Γεώργιος Χριστοδούλου Επιφανείου ν. BLOOM DAY DEVELOPMENTS LTD, Αρ. Αγωγής: 1667/06, 8 Νοεμβρίου 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2006:A57 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Σωκράτους, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1667/06 Μεταξύ: Γεώργιος Χριστοδούλου Επιφανείου από τη Πάφο Ενάγοντα και BLOOM DAY DEVELOPMENTS LTD από τη Λευκωσία
- Τίτου Πιτσιλίδη από τη Λευκωσία
- Γεωργίου Σπυρίδωνος από τον Κάτω Πύργο
- Σκεύης Ματθαίου από τη Πάφο
- Γεωργίου Τζιακούρα από τη Πάφο Εναγομένων ---------------------- Ημερομηνία: 8 Νοεμβρίου 2006 Για Ενάγοντα: κα Χ'Χαραλάμπους Για Εναγόμενους: κ. Π. Ευθυμίου (για να ακούσει απόφαση ο κ. Τ. Συμιλλίδης) ------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ------------------------- Ο ενάγων με την παρούσα αγωγή, διεκδικεί και αξιώνει έκδοση διαταγμάτων με τα οποία να ακυρώνεται η επ' ονόματι της εναγόμενης 1 εταιρείας (εν τοις εφεξής η εναγόμενη), μεταβίβαση των πιο κάτω ακινήτων, τα οποία ετύγχαναν ιδιοκτησίας του: του υπ' αρ. εγγραφής 6605 εκτάσεως 0εκτ-7δεκ-024 τ.μ. και του υπ' αρ. εγγραφής 5231 εκτάσεως 1 εκτ- 4δεκ-716 τ.μ., αμφότερα ευρισκόμενα στο χωριό Θελέτρα, του υπ' αρ. εγγραφής 8269 εκτάσεως 4 δεκ-014 τ.μ. και υπ' αρ. εγγραφής 6704 εκτάσεως 3 δεκ-345 τ.μ. κειμένων στο χωριό Στρουμπί. Σαν λόγος ακύρωσης και διαγραφής, προτάσσεται το ακυρώσιμο της δήλωσης μεταβίβασης και γενικότερα της σύμβασης, συνεπεία ψυχικής πιέσεως και/ή ανεπίτρεπτης επιρροής και/ή δόλου και/ή ανοίκειας επιρροής των εναγομένων εις βάρος του ενάγοντα. Με την κρινόμενη αίτηση, επιζητείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος το οποίο να εμποδίζει την εναγόμενη από του να μεταβιβάσει, υποθηκεύσει, πωλήσει ή καθ' οιονδήποτε τρόπο, αποξενώσει τα επίδικα ακίνητα. Παρατίθεται αυτούσιο το αιτούμενο διάταγμα: «Α. Την έκδοση Προσωρινού Διατάγματος που να εμποδίζει την Εναγομένη Νο. 1 και/ή τους υπαλλήλους και/ή τους αντιπροσώπους και/ή τους υπηρέτες της και/ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο έλκει από αυτήν δικαιώματα από του να μεταβιβάσει, υποθηκεύσει, πωλήσει ή καθ' οιονδήποτε τρόπο αποξενώσει τα πιο κάτω ακίνητα τα οποία είναι εγγεγραμμένα επ' ονόματι της: (α) Αρ. εγγραφής 6605 του Φ/Σχ.XXXV/60, τεμ. 592, εκτάσεως 0εκτ-7δεκ-024τ.μ. του χωριού Θελέτρα, της Επαρχίας Πάφου (β) Αρ. εγγραφής 5231 του Φ/Σχ.XXXV/59 τεμ. 785, εκτάσεως 1εκτ-4δεκ-716τ.μ. του χωριού Θελέτρα, της Επαρχίας Πάφου. (γ) Αρ. εγγραφής 8269 του Φ/Σχ. XLV/5 τεμ. 1, εκτάσεως 0 εκτ-4 δεκ- 014τ.μ. του χωριού Π. Στρουμπί, της Επαρχίας Πάφου. (δ) Αρ. εγγραφής 6704 του Φ/Σχ.XXXV/60 τεμ. 712, εκτάσεως 0κετ-3δεκ-345τ.μ. του χωριού Π. Στρουμπί, της Επαρχίας Πάφου» Να σημειωθεί ότι κατ' αρχάς κατεχωρήθη μονομερής αίτηση η οποία με οδηγίες του Δικαστηρίου, επεδόθη στην εναγόμενη. Το αίτημα του ενάγοντα υποστηριζόταν αρχικά από τρεις ένορκες δηλώσεις, τριών διαφορετικών ατόμων. Της δικηγόρου Ευαγγελίας Πουλλά, της Ανδρούλας Χρ. Επιφανείου, αδελφής του ενάγοντα και της συζύγου του, Μαρούλλας Γεωργίου Επιφανείου. Με άδεια του Δικαστηρίου, κατεχωρήθησαν άλλες τρεις συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις και πάλι, από τα ίδια άτομα. Υποστηρίζεται με τις ένορκες αυτές δηλώσεις, ότι ο ενάγων τυγχάνει ψυχικά ασθενές άτομο, πάσχων από σχιζοφρένεια. Ότι οι εναγόμενοι εκμεταλλευόμενοι την κατάσταση της ψυχικής του υγείας, τον έπεισαν και τον παραπλάνησαν να τους πωλήσει και όντως τους πώλησε και μεταβίβασε επ' ονόματι της εναγόμενης τα επίδικα ακίνητα, έναντι τιμήματος πολύ χαμηλότερου της πραγματικής τους αξίας. Ότι τα αγόρασαν έναντι £74.000 ενώ από το Κτηματολόγιο εκτιμώνται στις £84.000 ενώ η πραγματική τους αξία τιμάται γύρω στις £150.
- Με τη συμπληρωματική δήλωση της κας Πουλλά η αξία καθορίστηκε, βάσει εκτιμήσεως εμπειρογνώμονα στις £136.
- Ισχυρίζονται περαιτέρω, ότι στο Κτηματολόγιο δηλώθηκε σαν τίμημα πώλησης, αυτό των £54.000 ενώ το υπόλοιπο ποσό των £20.000, οι εναγόμενοι πρότειναν στον ενάγοντα να είναι «μαύρα», για να αποφύγουν πληρωμή μεταβιβαστικών τελών. Γι' αυτό, ο εναγόμενος 2, υπέγραψε δήλωση αναγνωρίζοντας ότι οφείλει στον ενάγοντα το ποσό των £20.000 (Τεκμήριο 9). Η εναγόμενη κατεχώρησε ειδοποίηση ένστασης και εγείρει με αυτή, τέσσερεις λόγους ένστασης. Ότι, (α) δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις του Νόμου για την αιτούμενη θεραπεία, αφού δεν υπάρχει βάση αγωγής, ούτε προοπτική επιτυχίας. (β) Ότι οι κατ' ισχυρισμό παράνομες πράξεις των εναγομένων δεν συγκεκριμενοποιούνται. (γ) Ότι οι καταθέτες των ένορκων δηλώσεων που συνοδεύουν την αίτηση, δεν έχουν εξουσία και εντολή να προβούν σε αυτές και (δ) Ότι οι ένορκες δηλώσεις αποσκοπούν στο να παραπλανήσουν το Δικαστήριο. Τα γεγονότα της ένστασης, προσφέρονται με την ένορκη δήλωση του εναγόμενου 2, διευθυντή της εναγόμενης
- Με αυτή, αρνείται την κακοπιστία και ανοίκεια συμπεριφορά που επιρρίπτεται γενικά σε όλους τους εναγομένους και στον ίδιο προσωπικά. Ισχυρίζεται πως η εναγόμενη, σαν εταιρεία ανάπτυξης γης, αγοράζει ακίνητα σε διάφορα μέρη της Κύπρου και στα πλαίσια των δραστηριοτήτων της, αγόρασε τα επίδικα τεμάχια, έναντι του τιμήματος των £74.
- Απορρίπτει τον ισχυρισμό ότι η αξία των ακινήτων είναι γύρω στις £150.000 και τονίζει πως το γεγονός ότι το Κτηματολόγιο Πάφου εκτίμησε την αξία των ακινήτων στις £84.000, δεικνύει ότι η τιμή αγοράς τους δεν ήταν μακριά από την πραγματική τους αξία. Αρνείται ότι εκμεταλλεύθηκαν την πνευματική κατάσταση του ενάγοντα και ισχυρίζονται ότι ο ίδιος ο ενάγων ζήτησε δύο φορές παράταση της ολοκλήρωσης της συμφωνίας μέχρι να εξασφαλίσει δικαίωμα διαβάσεως για τα ακίνητα. Δικαίωμα διαβάσεως, εξασφαλίστηκε και το πλήρωσε με επιταγή της η εναγόμενη, ημερ. 17.3.2006 έναντι του ποσού των £1.
- Μετά ταύτα, ακολούθησε η επ' ονόματι της εναγομένης μεταβίβαση των επιδίκων στις 2.5.
- Όπως ανωτέρω ελέχθη, ένας από τους λόγους ένστασης είναι ότι οι καταθέτες των ενόρκων δηλώσεων δεν είχαν εξουσιοδότηση από τον ενάγοντα να προβούν στις δηλώσεις αυτές. Είναι γεγονός ότι στις πρώτες ένορκες δηλώσεις που τέθηκαν για υποστήριξη της αίτησης, δεν προβάλλεται ισχυρισμός για τέτοια εντολή ή εξουσιοδότηση από τον ενάγοντα. Στις συμπληρωματικές όμως ένορκες δηλώσεις που κατεχωρήθησαν μετά από άδεια του Δικαστηρίου, καταγράφεται και στις τρεις, η εξής πρόταση: «Ισχυρίζομαι ότι είχα και εξουσία και δικαίωμα και εξουσιοδότηση από τον Ενάγοντα να προβώ στην ένορκη μου δήλωση ημερ. 26/5/06 και στην παρούσα ένορκη δήλωση.». Η δήλωση αυτή, δεν αμφισβητήθηκε από την εναγόμενη 1 ούτε οι ενόρκως δηλούσες αντεξετάστηκαν επί τούτου. Για το λόγο τούτο, θα θεωρηθεί ότι οι ενόρκως δηλούσες είχαν κατάλληλη εξουσιοδότηση από τον ενάγοντα. Το περιεχόμενο τους όμως, θα εξετασθεί εάν πληροί τις απαιτήσεις της Δ.39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στο πλαίσιο της εξέτασης των προϋποθέσεων για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Ένας από τους λόγους ένστασης αλλά και μέρος της επιχειρηματολογίας του κ. Ευθυμίου ήταν η ανυπαρξία βάσης αγωγής με έμφαση στο γεγονός ότι η αγωγή έπρεπε να είχε κινηθεί εκ μέρους διαχειριστή του ενάγοντα, αφού παρουσιάζεται σαν ψυχικά ασθενές άτομο. Οι ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση όντως έτσι περιγράφουν τον ενάγοντα. Η κατάσταση της υγείας του περιγράφεται ανάγλυφη στο Τεκμήριο 20, το κείμενο του οποίου αναγράφεται κατωτέρω, αφού αναφορά σε αυτό γίνεται και σε άλλα μέρη της απόφασης. «Ο κος Γιώργος Επιφανείου παρακολουθείται από τις Υπηρεσίες μας από 21/06/1989 μέχρι σήμερα. Πάσχει από σχιζοφρενική διαταραχή, εξαιτίας της οποίας έχει νοσηλευθεί αρκετές φορές στην ψυχιατρική κλινική Λεμεσού. Πέραν της ψυχικής διαταραχής, πολύ συχνά κάνει κατάχρηση αλκοόλ, εξαιτίας της κατάχρησης επηρεάζεται αρνητικά η ψυχική του υγεία. Παρ' ότι λαμβάνει αντιψυχωσική θεραπεία, παρουσιάζει συχνές υποτροπές, και η ενεργός ψυχοπαθολογία είναι πάντοτε παρούσα στην κλινική του εικόνα. Τον τελευταίο χρόνο νοσηλεύτηκε στην Ψυχιατρική Κλινική του Νοσοκομείου Λεμεσού τρεις φορές, από 08/12/04-31/01/05, 24/07/05-29/07/05 και 09/12/05-17/12/
- Είναι ανίκανος να εργαστεί και συντηρείται από την αναπηρική σύνταξη της συζύγου του» Παρατηρείται πως στο ανωτέρω πιστοποιητικό, δεν χαρακτηρίζεται ο ενάγων σαν άτομο ανίκανο να χειρισθεί ή ανήμπορο να διαχειρισθεί την περιουσία του, ώστε να απαιτείται ο διορισμός διαχειριστή. Κάτι που εν πάση περιπτώσει δεν έχουν αποφασίσει οι συγγενείς του να πράξουν, σύμφωνα με το Ν.23
(1)/96 ή Ν.77
(1)/97. Σίγουρα, σε περίπτωση ύπαρξης διαχειριστή η αγωγή έπρεπε να είχε καταχωρηθεί από εκείνον. Όμως στην κρινόμενη περίπτωση, δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Περαιτέρω λόγος ένστασης, είναι πως δεν απεκαλύφθησαν όλα τα γεγονότα ενώπιον του Δικαστηρίου. Η εισήγηση αυτή, παραπέμπει στην ένορκη δήλωση της κας Πουλλά, η οποία όπως καταγράφει ο κ. Πιτσιλλίδης στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, παρέλειψε να αποκαλύψει ότι είναι ιδιοκτήτρια κτημάτων που συνορεύουν με τα επίδικα και ότι συστεγάζεται με άτομα τα οποία ασχολούνται με ανάπτυξη γης και τα οποία προφανώς επιθυμούν την αγορά και ανάπτυξη των επίδικων κτημάτων. Αποδίδεται επομένως σ' αυτή, ιδίον προσωπικό όφελος. Γι' αυτό και επιζητείται απόρριψη της αίτησης. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί για τους εξής λόγους: Η αρχή της αποκάλυψης όλων των απαραίτητων για την κρίση της υπόθεσης στοιχείων πρέπει να προσφέρονται και αποκαλύπτονται στο Δικαστήριο όταν το Δικαστήριο επιλαμβάνεται και εκδίδεται διάταγμα κατόπιν μονομερούς αίτησης, χωρίς να ακούσει τον άλλο διάδικο. Και αυτό γιατί στο αρχικό στάδιο, το Δικαστήριο κατά παρέκκλιση της αρχής «Audi alteram partem» ή επί το ελληνικότερον «μηδένα δικάσεις πριν αμφί μύθον ακούσεις», ακούει τον ένα μόνο των διαδίκων, επιβάλλεται η αποκάλυψη των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να επηρεάσουν την απόφαση. Στην κρινόμενη περίπτωση, δεν εδόθη διάταγμα μονομερώς. Διεξάγεται ακροαματική διαδικασία κατόπιν επίδοσης της αίτησης. Περαιτέρω, πέραν του ότι η κα Πουλλά διέψευσε με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της τα καταλογισθέντα σε αυτήν, τα στοιχεία που φέρεται να απέκρυψε, ουδόλως ήσαν σημαντικά ή μπορούν να επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου. Η κα Πουλλά, κατάθεσε όσα περιήλθαν σε γνώση της μετά τη γενόμενη συναλλαγή και κατάθεσε σαν Τεκμήρια τα έγγραφα που συνομολογήθησαν και κατεγράφησαν από τους διαδίκους και των οποίων η γνησιότητα ή η αλήθεια, δεν αμφισβητήθηκε. Επομένως, τα χαρακτηριζόμενα ως μη αποκαλυφθέντα γεγονότα δεν είναι ουσιαστικής φύσεως, που να επηρεάζουν την κρίση του Δικαστηρίου (βλ. Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Έτερο σημείο που εθίγη κατά την αγόρευση του κ. Ευθυμίου, το οποίο συνηγορεί όπως ισχυρίζεται υπέρ της μη έκδοσης διατάγματος είναι πως δεδομένης της υγείας του ενάγοντα, όπως αυτή περιγράφεται από τις ένορκες δηλώσεις, δεν θα είναι σε θέση να υπογράψει εγγυητήριο και επομένως, δεν θα υπάρχει διάταγμα. Το θέμα υπογραφής εγγύησης από τον ίδιο τον ενάγοντα - αιτούντα, πραγματεύεται στην απόφαση του ο Νικολάτος Δ., στην Αίτηση 64/05 ημερ. 1.8.2005 αναφορικά με την αίτηση της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α. Αναφέρθηκε μετά από παραπομπή στο άρθρο 9
(2)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, ότι καθίσταται επιτακτικό καθήκον, το Δικαστήριο να απαιτήσει από τον ίδιο τον αιτητή την ανάληψη εγγύησης για την εξασφάλιση της υποχρέωσης του για αποζημίωση του καθ' ου η αίτηση. Αυτή η υποχρέωση όμως, δεν συνιστά όρο και προϋπόθεση για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Οι προϋποθέσεις συζητούνται κατωτέρω. Είναι προϋπόθεση για την έγκυρη σύνταξη, εφαρμογή και ισχύ του διατάγματος. Όμως, σύμφωνα με το άρθρο 9
(2), την ανωτέρω απόφαση αλλά και την απόφαση επί τοις αφορώσι την αίτηση της Δισκοθήκης «Αφρικάνα» Λτδ
(1990)1 Α.Α.Δ. 738, η ανάληψη εγγύησης απαιτείται όταν το διάταγμα εκδίδεται μονομερώς στην απουσία του διαδίκου εναντίον του οποίου εκδίδεται. Γι' αυτό και δεν θα συζητηθεί περαιτέρω το θέμα τούτο. Νομικό έρεισμα της αίτησης αποτελεί το άρθρο 32 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου 14/60, τα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, η Δ.48 θ 1, 2, 8 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και τα άρθρα 10, 11, 12, 14, 16, 17, 18, 19, 20, 23, 24, 25, 73 , 148, 171, 193 και 198 του περί Συμβάσεως Νόμου. Το άρθρο 4 του Κεφ. 6 σκοπό έχει την προστασία της περιουσίας που είναι αντικείμενο της αγωγής. Σειρά αποφάσεων, παλιών και νεώτερων, επιβεβαιώνει ότι το άρθρο αυτό εφαρμόζεται μόνο όπου η περιουσία σχετικά με την οποία ζητείται το διάταγμα, είναι αντικείμενο της αγωγής ( βλ. Compania Portuguesa de Transportes Maritime of Lisbon v. Sponsolia Shipping Co Ltd
(1987)1 C.L.R. 11). Όταν η περιουσία είναι αντικείμενο της αγωγής, τότε το άρθρο 4 μπορεί να εξετασθεί ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν. 14/60 (Παπαστρατής ν. Περτίδης
(1979)1 C.L.R. 231). Όμως, το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια που του παρέχει το άρθρο τούτο, πρέπει να οδηγηθεί από τις γενικές αρχές που διατυπώνονται στο άρθρο 32 του Ν.14/60 και είναι συνετό οι προϋποθέσεις εκείνες, να ληφθούν υπόψη. Το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, όπως τονίσθηκε στην αίτηση Χάρη Φεσά
(1990)1 Α.Α.Δ. 704, αποτελεί το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Οι τρεις βασικές προϋποθέσεις για την έκδοσή τους καθορίστηκαν με σαφήνεια και περιεκτικότητα στην Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557) και επαναλήφθηκαν σε σωρεία άλλων αποφάσεων, και είναι:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση.
(2)Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας και,
(3)εκτός αν επιδοθεί το διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Επιπρόσθετα, θα πρέπει να σταθμίσει το Δικαστήριο αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή διατηρήσει το επίδικο διάταγμα. Ένα άλλο στοιχείο το οποίο το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη αν οι διάφοροι παράγοντες και τα συμφέρονται των διαδίκων ισοζυγίζονται, είναι η διατήρηση της κατάστασης που επικρατούσε πριν ο εναγόμενος αρχίσει τη δραστηριότητα της οποίας επιδιώκεται η παρεμπόδιση (status quo ante). Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, της ύπαρξης δηλαδή σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κατά την ακρόαση, δεν υπάρχει λόγος να ερμηνευθεί ότι εξυπακούει οτιδήποτε περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δύναμη των εγγράφων προτάσεων. Στην κρινόμενη περίπτωση, το κλητήριο ένταλμα είναι ειδικώς οπισθογραφημένο και τα γεγονότα παρέχονται με τις ένορκες δηλώσεις τις συνοδευτικές της αίτησης. Έχει ανωτέρω καταγραφεί το αιτητικό της γενικής οπισθογράφησης, το οποίο πρέπει να αντικρισθεί σε συνδυασμό με τον περί Συμβάσεως Νόμο, τις πρόνοιες του οποίου, υπάρχει ισχυρισμός ότι οι εναγόμενοι καταστρατηγούν. Τα άρθρα 10, 11 και 12 του περί Συμβάσεως Νόμου, καθορίζουν το ποιες συμφωνίες συνιστούν συμβάσεις, προσδιορίζουν την ανικανότητα προς το συμβάλλεσθαι και δίδουν τον ορισμό συμβαλλόμενου που έχει σώας τας φρένας. Σύμφωνα με αυτά, έγκυρες συμβάσεις είναι όσες συμφωνίες καταρτίζονται με την ελεύθερη συναίνεση μερών, ικανών προς το συμβάλλεσθαι. Τέτοια άτομα, είναι όσα έχουν σώας τας φρένας και δεν στερούνται της ικανότητας του συμβάλλεσθαι, δυνάμει οποιουδήποτε Νόμου. Πρόσωπο δε, θεωρείται ότι έχει σώας τας φρένας για σκοπούς κατάρτισης σύμβασης, αν κατά την κατάρτιση της, δύναται να αντιληφθεί αυτήν και να διαμορφώσει λογική κρίση για τις συνέπειες της επί των συμφερόντων του. Πρόσωπο το οποίο δεν έχει συνήθως σώας τας φρένας αλλά έχει σώας τας φρένας κατά διαλείμματα, δύναται να καταρτίσει σύμβαση κατά το χρόνο που έχει σώας τας φρένας, ενώ πρόσωπο το οποίο συνήθως έχει σώας τας φρένας αλλά κατά διαλείμματα δεν τις έχει, δεν δύναται να καταρτίσει σύμβαση κατά το χρόνο που δεν έχει σώας τας φρένας. Στην κρινόμενη περίπτωση, δεν έχει προσφερθεί μαρτυρία και δεν υπάρχει ισχυρισμός ότι ο ενάγων έχει στερηθεί της ικανότητας του συμβάλλεσθαι δυνάμει οποιουδήποτε Νόμου. Ούτε επιχειρηματολογήθηκε πως δεν είχε σώας τας φρένας κατά τη σύναψη της επίδικης σύμβασης. Δεν προβλήθηκε ισχυρισμός για έλλειψη δικαιοπρακτικής ικανότητας του ενάγοντα. Ούτε από το Τεκμήριο 20, «Ιατρικό Πιστοποιητικό» συνάγεται κάτι τέτοιο. Περαιτέρω ο ενάγων, με την υπογραφή εγγράφου διορισμού δικηγόρου παρουσιάζει τον εαυτό του να μπορεί να δίδει οδηγίες και λαμβάνει αποφάσεις για προστασία των συμφερόντων του. Συνεπώς η χρήση των άρθρων αυτών, δεν οδηγεί στη λήψη απόφασης και συμπεράσματος ότι ο ενάγων στερείτο της αναγκαίας βούλησης προς το συμβάλλεσθαι ή της αναγκαίας δικαιοπρακτικής ικανότητας. Τα υπόλοιπα άρθρα του περί Συμβάσεως Νόμου, καθορίζουν τις περιπτώσεις ελεύθερης συναίνεσης. Σαν τέτοια, θεωρείται όταν δεν προκαλείται με εξαναγκασμό, ψυχική πίεση, απάτη, ψευδή παράσταση και πλάνη. Στην περίπτωση του ενάγοντα, δεν υπάρχει ισχυρισμός περί εξαναγκασμού, αλλά ψυχικής πίεσης (άρθρο 16), απάτης (άρθρο 17), ψευδής παράστασης (άρθρο 18) και πλάνης (άρθρο 20). Γι' αυτό, θα πρέπει να εξετασθούν τα γεγονότα, σε συνάρτηση με την κατάσταση της υγείας του ενάγοντα, όπως περιγράφεται στο Τεκμήριο 20. Τα γεγονότα που στηρίζουν την αίτηση, γύρω από τις επίδικες συναλλαγές είναι όσα περιγράφει η σύζυγος του ενάγοντα. Η αδελφή του ενάγοντα αλλά και η δικηγόρος κα Πουλλά, πέραν της αναφοράς τους στην κατάσταση της ψυχικής υγείας του ενάγοντα, δεν είναι σε θέση και δεν ισχυρίζονται ότι είναι σε θέση, να περιγράψουν τα διαδραματισθέντα κατά τις συζητήσεις μεταξύ ενάγοντα και εναγόμενης 1 ή των λοιπών εναγομένων. Τα Τεκμήρια που η κα Πουλλά κατέθεσε με την ένορκη δήλωση της, βοηθούν το Δικαστήριο να αντιληφθεί τους όρους αυτών, το τίμημα πληρωμής κλπ. Όμως, εκείνο που προκύπτει από τα αναφερθέντα Τεκμήρια, είναι πως το τίμημα αγοράς είναι μικρότερο της αξίας των κτημάτων, όπως αυτό υπολογίσθηκε από το Κτηματολόγιο ή τους εκτιμητές. Η μειωμένη τιμή κατά £10.000 ή κατά £50.000, δεν οδηγεί από μόνη της στο απόλυτο συμπέρασμα ότι ασκήθηκε ανοίκεια πίεση αλλά είναι ενδεικτική της επιρροής και πίεσης που ασκήθηκε στον ενάγοντα (βλ. Γ. Χαραλάμπους ν. Γεστάμη & Σία Λτδ
(2002)1 Α.Α.Δ. 1070). Γι' αυτό θα πρέπει να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου και εξετασθούν, οι περιβάλλουσες τη σύναψη της συμφωνίας συνθήκες και περιστάσεις. Όπως αναφέρει η σύζυγος του ενάγοντα στην ένορκη δήλωση της, είχαν εκφράσει την επιθυμία να πωλήσουν κάποιο από τα κτήματα του συζύγου της για να ανταπεξέλθουν στη δύσκολη οικονομική τους κατάσταση. Τους επισκέφθηκε ο εναγόμενος 3 μαζί με τον εναγόμενο 2 στο σπίτι τους, εξέφρασαν το ενδιαφέρον να αγοράσουν κτήματα, γι' αυτό τους τα υπέδειξαν επί τόπου. Συμφώνησαν να τα πωλήσουν, αλλά ζήτησαν £100.000 ενώ ο εναγόμενος 2 επέμενε ότι πέραν των £75.000 δεν δίδει και τους έπεισε. Μετά, μείωσε το ποσό κατά £1000 και για να μην πληρώσει τους φόρους, τους είπε ότι το ποσό των £20.000 θα είναι «μαύρα». Περαιτέρω τους υποσχέθηκε ότι θα πλήρωνε ο ίδιος τη φορολογία. Τους έδωσε δεν σαν προκαταβολή ποσό £15.
- Αποτελεί ισχυρισμό της ότι το έγγραφο πώλησης (Τεκμήριο 7) που συμπληρώθηκε από τον εναγόμενο 2 και έγραφε σαν τιμή αυτή των £54.000, ο σύζυγος της δεν το αντιλήφθηκε σωστά αλλά σε όλα έδειξαν εμπιστοσύνη στον εναγόμενο
- Με το έγγραφο (Τεκμήριο 7) προνοείται ότι αν δεν εξασφάλιζαν δικαίωμα διαβάσεως για τα κτήματα, τότε ο εναγόμενος 2 θα τους πλήρωνε το μισό ποσό από την τιμή που συμφωνήθηκε για κάθε κτήμα. Όντως, από το Τεκμήριο 7 προνοείται στον όρο 2 ότι: «2 (α). Το συμφωνηθέν τίμημα έχει συμφωνηθεί υπό τον όρο ότι ο Πωλητής θα εξασφαλίσει για κάθε ένα από τα πωλούμενα ακίνητα δικαίωμα διάβασης/πρόσβασης προς τον δρόμο πλάτους 15 ποδών κάνοντας οτιδήποτε απαιτείται για αυτό. (β) Εάν εντός περιόδου έξη μηνών από σήμερα ο Πωλητής δεν εξασφαλίσει δικαίωμα διάβασης/πρόσβασης προς όφελος των πωλούμενων ακινήτων τότε το συμφωνηθέν τίμημα θα μειωθεί κατά το ποσό που αναφέρεται για κάθε ακίνητο: ΤΙΜΗ ΤΙΜΗ ΧΩΡΙΣ ΑΓΟΡΑΣ ΔΙΑΒΑΣΗ (α) Ερ. Εγ. 6704 £8000 £4.000 (β) Αρ. Εγ. 6605 £15.000 £7.500 (γ) Αρ. Εγ. 8269 £9.000 £4.500 (δ) Αρ. Εγ. 5231 £22.000 £11.000 (γ) Τα έξοδα για την εξασφάλιση των πιο πάνω δικαιωμάτων θα επιβαρύνουν τον Πωλητή» Ο εναγόμενος 3 τους ζήτησε δανεικά δήθεν, και του έδωσαν £8.000 σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις. Για το ποσό των £4.000 τους έδωσε ένα έγγραφο (Τεκμήριο 10) το οποίο όμως δεν αποτελεί αναγνώριση χρέους και για το άλλο ποσό των £4.000 τους έδωσε επιταγή η οποία δεν ετιμήθη. Για το θέμα της επιταγής, επισκέφθηκαν την αστυνομία. Η μεταβίβαση έπρεπε να γίνει στους έξη μήνες αλλά ο εναγόμενος 2 παρουσίασε στο σύζυγο της και υπέγραψε το Τεκμήριο 8, για το οποίο παρατείνετο ο χρόνος μεταβίβασης. Είναι η θέση της ότι ο εναγόμενος 2 την εμπόδισε να επισκεφθεί δικηγόρο, λέγοντας της ότι δεν χρειάζεται και τους μετέφερε στο Κτηματολόγιο για τη μεταβίβαση άρον - άρον, ο εναγόμενος
- Προτού όμως πάει για τις μεταβιβάσεις, πέρασαν από το γραφείο της κας Πουλλά, και μία υπάλληλος ετοίμασε ένα γραμμάτιο (Τεκμήριο 12) για £8.000, την πληρωμή του οποίου αποδέχθηκε ο εναγόμενος
- Δεν της ανέφεραν τίποτα όμως για τη μεταβίβαση, γιατί αυτό τους έπεισε ο εναγόμενος 2 να πράξουν. Στο Κτηματολόγιο επειδή βιάζονταν να τελειώσουν και επειδή ήθελαν τα κτήματα να μεταβιβασθούν στην εναγόμενη 1, ο σύζυγος της υπέγραψε πληρεξούσιο έγγραφο στην εναγόμενη 4, η οποία δήλωσε ψευδώς στο Κτηματολόγιο ότι δεν υπήρχαν έγγραφα. Επίσης, ο εναγόμενος 2 επέμενε να του μεταβιβάσουν και το κτήμα στην Μακριά Λαόνα υποσχόμενος και προτείνοντας να τους εξοφλήσει το ποσό των £8.000, που όφειλε ο εναγόμενος 3 και το ποσό των £1.700 που κατέβαλε για το δικαίωμα διάβασης, λέγοντας τους ότι αν δεν δεχθούν «θα χάσουν και τα αυγά και το καλάθι». Αντί τούτου, τους αφαίρεσε από το τίμημα το ποσό που πλήρωσε στο Φόρο και τους έδωσε μία επιταγή για ποσό £48.
- Έλαβαν δηλαδή συνολικό ποσό £64.000 αντί £74.000 διότι τους απέκοψε τη φορολογία, την οποία αρχικά συμφώνησαν να επωμισθεί ο εναγόμενος
- Παρά ταύτα, έπεισαν το σύζυγο της και υπέγραψε εξοφλητική απόδειξη. Έχει ανωτέρω σε προηγούμενο στάδιο καταγραφεί η θέση της εναγόμενης. Με αυτή προβάλλει ιδιαίτερα τον ισχυρισμό ότι ανέλαβε η ίδια και πλήρωσε το τίμημα για δικαίωμα διαβάσεως, ενώ έπρεπε να το είχε κάμει ο ενάγων. Θεωρείται όντως παράδοξο κάποιος να συμφωνεί την πώληση των κτημάτων του σε τιμή μικρότερη εκείνης που πιστεύει ότι αξίζει και συνάμα να δέχεται περαιτέρω μείωση της τιμής κατά το ήμιση, αν δεν εξασφαλίσει δικαίωμα διάβασης προς όφελος των κτημάτων. Αυτός ο όρος είναι εκ πρώτης όψεως ιδιαίτερα επαχθής, αν αναλογισθεί κάποιος ότι το ποσό για δικαίωμα διαβάσεως που τελικά πληρώθηκε ήταν αυτό των £1.
- Το άρθρο 16 (i), καθορίζει ποια συμπεριφορά μπορεί να αποτελέσει ψυχική πίεση. Το δε άρθρο 16 2 (β) καθορίζει πώς πρόσωπο, θεωρείται ότι είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου, του οποίου η πνευματική ικανότητα είναι προσωρινά ή μόνιμα επηρεασμένη λόγω ηλικίας, ασθένειας ή πνευματικής ή σωματικής κατάπτωσης. Δωρεές και άλλες συναλλαγές μπορεί να ακυρωθούν αν θεωρηθούν ότι είναι αποτέλεσμα ασυνείδητης συμπεριφοράς. Η συμπεριφορά που μπορεί να οδηγήσει στην ακύρωση μίας συναλλαγής μπορεί να είναι ρητή ή εξυπακουόμενη. Όπως έχει θέσει το θέμα ο Cotton L.J. στην υπόθεση Allcard v. Skinner [1877] 36 Ch. D. 145, "First, where the Court has been satisfied that the gift was the result of influence expressly used by the donee for the purpose; second, where the relations between the donor and donee have at or shortly before the execution of the gift been such as to raise a presumption that the donee had influence over the donor. In such a case the court sets aside the voluntary gift, unless it is proved that in fact the gift was the spontaneous act of the donor acting under circumstances which enabled him to exercise an independent will and which justify the court in holding that the gift was the result of a free exercise of the donor's will. The first class of cases may be considered as depending on the principle that no one shall be allowed to retain any benefit arising from his own fraud or wrongful act. In the second class of cases the court interferes, not on the ground that any wrongful act has in fact been committed by the donee, but on the ground of public policy, and to prevent the relations which existed between the parties and the influence arising therefore abused." Οι αρχές αυτές εφαρμόζονται σε συναλλαγές όπου η αξία υπερτιμάται ή υποτιμάται (Tufton v. Sperni [1952] 2 TLR 516). Πρέπει να τονισθεί ότι το πρόσωπο που έχει επηρεαστεί δεν είναι ανάγκη να είναι ο ιδιοκτήτης της περιουσίας αφού μπορεί να είναι και το πρόσωπο που διαχειρίζεται ή εξασκεί έλεγχο πάνω στην περιουσία (Chennells v. Bruce [1939] 55 TLR 422). Έχοντας υπόψη όσα εκτέθηκαν ανωτέρω και το γεγονός ότι ο ενάγων, παρά το ότι δεν παρουσιάζεται να στερείται δικαιοπρακτικής ικανότητας, όμως; Όπως προκύπτει από το ιατρικό πιστοποιητικό Τεκμήριο 20, η ψυχική του υγεία επηρεάζεται αρνητικά, πέραν της σχιζοφρενικής διαταραχής και από το γεγονός της κατάχρησης αλκοόλ και παρουσιάζει συχνές υποτροπές της. Αυτό δεικνύει άτομο πιο ευάλωτο απ' ότι οποιοδήποτε άλλο. Πέραν αυτού, από το ίδιο το Τεκμήριο 20 αναδεικνύεται ότι στις 24.7.2005 δηλαδή 4 μέρες μετά την υπογραφή του αγοραπωλητηρίου εγγράφου (Τεκμήριο 8) εισήχθη στη ψυχιατρική κλινική του Νοσοκομείου Λεμεσού και νοσηλεύθηκε μέχρι τις 29.7.
- Παρόμοια νοσηλεία έγινε και από τις 9.12.2005 μέχρι 17.12.
- Σημειώνεται περαιτέρω και το γεγονός της υποτίμησης της αξίας των ακινήτων αλλά και το γεγονός της μη λήψης ανεξάρτητης νομικής συμβουλής (βλ. Μ. Κεφάλα ν. Μυρ. Νικόλα
(2000)1226), τα οποία συνηγορούν και ισχυροποιούν την άποψη, ότι εκ πρώτης όψεως και γι' αυτό το στάδιο ασκήθηκε ψυχική πίεση στον ενάγοντα. Γι' αυτό κρίνεται ότι στο στάδιο τούτο που το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ενδελεχή εξέταση της υπόθεσης ούτε διαγιγνώσκει την ουσία της αγωγής (βλ. Πούλλου ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1991)1 Α.Α.Δ. 275) έχουν στοιχειοθετηθεί οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32. Λαμβανομένου υπόψη πως η δεύτερη προϋπόθεση επιβάλλει στον ενάγοντα να δείξει ότι έχει «πιθανότητα επιτυχίας», η έννοια της οποίας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, που είναι το μέτρο για την απόδειξη στις αστικές υποθέσεις. Γι' αυτό και το πλαίσιο διάγνωσης δικαιωμάτων σε αιτήσεις αυτής της μορφής, είναι περιορισμένο (βλ. Jenitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Όπως δε τονίσθηκε στην Odyssesos (ανωτέρω), το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια της προϋπόθεσης αυτής. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά η θεραπεία των αποζημιώσεων επαρκή θεραπεία, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρείται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60. Αν η υπόθεση ως εκ της φύσεως της δεν επιδέχεται τη θεραπεία των αποζημιώσεων και ο υπολογισμός των αποζημιώσεων θα είναι αδύνατος, τότε εύκολα μπορεί να ισχυρισθεί κανείς ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μελλοντικό στάδιο, εκτός και αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η δυσκολία όμως υπολογισμού των αποζημιώσεων αυτών καθ' εαυτών, δεν οδηγεί κατ' ανάγκη στο συμπέρασμα ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο στο μέλλον να απονεμηθεί δικαιοσύνη (βλ. ΚΟΤ ν. Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 255). Υποστηρίζοντας το λόγο αυτό, η κα Χ'Χαραλάμπους εισηγήθηκε πως αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, η εναγόμενη 1 θα αποξενώσει την περιουσία της και δεν θα μπορεί να εκτελέσει απόφαση εναντίον της. Η αντίθετη άποψη του κ. Ευθυμίου υποστηρίζει πως μπορεί να αποδοθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, διότι η εναγόμενη 1 είναι φερέγγυα και είναι εταιρεία ανάπτυξης γης με αρκετή περιουσία. Είναι φανερό ότι ούτε στις ένορκες δηλώσεις του ενάγοντα ούτε στην αγόρευση γίνεται λόγος για υλικές ζημιές και ανεπάρκεια αποζημιώσεων. Το όλο θέμα εστιάζεται και επικεντρώνεται στην αδυναμία επανεγγραφής των ακινήτων επ' ονόματι του ενάγοντα, αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο. Όπως έχει λεχθεί στην Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231 και υιοθετήθηκε στην υπόθεση Κυρισάββα ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245 στη σελ. 1253, «η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη». Στην κρινόμενη περίπτωση, αυτό που επίμονα διεκδικεί ο ενάγων, είναι η ακύρωση της εγγραφής των ακινήτων επ' ονόματι της εναγομένης και η επανάκτηση τους από τον ίδιο. Η εναγόμενη 1, με την ένορκη δήλωση του εναγόμενου 2, υποστηρίζει ότι είναι φερέγγυα εταιρεία ανάπτυξης γης και αγόρασε τα ακίνητα για να αναπτύξει. Η ανάπτυξη βέβαια γης, προϋποθέτει αρκετές εργασίες επ' αυτής, όπως διαχωρισμός ακινήτου, οικοδομήσεις και βεβαίως σε τελικό στάδιο, πώληση των αναπτυχθέντων ακινήτων. Αφού, όπως και η ίδια δηλώνει, αυτές είναι οι εργασίες και οι δραστηριότητες της. Επισημαίνεται ότι σε περιπτώσεις έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων, ο αιτητής δεν έχει το βάρος να αποδείξει την πραγματική πρόθεση του καθ' ου η αίτηση να προβεί σε μεταβίβαση της περιουσίας του. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Τσιολάκη κ.α. ν. Στυλιανίδη
(1992)1 Α.Α.Δ. 782, εκείνο το οποίο απαιτείται «είναι η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος» (βλ. Γ. Φετοκάκη ν. Λάμπρος Χριστοφή κ.α. Πολ. Έφεση 12026/8.9.2006, Ρένα Αριστοτέλους Λτδ κ.α. ν. Benflect Enterprises Ltd Πολ. Έφεση 12144/27.3.2006). Γι' αυτό κρίνεται ότι πληρείται και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60. Το Δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα με τις τρεις προϋποθέσεις, να εξετάσει κατά πόσο είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα. Όπως αναφέρθηκε στην ΚΟΤ ν. Θεωρή (ανωτέρω), «Το θέμα δεν τελειώνει εδώ. Όπως υποδεικνύεται στην Οδυσσέως, στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα (δέστε Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ'Βασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 152». Ένας από τους παράγοντες που επηρεάζουν το ζήτημα του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι η διατήρηση του status quo. Το θέμα αναλύεται στην Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 788. Σύμφωνα με τα γεγονότα της υπόθεσης και τις ένορκες δηλώσεις εκ μέρους του ενάγοντα, η διατήρηση σε ισχύ του διατάγματος, διατηρεί το status quo, αν αναλογισθούμε ότι τα ακίνητα των οποίων σκοπείται η δέσμευση είναι τα επίδικα. Με αυτά τα δεδομένα, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ του ενάγοντα. Συνακόλουθα, εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος Α της αίτησης. Τα έξοδα όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα και εναντίον της εναγομένης 1 και καθίστανται πληρωτέα μετά το πέρας της αγωγής. (Υπ.)............. Δ. Σωκράτους, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής .../Γ.Ι. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο