← Κύπρος

Νίκος Ανδρέου ν. Ανδρέα Θεοδούλου, Αρ. Αγωγής: 4311/01, 6.11.06

Νίκος Ανδρέου ν. Ανδρέα Θεοδούλου, Αρ. Αγωγής: 4311/01, 6.11.06 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2006:A56 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 4311/01 Μεταξύ: Νίκος Ανδρέου, από την Ελεδιών Ενάγοντος και Ανδρέα Θεοδούλου, από την Πάφο Εναγόμενου Ημερομηνία: 6.11.06 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Κυριάκος Πρωτοπαπάς Εναγόμενος: παρουσιάζεται αυτοπροσώπως ------------------------ Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Ενάγοντας με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα αξιώνει εναντίον του Εναγόμενου το ποσό των Λ.Κ.2.841,30 σεντ πλέον τόκους προς 9% ετησίως επί ποσού Λ.Κ.2.460 σεντ από 29.12.00 μέχρι τελικής εξόφλησης πλέον έξοδα και ΦΠΑ. Σύμφωνα με τα όσα εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησης ο Ενάγοντας κατά την 29.12.00 αγόρασε και παρέλαβε από το κατάστημα του Εναγόμενου το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής JJ 959 μάρκας Mercedes 240 D saloon έναντι του συμφωνηθέντος ποσού των Λ.Κ.2.460,00 σεντ. Την ίδια ημέρα υπέγραψε και συμβόλαιο ενοικιαγοράς της Λαϊκής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ (από τώρα και στο εξής «η Λαϊκή») με αριθμό 4747097-02-206 για το συνολικό ποσό των Λ.Κ.2.841,30 σεντ. Ύστερα από έλεγχο της Αστυνομίας, ο οποίος έλαβε χώρα στις 2.3.01, διαπιστώθηκε ότι στο πιο πάνω αυτοκίνητο είχαν γίνει αλλαγές μηχανής και αμαξώματος και/ή επεμβάσεις στους αριθμούς μηχανής και σκελετού. Κατόπιν τούτου το αυτοκίνητο κατασχέθηκε από την Αστυνομία και μέχρι σήμερα κατακρατείται στο Τμήμα Τροχαίας Πάφου. Το εν λόγω αυτοκίνητο δεν μπορεί να περάσει επιτυχώς την επιθεώρηση από την Αρχή Αδειών και κατά συνέπεια δεν μπορεί να εκδοθεί άδεια κυκλοφορίας. Ως αποτέλεσμα ο Ενάγοντας αποστερείται του οχήματός του ενώ ταυτόχρονα παρέμεινε με την υποχρέωση καταβολής των μηνιαίων δόσεων προς την Λαϊκή για αποπληρωμή του τιμήματος αγοράς του. Οι δόσεις ανέρχονται στο ποσό των Λ.Κ.118,39 σεντ έκαστη και είναι 24 στον αριθμό. Αποτελεί ισχυρισμό του Ενάγοντα, ότι ο Εναγόμενος γνώριζε και/ή όφειλε να γνωρίζει τα πιο πάνω ελαττώματα του αυτοκινήτου. Αυτός, όμως, τα απέκρυψε ή δήλωσε άγνοια στον Ενάγοντα ώστε να επιτευχθεί η αγοραπωλησία με αποτέλεσμα ο Ενάγοντας να υποστεί ζημία και απώλεια. Ο Ενάγοντας κάλεσε επανειλημμένα τον Εναγόμενο να επιστρέψει σε αυτόν το συμφωνηθέν τίμημα, πλην όμως ο Εναγόμενος παραλείπει και/ή αρνείται μέχρι σήμερα να πράξει τούτο. Με την Υπεράσπισή του, η οποία καταχωρήθηκε στις 22.3.04, ο Εναγόμενος ζητά απόρριψη της απαίτησης του Ενάγοντα με έξοδα υπέρ του ισχυριζόμενος, ότι ο Ενάγοντας εσφαλμένα στρέφεται εναντίον του. Πλην της παραγράφου 1 ο Εναγόμενος αρνείται τις υπόλοιπες παραγράφους της Έκθεσης Απαίτησης. Η Υπεράσπισή του βασίζεται, μεταξύ άλλων, στον ισχυρισμό του ότι καμία πώληση δεν έγινε μεταξύ αυτού και του Εναγόμενου και ότι οποιαδήποτε πράξη αναφορικά με το επίδικο αυτοκίνητο έγινε μεταξύ του Ενάγοντα και της Λαϊκής. Διαζευχτικά ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι ο ίδιος ουδέποτε υπήρξε ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου και ότι διαδραμάτισε μόνο ρόλο μεσολαβητή στην πώληση του. Συνεπώς, και αν ακόμα ήθελε αποδειχτεί η ύπαρξη σύμβασης πώλησης, αυτή δεν συνομολογήθηκε μεταξύ των διαδίκων, αλλά μεταξύ του Ενάγοντα και του ιδιοκτήτη του αυτοκινήτου, δηλαδή, τρίτου προς την αγωγή προσώπου. Προς υποστήριξη ο καθένας της δικής του εκδοχής μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου έδωσαν και οι δύο διάδικοι. Για την Υπεράσπιση κατέθεσε, επίσης, ο Ευστάθιος Ευσταθίου (ΜΥ 2). Παρακολούθησα όλους τους μάρτυρες με μεγάλη προσοχή ενόσω έδιναν μαρτυρία ενώπιόν μου και είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω τόσο τον τρόπο με τον οποίο αυτοί απάντησαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους τέθηκαν όσο και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Κατ' αρχή, θα πρέπει να λεχθεί ότι η παρούσα υπόθεση ως πολιτική τοιαύτη κρίνεται επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων και ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου είτε μερικώς (Βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου

(1988)1 ΑΑΔ 263 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207). Λέχθηκε, επίσης, ότι η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (Βλ. Χάρης Χρίστου ν. Ευγενία Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454). Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω και, αφού έλαβα υπόψη μου το σύνολο της προσκομισθείσας μαρτυρίας, όπως αυτή είναι καταγραμμένη στα πρακτικά, προχωρώ στην αξιολόγηση των μαρτύρων. Ο Ενάγοντας προβάλλοντας την εκδοχή του ήταν σε γενικές γραμμές θετικός και σταθερός στην μαρτυρία του και δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις. Δεν δέχομαι, όμως, τον ισχυρισμό του, ότι ξόφλησε ολόκληρο το ποσό της χρηματοδότησης στην Λαϊκή. Και αυτό γιατί, παρόλο που η απαίτησή του στηρίζεται στον πιο πάνω ισχυρισμό, αυτός δεν προβάλλεται ρητά και με σαφήνεια στην Έκθεση Απαίτησης. Στην παράγραφο 6 της Έκθεσης Απαίτησης δικογραφείται απλά, ότι: «. ο Ενάγων . παρέμεινε με την υποχρέωση της καταβολής των μηνιαίων δόσεων εκ £118,39 σεντ έκαστης για περίοδο 24 μηνών προς αποπληρωμή του τιμήματος αγοράς του οχήματος με αρ. Εγγραφής JJ 959». Δεν δικογραφείται, όμως, η πληρωμή του πιο πάνω ποσού στην Λαϊκή ως ένα πραγματικό γεγονός στις έγγραφες προτάσεις του Ενάγοντα. Συνακόλουθα ο ισχυρισμός του περί εξόφλησης στην διά ζώσης μαρτυρία του δεν εμπίπτει εντός των δικογραφημένων θέσεων του, γι' αυτό και δεν μπορεί να γίνει αποδεχτός. Για τον πιο πάνω λόγο η απαίτηση για επιστροφή του ποσού της χρηματοδότησης αξιώνεται, στην Έκθεση Απαίτησης, θα έλεγα, κατά παράδοξο τρόπο. Ούτε και δέχομαι τα όσα ανέφερε στο Δικαστήριο για την παράδοση του επίδικου αυτοκινήτου από την Αστυνομία στον Εναγόμενο. Ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι δικογραφημένος στην Έκθεση Απαίτησης και, κατ' επέκταση, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Σε αυτήν, μάλιστα, αναφέρεται, ότι το επίδικο αυτοκίνητο κατακρατείται «μέχρι σήμερα» από την Τροχαία Πάφου. Πουθενά δεν αναφέρεται ότι βρίσκεται στην κατοχή του Εναγόμενου ή ότι επεστράφη σε αυτόν. Δεν δέχομαι, επίσης, τον λόγο που πρόβαλε για να δικαιολογήσει την κατάσχεση του αυτοκινήτου, ότι, δηλαδή, υπήρχε αλλαγή στο αμάξωμα και την μηχανή. Όπως ο Ενάγοντας ανέφερε στην διά ζώσης μαρτυρία του τα πιο πάνω ελαττώματα διαπιστώθηκαν από την Αρχή Αδειών. Κατ' επέκταση, η μαρτυρία του αναφορικά με το θέμα αυτό είναι εξ' ακοής μαρτυρία. Καμία μαρτυρία δεν αποκλείεται για τον λόγο ότι είναι εξ' ακοής (άρθρο 24
(1)του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε). Αναφορικά, όμως, με την βαρύτητα, που μπορεί να αποδοθεί σε τέτοια μαρτυρία, το άρθρο 27
(1)του Κεφ. 9 προνοεί, ότι το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το σύνολο των περιστάσεων από τις οποίες μπορεί εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική της αξία. Σύμφωνα με την παράγραφο (α) του εδαφίου 2 του ίδιου άρθρου το Δικαστήριο, ανάμεσα σε άλλα, λαμβάνει υπόψη αν κατά πόσο θα ήταν εύλογο ή εφικτό ο διάδικος που έχει προσάψει την εξ' ακοής μαρτυρία να είχε κλητεύσει ως μάρτυρα στη διαδικασία το πρόσωπο που έκαμε την αρχική δήλωση. Στην παρούσα υπόθεση κανένας λόγος και καμία εξήγηση δεν δόθηκαν από τον Ενάγοντα γιατί δεν προσήλθαν να καταθέσουν τα πρόσωπα που είχαν προσωπική γνώση των πιο πάνω ισχυρισμών. Καμία μαρτυρία δεν δόθηκε, ότι δεν ήταν εύλογο ή εφικτό να κληθεί είτε η Αρχή Αδειών είτε η Τροχαία Πάφου είτε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, που μπορούσε να δώσει θετική μαρτυρία. Εν' όψει τούτου και σε συνδυασμό με το ότι ολόκληρη η απαίτηση του Ενάγοντα βασίζεται στους πιο πάνω ισχυρισμούς κρίνω, ότι δεν θα ήταν ορθό να βασισθώ στην μαρτυρία του Ενάγοντα και μόνο και στην απουσία οποιασδήποτε άλλης μαρτυρίας να καταλήξω σε ασφαλή ευρήματα. Για τον πιο πάνω λόγο καμία βαρύτητα δεν μπορεί να προσδοθεί στο πιο πάνω μέρος της μαρτυρίας του Ενάγοντα. Εκτός από τα πιο πάνω δέχομαι την υπόλοιπη μαρτυρία του. Ότι, δηλαδή, στις 29.12.00 επισκέφθηκε το κατάστημα του Εναγόμενου και διάλεξε από την μάντρα του το αυτοκίνητο μάρκας Mercedes 240 D, με αριθμούς εγγραφής JJ 959, τύπου saloon. Για την απόκτηση του εν λόγω αυτοκίνητου ο Ενάγοντας υπέγραψε συμβόλαιο ενοικιαγοράς της Λαϊκής (Τεκμήριο Α) με αριθμό 4747097-02-206 για το συνολικό ποσό των Λ.Κ.2.841,30 σεντ. Στο πιο πάνω ποσό περιλαμβάνεται η τιμή του αυτοκινήτου, η οποία ανέρχεται σε Λ.Κ.2.460,00 σεντ. Το υπόλοιπο ποσό εκ Λ.Κ.381,30 σεντ είναι τα δικαιώματα ενοικιαγοράς της Λαϊκής. Το συνολικό ποσό της χρηματοδότησης θα πληρωνόταν από τον Ενάγοντα προς την Λαϊκή με μηνιαίες δόσεις των Λ.Κ.118,39 σεντ. Η πρώτη δόση ήταν πληρωτέα την 29.1.01 και οι υπόλοιπες δόσεις την 29ην ημέρα κάθε επόμενου μήνα μέχρι εξόφλησης. Ο Ενάγοντας είχε δικαίωμα αγοράς του αυτοκινήτου με την καταβολή προς την Λαϊκή ποσού Λ.Κ.10,00 σεντ μετά την πληρωμή και της τελευταίας δόσης. Ο Ενάγοντας έλαβε κατοχή του αυτοκινήτου με την υπογραφή της συμφωνίας. Όταν, όμως, στις 2.3.01 κλήθηκε από την Αρχή Αδειών να παρουσιάσει το αυτοκίνητο για επιθεώρηση, αυτό κατασχέθηκε με αποτέλεσμα να απωλέσει την κατοχή του. Προχωρώντας στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του Εναγόμενου θα πρέπει να επισημάνω, ότι στην κυρίως εξέταση, εκτός του ισχυρισμού, ότι δεν παρέλαβε το επίδικο αυτοκίνητο από την Αστυνομία, ο Εναγόμενος δεν πρόβαλε οποιοδήποτε άλλο ισχυρισμό. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να λεχθεί, ότι ο Εναγόμενος με την μαρτυρία του δεν προώθησε τις δικογραφημένες του θέσεις. Η μαρτυρία του ήταν εκτός των δικογράφων και για τον λόγο αυτό δεν γίνεται αποδεχτή από το Δικαστήριο. Η δε αντεξέταση αναλώθηκε σε θέματα επίσης άσχετα ως προς τα επίδικα. Τέτοια ήταν, μεταξύ άλλων, η παράδοση του επίδικου αυτοκίνητου από την Τροχαία Πάφου προς τον Εναγόμενο, το αν κατά πόσο υπάρχουν κοινά στοιχεία μεταξύ του μοντέλου του επίδικου αυτοκινήτου και του μοντέλου άλλου Mercedes, ιδιοκτησίας του υιού του Ενάγοντα, αν τα εξαρτήματα των δύο αυτών αυτοκινήτων είναι τα ίδια καθώς και η ηλικία και η κοινωνική κατάσταση του γιου του Ενάγοντα. Για τους πιο πάνω λόγους η μαρτυρία του Εναγόμενου δεν θα ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Ομοίως και η μαρτυρία του ΜΥ 2, η οποία περιορίστηκε σε μια και μοναδική δήλωση, η οποία αναφέρεται σε όχημα άλλο από το επίδικο και σε χρόνο άλλο από αυτό που αναφέρεται στις έγγραφες προτάσεις. Η μαρτυρία του ΜΥ 2 κρίνεται άσχετη με τα επίδικα θέματα και ως εκ τούτου μη αποδεχτή. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση η αγωγή δεν μπορεί να έχει παρά απορριπτική κατάληξη. Αλλά και αν ακόμα δεχόμουν την μαρτυρία του Ενάγοντα στην ολότητά της και πάλι η τύχη της απαίτησής του θα ήταν η ίδια για τους ακόλουθους λόγους. Ο Ενάγοντας με την Έκθεση Απαίτησής του ισχυρίζεται ότι το αγώγιμο δικαίωμά του προκύπτει από την αγορά του επίδικου αυτοκινήτου από τον Εναγόμενο. Το ερώτημα που το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει στην παρούσα περίπτωση είναι αν κατά πόσο υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία στην υπόθεση που να καταδεικνύει ότι το επίδικο αυτοκίνητο πουλήθηκε στον Ενάγοντα από τον Εναγόμενο. Θεωρώ ότι το Τεκμήριο 1 ομιλεί από μόνο του. Εύλογα συνάγεται από αυτό, ότι καμία σύμβαση πώλησης δεν συνομολογήθηκε μεταξύ των διαδίκων. Από την «δήλωση εμπόρου» συνάγεται, ότι ο Εναγόμενος προέβηκε σε πρόταση να πουλήσει το επίδικο αυτοκίνητο στην Λαϊκή. Η υπογραφή του Τεκμηρίου 1 εκ μέρους της Λαϊκής υποδηλοί δίχως άλλο, ότι η πρόταση αυτή του Εναγόμενου έγινε αποδεχτή από την Λαϊκή. Είναι σημαντικό να τονιστεί, ότι αυτή η πρόταση δεν έγινε στον Ενάγοντα, αλλά στην Λαϊκή. Με την αποδοχή της πρότασης του Εναγόμενου η Λαϊκή αγόρασε το επίδικο αυτοκίνητο από τον Εναγόμενο και με τον τρόπο αυτό κατέστη η νόμιμη ιδιοκτήτριά του. Συνάγεται, περαιτέρω, τόσο από την μαρτυρία, που δέχτηκα, όσο και από το Τεκμήριο 1, ότι ο Ενάγοντας έλαβε την κατοχή του αυτοκινήτου με τους όρους ενοικιαγοράς, που εκτίθενται επί του Τεκμηρίου 1. Σύμφωνα με το συνδυασμένο αποτέλεσμα των όρων 2 και 3 της συμφωνίας ο Ενάγοντας έχει δικαίωμα αγοράς του επίδικου αυτοκινήτου. Αυτό δύναται να το ασκήσει με την πληρωμή του ποσού των Λ.Κ.10,00 σεντ μετά την καταβολή όλων των συμφωνηθέντων μισθωμάτων. Η πιο πάνω πράξη περιλαμβάνει δύο συμφωνίες. Η μια είναι μεταξύ του Εναγόμενου και της Λαϊκής με την οποία ο Εναγόμενος πούλησε το επίδικο αυτοκίνητο στην Λαϊκή, η οποία και κατέστη η νόμιμη ιδιοκτήτριά του. Η συμφωνία αυτή είναι σύμβαση πώλησης. Η δεύτερη συμφωνία συνομολογήθηκε μεταξύ του Ενάγοντα και της Λαϊκής, με την οποία η Λαϊκή παραχώρησε κατοχή και χρήση του επίδικου αυτοκίνητου υπό όρους ενοικιαγοράς στον Ενάγοντα. Η συμφωνία αυτή είναι σύμβαση ενοικιαγοράς, δηλαδή σύμβαση παρακαταθήκης με δικαίωμα αγοράς (contract of bailment with an option to purchase). Στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Κώστα Σταύρου Κωνσταντίνου κ.α.
(2001)1 ΑΑΔ 1432 το Ανώτατο Δικαστήριο συνόψισε τα ουσιώδη χαρακτηριστικά μιας σύμβασης ενοικιαγοράς. Σε μια τέτοια σύμβαση ο ιδιοκτήτης του αντικειμένου είναι ο χρηματοδότης. Ως ο ιδιοκτήτης, λοιπόν, συμφωνεί να το ενοικιάσει στον αντισυμβαλλόμενο στον οποίο αναγνωρίζει την δυνατότητα, εφόσον τηρήσει τους όρους ενοικίασης, να το αγοράσει. Για όσο διαρκεί η πρώτη σχέση, εκείνη της ενοικίασης, το αντικείμενο παραμένει στην κυριότητα του χρηματοδότη. Η δε αγορά του αντικειμένου από τον αντισυμβαλλόμενο στο τέλος, συνήθως με την καταβολή κάποιου μικρού ποσού, επιπρόσθετου προς τα συμφωνηθέντα μισθώματα, αποτελεί δικαίωμα και όχι υποχρέωσή του. Ο τρόπος απόκτησης της κυριότητας του αντικειμένου από τους χρηματοδότες δεν είναι εξ' ορισμού ουσιώδους σημασίας για την φύση της συναλλαγής ως ενοικιαγοράς. Το σύνηθες είναι να την αποκτούν από τον έμπορο του αντικειμένου καταβάλλοντας το τίμημά του, πλην της προκαταβολής όπου υπάρχει τέτοια. Και να συνάπτουν στη συνέχεια σύμβαση ενοικιαγοράς με τον πελάτη του εμπόρου με προοπτική την τελική μεταβίβαση της κυριότητας. Όπως διασαφηνίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Χρίστου Χριστάκη Παντελή κ.α.
(2004)1 ΑΑΔ 854 η συμφωνία ενοικιαγοράς υπό την τριμερή της μορφή εμπεριέχει στην πραγματικότητα δύο συμφωνίες. Η πρώτη συμφωνία αναφέρεται στην σχέση του εμπόρου με τον χρηματοδότη στη βάση της οποίας μεταβιβάζεται η ιδιοκτησία των εμπορευμάτων στον χρηματοδότη έναντι του ανταλλάγματος το οποίο αντάλλαγμα είναι το ποσό της χρηματοδότησης. Σε αυτή την συμφωνία δεν εμπλέκεται καθόλου ο ενοικιαγοραστής. Η δεύτερη αναφέρεται στη σχέση χρηματοδότη - ενοικιαγοραστή και εμπεριέχει δύο στοιχεία: την παραχώρηση της κατοχής και της χρήσης των αντικειμένων της ενοικιαγοράς στον ενοικιαγοραστή, αφενός, και την υποχρέωση του ενοικιαγοραστή να επιστρέψει την κατοχή των εμπορευμάτων στον χρηματοδότη (ιδιοκτήτη) εάν και εφόσον δεν ασκήσει το δικαίωμα της αγοράς, αφετέρου (Βλ., επίσης, Drury v. Victor Buckland Ltd
(1941)1 All E R 269) Όπως και πιο πάνω λέχθηκε, στην υπό εξέταση περίπτωση η αληθινή και πραγματική φύση των συναλλαγών καταδεικνύεται από το Τεκμήριο 1. Από αυτό προκύπτει σαφώς, ότι το επίδικο αυτοκίνητο δεν πουλήθηκε από τον Εναγόμενο στον Ενάγοντα, αλλά από τον Εναγόμενο στην Λαϊκή. Κατά συνέπεια, η Λαϊκή κατέστη η νόμιμη ιδιοκτήτριά του. Συνεπώς, καμία σύμβαση πώλησης δεν συνομολογήθηκε μεταξύ του Ενάγοντα και του Εναγόμενου. Εν' όψει όλων των πιο πάνω καθίσταται έκδηλο, ότι ο Ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει την απαίτησή του. Αναφορικά με το θέμα των εξόδων εν' όψει του ότι ο Εναγόμενος ενήργησε αυτοπροσώπως και δεν εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο, θεωρώ ορθό να μην επιδικάσω έξοδα υπέρ του. Συνακόλουθα η αγωγή απορρίπτεται χωρίς καμία διαταγή για έξοδα. (Υπ.) .............. Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.