← Κύπρος

Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ κ.α. ν. Apak Agro Industries Ltd κ.α., Αρ. Συν. Αγωγών: 1201/92 2087/93, 13.11.2006

Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ κ.α. ν. Apak Agro Industries Ltd κ.α., Αρ. Συν. Αγωγών: 1201/92 2087/93, 13.11.2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2006:A59 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Αρ. Συν. Αγωγών: 1201/92 & 2087/93 Αρ. Αγωγής: 1201/92 Μεταξύ:

  1. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ, από τη Λευκωσία
  2. Κυπριακής Τράπεζας Αναπτύξεως Λτδ, από τη Λευκωσία Εναγόντων και
  3. Apak Agro Industries Ltd, από την Πάφο
  4. Αδούλα Κυριάκου Κούντουρου, από την Πάφο (σύζυγος Γεώργιου Παπαδόπουλου)
  5. Ανδρέας Δημητριάδης, από την Πάφο
  6. Κώστας Νικολαίδης, από την Πάφο Εναγομένων -------------------- Και όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 28.1.2000 Μεταξύ:
  7. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ, από τη Λευκωσία
  8. Κυπριακής Τράπεζας Αναπτύξεως Λτδ, από τη Λευκωσία Εναγόντων και
  9. Επίσημος Παραλήπτης ως εκκαθαριστής της Εταιρείας Apak Agro Industries Ltd, από την Πάφο
  10. Αδούλας Κυριάκου Κούντουρου, από την Πάφο (σύζυγος Γεώργιου Παπαδόπουλου)
  11. Ανδρέα Δημητριάδη, από την Πάφο
  12. Κώστα Νικολαίδη, από την Πάφο Εναγομένων Και όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 10.1.2006 Μεταξύ:
  13. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Δημόσια Εταιρεία Λτδ, από τη Λευκωσία
  14. Κυπριακής Τράπεζας Αναπτύξεως Δημόσια Εταιρεία Λτδ, από τη Λευκωσία Εναγόντων και 1 Επίσημος Παραλήπτης ως εκκαθαριστή της Εταιρείας Apak Agro Industries Ltd, από την Πάφο
  15. Αδούλα Κυριάκου Κούντουρου, από την Πάφο (σύζυγος Γεώργιου Παπαδόπουλου)
  16. Ανδρέας Δημητριάδης, από την Πάφο
  17. Κώστας Νικολαίδης, από την Πάφο Εναγομένων --------------------------- Αρ. Αγωγής: 2087/93 Μεταξύ: Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας εκ Λευκωσίας Εναγόντων και Ανδρέα Δημητριάδη Εναγομένου -------------------- Και όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 13.3.2006 Μεταξύ: Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, από τη Λευκωσία Εναγόντων και Ανδρέας Δημητριάδης, από την Πάφο Εναγομένου -------------------------- Ημερομηνία: 13.11.2006 Αίτηση ημερ. 13.9.2006 Για Εναγόμενους-Αιτητές: κ. Α. Χαραλάμπους Για Ενάγοντες 1-Καθ΄ ων η αίτηση: κα Χ. Αγαπίου με κα Ε. X"Παπα (Για ν΄ ακούσει απόφαση κα Κωνσταντινίδου) Για Ενάγοντες 2-Καθ΄ ων η αίτηση: κ. Μίτλεττον (Για ν΄ ακούσει απόφαση κα Κωνσταντινίδου) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Κατά το στάδιο της αντεξέτασης του Στέλιου Ευσταθίου (Μ.Ε.1) υπεβλήθη η παρούσα αίτηση τροποποίησης της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης των Εναγομένων χωρίς να ζητηθεί αναβολή της ακρόασης. Η μαρτυρία του συγκεκριμένου μάρτυρα έχει τώρα συμπληρωθεί. Με την παρούσα αίτηση ζητείται η προσθήκη 3 νέων παραγράφων στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση των Εναγομένων 1 και 14 νέων παραγράφων στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση των Εναγομένων 2 και 3 στην αγωγή 1201/92 καθώς και η προσθήκη 3 νέων παραγράφων στο παρακλητικό της ανταπαίτησης της ίδιας αγωγής. Περαιτέρω ζητείται η τροποποίηση του τίτλου της αγωγής 2087/93 και η τροποποίηση του τίτλου της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης στην ίδια αγωγή. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. Ανδρέα Δημητριάδη. Σ΄ αυτήν γίνεται αναφορά στη βραδεία εξέλιξη των υποθέσεων, η οποία αποδίδεται στην ύπαρξη δύο άλλων αγωγών μεταξύ Εναγόντων 2 και εναγομένων και σε προσπάθειες διευθέτησης των υποθέσεων οι οποίες συνεχίζονται με αποτέλεσμα τα δικόγραφα ουσιαστικά να κλείσουν το έτος 2006 και οι διαδικασίες προετοιμασίας της ακρόασης να ολοκληρωθούν πρόσφατα. Προβάλλεται επίσης ο ισχυρισμός ότι έχουν γίνει εκατέρωθεν αποκαλύψεις μεγάλου αριθμού εγγράφων και ο κ. Ευσταθίου (Μ.Ε.1) κατέθεσε πολλά έγγραφα τα οποία πρώτη φορά περιήλθαν σε γνώση των Εναγομένων. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα, οι τροποποιήσεις κατέστησαν αναγκαίες γιατί από την ενδελεχή μελέτη όλων των εγγράφων που δόθηκαν στην υπεράσπιση και την ενδελεχή μελέτη των εγγράφων που η δική τους πλευρά θα χρησιμοποιούσε «αποκάλυψε διάφορα γεγονότα, έγραφα, ενέργειες των διαδίκων και γενικά πτυχές της υπόθεσης τα οποία έχουν την νομική τους σημασία για την υπεράσπιση και/ή ανταπαίτηση των Εναγομένων και τα οποία θα πρέπει να συμπεριληφθούν, ως ισχυρισμοί γεγονότων ή και νομικοί ισχυρισμοί στην υπεράσπιση και ανταπαίτηση των Εναγομένων 1 - 3». Τα γεγονότα αυτά καθορίζονται στην ένορκη δήλωση ως ακολούθως: «13.1 Το γεγονός ότι οι Ενάγοντες παρέλειψαν να τερματίσουν δεόντως του λογαριασμούς και συμφωνίες δανείων τις οποίες υπέγραψαν με τους Εναγόμενους. 13.2 Το γεγονός ότι οι Ενάγοντες δεν απαίτησαν την πληρωμή του ισχυριζόμενου χρέους των Εναγομένων από τους εγγυητές και ενυπόθηκο οφειλέτιδα, Εναγόμενη
  18. 13.3 Το γεγονός ότι οι Ενάγοντες με την στάση και συμπεριφορά τους δεν προώθησαν την αγωγή εναντίον του Εναγόμενου 4 και ουσιαστικά απάλλαξαν αυτόν. 13.4 Το ότι το ίδιο έπραξαν αναφορικά με τον Εναγόμενο 3 Ανδρέα Δημητριάδη εναντίον του οποίου απέσυραν την αγωγή, λίγο πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. 13.5 Το γεγονός ότι οι Ενάγοντες ουσιαστικά στρέφονται μόνο εναντίον της Εναγόμενης 2 για εκποίηση των ενυπόθηκων κτημάτων της. 13.6 Το γεγονός ότι μεταξύ Εναγόντων και Εναγόμενης 2 υπήρξε συμφωνία για περιορισμό των υποθηκών επί του ενυπόθηκου ακινήτου σε έκταση 20 σκάλων αντί 203 σκάλων που είναι η έκταση του ενυπόθηκου ακινήτου. 13.7 Το ότι η Εναγόμενη 2 υπέστη και εξακολουθεί και σήμερα να υφίσταται ζημιά λόγω της άρνησης των Εναγόντων να συμμορφωθούν με την πιο πάνω συμφωνία τους. 13.8 Το γεγονός ότι οι Ενάγοντες με δηλώσεις τους ενώπιον του δικαστηρίου εγκατέλειψαν εξασφαλίσεις τις οποίες είχαν σε περιουσία των Εναγομένων 1 έναντι του ισχυριζόμενου χρέους.» Τα πιο πάνω γεγονότα, σύμφωνα με την ένορκη δήλωση, διευρύνουν τα επίδικα θέματα της υπόθεσης αλλά δεν συνιστούν νέα βάση αγωγής. Οι αναφορές στα γεγονότα αυτά υπάρχουν ήδη στα δικόγραφα των Εναγομένων και η συμπερίληψη τους στοχεύει, στη διεύρυνση και λεπτομερή έκθεση αυτών για σκοπούς καθαρότητας των δικογράφων και προκειμένου να μην καταληφθεί εξ απροόπτου η άλλη πλευρά ενώ περαιτέρω είναι πολύ σημαντικό όλα τα επίδικα γεγονότα μεταξύ των διαδίκων να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου ώστε να αποφασιστούν τελικά και δεσμευτικά. Οι Ενάγοντες 1 και 2 καταχώρησαν ξεχωριστές ενστάσεις οι οποίες όμως παρουσιάζουν πανομοιότυπους λόγους ένστασης. Οι Ενάγοντες, μεταξύ άλλων, επικαλούνται υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης, ότι οι τροποποιήσεις δεν είναι τυπικές και ότι αυτές αφορούν γεγονότα που ήταν πάντοτε εν γνώσει των Εναγομένων και θα μπορούσαν να υποβληθούν πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας της υπόθεσης. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν αποκαλύπτεται εύλογη αιτία και δεν έχουν τεθεί τέτοιοι ισχυρισμοί που να δικαιολογούν την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Προς υποστήριξη της ένστασης τους οι Ενάγοντες 1 στηρίζονται σε ένορκη δήλωση του κ. Λεονάρδου Σιάρτου, υπαλλήλου των Εναγόντων 1 και οι Ενάγοντες 2 σε ένορκη δήλωση της κας Εύης Πρωτοπαπά, εκ των Εσωτερικών Νομικών Συμβούλων των Εναγόντων 2 τις οποίες έχω εξετάσει. Τονίζω τον ισχυρισμό που προβάλλεται και στις δύο ενόρκους δηλώσεις ότι η αίτηση είναι καταχρηστική και σκοπό έχει την καθυστέρηση της υπόθεσης και πως θα επηρεάσει δυσμενώς τα συμφέροντα των εναγόντων σε βαθμό που να μην μπορούν να αποζημιωθούν με έξοδα. Θα ασχοληθώ πρώτα με το αίτημα για τροποποίηση του ονόματος των Εναγόντων 1 στο κλητήριο ένταλμα της αγωγής 2087/93 και την τροποποίηση του τίτλου της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης της ίδιας αγωγής. Όπως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης στις 13.3.06 εξεδόθη από το Δικαστήριο με άλλη σύνθεση εκ συμφώνου διάταγμα τροποποίησης του τίτλου της αγωγής 2087/93 με τον τρόπο που εισηγούνται οι Αιτητές στην παρούσα αίτηση. Το διάταγμα έδιδε χρόνο τριών ημερών για καταχώρηση της τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης. Όπως φαίνεται από το φάκελο της υπόθεσης τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα έχει καταχωρηθεί στις 16.3.06 δηλαδή εντός της προθεσμίας που έδωσε το Δικαστήριο. Στην υπόθεση Ferro Fashion Limited v. Fashion Box S.R.L.

(1999)1 Α.Α.Δ. 1805 στη σελίδα 1809 αναφέρονται τα ακόλουθα σχετικά με την τροποποίηση του τίτλου μιας αγωγής: «Με την τροποποίηση του τίτλου τροποποιείται το κλητήριο ένταλμα και όλα τα μεταγενέστερα διαβήματα που έχουν ήδη καταχωρηθεί. Ασφαλώς και δεν απαιτείται αίτηση για τροποποίηση όλων των διαβημάτων και εγγράφων που βρίσκονται καταχωρημένα, γιατί έτσι θα καταλήγαμε σε παράλογα αποτελέσματα. Εκείνο που απαιτείται από τη νομολογία είναι η καταχώρηση του τροποποιηθέντος δικογράφου, ούτως ώστε ο φάκελος της δικογραφίας να τηρείται ορθά.» Έχοντας υπόψη ότι καταχωρήθηκε εμπρόθεσμα τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα στην πιο πάνω αγωγή θεωρώ ότι υπήρξε νομότυπη τροποποίηση του τίτλου της και συνακόλουθα το αιτητικό Δ και Ε της παρούσας αίτησης θα πρέπει να απορριφθεί. Σύμφωνα με τη Δ.25 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας το Δικαστήριο έχει εξουσία, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, να επιτρέψει την τροποποίηση δικογράφων κατά τέτοιο τρόπο και υπό τέτοιους όρους, με σκοπό τον καθορισμό των πραγματικών επιδίκων θεμάτων μεταξύ των διαδίκων. Στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, τέθηκε η σύγχρονη τάση της νομολογίας ως εξής: «Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα». Η αρχή ταυτίζεται με την Αγγλική αρχή όπως διατυπώθηκε από τον Λόρδο Denning στην υπόθεση Associated Leisure Ltd and Others v. Associated Newspapers Ltd [1970] 2 All E.R. 754" "I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed, even if it comes late, if it is necessary to do justice between the partiew, so long as any hardship done thereby can be compensated in money. That principle applies here". Το Αγγλικό Εφετείο στην υπόθεση Easton v. Ford Motor Co Ltd [1993] 4 All E.R. όπου συζητήθηκε εκτενώς η σύγχρονη πρακτική στο θέμα των τροποποιήσεων κατέληξε αφού παρέθεσε το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Cropper v. Smith [1884] 26 Ch.D. 700 ότι ίσχυε η ίδια αρχή. ". I know of no kind of error or mistake which, if not fraudulent or intended to overreach, the Court ought not to correct, if it can be done without injustice to the other party. Courts do not exist for the sake of discipline, but for the sake of deciding matters in controversy, and I do not regard such amendment as a matter of favour or grace .. It seems to me that as soon as it appears that the way in which a party has framed his case will not lead to a decision of the real matter in controversy, it is as much a matter of right on his part to have it corrected, if it can be done without injustice, as anything else in the case is a matter of right." Έχει επίσης νομολογηθεί ότι η καθυστέρηση είναι σχετικός παράγοντας σε αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας, αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας (βλ. Astor Manufacturing v. A & G Leventis Cο.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, 730 στην οποία εγκρίθηκε τροποποίηση σε αίτηση που καταχωρήθηκε 11 χρόνια μετά την καταχώριση της αγωγής γιατί υποβλήθηκε σε μια γνήσια προσπάθεια κάλυψης όσων εκλήφθηκαν ως ελλείψεις της έκθεσης απαιτήσεως και γιατί υποβλήθηκε καλόπιστα. Έχει επίσης νομολογηθεί ότι κατά την εξέταση του παράγοντα της καθυστέρησης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η συμπεριφορά των μερών παρόλο που η ευθύνη για τη διασφάλιση του δικαιώματος που κατοχυρώνεται από το άρ. 30.2 του Συντάγματος βαρύνει το δικαστήριο [βλ. Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 84, Λυσιώτη ν. Δημοκρατίας
(2000)1 Α.Α.Δ. 364 και Union Alimentaria Sanders S.A. v. Spain, Series A, 157, Publication of the European Court of Human Rights, παραγρ. 35
(1989)].» Στην υπόθεση SABA & CO (T.M.P.) v. T.P.M. Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426 το Δικαστήριο σταθμίζοντας τον παράγοντα καθυστέρηση ανέφερε τα ακόλουθα στη σελ. 432: «Μένει το ερώτημα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης. Η σημασία του ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει γίνει τέτοιος ή άλλος ανάλογος ισχυρισμός και δεν συμφωνούμε πως καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή.» Στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, όπου το Εφετείο θεώρησε πως η χρονική διάσταση αποτελούσε παράγοντα που δεν επέτρεπε αποδοχή του αιτήματος για τροποποίηση, κατ΄ ουσία τη συνάρτησε, όπως προκύπτει από το ιστορικό με την έλλειψη καλής πίστης που εκ προοιμίου καθιστούσε αδικαιολόγητη την καθυστέρηση. Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Σιακόλα,
(1999)1 Α.Α.Δ. 44 εξετάστηκε το θέμα της καθυστέρησης και επιβεβαιώθηκε ότι η μακρά εκκρεμότητα μιας αγωγής δεν μπορεί να επενεργήσει απόλυτα σαν κώλυμα στην έγκριση αιτήματος τροποποίησης δικογράφου, αλλ΄ αποτελεί παράγοντα ο οποίος επαυξάνει την ανάγκη για ταχύτερη προώθηση της διαδικασίας. Η δε έννοια της καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος προϋποθέτει τη δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας και για να συνιστά κώλυμα θα πρέπει να μην είναι καλόπιστη. Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Σιακόλα
(2002)1 Α.Α.Δ. 223 επαναλήφθηκε η θέση της νομολογίας πως, «όπου υπάρχει καθυστέρηση, απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης». Η αγωγή 1201/92 στηρίζεται σε συμφωνίες δανείων και άλλων τραπεζικών διευκολύνσεων προς την Εναγόμενη 1 εταιρεία από την οποία διεκδικούνται διάφορα ποσά. Η Εναγόμενη 2 είναι ενυπόθηκος δανειστής και ο εναγόμενος 3 εγγυητής. Εναντίον του Εναγομένου 3 έχει διακοπεί η διαδικασία ενώ εναντίον της Εναγομένης 2 αξιώνεται εκποίηση των υποθηκών. Η αγωγή αρχικά στρεφόταν και εναντίον του Εναγομένου 4 για τον οποίο όμως το κλητήριο ένταλμα έχει εκπνεύσει. Η υπεράσπιση και ανταπαίτηση της Εναγομένης 1 καταλαμβάνει 41 σελίδες και των Εναγομένων 2 και 3, 53 σελίδες. Η υπεράσπιση και ανταπαίτηση των Εναγομένων εγείρει θέμα κωλύματος λόγω εμπιστευτικής σχέσης των Εναγόντων με την Εναγομένη 1 εταιρεία, θέμα ψυχικής πίεσης, ψευδών παραστάσεων κ.λ.π. και θεωρεί ότι όλες οι μεταξύ των διαδίκων συμφωνίες είναι άκυρες για τους λόγους που αναφέρονται με λεπτομέρεια στα δικόγραφα. Με την Ανταπαίτηση υιοθετούνται οι βασικοί ισχυρισμοί της Υπεράσπισης και οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι συνεπεία των πράξεων των Εναγόντων έχουν υποστεί ζημιά. Ανταπαιτητικά αξιώνουν ακύρωση των υποθηκών που υπέγραψε η Εναγομένη 2 προς όφελος και των δύο Εναγόντων, δήλωση ότι οι διάφορες εγγυήσεις που δόθηκαν από τον Εναγόμενο 3 είναι άκυρες καθώς και ακύρωση της έκδοσης μετοχικού κεφαλαίου της Εναγομένης 1 και ακύρωση της εγγραφής των μετοχών των Εναγόντων 2 στο μητρώο μελών της Εναγομένης
  1. Επίσης με την ανταπαίτηση αξιώνονται διάφορα ποσά ως αποζημιώσεις. Κύριος άξονας της επιχειρηματολογίας που αναπτύχθηκε ενώπιον μου είναι η καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος και κατά πόσο έχουν δοθεί ικανοποιητικοί λόγοι για τις αιτούμενες τροποποιήσεις. Η αγωγή 1201/92 καταχωρίστηκε με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στις 5.6.
  2. Έκτοτε λήφθηκαν πολλά διαβήματα στην υπόθεση με αποτέλεσμα η προώθηση της να είναι βραδεία. Τα επίδικα θέματα της υπόθεσης αυτής και ειδικότερα της Ανταπαίτησης συνδέονται με δύο άλλες αγωγές τις 2543/91 και 1402/92 και σε κάποιο στάδιο η παρούσα υπόθεση αναβλήθηκε για να εκδικαστούν οι άλλες δύο συνενωμένες αγωγές. Ακολούθησε σωρεία άλλων αιτήσεων και σε κάποιο στάδιο της υπόθεσης που ήταν ορισμένη για έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας αυτή αναβλήθηκε για μία περίοδο περίπου 20 ημερών γιατί βρίσκονταν σε εξέλιξη διαπραγματεύσεις για σκοπούς διευθέτησης της υπόθεσης μεταξύ των Εναγόντων 1 και Εναγομένων στα πλαίσια περαιτέρω δανειοδότησης. Στις 20.2.2006 μετά από αίτηση των Εναγόντων 1 διακόπηκε η αγωγή εναντίον του Εναγομένου
  3. Οι Ενάγοντες υπέβαλαν αίτηση και πέτυχαν εκ συμφώνου τροποποίηση της απαίτησης αναφορικά με τον τίτλο της αγωγής και με την συμπερίληψη του ισχυρισμού περί τερματισμού των συμφωνιών στις 10.1.
  4. Επίσης στις 20.2.2006 εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα τροποποίησης της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση των Εναγομένων 2 και 3 εκ μέρους των Εναγομένων
  5. Περαιτέρω στις 13.3.2006 οι Ενάγοντες ζήτησαν και πέτυχαν την τροποποίηση του ονόματος των Εναγόντων 1 στην αγωγή 2087/93 καθώς επίσης και του τρόπου γραφής των ποσών που αξιούνται. Η ακροαματική διαδικασία ξεκίνησε με την κατάθεση του πρώτου μάρτυρα για τους Ενάγοντες 1 η οποία μόλις έχει συμπληρωθεί. Η κατάθεση του διήρκεσε πέραν των 30 ημερών. Κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του κατέθεσε πολλά έγγραφα (ορισμένες χιλιάδες) τα οποία αφορούν κυρίως τις καταστάσεις λογαριασμών, παραστατικά των διαφόρων δοσοληψιών που περιλαμβάνονται στις καταστάσεις και των επιταγών που εκδόθηκαν από την Εναγομένη
  6. Θα πρέπει να σημειώσω πως αυτός ο μάρτυρας δεν είχε σχέση με τη σύναψη των επιδίκων συμφωνιών και δεν προέβη σε κατάθεση των συμφωνιών που αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση γίνεται προσπάθεια να δικαιολογηθεί το στάδιο που εγείρεται η αίτηση στην βραδεία εξέλιξη της υπόθεσης. Η καθυστέρηση αποδίδεται στην ύπαρξη των δύο άλλων αγωγών 2543/91 και 1402/92 και στις προσπάθειες διευθέτησης της υπόθεσης με αποτέλεσμα να υποβάλλεται εισήγηση ότι ουσιαστικά είναι το έτος 2006 που έκλεισαν τα δικόγραφα και οι διαδικασίες αποκάλυψης εγγράφων περισσοτέρων και καλύτερων λεπτομερειών και επιθεώρησης εγγράφων. Η εικόνα αυτή δεν θεωρώ ότι ανταποκρίνεται πλήρως στην πραγματικότητα. Σημειώνω ότι οι φάκελοι της υπόθεσης είναι ογκώδεις και λήφθηκαν πολλά διαδικαστικά διαβήματα στην υπόθεση, μέχρι σήμερα τα οποία φαίνονται στους φακέλους και κάθε προσπάθεια παράθεσης τους στα πλαίσια αυτής της απόφασης θα ήταν χρονοβόρα και η πιθανότητα λάθους μεγάλη. Τα δικόγραφα έχουν κλείσει το έτος 2000, και πρόσφατα είχαν γίνει οι τροποποιήσεις που ανέφερα πιο πάνω. Επίσης στις 4.12.2003 καταχωρήθηκαν εκ μέρους των εναγομένων εκτενής κατάλογος περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών της υπεράσπισης τους. Είναι γεγονός ότι η αποκάλυψη και επιθεώρηση εγγράφων έχουν συμπληρωθεί πρόσφατα. Η απαίτηση περιλαμβάνεται σε ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και συνεπώς οι λεπτομέρειες της ήταν γνωστές από την επίδοση της αγωγής. Είναι πιστεύω σημαντικό ότι η Έκθεση Απαίτησης δεν είναι ιδιαίτερα μακρά ή πολύπλοκη σε αντίθεση με την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση τόσο των Εναγομένων 1 όσο και των Εναγομένων 2 και
  7. Στα δικόγραφα των Εναγομένων υπάρχουν λεπτομερείς αναφορές για διάφορα θέματα και ειδικότερα για τις δοσοληψίες μεταξύ των διαδίκων καθόλη την επίδικη χρονική περίοδο. Περιορίζομαι να αναφέρω ενδεικτικά ότι οι λεπτομέρειες των ισχυριζομένων ψευδών παραστάσεων, αμελείας, κατάχρησης εμπιστοσύνης και αθέμιτης επιρροής των Εναγόντων σε βάρος των Εναγομένων καταλαμβάνουν 9 ½ σελίδες. Η δικαιολογία που δίδεται για την καταχώρηση της αίτησης τροποποίησης είναι ότι η ενδελεχής μελέτη των εγγράφων που αποκαλύφθησαν τόσο από πλευράς των Εναγόντων όσο και των Εναγομένων απεκάλυψαν τα γεγονότα που αναφέρονται στις παραγράφους 13.1 - 13.8 και τις νομικές προεκτάσεις αυτών και θα πρέπει να συμπεριληφθούν στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση των Εναγομένων. Καμία περαιτέρω λεπτομέρεια δεν δίδεται ούτε ως προς τα συγκεκριμένα έγγραφα που εξετάστηκαν ούτε ως προς τον χρόνο που τα γεγονότα περιήλθαν εις γνώση των Εναγομένων. Σημειώνω ότι οι καθ΄ ων η αίτηση αμφισβήτησαν με την ένσταση τους ότι η διάγνωση των γεγονότων που προβάλλονται στην αίτηση προήλθε από τη μελέτη των εγγράφων που η πλευρά των εναγόντων 1 έχει δώσει, γιατί, όπως προκύπτει από την αποκάλυψη εγγράφων των Εναγομένων ήταν ήδη γνωστά σ΄ αυτούς. Υπάρχει επίσης άρνηση του ισχυρισμού ότι τα θέματα που αναφέρονται στις παραγράφους 13.1 - 13.8 σχετίζονται με έγγραφα και γεγονότα τα οποία περιήλθαν πρόσφατα σε γνώση των αιτητών. Αυτές οι θέσεις των καθ΄ ων δεν απαντήθηκαν από τους αιτητές. Το κατά πόσο υπήρξε μεγάλη καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος για τροποποίηση θα πρέπει να κριθεί στα πλαίσια της δυνατότητας έγκυρης ενέργειας εκ μέρους των Εναγομένων (βλ. Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44). Τα γεγονότα που αναφέρονται στην παράγραφο 13.1-13.8 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση φαίνεται να αποτελούν γεγονότα που βρίσκονταν στην σφαίρα της γνώσης των Εναγομένων από την αρχή της υπόθεσης και εκείνα που προέκυψαν μετά την έγερση της αγωγής κατέστησαν γνωστά σε κάποιο στάδιο πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, αλλά οι εναγόμενοι επιμελώς δεν δίδουν καμία δικαιολογία πως και γιατί τώρα αξιολογήθηκαν για να μπορεί το Δικαστήριο να κρίνει αν υπήρχε δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας εκ μέρους τους. Άλλωστε και στο στάδιο των αγορεύσεων προβλήθηκε η θέση από πλευράς των αιτητών ότι κάποια έγγραφα και κάποιες συμπεριφορές των εναγόντων που προέκυψαν από τα έγγραφα περιήλθαν σε γνώση τους πριν από μερικούς μήνες ενώ κάποιες ήταν ήδη γνωστές. Δεν προκύπτει επίσης ότι η καθυστέρηση στην μελέτη των εγγράφων ήταν αποτέλεσμα παραδρομής ή αμέλειας και το Δικαστήριο δεν μπορεί από μόνο του να προσθέσει λόγους που δεν προβάλλονται από τους ίδιους τους Αιτητές. (Βλέπε Federal Bank of Lebanon (SAL) ν. Σιακόλα
(2002)1 Α.Α.Δ. 223). Η εκκρεμοδικία υφίσταται εδώ και 14 χρόνια και παρατηρείται συχνή χρήση ενδιάμεσων δικονομικών διαδικασιών. Στα πλαίσια μίας υπόθεσης αυτής της έκτασης και έχοντας υπόψη τα μακροσκελή δικόγραφα των Εναγομένων καθώς και το γεγονός ότι έχουν δοθεί περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες της υπεράσπισης και ανταπαίτησης από το 2003, απαιτείται επαρκής και σαφής δικαιολογία για την υποβολή της παρούσας αίτησης ειδικότερα όταν οι τροποποιήσεις που επιχειρούνται όχι μόνο δεν είναι τυπικές αλλά αφορούν διάφορα θέματα. Ο κ. Χαραλάμπους εισηγήθηκε ότι όλα τα θέματα που προτίθενται οι Αιτητές να εισάξουν στα δικόγραφα τους στοχεύουν στην διεύρυνση και λεπτομερή έκθεση γεγονότων που υπάρχουν ήδη στα δικόγραφα για σκοπούς καθαρότητας των δικογράφων και προκειμένου να μην καταλειφθεί εξ απροόπτου η άλλη πλευρά. Όμως, έχοντας εξετάσει τις τροποποιήσεις και τα δικόγραφα, για τα περισσότερα θέματα δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στα δικόγραφα των εναγομένων και δεν δίδεται σαφής δικαιολογία γιατί δεν κατέστησαν επίδικα θέματα από την αρχή ή έστω πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, έχοντας υπόψη ότι τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζονται βρίσκονταν στη σφαίρα των γνώσεων των Εναγομένων. Είναι γεγονός ότι η σύγχρονη τάση της νομολογίας είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης. Όμως η δικαιολόγηση της καθυστέρησης ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην παρούσα περίπτωση η μακρά εκκρεμότητα της υπόθεσης και το στάδιο στο οποίο ευρίσκεται η υπόθεση όπου μετά από τόσα χρόνια ξεκίνησε η ακροαματική διαδικασία με τη κατάθεση μαρτύρων, εναποθέτει ένα μεγαλύτερο βάρος στους Αιτητές να δικαιολογήσουν την αίτηση τους και να δώσουν σαφή στοιχεία στο Δικαστήριο που να του επιτρέπει να καταλήξει σε εύρημα ότι τώρα προέκυψε η ανάγκη τροποποίησης γιατί το Δικαστήριο θα πρέπει να διασφαλίσει τόσο το δικαίωμα των Εναγομένων να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου όλες τις θέσεις τους για εξέταση όσο και το δικαίωμα των Εναγόντων να τύχουν εκδίκασης της υπόθεσης τους σε εύλογο χρόνο. Σημειώνω επίσης ότι η αίτηση αφορά πολλά θέματα και συνεπώς πρόκειται για εκτενείς τροποποιήσεις, η έγκριση των οποίων θα οδηγήσει στην εκτροπή της ακροαματικής διαδικασίας και επηρεασμό των δικαιωμάτων των Εναγόντων. Θα εξετάσω τις αιτούμενες τροποποιήσεις κατά ομάδα γιατί αφορούν διαφορετικά θέματα. Οι προσθήκες που επιχειρούνται να γίνουν στην παράγραφο 1 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης των Εναγομένων 1 και στην παράγραφο 1 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης των Εναγομένων 2 και 3 και αριθμούνται 1.5 μέχρι 1.7 αφορούν τον τερματισμό των λογαριασμών. Ειδικότερα οι αιτητές επιθυμούν να προσθέσουν ισχυρισμό ότι οι Ενάγοντες 1 παρέλειψαν να τερματίσουν τους λογαριασμούς καθώς και τις συμφωνίες δανείων και συνακόλουθα η αγωγή είναι πρόωρη και καταχρηστική. Διαζευκτικά αν αποδειχθεί ότι απέστειλαν οποιεσδήποτε επιστολές τερματισμού αυτές δεν παράγουν οποιαδήποτε νομικά αποτελέσματα και δεν μπορούν να κατατεθούν και να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο και διαζευκτικά ότι με την στάση και συμπεριφορά τους οι Ενάγοντες 1 αναίρεσαν τον απαιτούμενο τερματισμό. Σύμφωνα με τον κ. Χαραλάμπους το θέμα του τερματισμού προέκυψε πρόσφατα όταν οι Ενάγοντες 1 υπέβαλαν αίτημα για απόσυρση της αγωγής εναντίον του Εναγομένου 3 λόγω του ότι διαπίστωσαν την παράλειψη τους να τερματίσουν τις συμφωνίες εναντίον του Εναγομένου 3 και να ζητήσουν πληρωμή με βάση τη συμφωνία. Περαιτέρω η ανάγκη προέκυψε κατά το στάδιο που έδιδε μαρτυρία ο κ. Στέλιος Ευσταθίου όπου οι Εναγόμενοι διαπίστωσαν ότι οι Ενάγοντες 1 συνέχισαν να παραχωρούν δάνεια προς τους Εναγομένους 1 και να πληρώνουν λογαριασμούς τους μετά τον ισχυριζόμενο τερματισμό. Η κα Αγαπίου από την άλλη αναφερόμενη στις συγκεκριμένες τροποποιήσεις που επιδιώκονται ανέφερε πως οι Εναγόμενοι γνώριζαν προ πολλού τα γεγονότα που επικαλούνται στην αίτηση τους και το θέμα του τερματισμού των συμφωνιών τέθηκε στην αίτηση για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης ημερ. 10.1.06 όπου με την έκδοση του σχετικού διατάγματος παρείχετο η δυνατότητα στους Εναγομένους να καταχωρήσουν τροποποιημένη Υπεράσπιση και να αναφερθούν στο θέμα του τερματισμού των συμφωνιών, πράγμα που δεν έπραξαν. Είναι γεγονός ότι με την αίτηση τροποποίησης που υπεβλήθη από τους Ενάγοντες στις 10.1.06 ζητείτο, μεταξύ άλλων, η τροποποίηση των παραγράφων 11 και 12 της Έκθεσης Απαίτησης διά της προσθήκης των αναφορών περί ύπαρξης επιστολών τερματισμού που αποστάλησαν στους Εναγομένους. Κατά την έκδοση του εκ συμφώνου διατάγματος τροποποίησης δόθηκαν οδηγίες για καταχώρηση τροποποιημένης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης η οποία καταχωρήθηκε στις 27.1.2006 χωρίς να γίνει οποιαδήποτε αναφορά στο θέμα του τερματισμού των συμφωνιών. Είναι επίσης γεγονός ότι τόσο στην ένορκη αποκάλυψη που προέβησαν οι Ενάγοντες 1 όσο και οι Εναγόμενοι περιλαμβάνονται οι ισχυριζόμενες επιστολές τερματισμού. Είναι επίσης σημαντικό να αναφερθεί ότι κατά την κατάθεση του κ. Ευσταθίου δεν έχουν καταχωρηθεί αυτές οι επιστολές. Με αυτά τα δεδομένα θεωρώ ότι οι Εναγόμενοι είχαν την δυνατότητα συμπερίληψης των στοιχείων αυτών σε προγενέστερο στάδιο όταν τροποποιήθηκε η Έκθεση Απαίτησης και δεν το έπραξαν. Οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση του κ. Δημητριάδη ως προς τη δικαιολογία της υποβολής του αιτήματος σε αυτό το στάδιο έχουν αμφισβητηθεί από τους ενάγοντες και καμία απάντηση έχει δοθεί. Οι λόγοι αυτοί είναι ασαφείς και ανεπαρκείς ειδικότερα έχοντας υπόψη ότι οι εναγόμενοι είχαν στην κατοχή τους τις επιστολές τερματισμού. Το δε γεγονός ότι προηγήθηκε η τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης και προστέθηκε ο ισχυρισμός περί τερματισμού των συμφωνιών και δεν υπήρξε απάντηση σε αυτόν τον ισχυρισμό από τους Εναγομένους καθιστά την καταχώρηση αυτής της αίτησης, στην απουσία σαφούς και επαρκούς δικαιολογίας καταχρηστική των διαδικασιών. Σημειώνω ότι δεν γίνεται καμία αναφορά σε οποιοδήποτε λόγο ούτε αποδίδεται σε παραδρομή ή αμέλεια από μέρους των αιτητών η παράλειψη τους να απαντήσουν σε στο στάδιο εκείνο. Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Σιακόλα
(2002)1 AAΔ 223 όπου εξετάστηκαν πανομοιότυπα θέματα το Εφετείο έκρινε ότι κακώς το πρωτόδικο Δικαστήριο ενέκρινε τροποποίηση λαμβάνοντας υπόψη τη δυνατότητα συμπερίληψης σε προγενέστερο στάδιο των ισχυρισμών που ήθελε να περιλάβει σε τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης ο εναγόμενος, την παράλειψη του να το πράξει τούτο, το πολύ καθυστερημένο στάδιο στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση και την απόρριψη του λόγου που προβλήθηκε για τη καθυστέρηση. Περαιτέρω έχοντας εξετάσει τόσο την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση των Εναγομένων δεν θεωρώ ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις αφορούν διεύρυνση υφισταμένων γεγονότων αλλά πρόκειται για καινούργιους ισχυρισμούς οι οποίοι μάλιστα υποβάλλονται και διαζευκτικά και σε όση έκταση αφορούν τους Εναγόμενους 1 αποτελούν μέρος των προδικαστικών ενστάσεων τους. Στο στάδιο αυτό θα ήθελα να παρατηρήσω πως εγείρεται και το ζήτημα της σημασίας της προτεινόμενης τροποποίησης, έχοντας υπόψη ότι το βάρος απόδειξης ότι υπήρξε έγκυρος τερματισμός των συμφωνιών βαρύνει τους ενάγοντες και πως η νομική επέκταση των γεγονότων μίας υπόθεσης δεν απαιτείται να δικογραφείται. Οι πιο πάνω παράγοντες σε συνδυασμό με την μακρά εκκρεμότητα της αγωγής και την περαιτέρω καθυστέρηση και εκτροπή από τη συνέχιση της ακροαματικής διαδικασίας της υπόθεσης, που θα προκληθεί από την τροποποίηση και που θα επηρεάσει τα δικαιώματα των Εναγόντων δεν μπορεί παρά να οδηγήσει σε απόρριψη του αιτήματος για τροποποίηση των συγκεκριμένων παραγράφων. Η δεύτερη κατηγορία τροποποιήσεων αφορά το αίτημα για προσθήκη των παραγράφων 1.8 και 1.9 στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση των Εναγομένων 1 και την προσθήκη των παραγράφων 1.12 και 1.13 στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση των Εναγομένων 2 και 3 στις οποίες διαλαμβάνεται ότι οι συμφωνίες τις οποίες υπέγραψαν οι Εναγόμενοι 1 υπογράφονται μόνο από τον Ανδρέα Δημητριάδη ενώ σύμφωνα με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου των Εναγομένων 1 έπρεπε να υπογράφεται και από δεύτερο διοικητικό σύμβουλο και να φέρει την έντυπη σφραγίδα των Εναγομένων 1, κάτι που ήταν σε γνώση των Εναγόντων και αποτέλεσε όρο των μεταξύ των Εναγόντων και Εναγομένων 1 προκαταρκτικών συμφωνιών. Ο κ. Χαραλάμπους εισηγήθηκε ότι τα έγγραφα που έχουν κατατεθεί στο Δικαστήριο και επί των οποίων αντεξετάστηκε ο κ. Ευσταθίου δεν φέρουν την υπογραφή των δύο διευθυντών των Εναγομένων 1 και την έντυπο σφραγίδα της εταιρείας. Θα μπορούσε, είπε ο συνήγορος, να περιοριστεί στην αντεξέταση γιατί είναι ευθύνη της άλλης πλευράς να αποδείξει τη νομιμότητα των χρεώσεων της αλλά για σκοπούς καθαρότητας των δικογράφων και προκειμένου να μη βρεθεί η άλλη πλευρά προ απροόπτου επιδιώκεται η τροποποίηση των δικογράφων. Έχοντας εξετάσει τα δικόγραφα και τις τροποποιήσεις που ζητούνται με τις πιο πάνω παραγράφους κρίνω ότι αυτές αποτελούν νέους ισχυρισμούς που προβάλλονται για πρώτη φορά, συνεπώς δεν συμφωνώ με τη θέση του κ. Χαραλάμπους ότι η τροποποίηση γίνεται για σκοπούς καθαρότητας των δικογράφων. Προβάλλεται η θέση πως η αναγκαιότητα τροποποίησης των δικογράφων προέκυψε από την αντεξέταση του κ. Ευσταθίου. Όμως η εισήγηση αυτή δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε βαρύτητα, καθώς το ποιος υπέγραψε τις συμφωνίες και τα άλλα έγγραφα των Εναγομένων είναι γεγονότα που βρίσκονταν στη γνώση των Εναγομένων και καμία αναφορά δεν έγινε από τον συγκεκριμένο μάρτυρα, ο οποίος εν πάση περιπτώσει δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με την σύναψη των επιδίκων συμφωνιών. Δεν θεωρώ ότι προβάλλεται ικανοποιητική δικαιολογία γιατί υπήρξε τόση καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος. Άλλωστε οι Εναγόμενοι επικαλούνται απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου των Εναγομένων 1 για τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στις πιο πάνω παραγράφους. Συνεπώς αποτελούν γεγονότα που βρίσκονταν εις γνώση των Εναγομένων από την αρχή της αντιδικίας και η δικαιολογία που δίδεται για την ανάγκη τροποποίησης σε αυτό το στάδιο δεν κρίνεται ικανοποιητική. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την παρούσα αίτηση δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά ότι τα γεγονότα τα οποία περιλαμβάνονται σ΄ αυτές τις τροποποιήσεις έχουν προκύψει ή έχουν αξιολογηθεί τώρα πέραν από τη γενική αναφορά της παραγρ. 11. Επίσης αποτελούν νέους ισχυρισμούς που δεν προβάλλονται στα δικόγραφα. Όσον αφορά τις τροποποιήσεις που επιζητούνται να γίνουν με τη παράγραφο Β
(1)(1.14) ότι δηλαδή οι υποθήκες που παραχωρήθηκαν από την Εναγομένη 2 περιορίζονται στα ποσά του ορίου του τρεχουμένου λογαριασμού και του ορίου των λογαριασμών δανείου παρατηρώ ότι δεν δίδεται καμία δικαιολογία στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση γιατί υπεβλήθη σε αυτό το στάδιο και πότε προέκυψε η ανάγκη συμπερίληψης αυτού του ισχυρισμού στην υπεράσπιση, ειδικότερα έχοντας υπόψη τη λεπτομερή ανάλυση που γίνεται στην υπεράσπιση και ανταπαίτηση για τα θέματα των υποθηκών. Πέραν τούτου, υπάρχει εκτενής αναφορά στις υποθήκες που έχει εκτελέσει η εναγόμενη 2 στην υπεράσπιση και ανταπαίτηση των εναγομένων και σε πιο ποσό νομιμοποιούνται οι ενάγοντες να ζητούν εκποίηση των υποθηκών της Εναγομένης 2 είναι θέμα που θα εξεταστεί από το Δικαστήριο με βάση τη μαρτυρία και τις νομικές της επεκτάσεις. Οι τροποποιήσεις που ζητείται να γίνουν στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση των Εναγομένων 2 και 3 διά της προσθήκης των παραγράφων 1.9, 1.10 και 1.11 περιλαμβάνουν τον ισχυρισμό ότι οι Ενάγοντες σκόπιμα παρέλειψαν να προχωρήσουν την αγωγή εναντίον του Εναγομένου 4 και το ίδιο έπραξαν με τον Εναγόμενο 3 με αποτέλεσμα οι Ενάγοντες ουσιαστικά να στρέφονται μόνο εναντίον της Εναγομένης
  1. Τα γεγονότα αυτά σε συνδυασμό με την εγκατάλειψη των εξασφαλίσεων τις οποίες είχαν επί κινητών, ιδιοκτησίας των Εναγομένων 1, καθιστά τις υποθήκες και εγγυήσεις που παραχωρήθησαν άκυρες και/ή ακυρώσιμες. Το γεγονός ότι εξέπνευσε το κλητήριο ένταλμα εναντίον του Εναγομένου 4 ήταν γνωστό από τα αρχικά στάδια της υπόθεσης και προτού καταχωρηθεί η Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση των εναγομένων. Ουδέποτε υπήρξε εμφάνιση εκ μέρους του Εναγομένου 4 και το κλητήριο ένταλμα εξέπνευσε από το έτος 1993 και το γεγονός αυτό ήταν σε γνώση των εναγομένων πριν καν καταχωρήσουν της υπεράσπιση και ανταπαίτηση τους. Ο περιορισμός της αξίωσης επί των εξασφαλίσεων των Εναγόντων έγινε πριν από τρία χρόνια, η δε διακοπή της διαδικασίας εναντίον του Εναγομένου 3 επεσυνέβη πριν την έναρξη της διαδικασίας. Συνεπώς δεν υπάρχει δικαιολογία στην καθυστέρηση υποβολής του αιτήματος. Σημειώνω επίσης ότι πρόκειται για απλά γεγονότα που προέκυψαν μετά την καταχώρηση της αγωγής και δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι αυτά προέκυψαν από ενδελεχή εξέταση διαφόρων εγγράφων που αποκαλύφθησαν. Οι τροποποιήσεις της παραγράφου 48(iii) της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης των Εναγομένων 2 και 3 αφορούν τις δηλώσεις που έγιναν πριν την παραχώρηση της τρίτης υποθήκης και τη συμφωνία που έγινε ότι οι Ενάγοντες θα ακύρωναν τις δύο υποθήκες που παραχωρήθηκαν προς όφελος τους και θα της επανακαταχωρούσαν ή περιόριζαν σε έκταση 20 σκαλών επί του επίδικου ακινήτου ενώ οι Ενάγοντες εξακολουθούν να δεσμεύουν ολόκληρο το ακίνητο έκτασης περίπου 203 σκαλών με αποτέλεσμα η Εναγόμενη 2 να μην μπορεί να αξιοποιήσει την περιουσία της και να υπόκειται σε ζημιά που ανέρχεται στο ποσό των Λ.Κ.300.
  2. Οι Εναγόμενοι δε αιτούνται τροποποίηση του παρακλητικού της Ανταπαίτησης των Εναγομένων 2 και 3 έτσι ώστε να περιλαμβάνεται αξίωση για απόφαση ότι οι τρεις υποθήκες τις οποίες παραχώρησε η Εναγόμενη 2 περιορίστηκαν σε έκταση 20 σκαλών, παραδειγματικές και/ή τιμωριτικές αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας και ποσό Λ.Κ.300.000 ως ειδικές ζημιές τις οποίες υπέστη και εξακολουθεί να υφίσταται η Εναγομένη
  3. Οι πιο πάνω παράγραφοι ζητείται όπως προστεθούν μετά την παράγραφο 48(iii) της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης των Εναγομένων 2 και
  4. Η εν λόγω παράγραφος προνοεί τα ακόλουθα: «(iii) οι Ενάγοντες αρ. 1 και 2 δόλια υποσχέθηκαν ακύρωση των υποθηκών Υ20569/90, Υ2507/90 ημερ. 20/12/1990 και Υ2053/90 ημερ. 26/10/1990 χωρίς πρόθεση εκπλήρωση αυτών.» Περαιτέρω στο παρακλητικό της Ανταπαίτησης προνοούνται στην παράγραφο 60(α) τα ακόλουθα: «(α) Διαταγή ή/και απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου γι΄ ακύρωση των υποθηκών που ενέγραψε η Εναγομένη αρ. 2 προς όφελος των Εναγόντων αρ. 1 και/ή 2.» Έχοντας εξετάσει το περιεχόμενο της υφιστάμενης Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης των Εναγομένων 2 και 3 και ειδικότερα των πιο πάνω παραγράφων και το περιεχόμενο των παραγράφων που περιλαμβάνονται στο αιτητικό (Β)
(2)και (Γ) θεωρώ ότι προκαλείται σύγχυση ως προς τις θέσεις που προβάλλουν οι Εναγόμενοι 2 και 3. Ενώ προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι οι Ενάγοντες δόλια υποσχέθηκαν ακύρωση και των τριών υποθηκών χωρίς πρόθεση εκπλήρωση αυτών και ζητείται η ακύρωση των υποθηκών, με τις αιτούμενες τροποποιήσεις προβάλλεται ισχυρισμός ότι για την παραχώρηση της τρίτης υποθήκης θα ακυρώνονταν οι δύο υποθήκες που παραχωρήθηκαν προς όφελος των Εναγόντων και θα τις επανακαταχωρούσαν ή περιόριζαν σε έκταση 20 σκαλών και ζητείται απόφαση και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου ότι οι τρεις υποθήκες τις οποίες παραχώρησαν οι Εναγόμενοι 2 με συμφωνία των διαδίκων περιορίστηκαν σε έκταση 20 σκαλών. Επίσης με την αιτούμενη τροποποίηση για αυτή την κατηγορία των θεμάτων ζητείται να προστεθεί απαίτηση για ποσό Λ.Κ.300.000 ως ειδικές ζημιές. Η γενική αναφορά που γίνεται στην ένορκη δήλωση του κ. Δημητριάδη πως η ενδελεχής μελέτη όλων των εγγράφων της υπόθεσης απεκάλυψε το γεγονός ότι μεταξύ Εναγόντων και Εναγόμενης 2 υπήρξε συμφωνία για περιορισμό των υποθηκών επί του ενυποθήκου ακινήτου δεν είναι επαρκής ειδικότερα έχοντας υπόψη το περιεχόμενο της υφιστάμενης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης των Εναγομένων 2 και 3 και της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης των Εναγομένων 1 όπου γίνεται λεπτομερείς ανάλυση του θέματος των υποθηκών. Άλλωστε στην παράγραφο 48(iii)1 που οι αιτητές ζητούν να προστεθεί γίνεται αναφορά σε συμφωνία εν μέρει προφορική και εν μέρει γραπτή. Σίγουρα αυτό το γεγονός δεν προέκυψε από την κατάθεση του πρώτου μάρτυρα των Εναγόντων και δεν δίδεται επαρκής αιτιολογία από πού και πότε προέκυψε το γεγονός αυτό για να κριθεί το εύλογο του αιτήματος σε αυτό το στάδιο. Περαιτέρω ο κ. Χαραλάμπους τόνισε στην αγόρευση του ότι η τροποποίηση που επιζητείται με τις πιο πάνω παραγράφους στόχο έχει να δοθούν περισσότερες λεπτομέρειες του ισχυρισμού που περιλαμβάνεται στην παράγραφο 48(iii) της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης των Εναγομένων 2 και 3 για λόγους καθαρότητας των επιδίκων θεμάτων τα οποία η πλευρά των Εναγομένων θεωρεί ουσιαστικά. Όμως έχοντας εξετάσει τόσο την παράγραφο 48(iii) όσο και τις αιτούμενες τροποποιήσεις παρατηρώ ότι με αυτές μάλλον προκαλείται σύγχυση παρά καθαρότητα των δικογράφων. Ο ουσιώδης ισχυρισμός της παραγράφου 48(iii) είναι ότι οι Ενάγοντες δόλια υποσχέθηκαν την ακύρωση των τριών υποθηκών χωρίς πρόθεση εκπλήρωσης αυτών. Οι παράγραφοι που ζητείται να προστεθούν και που, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των Εναγομένων αποτελούν περισσότερες λεπτομέρειες του ισχυρισμού αυτού, αναφέρονται σε συμφωνία όπως για την παραχώρηση της τρίτης υποθήκης ημερομηνίας 26.10.1990 προς όφελος των Εναγόντων 1 οι Ενάγοντες θα ακύρωναν «τις δύο πιο πάνω υποθήκες» οι οποίες με βάση το λεκτικό της παραγράφου 48(iii) είναι ημερομηνίας 20.12.1990, δηλαδή μεταγενέστερη της τρίτης υποθήκης και θα τις επανακαταχωρούσαν ή περιόριζαν σε έκταση 20 σκαλών. Τα γεγονότα αυτά όπως προκύπτουν από το περιεχόμενο της παραγράφου 2 της αίτησης, ουδόλως μπορεί να κριθεί ότι αποτελούν λεπτομέρειες του βασικού ισχυρισμού της παραγράφου 48(iii) που στόχο έχουν την καθαρότητα των δικογράφων. Λαμβάνοντας υπόψη τη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης η οποία βασίζεται σε γεγονότα που ήταν γνωστά στους Εναγομένους, το γεγονός ότι η καθυστέρηση αυτή δεν έχει δικαιολογηθεί επαρκώς, το λόγο των αιτουμένων τροποποιήσεων ο οποίος δεν γίνεται αποδεκτός και το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η υπόθεση και την εκτροπή και περαιτέρω καθυστέρηση που θα προκύψει η οποία επηρεάζει τα δικαιώματα των εναγόντων θεωρώ ότι θα πρέπει να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της απόρριψης της αίτησης. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγόντων όπως θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) .............. Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.