Μόδεστου Ευθυμίου ν. Σάββα Σωκράτους, Αρ. Αγωγής: 368/03, 30/11/06 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2006:A67 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 368/03 Μεταξύ: Μόδεστου Ευθυμίου από τη Σίμου Ενάγοντα - και - Σάββα Σωκράτους από την Πάφο Εναγομένου --------------------------------- Ημερομηνία: 30/11/06 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κ. Π. Κλεοβούλου (κ. Μιλτιάδου για να ακούσει απόφαση) Για Εναγόμενο: κ. Α. Χουβαρτάς --------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Σαν βάση της αξίωσης του ο Ενάγοντας προβάλλει ισχυριζόμενη συμφωνία με τον Εναγόμενο η οποία συνήφθη στις 20.6.2000. Δυνάμει της συμφωνίας αυτής ο Ενάγοντας κατέβαλε στον Εναγόμενο ποσό £24.000.00- για να του μεταβιβάσει μετοχές. Ο Εναγόμενος παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του Ενάγοντα παρέλειψε να το πράξει με αποτέλεσμα ο τελευταίος να του αποστείλει μέσω του δικηγόρου του την επιστολή ημερ. 23.1.2003 με την οποία τερμάτισε τη συμφωνία. Ο Εναγόμενος προβάλλοντας τη δική του εκδοχή δέχθηκε ότι έλαβε από τον Εναγόμενο ποσό £24.000.00.-, ισχυρίσθηκε όμως ότι η συμφωνία αφορούσε πώληση 48.000 μετοχών της CLR Investment Fund Ltd και 9.600 δικαιωμάτων αγοράς μετοχών (warrants) της ίδιας εταιρείας. Η μεταβίβαση τους δεν έγινε από υπαιτιότητα του Ενάγοντα ο οποίος δεν έδειξε κανένα ενδιαφέρον. Κατά την ακροαματική διαδικασία προς υποστήριξη της υπόθεσης του κατάθεσε ο ίδιος ο Ενάγοντας και ο Φίλιππος Δημητρίου. Για την υπεράσπιση έδωσαν μαρτυρία ο Αντώνης Μιλτιάδου και ο Εναγόμενος. Έχοντας κατά νου ότι πρόκειται για υπόθεση πολιτικής φύσης που κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικά ή εξ' ολοκλήρου Αγαπίου v. Παναγιώτου 1983
(1)Α.Α.Δ. 263, Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη
(1995)2 Α.Α.Δ. 207, Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Khoreva,
(2002)
(1)Α, Α.Α.Δ. 454, Theomaria Estates v. Mason Πολ. Έφεση 11684 ημερ. 14.2.2005 αλλά και το σύνολο της δοθείσας μαρτυρίας όπως αυτή είναι καταγραμμένη στα πρακτικά θα προχωρήσω αμέσως σε αξιολόγηση της. Ο Ενάγοντας μου έκαμε καλή εντύπωση σαν μάρτυρας της αλήθειας και αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Κατά τη διάρκεια της ένορκης κατάθεσης του απαντούσε στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν φυσικά και αβίαστα, χωρίς καθόλου να διστάζει, να σκέφτεται και να υπολογίζει τις απαντήσεις του. Με την απλότητα του λόγου του περιέγραψε τα γεγονότα με θετικό τρόπο που έπειθε για την ειλικρίνεια του και τη γνησιότητα της εκδοχής του. Ασκώντας το δικαίωμα που παρέχεται από το άρθρο 25 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, κατάθεσε δήλωση (Τεκμήριο «Α») σαν μέρος της κύριας εξέτασης του και στη συνέχεια εξετάσθηκε και αντεξετάσθηκε από τους συνηγόρους. Μεταξύ άλλων ανάφερε ότι σε συνάντηση που είχαν στο σπίτι του πεθερού του που είναι και αδελφός του Εναγομένου, έδωσε στον τελευταίο ποσό £24.000.00.- για να του μεταβιβάσει μετοχές αυτής της αξίας. Ο Εναγόμενος παρέλειψε να το πράξει παρόλο που ο ίδιος του το ζήτησε πολλές φορές και παρά το ότι για το θέμα του μίλησε και ο Π. Καλλίδης, λογιστής από τη Νότιο Αφρική. Μετά την παράλειψη του Εναγομένου να του μεταβιβάσει τις μετοχές, του απέστειλε μέσω του δικηγόρου του την επιστολή ημερ. 23.1.2003 (Τεκμήριο 2) στην οδό Δικώμου 2 στην Πάφο και στη συνέχεια καταχώρησε την υπό κρίση αγωγή. Απέρριψε την εκδοχή του Εναγομένου ότι η μεταξύ τους συμφωνία προέβλεπε την αγορά μετοχών και δικαιωμάτων αγοράς μετοχών (warrants) της C.L.R. Investments Fund Ltd και επέμενε ότι δεν συμφωνήθηκε η εταιρεία της οποίας θα αγοράζονταν οι μετοχές, απλά ο Εναγόμενος ανέλαβε να του μεταβιβάσει μετοχές αξίας £24.000.00.- Ενδεικτικό στοιχείο της ειλικρίνειας του είναι ότι δεν δίστασε να δεχθεί και γεγονότα που δεν βοηθούσαν την υπόθεση του όπως στην περίπτωση που δέχθηκε ότι δεν γνωρίζει ακριβώς τον αριθμό του σπιτιού στο οποίο διαμένει ο Εναγόμενος στην οδό Δικώμου, ούτε πως ο δικηγόρος του βρήκε τη διεύθυνση του. Σαν Μ.Ε. 2 κατάθεσε ο Φίλιππος Δημητρίου, πεθερός του Ενάγοντα και αδελφός του Εναγομένου. Και αυτός μου έδωσε την εντύπωση του ειλικρινούς ατόμου που κατάθεσε την αλήθεια γι΄ αυτό και αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Απαντούσε στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν με πολύ απλό, ανεπιτήδευτο τρόπο και χωρίς περιστροφές. Με καθαρότητα ανάφερε τα όσα γνώριζε χωρίς να προσπαθήσει να αλλοιώσει τα γεγονότα προς όφελος οποιουδήποτε από τους διαδίκους. Ανάφερε ότι σε μία οικογενειακή συνάντηση που είχαν στο σπίτι του και την οποία δεν μπορούσε να προσδιορίσει χρονικά, ο Ενάγοντας έδωσε στον Εναγόμενο επιταγή για το ποσό των £24.000.00 για μετοχές. Το γεγονός ότι σε κάποιο σημείο της μαρτυρίας του αναίρεσε προηγούμενη αναφορά του, ότι ο Εναγόμενος είπε στον Ενάγοντα ότι αν οι μετοχές δεν πάνε καλά θα του επιστρέψει τα χρήματα μαζί με τόκους, αυτό δεν κρίνεται ικανό να πλήξει την αξιοπιστία του. Και αυτό γιατί η όλη στάση και συμπεριφορά του ήταν τέτοια που μου δημιούργησαν τη βεβαιότητα ότι μαρτύρησε την αλήθεια. Εν πάση περιπτώσει το σημείο αυτό δεν είναι ουσιαστικής σημασίας για την υπόθεση αφού κατά το στάδιο των αγορεύσεων ο δικηγόρος του Ενάγοντα περιόρισε τον αξιούμενο τόκο στο νόμιμο. Σύμφωνα με τη δυνατότητα που παρέχει το άρθρο 26 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9 όπως έχει τροποποιηθεί με το Νόμο 32
(1)/2004 ο Ενάγοντας προσήγαγε εξ' ακοής μαρτυρία χωρίς να κλητεύσει στο Δικαστήριο σαν μάρτυρα, το πρόσωπο που προέβη στη δήλωση. Συγκεκριμένα παρουσίασε στο Δικαστήριο ένορκο δήλωση ημερ. 17.11.2004 κάποιου Παναγιώτη Καλλίδη (Τεκμήριο 1). Σύμφωνα με το άρθρο 27 του Νόμου κατά την εκτίμηση της βαρύτητας που θα προσδοθεί στην εξ' ακοής μαρτυρία λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την υπόθεση, από τις οποίες μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική αξία της μαρτυρίας αυτής. Τέτοιες ενδεικτικές περιστάσεις εκτίθενται στο Νόμο. Στη συγκεκριμένη υπόθεση ο Π. Καλλίδης βρίσκεται σύμφωνα με την προσκομισθείσα μαρτυρία στη Νότιο Αφρική και η δυνατότητα κλήτευσης και κατάθεσης του ενώπιον του Δικαστηρίου δεν φαίνεται να ήταν εφικτή γι' αυτό και η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Αξίζει πάντως να σημειωθεί ότι η μαρτυρία του δεν είναι ουσιαστικής σημασίας για την υπόθεση. Και αυτό γιατί η καταβολή του ποσού των £24.000.00.- από τον Ενάγοντα στον Εναγόμενο αποτελεί παραδεκτό γεγονός, ενώ η απάντηση που ο Εναγόμενος έδωσε στον Π. Καλλίδη δεν επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο την ουσία της διαφοράς. Σαν Μ.Υ. 1 κατάθεσε ο Αντώνης Μιλτιάδου, χρηματιστής. Παρά το ότι αυτός κρίνεται αξιόπιστος μάρτυρας, τυπική και χωρίς ουσιαστική αξία ήταν η μαρτυρία του αφού δεν γνώριζε οτιδήποτε σχετικό με τα γεγονότα της υπόθεσης και απλά ανάφερε στο Δικαστήριο θέματα σχετικά με τις μετοχές της C.L.R. Investment Fund Ltd. Ο Εναγόμενος μου έκαμε φτωχή εντύπωση σαν μάρτυρας της αλήθειας και δεν με έπεισε για την αλήθεια των ισχυρισμών του. Δίδοντας την ένορκο μαρτυρία του απαντούσε με τρόπο υπεροπτικό, απέφευγε να κοιτάζει προς το Δικαστήριο και καθυστερούσε να απαντήσει στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν σκεπτόμενος την απάντηση που έπρεπε να δώσει. Σε πολλές ερωτήσεις απέφευγε να απαντά με ευθύτητα προβάλλοντας γενικόλογους και αόριστους ισχυρισμούς, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις χαμογελούσε πονηρά. Γενικότερα η όλη στάση και συμπεριφορά του, ακόμα και το βλέμμα του δεν με έπεισαν για την ειλικρίνεια του γι' αυτό και απορρίπτω τη μαρτυρία του. Μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας οι συνήγοροι αγόρευσαν υπέρ της θέσης του διαδίκου που ο καθένας εκπροσωπεί προβάλλοντας τις εισηγήσεις τους βασιζόμενοι σε εντελώς διαφορετικές νομικές θέσεις. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Στις 20.6.2000 ο Ενάγοντας κατέβαλε στον Εναγόμενο ποσό £24.000.00.- με αντάλλαγμα τη μεταβίβαση και εγγραφή επ' ονόματι του Ενάγοντα μετοχών ανάλογης αξίας. Παρά τις επανειλημμένες προφορικές οχλήσεις του Ενάγοντα, ο Εναγόμενος παρέλειψε να το πράξει και ο Ενάγοντας του απέστειλε μέσω του δικηγόρου του την επιστολή ημερ. 23.1.2003. Είναι προφανές ότι η υπό κρίση υπόθεση αφορά σύμβαση στην οποία δεν καθορίσθηκε χρόνος εκπλήρωσης. Από τη στιγμή αυτή γεννάται θέμα εφαρμογής του άρθρου 46 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149. Σύμφωνα με τα όσα προβλέπονται στο άρθρο 46 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 αν στη σύμβαση δεν καθορίζεται χρόνος για εκπλήρωση και ο οφειλέτης υποχρεώνεται να προβεί σε εκπλήρωση χωρίς προηγουμένως να οχληθεί από τον δανειστή, η υποχρέωση για εκπλήρωση της σύμβασης πρέπει να γίνει μέσα σε εύλογο χρόνο (βλ. Xenophontos v. Tyrimou
(1984)1 C.L.R. 23, Halsbury´s Laws of England, 4η έκδοση, τεύχος 9, § 479 και Chitty on Contracts, 25η έκδοση, § 1394). Το τι είναι εύλογος χρόνος αποτελεί ζήτημα πραγματικό και εξαρτάται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης (βλ. Χαράλαμπος Α. Δημήτρη κ.α. v. Paul Beven 1999 A.A.Δ. 663). Στο σύγγραμμα Chitty on Contracts, General Principles, 27η έκδοση, σ. 1035, § 21-07 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Where a party to a contract undertakes to do an act, the performance of which depends entirely on himself, and the contract is silent as to time of performance, the law implies an obligation to perform the act within a reasonable time having regard to all the circumstances of the case». Στο σύγγραμμα Pollock & Mulla, Indian Contract and Specific Relief Acts, 9η έκδοση, σ. 374 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Where no time is fixed by contract, the performance of the contract must be within a reasonable time. It is not necessary in such cases to give notice before treating the contract as rescinded. Bachhiaj v. Nand Lad
(1966)A.M.P. 145; Dinkerrai v. Sukh Dayal
(1948)Bom. 91
(1947)A.B. 293; Sat Prakash v. Bodhraj
(1958)A. Punj 111)». Σύμφωνα με τη νομολογία στις περιπτώσεις αυτές δεν θεωρείται αναγκαίο να δίδεται ειδοποίηση πριν η σύμβαση θεωρηθεί τερματισθείσα (rescinded), (βλ. Official Receiver v. Baneshwar Prasad Singh
(1962)A.P. 155). Αναφορά σε σχέση με την απόφαση αυτή γίνεται στην υπόθεση Σόλων Κωνσταντινίδης v. Εταιρεία Level Tadixcars Ltd 1994 Α.Α.Δ. 600, όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «Δεν θα ασχοληθούμε με τη διαφαινόμενη αντίληψη πως γενικά, εφόσον δεν απαιτείται όχληση και δεν προσδιορίζεται χρόνος εκπλήρωσης, η σύμβαση θεωρείται ότι έχει τερματισθεί με την πάροδο εύλογου χρόνου, ανεξάρτητα από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και χωρίς άλλο. Συναφώς δεν έχουμε την ίδια την Ινδική απόφαση στην οποία έγινε αναφορά αλλά από ότι μπορεί να εξαχθεί από τη σύνοψη του αποτελέσματος της στους Pollock and Mulla Indian Contract and Specific Relief Acts 10η έκδοση, σελ. 425 και 426, αναφέρεται στη μη αναγκαιότητα παροχής ειδοποίησης πριν ο ανυπαίτιος συμβαλλόμενος μεταχειριστεί τη σύμβαση ως τερματισθείσα». Από όλα τα παραπάνω και παρά το ότι το θέμα στην πιο πάνω υπόθεση δεν διασαφηνίζεται με πλήρη καθαρότητα προκύπτει ότι, από τη στιγμή που τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 46 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 τότε δεν είναι αναγκαίο να δίδεται ειδοποίηση πριν ο ανυπαίτιος συμβαλλόμενος μεταχειρισθεί τη σύμβαση ως τερματισθείσα. Εφόσον δεν απαιτείται όχληση και δεν προσδιορίζεται στη συμφωνία χρόνος εκπλήρωσης η σύμβαση θεωρείται ότι έχει τερματισθεί με την πάροδο εύλογου χρόνου. Στην υπό κρίση υπόθεση και σύμφωνα με την προσκομισθείσα μαρτυρία, δεν καθορίσθηκε συγκεκριμένος χρόνος για μεταβίβαση των μετοχών, ούτε απαιτείτο οποιαδήποτε όχληση για την εκπλήρωση της υποχρέωσης που ανέλαβε ο Εναγόμενος να μεταβιβάσει στον Ενάγοντα τις μετοχές. Η μεταξύ τους συμφωνία έγινε στις 20.6.2000. Από τότε και παρά τις επανειλημμένες προφορικές οχλήσεις του Ενάγοντα ο Εναγόμενος δεν έπραξε και δεν ενδιαφέρθηκε να πράξει οτιδήποτε προς εκπλήρωση της υποχρέωσης που ανέλαβε. Ο χρόνος των τριάντα ένα μηνών που μεσολάβησε από τις 20.6.2000 μέχρι και την έγερση της παρούσας αγωγής στις 5.2.2003 κρίνεται υπό τις περιστάσεις, περισσότερο από εύλογος για εκπλήρωση των υποχρεώσεων του Εναγομένου. Από τη στιγμή που αυτός δεν προχώρησε σε εκπλήρωση των υποχρεώσεων του και δεν μεταβίβασε τις μετοχές μέσα σε εύλογο χρόνο, ο Ενάγοντας είχε το δικαίωμα να θεωρήσει τη σύμβαση τερματισθείσα, να προχωρήσει στην έγερση της αγωγής και να ζητήσει επιστροφή του ποσού που κατέβαλε. Συνακόλουθα με όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγομένου για το ποσό των £24.000.00.- με νόμιμο τόκο, πλέον έξοδα όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............................................. Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής .../Ο.Ρ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο