Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου ν. Pelivanov Zourab, Αρ. Υπόθεσης: 8912/04, 26.10.2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2006:A51 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8912/04 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου εναντίον Pelivanov Zourab Κατηγορούμενου ------------- Ημερομηνία: 26.10.2006 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου Για τον Κατηγορούμενο : κ. Χ. Φωτίου (για να ακούσει απόφαση κ. Σ. Ζανούπας) Κατηγορούμενος : παρών ------------ Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος, σύμφωνα με το κατηγορητήριο αντιμετωπίζει τις ακόλουθες κατηγορίες: επίθεση εναντίον αστυνομικού οργάνου τηρήσεως της τάξης κατά τη δέουσα εκτέλεση του καθήκοντός του, κατά παράβαση του άρθρου 244 (β) του Ποινικού Κώδικα (βλ. την 1η κατηγορία), ανησυχία, κατά παράβαση του άρθρου 95 του Ποινικού Κώδικα, (βλ. τη 2η κατηγορία) και τέλος, αντίσταση κατά της νόμιμης σύλληψης, κατά παράβαση του άρθρου 244 (α) του Ποινικού Κώδικα (βλ. την 3η κατηγορία). Η Κατηγορούσα Αρχή, για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσής της παρουσίασε στο Δικαστήριο τρεις μάρτυρες˙ τον αστυφύλακα 3144 Π. Σιμιλλίδη (Μ.Κ. 1), το συνάδελφό του και παραπονούμενο, αστυφύλακα 3070 Α. Τσεκούρα (Μ.Κ. 2) και τέλος, τον εξεταστή της υπόθεσης, αστυφύλακα 3084 Γ. Μερακληγιάννη (Μ.Κ. 3). Ο κατηγορούμενος αφού κλήθηκε σε απολογία και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, επέλεξε να καταθέσει ενόρκως ενώ κάλεσε και ένα μάρτυρα προς υπεράσπισή του. Το Βίκτωρ Καρεκίδη (Μ.Υ. 1). Οι διάφορες θέσεις που προώθησε η Κατηγορούσα Αρχή κατά τη διάρκεια της δίκης, αποτυπώνονται στο περιεχόμενο της κατάθεσης του παραπονούμενου, (βλ. το τεκμήριο 2), την οποία υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης και είναι οι ακόλουθες: Στις 31.5.2005 και περί ώρα 22:45, ενώ βρισκόταν εκτός καθήκοντος στην οικία του Μ.Κ. 1, που βρίσκεται στην οδό Σκιάθου 8 στην Πάφο άκουσε κόρνες αυτοκινήτων και κάποια άτομα να φωνάζουν μεγαλοφώνως και να προκαλούν ανησυχία. Τότε, και οι δύο μάρτυρες εξήλθαν της οικίας και είδαν δύο άτομα να στέκονται έξω από ένα αυτοκίνητο και κάποιο άλλο να κάθεται στη θέση του οδηγού και να συζητούν μεγαλοφώνως στα Ρωσικά. Μετά από δέκα λεπτά, το πρόσωπο που καθόταν μέσα στο αυτοκίνητο βγήκε έξω, κρατώντας μια μπύρα σε τενεκεδένιο κουτί. Εν τω μεταξύ και οι τρεις συνέχισαν να φωνάζουν και να προκαλούν ανησυχία, οπότε ο παραπονούμενος τηλεφώνησε στον αξιωματικό υπηρεσίας, τον οποίο ενημέρωσε σχετικά, ζητώντας του να στείλει περιπολικό στο μέρος. Προτού φθάσει το περιπολικό και συγκεκριμένα γύρω στις 23:10, ο παραπονούμενος και ο συνάδελφος του Μ.Κ. 1, πλησίασαν το αυτοκίνητο και τα τρία πρόσωπα που ήταν έξω από αυτό και αφού τους έδειξαν την ταυτότητά τους, ρώτησαν τι συνέβαινε. Τότε, ένας από αυτούς είπε ότι προσπαθούσε να μεταπείσει το φίλο του στο να οδηγήσει το αυτοκίνητό του, γιατί ήταν μεθυσμένος. Επρόκειτο για τον κατηγορούμενο, ο οποίος παρουσίαζε συμπτώματα μέθης. Ο παραπονούμενος ζήτησε από τον κατηγορούμενο να σταματήσει να φωνάζει και να ακολουθήσει το φίλο του για να πάει με ασφάλεια στο σπίτι του. Ο κατηγορούμενος του είπε εντάξει, του ζήτησε συγνώμη για την ανησυχία που προκάλεσε και συνέχισε να στέκεται στην ανοικτή πόρτα του αυτοκινήτου του. Όταν ο παραπονούμενος του ξαναείπε να ακολουθήσει το φίλο του, ο κατηγορούμενος του είπε «ποιος είσαι εσύ να μου πεις τι να κάνω» και του έσπρωξε την αριστερή παρειά με το δεξί του χέρι. Ακολούθως, ο παραπονούμενος τον πληροφόρησε ότι είναι υπό σύλληψη για τα αδικήματα που διέπραξε και αφού του επέστησε την προσοχή στο νόμο, ο κατηγορούμενος πάντοτε, άρχισε να το σπρώχνει και να αντιστέκεται κατά της σύλληψής του, λέγοντας του κάτι στα ρωσικά που δεν κατάλαβε. Μετά από αυτό έφθασαν στο μέρος οι αστυφύλακες 4850 και 2028 του ΟΥΛΑΕ Πάφου, οι οποίοι μετάφεραν τον κατηγορούμενο στην Α.Δ.Ε. Από την άλλη, ο κατηγορούμενος προέβαλε τις ακόλουθες θέσεις: Κατά τον ουσιώδη χρόνο, που ήταν του κατακλυσμού, μαζί με κάποιους φίλους του πήγαν σε κάποιους άλλους φίλους για να γιορτάσουν τη συγκεκριμένη γιορτή. Γύρω στις 10:30 περίπου (βράδυ) αποφάσισαν ότι έπρεπε να πάνε στο σπίτι τους. Έτσι ο ίδιος πήγε στο αυτοκίνητό του για να πάρει τσιγάρα, επειδή του είχαν τελειώσει. Εκείνη τη στιγμή τον πλησίασαν δύο άτομα με πολιτική περιβολή, τα οποία το ρώτησαν τι κάνει εκεί. Ο κατηγορούμενος τότε, που δε γνώριζε ποιοι ήταν και εκείνη τη στιγμή ετοιμαζόταν να βγει έξω από το αυτοκίνητο, ρώτησε τους δύο αστυνομικούς να του πουν γιατί ρωτούν και τι τους ενδιαφέρει τι κάνει εκεί, οπότε αυτοί του έκαναν παρατήρηση για τον τρόπο που τους μιλούσε. Μόλις βγήκε από το αυτοκίνητο και έκλεισε την πόρτα, οι δύο άγνωστοι τον πλησίασαν από πίσω, πήραν τα χέρια του, τα γύρισαν, τα έστριψαν και από το σημείο που βρισκόταν τον έριξαν κάτω και τον έσερναν στο έδαφος σε απόσταση 30 με 40 μέτρων. Ταυτόχρονα το χτυπούσαν με τα πόδια και τα χέρια τους σε ολόκληρο του το σώμα, γεμίζοντας τον μώλωπες. Όταν ρωτήθηκαν από το φίλο του για το τι έκαναν, αυτοί έβγαλαν ένα βιβλιαράκι και αφού του το έδειξαν, το ρώτησαν αν ήθελε να πάθει το ίδιο. Ακολούθως έφθασε στο μέρος η αστυνομία και αφού τον έβαλαν στο αυτοκίνητο τον πήραν στο σταθμό. Στο σταθμό, παρότι είχε ζητήσει γιατρό, πρώτα γιατί πονούσε σ' ολόκληρο του το σώμα και δεύτερο, για να διαπιστωθεί κατά πόσο ήταν μεθυσμένος, κανείς από τους πέντε με έξι αστυνομικούς που ήταν εκεί (οι οποίοι μάλιστα παραξενεύτηκαν για ποιο λόγο τον μετέφεραν εκεί, αφού δεν ήταν μεθυσμένος) είχε κάνει οτιδήποτε. Το μόνο που του είπαν, είναι ότι θα τον άφηναν ελεύθερο την επόμενη μέρα. Έχω παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες καθώς και τον κατηγορούμενο ενώ κατάθεταν ενόρκως ενώπιόν μου. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά τους, τις αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης ενός εκάστου αυτών αναφορικά με τα διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο αλλά και την ύπαρξη τυχόν προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση. Νοείται ότι, κατά το στάδιο αξιολόγησης της αξιοπιστίας των μαρτύρων απαιτείται αντιπαραβολή της εκδοχής της μιας πλευράς έναντι της άλλης. Περαιτέρω, νοείται ότι το δικαστήριο, ως θέμα αρχής μπορεί να βασισθεί σε μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα, η οποία συγκεντρώνει τα απαραίτητα στοιχεία αξιοπιστίας και τούτο γιατί, καθώς έχει νομολογηθεί, δεν υπάρχει κανόνας ότι η μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε θα πρέπει να γίνει δεκτή είτε θα πρέπει να απορριφθεί στην ολότητά της (βλ. Kades v. Nicolaou and Another
(1986)1 C.L.R. 212, Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391 και Νικολαίδης ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ 271. Αναφέρω αμέσως τι δέχομαι από τη μαρτυρία των Μ.Κ. 1 και 2 καθώς και το λόγο. Βασικά, ότι και οι δύο μάρτυρες, στις 31.5.2004 και περί ώρα 22:45, ενώ ήταν εκτός καθήκοντος στην οικία του Μ.Κ. 1, η οποία βρίσκεται στην οδό Σκιάθου 8 στην Πάφο, άκουσαν κόρνες αυτοκινήτων και κάποια άτομα να φωνάζουν μεγαλοφώνως, οπότε αφού βγήκαν έξω από την οικία, είδαν τρία άτομα να συζητούν, ανάμεσα τους και τον κατηγορούμενο. Δέχομαι τη μαρτυρία και των δύο επί του προκειμένου και τούτο γιατί , ανεξάρτητα του πως αυτή θα αξιολογηθεί κατά τα λοιπά, είμαι βέβαιος, πως ούτε ο ένας μα ούτε και ο άλλος είχαν οποιοδήποτε λόγο αν δεν αποτελούσε γεγονός αυτό που ανάφεραν, ενώ ήταν μέσα στο σπίτι και μάλιστα εκτός καθήκοντος, να βγουν έξω στο δρόμο και να δημιουργήσουν εκ του μη όντος επεισόδιο με τον κατηγορούμενο. Ούτε και αμφισβητείται από την Υπεράσπιση η παρουσία του κατηγορούμενου και των δύο φίλων του στο σημείο που ανάφεραν οι μάρτυρες καθώς και η μετάβαση των δύο αστυνομικών εκεί κάποια στιγμή. Όμως, από το σημείο αυτό και μετά, τα πράγματα είναι τελείως διαφορετικά, σε βαθμό που μου είναι πραγματικά αδύνατο να προβώ σε ασφαλές συμπέρασμα, αναφορικά με οποιοδήποτε ουσιαστικό γεγονός ακολούθησε κατά τον ουσιώδη χρόνο, με εμπλεκόμενους, τον κατηγορούμενο και τους φίλους του από τη μια και τους Μ.Κ. 1 και 2 από την άλλη. Αναφορικά με αυτά τα γεγονότα, έχω τη βαθιά πεποίθηση, πως όλοι οι μάρτυρες καθώς και ο κατηγορούμενος, δεν υπήρξαν ειλικρινείς στο δικαστήριο - για να χρησιμοποιήσω τον πιο επιεική για όλους χαρακτηρισμό -. Αρχίζοντας από τον κατηγορούμενο, διερωτώμαι πως μπορώ να βασιστώ σ' οτιδήποτε αυτός ανάφερε, όταν δεν είχε το θάρρος και την παρρησία να παραδεχτεί όσα προηγήθηκαν της έλευσης των δύο αστυνομικών στο μέρος που έγινε το επεισόδιο, εκ μέρους του και εκ μέρους των δύο φίλων του. Έπειτα, πως μπορώ να δεχθώ ότι ενώ ξεκίνησε για το σπίτι του, αποφάσισε δήθεν να πάει στο αυτοκίνητο για να πάρει τσιγάρα και ότι θα έφευγε αφού στο μεταξύ μιλούσε με τους φίλους του για πέντε με δέκα λεπτά. ΄Η ακόμη, ότι κατά τη διάρκεια αυτών των δέκα λεπτών, θα κάπνιζε μέχρι και τρία τσιγάρα. Η κρίση μου για την αξιοπιστία της μαρτυρίας του κατηγορούμενου αναφορικά με τα πιο πάνω, προφανώς, αποτελεί πρόκριμα και για την αξιοπιστία όσων ανάφερε ο φίλος του Μ.Υ. 1, ο οποίος, είμαι βέβαιος ότι απλά συνεννοήθηκε με τον κατηγορούμενο για το τι θα κατάθεταν και οι δύο στο δικαστήριο, για ευνόητους λόγους. Όμως, δεν χρειάζεται να προβώ σε κανένα περαιτέρω σχόλιο για την ποιότητα της μαρτυρίας είτε του ενός είτε του άλλου, έχοντας υπόψη τι ακολουθεί. Και οι τρεις αστυνομικοί μάρτυρες, μ' έχουν απογοητεύσει τόσο γι' αυτά που ανάφεραν όσο και γι' αυτά που έκαναν κατά τον ουσιώδη χρόνο. Αρχίζοντας από τους Μ.Κ. 1 και 2, παρά το μέρος της μαρτυρίας και των δύο που αποδέχομαι, αδυνατώ να δεχθώ οτιδήποτε άλλο απ' όσα έχουν αναφέρει στο δικαστήριο. Εξηγώ αμέσως γιατί. Παρότι είναι ηλίου φαεινότερο ότι υπήρξε προσυνεννόηση μεταξύ τους, ως προς τη σύνταξη της γραπτής τους κατάθεσης (τεκμήρια 1 και 2), σε βαθμό που θα μπορούσε να λεχθεί πως η μόνη διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στις δύο καταθέσεις είναι ότι ο ένας μάρτυρας αναφέρεται στο άτομο του σε πρώτο πρόσωπο και σε τρίτο για τον άλλο, εντούτοις και οι δύο μάρτυρες (ιδιαίτερα ο παραπονούμενος) επιχείρησαν να με πείσουν πως ούτε προσυνεννόηση μεταξύ τους υπήρξε και το χειρότερο, ότι ανάμεσα στις δύο καταθέσεις υπάρχουν πολλές διαφορές. Ωστόσο, απλή ανάγνωση των υπό αναφορά εγγράφων επιβεβαιώνει τις διαπιστώσεις μου, ενώ την ίδια ώρα αφήνει εκτεθειμένους τους δύο αστυνομικούς μάρτυρες. Έπειτα και οι τρεις αστυνομικοί μάρτυρες, προέβαλαν τη θέση, ότι ο λόγος για τον οποίο δε λήφθηκε κατάθεση από τα δύο άλλα πρόσωπα - φίλους έστω του κατηγορούμενου - που ήταν μαζί του, ήταν γιατί η μαρτυρία μόνο του ενός από τους Μ.Κ. 1 και 2 ήταν αρκετή. Μάλιστα, ο παραπονούμενος, σε μια έκρηξη ειλικρίνειας γύρω από το θέμα και συγκεκριμένα, όταν του υποβλήθηκε ότι ο λόγος που δεν πήρε τα ονόματα των δύο φίλων - αυτόπτων μαρτύρων - του κατηγορούμενου και να τα δώσει στον εξεταστή της υπόθεσης για λήψη κατάθεσης, καθώς και ο λόγος που αυτά τα πρόσωπα δεν κλήθηκαν για κατάθεση ήταν γιατί θα εξέφραζαν αντίθετες απόψεις από τις δικές του, έδωσε την ακόλουθη απάντηση: «Οι παριστάμενοι είναι φίλοι με τον κατηγορούμενο και σίγουρα ό,τι θα έλεγαν θα ήταν υπέρ του κατηγορούμενου, πράγμα το οποίο κάνει την αστυνομία να μην κρίνει αναγκαία την λήψη κατάθεσης από αυτούς». Διερωτάται κανείς εύλογα, πρώτο, αφού η μαρτυρία του ενός από τους αστυνομικούς μάρτυρες ήταν αρκετή, γιατί κρίθηκε αναγκαίο εκ μέρους τους να συνωμοτήσουν ας μου επιτραπεί να πω, έχοντας υπόψη τον τρόπο που συνέγραψαν και συνέταξαν τις δύο καταθέσεις, στις οποίες μάλιστα ο παραπονούμενος εντόπισε και πολλές διαφορές, όταν του υποδείχθηκαν; Δεύτερο, αν δεχθώ ως ορθή τη λογική του παραπονούμενου, ως προς το λόγο για τον οποίο δεν κρίθηκε αναγκαία η λήψη κατάθεσης από τους φίλους του κατηγορούμενου, τότε, με πιο έρεισμα μπορώ να βασιστώ στο περιεχόμενο των καταθέσεων των Μ.Κ. 1 και 2, έχοντας κατά νου, ότι πρόκειται για καταθέσεις δύο σύγαμπρων αστυνομικών, οι οποίοι στον ουσιώδη χρόνο διέμεναν στο ίδιο σπίτι και υπηρετούσαν στο ίδιο τμήμα; Για να μη θεωρηθεί ότι προβαίνω σε αντιφατικά ευρήματα είτε αξιοπιστίας είτε γεγονότων, αυτό που θέλω να πω, είναι ότι έχω έντονες αμφιβολίες, κατά πόσο, από την ώρα που οι δύο μάρτυρες άκουσαν τις κόρνες των αυτοκινήτων και τις δυνατές φωνές και αφού βγήκαν έξω από το σπίτι του Μ.Κ. 1, διαπίστωσαν από που προέρχονταν αυτά καθώς και την ανάμειξη του κατηγορούμενου, τα γεγονότα στη συνέχεια εξελίχθηκαν σύμφωνα με την εκδοχή τους. Δε θα πω πολλά για τις ενέργειες του Μ.Κ. 3 και εξεταστή της υπόθεσης. Άλλωστε, μεγαλύτερη από αυτές σημασία έχουν οι ενέργειες στις οποίες παρέλειψε να προβεί. Ο εν λόγω μάρτυρας, βασικά, το μόνο που έκανε ήταν να οδηγήσει τον κατηγορούμενο στα αστυνομικά κρατητήρια και ακολούθως, βασισμένος στην εκδοχή των συναδέλφων του Μ.Κ. 1 και 2, τον έφερε στο δικαστήριο, στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, χωρίς να του δώσει καθόλου την ευκαιρία να ακουστεί για να προβάλει και αυτός τους ισχυρισμούς του για τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση. Τον έθεσε υπό κράτηση - χωρίς να έχει αποκλείσει σχετικό ισχυρισμό της Υπεράσπισης - για 24 ώρες περίπου, καταρχήν, με το επιχείρημα ότι ήταν μεθυσμένος και δεν μπορούσε να του πάρει κατάθεση. Έπειτα και αφού στο μεταξύ έκρινε πως δεν χρειαζόταν να του πάρει κατάθεση, επειδή πείστηκε, καθώς έχει αναφέρει, από τις καταθέσεις των δύο συναδέλφων του - κι' ας επρόκειτο για μια κατάθεση στην ουσία για τους λόγους που αναφέρονται πιο πάνω - τον κράτησε απλά για να τον κατηγορήσει όταν θα συνερχόταν από τη μέθη και θα ήταν νηφάλιος. Και όμως, πουθενά δεν καταχώρησε οτιδήποτε από τα πιο πάνω, παρά μόνο στις 07:00 η ώρα της επομένης που τέλειωσε η βάρδια του, έφυγε από το σταθμό και αν και ο εξεταστής της υπόθεσης, δεν ήταν σε θέση να δηλώσει ούτε πότε κατηγορήθηκε γραπτώς ο κατηγορούμενος μα ούτε - και αυτό είναι το σημαντικότερο - πότε αφέθηκε ελεύθερος. Εντελώς άστοχη είναι και η θέση του ότι ο κατηγορούμενος θα μπορούσε να δώσει την εκδοχή του για το επίδικο συμβάν, με την απάντηση του στη γραπτή κατηγορία, θέση που αποκαλύπτει και τη μεροληπτική του στάση έναντι των συναδέλφων του μα προπαντός, το μέγεθος της προκατάληψής του έναντι του κατηγορούμενου. Καταρχήν, δεν έχει τεθεί ενώπιόν μου η γραπτή κατηγορία εναντίον του κατηγορούμενου, για να διαφανεί από το περιεχόμενό της κατά πόσο το πρόσωπο που τον κατηγόρησε του επέστησε με τον προσήκοντα τρόπο την προσοχή στο νόμο, οπότε πιθανόν και να είχε κάποια σημασία αυτό που ανάφερε ο εξεταστής. Όμως, ακόμη και αν συνέβηκε κάτι τέτοιο, δεν έχω αντιληφθεί τι νόημα θα είχε η όποια απάντηση του κατηγορούμενου ή έστω εκδοχή του, έχοντας κατά νου, ότι της γραπτής κατηγορίας ακολουθεί η καταχώρηση ποινικής υπόθεσης στο δικαστήριο. Αυτό που με απλά λόγια θέλω να πω, είναι ότι, από την ώρα που κάποιο πρόσωπο κατηγορηθεί γραπτώς για τη διάπραξη κάποιου ποινικού αδικήματος, παύει να είναι ύποπτος γι' αυτόν που έχει την ευθύνη να τον κατηγορήσει. Αποκτά πια την ιδιότητα του κατηγορούμενου, αφού στο μυαλό του κατήγορου είναι ένοχος της διάπραξης του αδικήματος. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να ισχυρίζεται ο εξεταστής της υπόθεσης ή έστω να αφήνει να νοηθεί, ότι η απάντηση του κατηγορούμενου - κάθε κατηγορούμενου - στη γραπτή κατηγορία που του απαγγέλλεται, η οποία καταγράφεται με διαφορετική προοπτική, δηλαδή για χρήση και αξιολόγηση από το δικαστήριο, ισοδυναμεί ή υπέχει θέση κατάθεσης, με την οποία δίδεται η ευκαιρία στον κατηγορούμενο να διατυπώσει και αυτός τις θέσεις του όπως κάθε άλλο εμπλεκόμενο μέρος σε μια υπόθεση, κατά το στάδιο διερεύνησής της, επί ίσοις όροις. Η έννοια της δίκαιης δίκης είναι τόσο ευρεία, σε βαθμό που μπορεί να πρέπει να καλύπτει κάθε στάδιο από την ώρα που κάποιο πρόσωπο συλλαμβάνεται ως ύποπτο για τη διάπραξη κάποιου ποινικού αδικήματος μέχρι και το τέλος της δίκης. Υπό αυτή την έννοια, θεωρώ ότι ο κατηγορούμενος δεν έτυχε δίκαιης δίκης, για τους εξής λόγους: (α) Συνελήφθηκε και τέθηκε υπό κράτηση για 24 περίπου ώρες, χωρίς νόμιμη δικαιολογία ως προς τη διάρκεια της κράτησής του. (β) Δεν του δόθηκε η ευκαιρία να ακουστεί, για να προβάλει τους ισχυρισμούς του αναφορικά με τα γεγονότα που αποτέλεσαν την αιτία ή αφορμή για τη σύλληψή του. (γ) Ενώ ο εξεταστής γνώριζε ότι υπήρχαν και άλλα πρόσωπα αυτόπτες μάρτυρες κατά το επεισόδιο που έλαβε χώρα κατά τον ουσιώδη χρόνο, περιορίστηκε σε όσα οι συνάδελφοι του ισχυρίστηκαν, ως συνιστώντα το επεισόδιο, ενώ θα έπρεπε να εξασφαλίσει και κάποια μαρτυρία από τα άλλα πρόσωπα - φίλους του κατηγορούμενου που ήταν στη σκηνή - καθώς και από τυχόν τρίτα πρόσωπα που ενδεχομένως ήταν στη σκηνή, εντελώς ανεξάρτητα με το επεισόδιο. Στην απουσία των πιο πάνω, είμαι της γνώμης ότι ο κατηγορούμενος δικαιούται να αθωωθεί στις δύο από τις τρεις κατηγορίες που αντιμετωπίζει, αν μη τι άλλο, επωφελούμενος του ευεργετήματος των αμφιβολιών. Αμφιβολίες οι οποίες επιτείνονται, έχοντας υπόψη, για παράδειγμα, ότι η Κατηγορούσα Αρχή, δεν απέκλεισε τον ισχυρισμό του, ότι προέβη σε καταγγελία των δύο αστυνομικών κατά τον ουσιώδη χρόνο, σύμφωνα με την οποία κακοποιήθηκε από αυτούς, έστω κι' αν δε δέχεται ότι συνέβηκε κάτι τέτοιο. Αντίθετα, η συμπεριφορά του κατηγορούμενου και των δυο φίλων του, που αποτέλεσε τη γενεσιουργό αιτία για έξοδο των Μ.Κ. 1 και 2 από την οικία του πρώτου και μετάβαση τους στο μέρος που βρισκόταν ο κατηγορούμενος, δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία, ότι στοιχειοθετεί πλήρως το αδίκημα της ανησυχίας, σύμφωνα με το άρθρο 95 του Ποινικού Κώδικα. Συμπερασματικά λοιπόν, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου στη 2η κατηγορία, πέραν πάσης αμφιβολίας, ενώ αντίθετα απέτυχε να πράξει το ίδιο στις άλλες δύο κατηγορίες. Ακολουθεί ότι ο κατηγορούμενος αθωώνεται στις κατηγορίες 1 και 3, ενώ στη 2η κατηγορία κρίνεται ένοχος. (Υπ.) ............................................................ Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής .../Χ.Κ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο