της εντός του εν λόγω τεμαχίου ήταν παράνομη και η πράξη της να κόψει κεράσια συνιστούσε κλοπή. Τονίζω, πως η ιδιοκτησία του τεμαχίου δεν αποτελεί ούτε επίδικο, ούτε σχετικό στην διαδικασία ζήτημα και, κατ' επέκταση, η μαρτυρία που δόθηκε αναφορικά με αυτή θα αγνοηθεί από το Δικαστήριο. Ενδεχομένως τέτοιο ζήτημα να ήταν σχετικό στην περίπτωση που ο Εναγόμενος ήγειρε με την Υπεράσπισή του ζήτημα, ότι επιτέθηκε στην Ενάγουσα καθότι προεκλήθη από τις πράξεις της. Θέση του, όμως, είναι, ότι ουδέποτε επιτέθηκε στην Ενάγουσα και ότι οι τραυματισμοί της προκλήθηκαν από πέσιμο της ιδίας από κερασιά ενώ μάζευε κεράσια. Η ΜΕ 4 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Μέσα από τον τρόπο και το ύφος με το οποίο απαντούσε με έπεισε για την αλήθεια των όσων κατέθεσε. Ήταν σταθερή στην μαρτυρία της μέχρι τέλους και δεν κλονίσθηκε παρά την μακρά αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκε. Δέχομαι την μαρτυρία της στο σύνολό της εκτός από ό,τι ανέφερε σχετικά με την απόσταση που την χώριζε από την Ενάγουσα. Η μαρτυρία της δεν ήταν θετική επί του σημείου τούτου. Ανέφερε, ότι τις χώριζε απόσταση 2 με 4 μέτρα και εξομοίωσε την απόσταση αυτή με την απόσταση μεταξύ του εδώλιου του μάρτυρα, από το οποίο έδωσε κατάθεση, μέχρι την πόρτα, που βρίσκεται πίσω από το εδώλιο του Κατηγορουμένου και η οποία συνορεύει με το γραφείο του Δικαστή. Η απόσταση, όμως, αυτή είναι σαφώς μεγαλύτερη από 2 με 4 μέτρα. Η μάρτυρας μου έδωσε την εντύπωση, ότι δεν μπορούσε να υπολογίζει αποστάσεις. Άλλωστε, αν η απόσταση αυτή ήταν 2 με 4 μέτρα, δηλαδή, τόσο μικρή, θα κατάφερνε να προσεγγίσει την Ενάγουσα όταν είχε τρέξει προς το μέρος της. Εκτός από αποστάσεις η μάρτυρας μου έδωσε την εντύπωση, ότι δεν μπορούσε να υπολογίζει ούτε και τον χρόνο. Για τον λόγο αυτό δεν δέχομαι, ότι ο Εναγόμενος χτυπούσε την Ενάγουσα για δεκαπέντε ολόκληρα λεπτά, όπως ισχυρίσθηκε στην μαρτυρία της. Η ίδια, άλλωστε, παραδέχτηκε, ότι δεν γνωρίζει πόσο διαρκεί ένα λεπτό της ώρας. Δέχομαι, όμως, από την μαρτυρία της, ότι η Ενάγουσα δέχτηκε αρκετά χτυπήματα από τον Εναγόμενο. Ο ΜΕ 5 μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Η μαρτυρία του περιορίσθηκε σε ό,τι γνώριζε για την υπόθεση από την εκτέλεση των καθηκόντων του ως εξεταστής της υπόθεσης. Η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση και η αντεξέταση ήταν διευκρινιστικής φύσεως. Συνακόλουθα δέχομαι την μαρτυρία του στο σύνολό της, εκτός από τον ισχυρισμό του ότι η Ενάγουσα κρατήθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου για παρακολούθηση. Σύμφωνα με την μαρτυρία της Ενάγουσας, την οποία αποδέχτηκα, η Ενάγουσα δεν εισήχθη στο εν λόγω Νοσοκομείο παρά τις ρητές συμβουλές του ιατρού που την εξέτασε. Η ΜΕ 6 είχε την ευκαιρία να δει το περιστατικό από πολύ κοντινή απόσταση, αφού μόλις το αντιλήφθηκε έτρεξε προς το μέρος της Ενάγουσας. Ήταν αμετακίνητη στην θέση της ότι η Ενάγουσα την συγκεκριμένη ημέρα δεν είχε ανέβει πάνω στις κερασιές, αλλά μάζευε κεράσια από το έδαφος και ότι ο Εναγόμενος την χτυπούσε απανωτά, χωρίς διακοπή, με το σιαππάνι στο πίσω μέρος του σώματός της. Ο τρόπος, το ύφος και η θετικότητα με την οποία κατέθεσε η μάρτυρας δεν μου άφησαν την παραμικρή αμφιβολία ότι έλεγε την αλήθεια. Αποδέχομαι την μαρτυρία της στο σύνολό της, εκτός από τον ισχυρισμό της, ότι τα χτυπήματα του Εναγόμενου διήρκησαν δεκαπέντε λεπτά. Δέχομαι από την μαρτυρία της, ότι η Ενάγουσα δέχτηκε αρκετά χτυπήματα από τον Εναγόμενο και ότι τα χτυπήματα αυτά διαδέχονταν το ένα το άλλο. Κρίνω, όμως, ότι ένεκα του νεαρού της ηλικίας της κατά τον ουσιώδη χρόνο και της σύγχυσης που της προκάλεσε το επεισόδιο, κατά δική της ομολογία, η μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να εκτιμήσει ορθά τον χρόνο που διήρκησε το επεισόδιο. Αναφορικά με την ιατρική μαρτυρία είναι σαφώς νομολογημένο ότι αυτή πρέπει να αξιολογείται στη βάση των αρχών που διέπει την προσέγγιση της μαρτυρίας ειδικών. Οι αρχές αυτές προδιαγράφονται με μεγάλη σαφήνεια στην υπόθεση Σπύρου ν. Χ΄΄Χαραλάμπους
(1989)1 ΑΑΔ 298, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Δεν είναι σπάνιο φαινόμενο να δίδεται συγκρουόμενη ιατρική γνώμη ή μαρτυρία στο Δικαστήριο σε υποθέσεις της φύσης αυτής. Με την πρόοδο της επιστήμης τα Δικαστήρια δέχονται μαρτυρία εμπειρογνωμόνων και χρησιμοποιούν την εξειδικευμένη γνώση τους για να καταλήξουν σε ορθές αποφάσεις. Το καθήκον των μαρτύρων αυτών είναι να δώσουν στο Δικαστή τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να μπορέσει να σχηματίσει γνώμη για την ανεξαρτησία της κρίσης τους και να καταλήξει ορθά στα ευρήματα των γεγονότων από την ενώπιόν του μαρτυρία. Κατά κανόνα, η ιατρική μαρτυρία, όπως και άλλη μαρτυρία εμπειρογνώμονα, θεωρείται ότι είναι μαρτυρία ανεξάρτητου μάρτυρα (R v. Lanfear
(1968)1 All E R 683, Andreas Anastassiades v. The Republic
(1977)2 CLR 97, Kyriacos Nicola Kouppis v. The Republic
(1977)2 CLR 361) ............................... Παρόλο ότι η συμπεριφορά των ιατρών μαρτύρων δεν είναι τόσο μεγάλης σπουδαιότητας, όσο είναι η συμπεριφορά των κοινών μαρτύρων, είναι, όμως, ουσιώδης για τον σκοπό της αξιολόγησης της μαρτυρίας τους (Joyce v. Yeomans
(1981)2 All E R 21))». Ο ιατρός Καττιμέρης μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Ο μάρτυρας αυτός έδωσε τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια, ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να σχηματίσει γνώμη για την ανεξαρτησία της κρίσης του. Ήταν θετικός, σοβαρός, συνεπής και μετρημένος στις απαντήσεις του και επεξηγηματικός στις θέσεις του, τις οποίες αιτιολόγησε επαρκώς και με τρόπο ικανοποιητικό προς το Δικαστήριο. Η μαρτυρία του δεν είχε την παραμικρή δόση υπερβολής. Παρέμεινε δε σταθερός στη μαρτυρία του μέχρι τέλους χωρίς να κλονιστεί παρά την μακρά αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκε και χωρίς να υποπέσει σε οποιαδήποτε αντίφαση. Η άποψή του, ότι οι εκχυμώσεις στην ράχη της Ενάγουσας δεν παρουσιάσθηκαν την ίδια στιγμή, αλλά μετά από πάροδο 2 με 3 ημερών ήταν τεκμηριωμένη. Επιβεβαιώνεται δε και από την μαρτυρία της ίδιας της παθούσας, σύμφωνα με την οποία το μελάνιασμα σε ολόκληρη της την ράχη δεν επήλθε αμέσως, αλλά ακριβώς μέσα στο πιο πάνω χρονικό διάστημα. Συνεπώς, δεν ξενίζει το Δικαστήριο, που ο ιατρός Κωνσταντινίδης, ο οποίος εξέτασε την Ενάγουσα την ημέρα του περιστατικού, δεν κατέγραψε στο πιστοποιητικό του εκχυμώσεις στην πλάτη της. Για τον ίδιο λόγο δεν ξενίζει το Δικαστήριο που ο ιατρός Κωνσταντινίδης δεν κατέγραψε στο πιστοποιητικό του και εκχυμώσεις αριστερής κοιλιακής χώρας, κακώσεις που ο ιατρός Καττιμέρης διαπίστωσε κατά την εξέταση του. Ο ιατρός Καττιμέρης κρίνεται, επίσης, ως αντικειμενικός και ανεξάρτητος μάρτυρας. Παραδέχθηκε, ότι η Ενάγουσα δεν έφερε θλαστικά τραύματα και ότι δεν γνώριζε με ποιο μέσο ή όργανο κτυπήθηκε. Δεν απέκλεισε, όμως, ο τύπος των τραυμάτων, που έφερε στο σώμα της, να προκλήθηκαν από χτυπήματα από σιαππάνι. Πεποίθηση του μάρτυρα είναι ότι η Ενάγουσα κτυπήθηκε από αμβλύ αντικείμενο. Σύμφωνα με την μαρτυρία που προσκομίστηκε, το σιαππάνι είναι αμβλύ αντικείμενο, αφού αποτελείται από ιμάντα μεγάλου μήκους, ο οποίος, στην παρούσα υπόθεση, χρησιμοποιήθηκε διπλωμένος και καταλήγει σε γάντζο. Ως αμβλύ αντικείμενο χαρακτηρίστηκε και από τον μάρτυρα, ο οποίος γνώριζε τι είναι το σιαππάνι. Θέση του είναι ότι ως τέτοιο όργανο το σιαππάνι θα μπορούσε να προκαλέσει τα τραύματα που η Ενάγουσα παρουσίαζε. Πεποίθηση μου είναι ότι ο μάρτυρας αυτός ήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό μέσα από τις επιστημονικές του γνώσεις να διαφωτίσει το Δικαστήριο για τα τραύματα της Ενάγουσας. Για όλους τους πιο πάνω λόγους έχω πεισθεί για την ανεξαρτησία της κρίσης του και είμαι σε θέση, βασιζόμενος στην μαρτυρία του, να καταλήξω σε ασφαλή ευρήματα. Θα πρέπει, όμως, να τονίσω, ότι ένεκα του ότι κάποιοι από τους τραυματισμούς, στους οποίους αναφέρθηκε στην μαρτυρία του, δεν είναι δικογραφημένοι στην Έκθεση Απαίτησης, αυτοί δεν θα ληφθούν υπόψη. Συνεπώς, μαρτυρία η οποία δόθηκε από τον μάρτυρα αναφορικά με εκδορές και εκχυμώσεις στο πηγούνι και εκχυμώσεις στην ράχη δεν θα ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο. Από την μαρτυρία του ΜΕ 8 δέχομαι ότι ο μάρτυρας αυτός εξέτασε την Ενάγουσα στις 26.5.01 και κατέγραψε την διάγνωση και τα ευρήματά του επί του ιατρικού πιστοποιητικού που εξέδωσε την 4.10.01 (Τεκμήριο Β). Το περιεχόμενο του εν λόγω πιστοποιητικού δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά της Υπεράσπισης. Συνακόλουθα δέχομαι ως αληθινό το περιεχόμενο του, εκτός από το ότι η Ενάγουσα εισήχθη στο Γενικό Νοσοκομείου Πάφου. Πρώτος μάρτυρας για την Υπεράσπιση κατέθεσε ο Εναγόμενος. Αυτός μου έκανε πολύ κακή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Κατ' αρχή, μέσα από την διά ζώσης μαρτυρία του πρόβαλε μιαν εκδοχή αναφορικά με τα γεγονότα, η οποία δεν συνάδει με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του. Είναι αξιοσημείωτο, ότι ενώ με την Υπεράσπισή του ισχυρίζεται, ότι οι τραυματισμοί της Ενάγουσας προήλθαν από πέσιμό της από κερασιά, στην διά ζώσης μαρτυρία του δεν ισχυρίσθηκε κάτι τέτοιο. Σε κανένα σημείο της προφορικής του μαρτυρίας δεν ισχυρίσθηκε ως γεγονός, ότι η Ενάγουσα γλίστρησε και έπεσε από κερασιά ή ότι οι τραυματισμοί της προήλθαν από πέσιμό της από κερασιά. Τουναντίον, ήταν ρητός και σαφής στην μαρτυρία του, ότι η Ενάγουσα δεν ήταν πάνω σε κερασιά, αλλά μάζευε κεράσια από το έδαφος. Η διάσταση αυτή που υπάρχει ανάμεσα στους δικογραφημένους ισχυρισμούς του και την διά ζώσης μαρτυρία του δημιουργεί ρήγμα στην υπόθεση και κλονίζει καίρια την αξιοπιστία του. Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω ο Εναγόμενος δεν μου έκανε καλή εντύπωση για τους ακόλουθους λόγους. Το ύφος του και ο τρόπος με τον οποίο κατέθεσε δεν με έπεισαν στο ελάχιστο για την αλήθεια της μαρτυρίας του. Μέσα από την μαρτυρία του σχημάτισα έντονα την εντύπωση, ότι κατέβαλε ιδιαίτερη προσπάθεια να παρουσιαστεί ως ευγενικός και φιλεύσπλαχνος και με τον τρόπο αυτό να γίνει αρεστός στο Δικαστήριο. Δεν με έπεισε και η προσπάθειά του αυτή δεν ήταν παρά επιτηδευμένη. Υπήρχε, επίσης, μια ειρωνεία στο βλέμμα του και μια πρόκληση και αμετανοησία στον τρόπο που μιλούσε, γενικότερα ενδεικτική της στάσης του ως ανθρώπου. Τα πιο πάνω ο Εναγόμενος κατέβαλε προσπάθειες να τα θέσει υπό έλεγχο, ώστε να μην εκδηλωθούν. Έγιναν, όμως, αντιληπτά από το Δικαστήριο. Περαιτέρω, ενώ με διάφορους ισχυρισμούς προσπάθησε να πείσει το Δικαστήριο για τα χριστιανικά και φιλάνθρωπά του αισθήματα ο τρόπος του, από την μια, και το απαξιωτικό ύφος με το οποίο μιλούσε για την Ενάγουσα και τον ΜΕ 2, από την άλλη, κάθε άλλο παρά την εντύπωση του ανεξίκακου ανθρώπου μου έδωσαν, εικόνα που προσπάθησε να μεταδώσει για τον εαυτό του. Μου έδωσε, επίσης, την εντύπωση, ότι, παρά τους ισχυρισμούς του, κύριο μέλημα στην ζωή του δεν είναι ούτε η φιλανθρωπία, ούτε η αγάπη προς τον συνάνθρωπό του, αλλά η περιουσία του και πώς αυτή μπορεί να γίνει ακόμα πιο μεγάλη. Περαιτέρω, ενώ διατείνεται, ότι σέβεται τις αρχές και τις αποφάσεις των Δικαστηρίων δεν δίστασε να ισχυριστεί ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ότι η Ενάγουσα είναι ένοχη για το αδίκημα της κλοπής, ενώ γνώριζε πολύ καλά, ότι η Ενάγουσα είχε κατηγορηθεί για το αδίκημα αυτό και αθωώθηκε από ποινικό Δικαστήριο. Η ασέβεια που επιδεικνύει προς τις δικαστικές αποφάσεις προσλαμβάνει, μάλιστα, το μέγεθος της ύβρης, αφού δεν δίστασε ενώπιόν μου να μιλήσει και προσβλητικά για την Δικαστή, η οποία εξέδωσε την αθωωτική απόφαση, λέγοντας, ότι με την απόφαση της «επιβραβεύει τους κλέφτες» και ότι για τον λόγο αυτό απέστειλε επιστολή προς τον Γενικό Εισαγγελέα και τον «Πρόεδρο των Δικαστών» στην οποία τους έλεγε - ειρωνικά βέβαια - να «βραβεύσουν» την εν λόγω Δικαστή «που αθωώνει τους κλέφτες και τους ενθαρρύνει να γίνουν ακόμα πιο κλέφτες». Είναι έκδηλο, ότι ο Εναγόμενος όχι μόνο δεν σέβεται τις αποφάσεις των Δικαστηρίων, αλλά δεν διστάζει ακόμα και να τις ειρωνευτεί. Δεν δίστασε, ακόμη, να μιλήσει προσβλητικά και για τον ΜΕ 2 χαρακτηρίζοντάς τον ως ανάξιο για αστυνομικό. Μου έδωσε, επίσης, την εντύπωση, ότι είναι ο άνθρωπος που διεκδικεί και αυτά ακόμα που δεν του ανήκουν. Ενώ οι ΜΕ 2 και 4 ισχυρίστηκαν - και αυτό υποστηρίζεται και από την μαρτυρία των ΜΥ 2 και 3 - ότι ενόσω διαδραματίζονταν τα γεγονότα αυτοί βρισκόντουσαν μέσα στο δικό τους περιβόλι, ο ίδιος ισχυρίσθηκε, ότι και το περιβόλι αυτό είναι δικό του. Το ότι το διεκδικεί επιβεβαιώνεται από την μαρτυρία της ΜΕ 4 σύμφωνα με την οποία ο Εναγόμενος έκανε προσπάθειες στο παρελθόν και απειλούσε να της το πάρει. Η πιο πάνω διαπίστωση του Δικαστηρίου συνάδει και με τον ισχυρισμό της Ενάγουσας, ότι είναι άνθρωπος που τα θέλει όλα δικά του. Για όλους τους πιο πάνω λόγους ο Εναγόμενος μου έκανε πολύ κακή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας, γι' αυτό και δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του, την οποία και απορρίπτω. Δέχομαι μόνο από την μαρτυρία του, ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο η Ενάγουσα δεν είχε ανέβει πάνω στις κερασιές, αλλά μάζευε κεράσια από το έδαφος. Οι ΜΥ 2 και 3 δεν μου έκαναν καθόλου καλή εντύπωση ως μάρτυρες της αλήθειας. Μέσα από τον τρόπο και το ύφος με το οποίο κατέθεσαν δεν με έπεισαν για την αλήθεια των ισχυρισμών τους. Στο ύφος τους διέκρινα, ότι δεν έλεγαν την αλήθεια και μου δημιούργησαν την πεποίθηση, ότι προσήλθαν στο Δικαστήριο με σκοπό να βοηθήσουν τον Εναγόμενο και μόνο. Το σημαντικότερο δε είναι ότι από την μαρτυρία τους σχημάτισα την εντύπωση, ότι αυτή ήταν ψευδής και προσυνεννοημένη, αφού επικαλέστηκαν την ίδια ακριβώς εκδοχή αναφορικά με τα γεγονότα, η οποία, όμως, ήταν τελείως διαφορετική και δεν συνάδει ούτε με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του Εναγόμενου, αλλά ούτε και με την υπόλοιπη μαρτυρία στην υπόθεση, την οποία αποδέχτηκα ως αληθινή. Από το τελευταίο καθίσταται έκδηλο, ότι οι ΜΥ 2 και 3 απέκρυψαν την αλήθεια από το Δικαστήριο και στην προσπάθειά τους να υποστηρίξουν, η μεν ΜΥ 2 τον σύζυγό της, ο δε ΜΥ 3, τον πατέρα του κατέφυγαν σε ψευδείς και αναληθείς ισχυρισμούς. Για τους πιο πάνω λόγους δεν αποδέχομαι την μαρτυρία των ΜΥ 2 και 3, την οποία και απορρίπτω. Από την μαρτυρία τους δέχομαι μόνο, ό,τι δέχθηκα και από την μαρτυρία του Εναγόμενου, δηλαδή, ότι η Ενάγουσα κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν είχε ανέβει πάνω στις κερασιές, αλλά μάζευε κεράσια από το έδαφος. Ο ΜΥ 4 υπήρξε σαφής στην θέση του. Η εμφάνιση εκχυμώσεων αποτελεί ενδεχόμενη συνέπεια μιας κάκωσης, η οποία ακολουθεί το στάδιο της ερυθρότητας του δέρματος. Είναι δε ανάλογη της βίας που θα ασκηθεί από το κτύπημα και το μέρος του σώματος στο οποίο αυτή θα ασκηθεί. Σε περίπτωση που η βία που θα ασκηθεί είναι «πέραν από κάποιο όριο» το μελάνιασμα θα εμφανιστεί αμέσως και θα εξελιχτεί εντός 48 ωρών. Η πιο πάνω μαρτυρία θα πρέπει να εξεταστεί από το Δικαστήριο μόνο σε σχέση με τις εκχυμώσεις στην αριστερή κοιλιακή χώρα της Ενάγουσας. Καθότι αυτές δεν διαπιστώθηκαν από τον ιατρό Κωνσταντινίδη, ο οποίος εξέτασε την Ενάγουσα την ίδια ημέρα, ενώ διαπιστώθηκαν από τον ιατρό Καττιμέρη. Αναφορικά δε με τις εκχυμώσεις στην ράχη, η πιο πάνω μαρτυρία καθίσταται άσχετη ύστερα από την κατάληξη του Δικαστηρίου να μην τις λάβει υπόψη. Ο μάρτυρας παρέλειψε να καθορίσει την ένταση του κτυπήματος, το οποίο είναι ικανό να δημιουργήσει μελάνιασμα αμέσως μετά. Θέση του είναι ότι το μελάνιασμα εμφανίζεται αμέσως σε περίπτωση σοβαρής κάκωσης. Δεν προσδιόρισε, όμως, σε τι συνίσταται η σοβαρή κάκωση ή αν η κάκωση που υπέστη η Ενάγουσα στην αριστερή κοιλιακή της χώρα ήταν σοβαρή ή όχι. Ο μάρτυρας μιλούσε σε θεωρητικό επίπεδο και όχι αναφορικά με την Ενάγουσα. Δεν θα μπορούσε, άλλωστε, να κάνει κάτι τέτοιο, αφού ουδέποτε εξέτασε την Ενάγουσα και, κατ' επέκταση, δεν είχε την ευκαιρία να αποκτήσει προσωπική γνώση της κατάστασης της. Μεγάλο δε μέρος της μαρτυρίας του αναφέρθηκε στους τραυματισμούς της ράχης. Καμία νύξη δεν έγινε από τον μάρτυρα στους τραυματισμούς της κοιλιακής χώρας. Για τους πιο πάνω λόγους δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Στις 26.5.01 η Ενάγουσα βρισκόταν μέσα σε περιβόλι, που βρίσκεται εντός των ορίων του χωριού Παναγιά της επαρχίας Πάφου, και μάζευε κεράσια με τις τρεις θυγατέρες της. Ο Εναγόμενος φθάνοντας στο μέρος με το αυτοκίνητό του βρήκε την πόρτα του περιβολιού ανοιχτή. Στάθμευσε το αυτοκίνητο του έξω από το περιβόλι και εισήλθε σε αυτό τρέχοντας. Τον Εναγόμενο συνόδευαν η σύζυγός του (ΜΥ 2), ο υιός του (ΜΥ 3) και η θυγατέρα του. Η Ενάγουσα κατά τον ίδιο χρόνο μάζευε κεράσια από το έδαφος. Αφού ο Εναγόμενος πλησίασε την Ενάγουσα της επιτέθηκε χτυπώντας την με σιαππάνι, το οποίο κρατούσε. Το σιαππάνι είναι όργανο, το οποίο αποτελείται από ιμάντα, ο οποίος καταλήγει σε σιδερένιο γάντζο. Η Ενάγουσα δέχτηκε αρκετά χτυπήματα από τον Εναγόμενο στο πάνω μέρος του σώματός της. Τα χτυπήματα έφταναν μέχρι τον αυχένα και το κεφάλι της. Τα περισσότερα, όμως, χτυπήματα τα δέχτηκε στην πλάτη. Η Ενάγουσα δέχτηκε χτυπήματα τόσο από τον γάντζο του σιαππανιού όσο και από τον ιμάντα του. Από τον γάντζο δέχτηκε αρκετά χτυπήματα στο κεφάλι και την πλάτη της. Τα χτυπήματα ήταν δυνατά και απανωτά και το ένα διαδεχόταν το άλλο. Στο μέρος, όπου διεξήχθη το περιστατικό βρισκόντουσαν οι τρεις κόρες της Ενάγουσας, η σύζυγος, ο υιός και η θυγατέρα του Εναγόμενου, οι οποίοι και είδαν το περιστατικό. Το περιστατικό είδαν, επίσης, η αδελφή της Ενάγουσας, Ουρανία (ΜΕ 4), ο γαμπρός της αδελφής της, Περικλής (ΜΕ 2), η σύζυγός του και οι δύο ανήλικες θυγατέρες του, οι οποίοι βρίσκονταν στο διπλανό περιβόλι. Ο Εναγόμενος εξακολουθούσε να χτυπά την Ενάγουσα παρά τις παρακλήσεις των θυγατέρων της, της ίδιας της συζύγου του Εναγόμενου (ΜΥ 2) και της αδελφής της (ΜΕ 4). Η Ενάγουσα την ίδια ημέρα επισκέφθηκε το Γενικό Νοσοκομείο Πάφου. Υπέστη κρανιοεγκεφαλική κάκωση και έφερε πολλαπλές κακώσεις στο σώμα της. Υπέφερε, επίσης, από ζάλη, κεφαλαλγία και πόνους στην δεξιά ωμοπλάτη. Έφερε εκδορές, εκχυμώσεις και μώλωπες στον αριστερό θώρακα και αριστερό γλουτό και εκδορές στον δεξιό μαστό. Έφερε, επίσης, εκχυμώσεις στην αριστερή κοιλιακή χώρα. Για ένα χρόνο υπέφερε από ζάλη, η οποία αντιμετωπιζόταν με εναίσιμα φάρμακα. Σύμφωνα με το άρθρο 26
(1)του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, όπως τροποποιήθηκε, επίθεση συνίσταται, μεταξύ άλλων, στην εκ προθέσεως χρήση κάθε είδους βίας κατά του προσώπου άλλου, είτε με κτύπημα, επαφή, μετακίνηση είτε άλλως πως, είτε άμεσα, είτε έμμεσα, χωρίς την συναίνεσή του. Τα συστατικά του αδικήματος είναι η χρήση βίας, η ύπαρξη πρόθεσης και η έλλειψη συναίνεσης. Είναι αδίκημα αγώγιμο per se, πράγμα που σημαίνει, ότι δεν απαιτείται η πρόκληση ζημίας. Αναφορικά με το πρώτο συστατικό, η επαφή πρέπει να είναι άμεση, είτε με το σώμα του εναγόμενου, είτε διά μέσου κάποιου οργάνου. Στην Αγγλική υπόθεση Fagan v. Metropolitan Police Commissioner
(1968)3 All E R 442 επιβεβαιώθηκε, ότι η βία μπορεί να ασκηθεί, είτε κατ' ευθεία από το σώμα του παραβάτη, είτε διά μέσου κάποιου οργάνου, το οποίο ελέγχεται από τις πράξεις του. Έτσι, είναι επίθεση είτε είναι το χέρι του παραβάτη, που έρχεται σε επαφή με το σώμα του παραπονούμενου, είτε είναι ένα όργανο, το οποίο ο παραβάτης κρατά στο χέρι του και χρησιμοποιεί για να ασκήσει βία. Η πρόθεση είναι αυτή που ξεχωρίζει το αδίκημα της επίθεσης από το αδίκημα της αμέλειας. Απαιτείται η απόδειξη πρόθεσης άσκησης βίας κατά του προσώπου άλλου. Όπου, όμως, η χρήση βίας είναι αποτέλεσμα αμελούς πράξης, τότε η βάση αγωγής θα πρέπει να είναι αμέλεια και όχι επίθεση (Βλ., επίσης, Wilson v. Pringle, πιο πάνω, και Rasid v. Braybrook
(1972)8 JSC 1082). Στην Αγγλική υπόθεση Letang v. Cooper
(1964)2 All E R 929 υποδείχτηκαν τα ακόλουθα: «If one man intentionally applies force directly to another, the plaintiff has a cause of action in assault and battery, or, . in trespass to the person. The least touching of another in anger is a battery. If he does not inflict injury intentionally, but only unintentionally, the plaintiff has no cause of action today in trespass. His only cause of action is in negligence, and then only on proof of want of reasonable care». Σε μετάφραση: «Αν κάποιος εκ προθέσεως ασκήσει βία ευθέως πάνω σε άλλον, τότε ο ενάγοντας έχει αγώγιμο δικαίωμα για επίθεση ή βιαιοπραγία ή . επέμβαση στο πρόσωπο. Το παραμικρό άγγιγμα με θυμό συνιστά βιαιοπραγία. Αν, όμως, δεν προξενήσει βλάβη εκ προθέσεως, αλλά μόνο άνευ προθέσεως, ο ενάγοντας σήμερα δεν έχει αγώγιμο δικαίωμα για επέμβαση στο πρόσωπο. Έχει μόνο αγώγιμο δικαίωμα για αμέλεια και μόνο κατόπιν απόδειξης παράλειψης επίδειξης εύλογης φροντίδας». Τέλος, το αδίκημα διαπράττεται μόνο όπου δεν υπάρχει συναίνεση για την εφαρμογή της βίας. Η ύπαρξη συναίνεσης, εκτός αν λήφθηκε με απάτη, εμποδίζει την πράξη από του να είναι παράνομη. Στην υπό εξέταση περίπτωση ο Εναγόμενος χτυπώντας απανωτά την Ενάγουσα άσκησε βία κατά του προσώπου της χωρίς, βέβαια, την συναίνεσή της. Το γεγονός, ότι η βία ασκήθηκε διά μέσου του σιαππανιού δεν εμποδίζει, όπως είδαμε, την επαφή να είναι άμεση, όπως απαιτεί η Νομολογία. Ο Εναγόμενος φθάνοντας στο περιβόλι εντός του οποίου βρισκόταν η Ενάγουσα και διαπιστώνοντας, ότι η πόρτα του ήταν ανοιχτή, προφανώς για να μην γίνει αντιληπτή η παρουσία του, στάθμευσε το αυτοκίνητό του έξω από το περιβόλι και όχι εντός, όπως συνήθιζε να κάνει. Κατευθύνθηκε δε προς το μέρος όπου βρισκόταν η Ενάγουσα τρέχοντας και κρατώντας στα χέρια του σιαππάνι. Πλησίασε την Ενάγουσα τρέχοντας και αφού ήρθε αρκετά κοντά της άρχισε, τότε, να την χτυπά με το σιαππάνι. Η Ενάγουσα μη μπορώντας να αντιδράσει δεχόταν τα απανωτά χτυπήματα του Εναγόμενου. Παρά τις προτροπές των παριστάμενων να σταματήσει, αυτός εξακολουθούσε να την χτυπά και, μάλιστα, με χτυπήματα, που διαδέχονταν το ένα το άλλο, με αποτέλεσμα η Ενάγουσα να τραυματιστεί. Η πρόθεση εμπεριέχει την συνειδητοποίηση (advertence) στο μυαλό του εναγόμενου για την συμπεριφορά του και τις συνέπειές της μαζί με επιθυμία για την έλευση των συνεπειών αυτών. Βέβαια, η ερμηνεία αυτού του ορισμού είναι περισσότερο τεχνική, παρά ουσιαστική. Οι συγγραφείς του συγγράμματος Winfield on Torts, 7η έκδοση, αναφέρουν στην σελίδα 17: «Then, again, although intention always implies desire for the consequences of an act or omission, many a wrongdoer has found himself responsible in law for consequences which he not only did not desire in the layman's sense of the term but to which he did not even advert». Σε μετάφραση: «Και, πάλι, παρόλο που η πρόθεση προϋποθέτει πάντοτε επιθυμία για τις συνέπειες μιας πράξης ή παράλειψης, πολλοί παραβάτες έχουν βρεθεί υπεύθυνοι κατά νόμο για συνέπειες, τις οποίες όχι μόνο δεν επιθυμούσαν με την έννοια που ο όρος αυτός είναι αντιληπτός στο ευρύ κοινό, αλλά και δεν είχαν αναλογιστεί». Στην υπόθεση DPP v. Smith
(1961)AC 290 αποφασίστηκε, ότι ένας διάδικος θα πρέπει να θεωρείται, ότι είχε την πρόθεση, αν αυτό που απορρέει από την πράξη του είναι η αναγκαία ή φυσική συνέπεια αυτού που πράττει. Τέλος, στην Κυπριακή υπόθεση Georghios Protopapas v. The Police
(1962)CLR 27 ειπώθηκαν τα εξής: «. αν η Κατηγορούσα Αρχή αποδείξει μια πράξη η φυσική απόρροια της οποίας είναι ένα βέβαιο γεγονός και καμία μαρτυρία ή εξήγηση δεν δίδεται, τότε, οι ένορκοι δύνανται, με την κατάλληλη καθοδήγηση, να βρουν ότι ο παραβάτης διέπραξε την πράξη αυτή με την ισχυριζόμενη πρόθεση». Η συμπεριφορά του Εναγόμενου δεν μπορεί υπό τις περιστάσεις να θεωρηθεί ως παράλειψη. Επρόκειτο περί πράξης, η οποία και είχε ως αποτέλεσμα να τραυματιστεί η Ενάγουσα. Κρίνω, πως τα περιστατικά της υπόθεσης αναπόδραστα οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο Εναγόμενος διέπραξε την πράξη αυτή με πρόθεση. Είναι, επομένως, ένοχος του αδικήματος της επίθεσης. Παραμένει το θέμα των αποζημιώσεων. Το δικαίωμα αστικής αγωγής για αποζημιώσεις για επίθεση έχει αναγνωριστεί από πολύ παλιά στην υπόθεση Vassiliou v. Vassiliou XVI CLR 70. Η πιο πάνω υπόθεση αποφασίστηκε λίγο μετά την θέσπιση του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, στον οποίο καμία πρόνοια δεν γινόταν ακόμα τότε για το αδίκημα της επίθεσης. Επειδή, όμως, τύγχανε εφαρμογής το κοινό δίκαιο με βάση το οποίο αναγνωριζόταν δικαίωμα πολιτικής αγωγής για αποζημιώσεις, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε, ότι ορθά είχαν επιδικαστεί από το πρωτόδικο Δικαστήριο αποζημιώσεις για τις σωματικές βλάβες που το θύμα υπέστη συνεπεία της επίθεσης. Όπως σε κάθε αστικό αδίκημα έτσι και στο αδίκημα της επίθεσης, οι αποζημιώσεις έχουν βασικά αντισταθμιστικό χαρακτήρα (compensatory) και σκοπό έχουν την αποκατάσταση του θύματος. Σε αυτές μπορεί να περιλαμβάνονται και επαυξημένες (aggravated) αποζημιώσεις, οι οποίες μέσα στα πλαίσια των συνηθισμένων αποζημιώσεων αποσκοπούν στην επίτευξη του στόχου της αποκατάστασης του θύματος στην θέση που βρισκόταν πριν την διάπραξη του αδικήματος. Με την επιδίκαση επαυξημένων αποζημιώσεων παρέχεται η δυνατότητα επιδίκασης αποζημιώσεων όχι σαν μέτρο τιμωρίας του εναγόμενου, αλλά σε τέτοιο μέγεθος που να αντικατοπτρίζεται το αυξημένο μέγεθος της βλάβης που έχει υποστεί η αξιοπρέπεια του ενάγοντα λόγω της συμπεριφοράς του εναγόμενου. Είναι αποζημιώσεις αποκατάστασης, εφόσον αποσκοπούν στην αποκατάσταση της πληγείσας αξιοπρέπειας και περηφάνιας του θύματος και για τον λόγο αυτό διακρίνονται από τις τιμωρητικές ή παραδειγματικές αποζημιώσεις, οι οποίες αποσκοπούν στην τιμωρία του παραβάτη και την αποτροπή (Βλ. Socrates Eliades v. Vassos Lyssarides
(1979)1 CLR 254). Μέχρι την απόφαση στην Αγγλική υπόθεση Rookes v. Barnard
(1964)1 All E R 367 η άποψη που επικρατούσε ήταν ότι η επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων ήταν επιτρεπτή οποτεδήποτε η συμπεριφορά ενός εναγόμενου ήταν τέτοια που να αξίζει τιμωρίας ως μέτρο παραδειγματισμού. Με την επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων, ουσιαστικά, επιδικάζονταν αποζημιώσεις δυσανάλογες με την ζημιά την οποία υπέστη ένας ενάγοντας, ώστε να τιμωρηθεί ο εναγόμενος για την συμπεριφορά του και να αποκατασταθεί η δραστικότητα του νόμου. Στην πιο πάνω υπόθεση ο Λόρδος Diplock, ο οποίος έδωσε την απόφαση της Βουλής των Λόρδων, μείωσε δραστικά το πεδίο εφαρμογής τους, αφού, όπως ενδεικτικά ανέφερε, αποτελούν εξαίρεση στον πιο πάνω κανόνα, και όπως κάθε εξαίρεση, έτσι και αυτή, θα πρέπει να περιοριστεί. Αποφάσισε δε, ότι τιμωρητικές αποζημιώσεις θα πρέπει να επιδικάζονται σε τρεις μόνο περιπτώσεις, τις οποίες και προσδιόρισε. Αυτές οι περιπτώσεις είναι οι ακόλουθες: η περίπτωση αστικών αδικημάτων, τα οποία προκύπτουν από την χρήση καταπιεστικής και αντισυνταγματικής συμπεριφοράς από λειτουργούς του δημοσίου, δεύτερο, η περίπτωση αστικών αδικημάτων, τα οποία διαπράττονται με πλήρη αδιαφορία για τα δικαιώματα του ζημιωθέντος μέρους και τα οποία διενεργούνται κάτω από συνθήκες που αποβλέπουν στον προσπορισμό κέρδους από τον αδικοπραγούντα και, τρίτο, όπου ο νόμος ρητά επιτρέπει την επιδίκαση παραδειγματικών αποζημιώσεων. Η ορθότητα της απόφασης στην Rookes επιβεβαιώθηκε στην Αγγλία και στην μεταγενέστερη υπόθεση Cassell & Co v. Broome
(1972)1 All E R 801 με την επισήμανση ότι οι τρεις κατηγορίες που τέθηκαν από τον Λόρδο Diplock θα πρέπει να τύχουν ευρείας εφαρμογής. Όχι μόνο στην Κύπρο, αλλά και σε άλλες χώρες, όπου εφαρμόζεται το κοινοδίκαιο, η προσέγγιση των Δικαστηρίων υπήρξε διαφορετική και ήταν κατά του περιορισμού που εκφράστηκε στην Rookes. Στην σημαντική για το υπό συζήτηση θέμα υπόθεση Berengaria P. Papakokkinou and Others v. Princess Zena De Tyra Kanther το Ανώτατο Δικαστήριο, αφού έκανε εκτενή αναφορά τόσο σε Κυπριακή όσο και Αγγλική, αλλά και Κοινοπολιτειακή νομολογία, εξέφρασε ρητά την προτίμησή του για μια πιο ευρεία προσέγγιση του θέματος κατά τρόπο που να επιτρέπει στα Κυπριακά Δικαστήρια να επιδικάζουν παραδειγματικές αποζημιώσεις για συμπεριφορά που αποτελεί αστικό αδίκημα, οποτεδήποτε αυτή η συμπεριφορά είναι τόσο αξιοκατάκριτη ή στοχεύει να γελοιοποιήσει το θύμα, έτσι που να του αξίζει η τιμωρία από πολιτικό Δικαστήριο. Αναφορικά με την ακριβή αντιμετώπιση που έτυχε το θέμα αυτό από το Ανώτατο Δικαστήριο στην πιο πάνω υπόθεση παραθέτω ενδεικτικό απόσπασμα από την απόφαση του Δικαστή Πική, όπως ήταν τότε, ο οποίος έδωσε την απόφαση του Εφετείου: «. Τιμωρητικές αποζημιώσεις μπορούν να επιδικαστούν κατά το κοινοδίκαιο. Ο καθορισμός της πολιτικής των δικαστηρίων στην κάθε χώρα ποικίλει ανάλογα με τις ηθικές αρχές και την ανάγκη που πηγάζει για προκήρυξη της δραστικότητας του νόμου έξω από τα όρια του ποινικού δικαίου. Στην Κύπρο δεν υπάρχει αυθεντία που να αποφασίζει για την εφαρμογή των αρχών που διακηρύχθηκαν στην Rookes. Όμως, στην Savva Paraskevas v. Despina Mouzoura
(1973)1 CLR 78 γίνεται εισήγηση, ότι δεν είναι απαραίτητο οι τιμωρητικές αποζημιώσεις να περιορίζονται στα όρια που έθεσε η Rookes. Η υπόθεση London v. Ryder
(1953)1 All E R 741 ακολουθήθηκε σε δύο περιπτώσεις από Επαρχιακό Δικαστήριο ως αυθεντία για την αρχή ότι τιμωρητικές αποζημιώσεις μπορούν να επιδικαστούν σε κάθε περίπτωση που ο εναγόμενος είναι ένοχος συμπεριφοράς η οποία αξίζει τιμωρίας (Βλ. I.C.P. Cyprus Ltd v. Times Newspapers Ltd and Others
(1972)4 JSC 455 και Toumba v. Loutsios
(1975)1 JSC 115). Είναι αξιοσημείωτο, ότι ο Λόρδος Devlin δεν έκρινε, ότι η υπόθεση London v. Ryder έρχεται σε αντίθεση με τις αρχές στην Rookes ή ότι είναι ασυμβίβαστη με αυτές. Μάλιστα, στην Rookes έγινε ειδική αναφορά στην πιο πάνω απόφαση ως αυθεντία για την αρχή ότι τιμωρητικές αποζημιώσεις μπορούν να επιδικαστούν οποτεδήποτε ένα αστικό αδίκημα πηγάζει από αθέμιτο κίνητρο ή κακή πρόθεση (malice), θρασύτητα (insolence) ή αλαζονεία (arrogance), συμπεριφορά, η οποία συνήθως συναντάται σε υποθέσεις επίθεσης. .................... .. Είναι γεγονός, ότι συμπεριφορά, η οποία συνοδεύεται από το στοιχείο της αλαζονείας, της θρασύτητας ή του αθέμιτου κίνητρου δυνατόν να δικαιολογεί επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων, ειδικά αν τείνει να εξευτελίσει το θύμα. Κατ΄ επέκταση, δεν υπάρχει καμία σύγκρουση μεταξύ των αποφάσεων, από την μια, του Ανώτατου Δικαστηρίου στην Gregoriades v. Kyriakides
(1971)1 CLR 120 και Eliades v. Lyssarides
(1979)1 CLR 254 και την απόφαση στην Rookes, από την άλλη. .............................. Δεν είναι απαραίτητο να εκφράσουμε τελική άποψη αναφορικά με τα ακριβή όρια των τιμωρητικών αποζημιώσεων σε αυτήν την διαδικασία, ούτε και να πάρομε τελική θέση ως προς την εφαρμογή στην Κύπρο των αρχών που διακηρύχτηκαν στην Rookes, καθότι από όποια άποψη δει κανείς το δίκαιο ο εναγόμενος είναι υπεύθυνος για τιμωρητικές αποζημιώσεις. Αν ήμασταν υποχρεωμένοι να επιλέξομε μεταξύ των δύο αυθεντιών κλείνομε να ακολουθήσομε την ευρεία προσέγγιση, η οποία επιτρέπει την επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων για συμπεριφορά που αποτελεί αστικό αδίκημα, οποτεδήποτε αυτή η συμπεριφορά είναι πραγματικά τόσο αξιοκατάκριτη ώστε να αξίζει τιμωρίας από πολιτικό Δικαστήριο. Με τον τρόπο αυτό το αστικό δίκαιο αποκτά ένα αποτελεσματικό όπλο για την καταστολή συμπεριφοράς, που είναι προσβλητική». Βλέπομε, λοιπόν, μια σημαντική διαφοροποίηση της Κυπριακής από την Αγγλική νομολογία πάνω σε αυτό το ζήτημα, η οποία είχε εκδηλωθεί πολύ πιο πριν την πιο πάνω απόφαση. Για παράδειγμα, στην υπόθεση Stavros Gregoriades v. Evangelos Kyriakides
(1970)1 CLR 120, υπόθεση, η οποία είχε αποφασιστεί μετά την απόφαση της Βουλής των Λόρδων στην Rookes, το Ανώτατο Δικαστήριο επιδοκίμασε την επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων σε εφεσείοντα, ένα νεαρό ιατρό, ο οποίος είχε δεχτεί επίθεση από τον πρώην πεθερό του και εφεσίβλητο σε διάδρομο του Δικαστηρίου κατά την διάρκεια δικαστικής διαδικασίας, που σχετιζόταν με το παιδί που ο εφεσείοντας είχε αποκτήσει με την κόρη του εφεσίβλητου. Το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε, ότι επρόκειτο περί σοβαρής επίθεσης, η οποία έλαβε χώρα απρόκλητα και εντός του χώρου του Δικαστηρίου και η οποία δικαιολογούσε την επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων. Στην υπόθεση Γιαννάκη Ερωτοκρίτου ν. Ειρήναρχου Θεοδώρου κ.α.
(1997)1 ΑΑΔ 1800 ο Πρόεδρος του Ανώτατου Δικαστηρίου, κ. Πικής, όπως ήταν τότε, επιβεβαίωσε την δυνατότητα επιδίκασης τιμωρητικών αποζημιώσεων σε περιπτώσεις αστικών αδικημάτων. Και τέλος, στην υπόθεση Adrian Holdings Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας διά του Γενικού Εισαγγελέα
(1998)1 ΑΑΔ 1836 επιβεβαιώθηκε η προσέγγιση που ακολουθήθηκε από την αρχή από τα Κυπριακά Δικαστήρια, ότι η επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων επιτρέπεται στις περιπτώσεις εκείνες που η διαγωγή του εναγόμενου είναι τόσο αξιόμεμπτη, ώστε να αρμόζει επιβολή τιμωρίας από πολιτικό Δικαστήριο. Αξιόμεμπτη διαγωγή είναι εκείνη που συνοδεύεται από έντονα στοιχεία αλαζονείας, θρασύτητας ή αθέμιτου κίνητρου ή όταν τείνει να ταπεινώσει το θύμα του αδικήματος. Η υπό εξέταση περίπτωση είναι κατάλληλη για επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων. Πρώτο, είναι άνευ σημασίας που δεν αξιώνονται ρητά στην Έκθεση Απαίτησης. Έχω ικανοποιηθεί, ότι τα γεγονότα που αναφέρονται σε αυτήν δικαιολογούν την επιδίκασή τους (Βλ. Kennedy Hotels Ltd v. Indjirdjian
(1992)1 ΑΑΔ 400). Δεύτερο, η συμπεριφορά του Εναγόμενου ήταν πραγματικά αξιοκατάκριτη. Η ασφάλεια του προσώπου είναι ένα από τα πιο στοιχειώδη πολιτικά δικαιώματα του ανθρώπου. Και, όμως, ο Εναγόμενος την παρέβη αναφορικά με την Ενάγουσα με τρόπο αξιόμεμπτο, ήτοι με τρόπο που ενείχε τα στοιχεία της αλαζονείας και της θρασύτητας, αφού απρόκλητα και βάναυσα επιτέθηκε στην Ενάγουσα, η οποία τυγχάνει να είναι και αδελφή του, τραυματίζοντάς την μπροστά στα έντρομα μάτια των θυγατέρων της. Με την ανάρμοστη συμπεριφορά του εξευτέλισε την Ενάγουσα μπροστά στις θυγατέρες της και τους λοιπούς συγγενείς της. Ούτε οι παρακλήσεις των ανιψιών του, οι οποίες ήταν νεαρά κορίτσια και έκλαιγαν, που έβλεπαν τη μητέρα τους να βάλλεται, ούτε οι υποδείξεις της συζύγου του και της άλλης του αδελφής κατάφεραν να βάλουν φραγμό στο μένος του. Την χτυπούσε αλύπητα σε σημείο που να χρειαστεί ιατρική βοήθεια. Θα πρέπει να πω, πως εν' όψει του ότι η επίθεση έγινε με σιαππάνι, είναι ευτύχημα που η Ενάγουσα δεν έπαθε οτιδήποτε χειρότερο. Η συμπεριφορά του ήταν αξιοκατάκριτη και ως τέτοια θα αντιμετωπιστεί από το Δικαστήριο. Στο σύγγραμμα McGregor on Damages, 15η έκδοση, παράγραφος 428 αναφέρονται τα εξής σε σχέση με τον τρόπο με τον οποίο το Δικαστήριο προχωρεί με την επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων: «Το ύψος μιας επιδίκασης παραδειγματικών αποζημιώσεων μπορεί πράγματι να επηρεαστεί από το ύψος της συνήθους αποζημίωσης. Έτσι, ο Lord Devlin στην Rookes v. Barnard
(1964)A.C. 1129 υπέδειξε, ότι σε μια υπόθεση όπου οι παραδειγματικές αποζημιώσεις αποτελούν το ορθό μέτρο ¨οι ένορκοι πρέπει να καθοδηγούνται, ότι, αν και μόνο αν, το ποσό το οποίο έχουν υπόψη τους να επιδικάσουν ως αποζημίωση (το οποίο, βεβαίως, μπορεί να είναι ένα ποσό επαυξημένο λόγω του τρόπου με τον οποίο ο εναγόμενος έχει συμπεριφερθεί στον ενάγοντα) είναι ανεπαρκές για να τον τιμωρήσει για την αποτρόπαιά του συμπεριφορά, να σημειώσουν την απαρέσκειά τους για την συμπεριφορά του και να τον αποτρέψουν από του να το επαναλάβει και τότε μπορεί να επιδικάσουν κάποιο μεγαλύτερο ποσό ¨ και δεν υπάρχει λόγος γιατί η ίδια αρχή να μην εφαρμόζεται από Δικαστές που συνεδριάζουν χωρίς ενόρκους. Αυτή η αρχή έχει τύχει της πλήρους επιδοκιμασίας και των επτά Δικαστών στην Cassell & Co v. Broome
(1972)A.C. 1027, 1089 και η εφαρμογή της επεξηγείται καλώς στην Drane v. Evangelou
(1978)1 WLR 455). Το πιο πάνω απόσπασμα από την απόφαση του Λόρδου Devlin και ειδικά η φράση «αν και μόνο αν» επεξηγήθηκε από τον Λόρδο Reid στην Broome στην σελίδα 1089: « . η διαφορά μεταξύ των συνήθων αποζημιώσεων και των τιμωρητικών είναι ότι κατά τον καθορισμό των πρώτων οι ένορκοι ή το άλλο δικαστήριο πρέπει να εξετάσουν πόσα θα πρέπει να λάβει ο ενάγων ενώ κατά τον καθορισμό των τελευταίων πόσα θα πρέπει να πληρώσει ο εναγόμενος. . Ο μόνος πρακτικός τρόπος είναι πρώτα να εξετάσουν την υπόθεση από την άποψη της αποζημίωσης του ενάγοντα. Δεν πρέπει μόνο να αποζημιωθεί για την αποδειχθείσα πραγματική απώλεια, αλλά, επίσης, για οποιαδήποτε βλάβη στα αισθήματά του και επειδή έχει υποστεί ύβρεις, ταπεινώσεις και άλλα παρόμοια. Και όπου ο εναγόμενος έχει συμπεριφερθεί με τρόπο αποτρόπαιο μια πλήρης αποζημίωση θα είναι το ορθό μέτρο. Έτσι, το Δικαστήριο θα καθορίσει στο μυαλό του το ποσό που θα ήταν το ορθό ως συνήθης αποζημίωση. Τότε, αν έχει αποφασίσει ότι η υπόθεση είναι η πρέπουσα για τιμωρητικές αποζημιώσεις, το Δικαστήριο πρέπει να στρέψει την προσοχή του στον εναγόμενο και να διερωτηθεί κατά πόσο το ποσό το οποίο έχει ήδη ορίσει ως συνήθεις αποζημιώσεις είναι ή δεν είναι επαρκές για να εξυπηρετήσει το δεύτερο σκοπό, της τιμωρίας ή αποτροπής. Αν το ποσό αυτό είναι επαρκές για το δεύτερο σκοπό καθώς και για τον πρώτο δεν πρέπει να προσθέσουν οτιδήποτε σε αυτό. Είναι αρκετό τόσο ως συνήθεις όσο και ως τιμωρητικές αποζημιώσεις. Πλην, όμως, αν νομίζουν ότι το ποσό είναι ανεπαρκές ως τιμωρία τότε πρέπει να προσθέσουν σε αυτό αρκετά για να το καταστήσουν ως ποσό επαρκές για τιμωρία. Ένα πράγμα που δεν πρέπει να κάμουν είναι να καθορίσουν ένα ποσό ως συνήθεις και ως τιμωρητικές αποζημιώσεις και να τα προσθέσουν. Πρέπει να έχουν υπόψη τους ότι οι συνήθεις αποζημιώσεις είναι πάντοτε μέρος της συνολικής τιμωρίας». Αναφορικά με το τελευταίο έχει υποδειχτεί στην Berengaria P. Papakokkinou and Others v. Princess Zena De Tyra Kanther, πιο πάνω, ότι όταν επιδικάζονται τιμωρητικές αποζημιώσεις είναι λάθος να γίνεται διαχωρισμός μεταξύ των αποζημιώσεων αυτών από τις συνήθεις αποζημιώσεις ή καλύτερα τις αποζημιώσεις αποκατάστασης. Το Δικαστήριο οφείλει, αν επιδικάσει τιμωρητικές αποζημιώσεις, να επιδικάσει αποζημιώσεις μια φορά και ο υπολογισμός των αποζημιώσεων πρέπει να βασίζεται σε μια σφαιρική άποψη των γεγονότων της υπόθεσης. Στην υπόθεση Berengaria P. Papakokkinou and Others v. Princess Zena De Tyra Kanther
(1982)1 CLR 65 αναφέρθηκε, ότι η αρχή που διέπει το υπολογισμό των αποζημιώσεων στα αστικά αδικήματα είναι ότι οι αποζημιώσεις που θα επιδικαστούν θα πρέπει να είναι εκείνο το ποσό, το οποίο θα θέσει τον ενάγοντα στην θέση στην οποία θα βρισκόταν αν δεν διαπραττόταν το αδίκημα. Το ποσό που θα επιδικαστεί θα πρέπει να είναι δίκαιο και εύλογο και τα Δικαστήρια θα πρέπει να αποφεύγουν να επιδικάζουν την τέλεια αποζημίωση σε χρήμα (Βλ. Michalakis Paraskevopoulos v. Georghios Georghiou
(1970)1 CLR 116). Εν' όψει όλων των πιο πάνω κρίνω, πως υπό τις περιστάσεις το ορθό και δίκαιο για σκοπούς αποκατάστασης ποσό θα ήταν το ποσό των Λ.Κ.1.500,00 σεντ. Στο ποσό αυτό συμπεριλαμβάνονται αποζημιώσεις για τις σωματικές βλάβες της Ενάγουσας, αλλά και αποζημιώσεις για την βλάβη που η Ενάγουσα υπέστη στα αισθήματά της και το πλήγμα που επήλθε στην αξιοπρέπειά της ένεκα της αποτρόπαιης συμπεριφοράς του Εναγόμενου. Θεωρώ, όμως, ότι το ποσό αυτό δεν είναι επαρκές για να τιμωρήσει τον Εναγόμενο για την συμπεριφορά που επέδειξε. Με άλλα λόγια δεν εξυπηρετεί και τον δεύτερο σκοπό της τιμωρίας ή της αποτροπής. Το Δικαστήριο δηλώνει την απαρέσκειά του για την συμπεριφορά του Εναγόμενου και είναι της άποψης ότι θα πρέπει να επιδικαστεί μεγαλύτερο ποσό, ώστε το ποσό που κρίθηκε ως δίκαιο και εύλογο για σκοπούς αποκατάστασης να καταστεί επαρκές και για σκοπούς τιμωρίας. Έχοντας υπόψη μου τον τρόπο με τον οποίο συμπεριφέρθηκε ο Εναγόμενος κρίνω πως το δίκαιο ποσό που θα πρέπει να επιδικάσω εναντίον του είναι το ποσό των Λ.Κ.2.000,00 σεντ. Η Ενάγουσα αξιώνει ποσό Λ.Κ.900,00 σεντ ως ειδικές ζημίες. Είναι καθιερωμένη αρχή ότι οι ειδικές αποζημιώσεις πρέπει να καταγράφονται στις έγγραφες προτάσεις με λεπτομέρειες και να αποδεικνύονται με αυστηρότητα. Η Νομολογία επιβάλλει σε ενάγοντα την υποχρέωση να αποδεικνύει την ζημία του με θετική μαρτυρία (Βλ. Ελισάβετ Ηρακλέους ν. Ρένου Πίτρου
(1994)1 ΑΑΔ 239, Ανδρέας Σπύρου ν. Άριστου Χ΄΄ Χαραλάμπους
(1989)1Ε ΑΑΔ 298, Λαζούρας ν. Σκυλλουριώτου
(1992)1 ΑΑΔ 168, Θεμιστοκλέους ν. Παρασκευά
(1992)1 ΑΑΔ 498, Aloupou and Another v. Hadjigeorghiou and Another
(1984)1 CLR 475 και Mc Gregor on Damages, 15η έκδοση, παράγραφος 23, σελ. 15). Καμία μαρτυρία δεν προσκόμισε η Ενάγουσα που να αποδεικνύει τα κονδύλια υπό παραγράφους 6(β) - (δ) της Έκθεσης Απαίτησης. Συνεπώς, κανένα ποσό δεν επιδικάζεται αναφορικά με αυτά. Αναφορικά με τα έξοδα του πιστοποιητικού του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου (παράγραφος 6(α)) επιδικάζω το ποσό των Λ.Κ.25,00 σεντ. Το πιστοποιητικό αυτό κατατέθηκε από τον ιατρό Φυλακτή Κωνσταντινίδη (ΜΕ 8) και σημειώθηκε ως Τεκμήριο Β (Βλ. Hamsworth v. Salamis Glory κ.α.
(2003)1 ΑΑΔ 1617, Συνεκδικαζόμενες αγωγές Ναυτοδικείου 79/02-82/02). Κρίνω επίσης, ότι τα έξοδα για την έκδοσή του έχουν αποδειχθεί με την απαιτούμενη από τον Νόμο βεβαιότητα. Άλλωστε δεν έχουν αμφισβητηθεί από την πλευρά του Εναγόμενου. Συνακόλουθα εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των Λ.Κ.2.050,00 σεντ πλέον νόμιμους τόκους επ' αυτού πλέον έξοδα όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.