Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Αλέξανδρου Αλεξάνδρου κ.α., Αρ. Αγωγής: 868/03, 30/11/2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2006:A68 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 868/03 Μεταξύ: Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ Εναγόντων - και -
- Αλέξανδρου Αλεξάνδρου από την Πάφο
- Αθηνάς Ευαγγελίδου από την Πάφο
- Πέρσας Ευαγγελίδου από την Πάφο
- Σόνιας Μιχαηλίδου από την Πάφο
- Δέσποινας Κλεάνθους από την Πάφο Εναγομένων --------------------------------- Ημερομηνία: 30/11/2006 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κα. Δ. Καρακώστα Για Εναγόμενο: κ. Χ. Φωτίου --------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αξίωση των Εναγόντων βασίζεται σε σύμβαση ενοικιαγοράς που συνομολογήθηκε στις 29.3.2001 μεταξύ των Εναγόντων που είναι χρηματοδοτικός οργανισμός του Εναγόμενου 1 σαν ενοικιαγοραστή και των Εναγομένων 2, 3, 4 και 5 σαν εγγυητών. Οι Εναγόμενοι με την υπεράσπιση τους παραδέχονται τη συνομολόγηση της σύμβασης ενοικιαγοράς ισχυρίζονται όμως ότι αυτή είναι παράνομη και/ή άκυρη και/ή ακυρώσιμη γιατί πριν την παράδοση του αυτοκινήτου που αποτέλεσε το αντικείμενο της ενοικιαγοράς στον Εναγόμενο 1 έγιναν σε αυτό παράνομες επεμβάσεις στη μηχανή και στο αμάξωμα. Μόλις ο Εναγόμενος 1 κατά/ή περί το τέλος Μαΐου και/ή αρχές Ιουνίου 2002 αντελήφθηκε τις παράνομες αυτές επεμβάσεις σταμάτησε να καταβάλλει τις οφειλόμενες δυνάμει της σύμβασης ενοικιαγοράς δόσεις και με επιστολή του δικηγόρου του ημερ. 17.9.2002 τερμάτισε τη σύμβαση. Ανταπαιτητικά αξιώνει από τους Ενάγοντες επιστροφή του ποσού των £1.300.- που κατέβαλε σαν έξοδα για το αυτοκίνητο καθώς και το ποσό των £2.626.- που κατέβαλε δυνάμει της σύμβασης ενοικιαγοράς. Προς υποστήριξη της αξίωσης τους οι Ενάγοντες κάλεσαν τρεις μάρτυρες τον Χαράλαμπο Νικολάου, Μάριο Μαυρομμάτη και Αλέξη Ονουφρίου ενώ προς υποστήριξη της υπόθεσης του κατάθεσε ο Εναγόμενος 1 και ο αστυφύλακας 2050 Χαράλαμπος Χαραλάμπους. Έχοντας κατά νου ότι πρόκειται για υπόθεση πολιτικής φύσης η οποία κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικά ή εξ΄ ολοκλήρου (βλ. Αγαπίου v. Παναγιώτου
(1983)1 Α.Α.Δ. 263, Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη
(1995)1 Α.Α.Δ. 207, Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Knoreva, Ε. 10351 ημερ. 27.3.2002, Theomaria Estates v. Mason, Ε. 11684, ημερ. 14.2.2005 και έχοντας υπόψη όλη τη δοθείσα μαρτυρία όπως αυτή είναι καταγραμμένη στα πρακτικά θα προχωρήσω αμέσως σε αξιολόγηση της. Ο Μ.Ε. 1 Χαράλαμπος Νικολάου μου έκαμε καλή εντύπωση σαν μάρτυρας της αλήθειας. Σύμφωνα με τη δυνατότητα που παρέχεται από το άρθρο 25 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9 όπως αυτό έχει τροποποιηθεί από το Ν. 32
(1)/2004 κατάθεσε στο Δικαστήριο σαν τεκμήριο «Α» γραπτή του δήλωση ημερ. 16.3.
- Υιοθέτησε το περιεχόμενο της σαν την κύρια εξέταση του και στη συνέχεια αντεξετάσθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Εναγομένων. Η εμπλοκή του στην υπόθεση ήταν στα πλαίσια της εργοδότησης του από τους Ενάγοντες και στα πλαίσια εκτέλεσης των καθηκόντων του. Ανάφερε ότι οι Ενάγοντες οι οποίοι είναι χρηματοδοτικός οργανισμός αγόρασαν τον Μάρτιο του 2001 από κάποιο Μάριο Μαυρομμάτη (Μ.Ε. 2) ο οποίος ασχολείται με αγοραπωλησίες αυτοκινήτων το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής DAB 510 για το ποσό των £7.400.
- Προχώρησαν στην αγορά και χρηματοδότηση του αυτοκινήτου βασιζόμενοι στις διαβεβαιώσεις και εγγυήσεις του Μ. Μαυρομμάτη όπως δόθηκαν στη σύμβαση ενοικιαγοράς (Τεκμήριο 2) και γιατί αυτό είχε όλα τα απαραίτητα πιστοποιητικά και άδειες κυκλοφορίας. Ο Εναγόμενος 1 επέλεξε το συγκεκριμένο αυτοκίνητο από το κατάστημα που διατηρούσε ο Μ.Ε. 2 και στις 29.3.2001 υπόγραψε σαν μισθωτής τη σύμβαση ενοικιαγοράς και οι υπόλοιποι Εναγόμενοι σαν εγγυητές. Η παράδοση του αυτοκινήτου έγινε απευθείας από τον Μαυρομμάτη στον Εναγόμενο 1 ο οποίος το βρήκε της αρεσκείας του. Ήταν σαφής λέγοντας ότι οι Ενάγοντες δεν γνώριζαν για τις αλλαγές στο αυτοκίνητο και ούτε το είδαν, ούτε το έλεγξαν, θέση η οποία εν πάση περιπτώσει δεν προωθήθηκε από την υπεράσπιση. Για όλους τους πιο πάνω λόγους αποδέχομαι πλήρως τη μαρτυρία του, εκτός από το σημείο που ανάφερε ότι ο Εναγόμενος 1 καθυστερούσε και μέρος της δόσης του Απριλίου
- Και αυτό γιατί ο ισχυρισμός του αυτός δεν συνάδει με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 6 και 7 που είναι οι επιστολές που οι Ενάγοντες απέστειλαν στον Εναγόμενο 1 αξιώνοντας τις καθυστερημένες δόσεις στις οποίες δεν γίνεται καμία αναφορά σε οφειλή μέρους της δόσης του Απριλίου. Εν πάση περιπτώσει η διαφορά αυτή δεν κρίνεται ικανή να κλονίσει την αξιοπιστία του λόγω της γενικότερης καλής εντύπωσης που σχημάτισα γι' αυτόν. Ο Μ.Ε. 2 Μάριος Μαυρομμάτης ήταν ο έμπορος που προέβη στην πώληση του αυτοκινήτου. Και αυτός κατάθεσε στο Δικαστήριο σαν Τεκμήριο «Β» δήλωση που ετοίμασε και υιοθέτησε σαν τη κύρια εξέταση του. Και αυτός μου έδωσε την εντύπωση του ειλικρινούς μάρτυρα γι' αυτό και αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν και ανάφερε τα όσα γνώριζε από την εμπλοκή του στην υπόθεση χωρίς κανένα δισταγμό. Οι Ενάγοντες δεν είδαν το αυτοκίνητο αφού ο ίδιος το παρέδωσε στον Εναγόμενο 1, ο οποίος το έλεγξε και το βρήκε της πλήρους αρεσκείας του. Δεν έλεγξε τον αριθμό της μηχανής του αυτοκινήτου ήταν όμως βέβαιος ότι έλεγξε τον αριθμό του σκελετού, ότι ο αριθμός πλαισίου ταίριαζε με το αυτοκίνητο και ότι τα στοιχεία του αυτοκινήτου ήταν τα ίδια με αυτά που περιέχονταν στο πιστοποιητικό εγγραφής του αυτοκινήτου. Σαν Μ.Ε. 3 κατέθεσε ο Αλέξης Ονουφρίου, τεχνικός στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών. Αυτός μου έκαμε καλή εντύπωση και αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Κατάθεσε τα όσα γνώριζε από τα πλαίσια της εργασίας του με ειλικρίνεια, αμεσότητα και ευθύτητα. Είπε ότι η εγγραφή του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής DAK 510 έχει ακυρωθεί και ότι σύμφωνα με τα στοιχεία του ηλεκτρονικού υπολογιστή του τμήματος στο οποίο εργάζεται, απαγορεύεται να γίνει οποιαδήποτε πράξη για το συγκεκριμένο αυτοκίνητο γιατί υπάρχει αλλαγή στον αριθμό του πλαισίου του αυτοκινήτου που έγινε χωρίς την άδεια του Εφόρου. Δεν ήταν σε θέση να αναφέρει πότε καταχωρήθηκε ο πιο πάνω περιορισμός. Σαν Μ.Υ. 1 κατάθεσε ο αστ. 2050 Χ. Χαραλάμπους. Ο μάρτυρας ανάφερε ότι σε κάποιο στάδιο ενεπλάκη στην εξέταση της υπόθεσης και γνωρίζει μερικά από τα γεγονότα. Το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής DAB 510 ανακόπηκε για συνήθη έλεγχο στις 2.6.2002 από το λοχία 4137 Πανίκο Ξενοφώντος ο οποίος διαπίστωσε ότι σε αυτό υπήρχαν αλλαγές που δεν αναγράφονταν στο πιστοποιητικό εγγραφής. Οι κυριότερες από αυτές ήταν ότι αυτό έφερε άλλη μηχανή και είχε αλλοιωμένο τον αριθμό πλαισίου. Σε σχέση με το πλαίσιο έγιναν περαιτέρω εξετάσεις από κάποιο υπαστυνόμο Βάσο Κοσμά ο οποίος διαπίστωσε αλλοίωση του αριθμού του πλαισίου. Το αυτοκίνητο επιθεωρήθηκε και από τεχνικό του κέντρου επιθεώρησης μηχανοκινήτων οχημάτων ο οποίος διαπίστωσε αλλαγή στη μηχανή, αλλοίωση στο πλαίσιο του αυτοκινήτου και κάποιες άλλες διαφορές τις οποίες προσδιόρισε. Προσπαθώντας να καταδείξει το μέγεθος των αλλαγών ανάφερε ότι από τις εξετάσεις διαπιστώθηκε ότι το μοναδικό κοινό στοιχείο που είχε το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Εναγόμενος 1 με το αυτοκίνητο που περιγραφόταν στο πιστοποιητικό εγγραφής ήταν μόνο ο αριθμός της εγγραφής. Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω ο μάρτυρας ανάφερε τα όσα διαπίστωσε ο λοχίας 4137 Π. Ξενοφώντος όταν προέβη σε συνήθη έλεγχο του αυτοκινήτου στις 2.6.2002, όσα προέκυψαν από την επιθεώρηση του αυτοκινήτου από τεχνικό του Κέντρου Επιθεώρησης Μηχανοκίνητων Οχημάτων και τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε ο υπαστυνόμος Βάσος Κοσμά. Αδιαμφισβήτητα τα πιο πάνω αποτελούν εξ' ακοής μαρτυρία, η οποία μετά τη τροποποίηση του περί Αποδείξεως Νόμου με το Ν. 32
(1)/04 αποτελεί πλέον αποδεκτή μαρτυρία. Σύμφωνα με το άρθρο 27 του Νόμου κατά την εκτίμηση της βαρύτητας που θα προσδοθεί στην εξ' ακοής μαρτυρία λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την υπόθεση και από τις οποίες μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική αξία της μαρτυρίας αυτής. Τέτοιες ενδεικτικές περιστάσεις εκτίθενται στο Νόμο. Οι περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης είναι τέτοιες που δεν μου επιτρέπουν να προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στο μέρος αυτής της μαρτυρίας του. Και αυτό γιατί μερικά από τα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν αντικρούονται μεταξύ τους. Πιο συγκεκριμένα ο μάρτυρας αναφερόμενος στις διαπιστώσεις του λοχία 4137 Π. Ξενοφώντος είπε ότι αυτός κατά τον έλεγχο που έκαμε στο αυτοκίνητο στις 2.6.2002 διαπίστωσε μεταξύ άλλων ότι αυτό εκτός της αλλοίωσης του πλαισίου έφερε άλλη μηχανή από αυτή που αναγραφόταν στο πιστοποιητικό εγγραφής. Όμως σύμφωνα με τα ευρήματα του υπαστυνόμου Β. Κοσμά που εξέτασε το αυτοκίνητο στις 26.6.2002 με σκοπό να διαπιστώσει κατά πόσο υπήρχε παραποίηση στον αριθμό του πλαισίου και της μηχανής του αυτοκινήτου, αλλοίωση υπήρχε μόνο στο πλαίσιο του οχήματος ενώ όπως καταγράφεται ρητά στην έκθεση του υπαστυνόμου (Τεκμήριο 10) ο αριθμός της μηχανής δεν έφερε οποιαδήποτε παραποίηση. Περαιτέρω διαφορές εντοπίζονται και στα όσα ο μάρτυρας ανάφερε σε σχέση με όσα προέκυψαν από την επιθεώρηση του αυτοκινήτου από τεχνικό του Κέντρου Επιθεώρησης Μηχανοκίνητων Οχημάτων. Όλες οι πάνω αντιφάσεις δεν επιτρέπουν στο Δικαστήριο να προσδώσει οποιαδήποτε βαρύτητα στο μέρος αυτό της μαρτυρίας του, όπως και στο περιεχόμενο των Τεκμηρίων 9 και
- Περαιτέρω αξίζει να σημειωθεί ότι δεν δόθηκε κανένας λόγος για την παράλειψη κλήτευσης και κατάθεσης των τριών αυτών προσώπων που οι ίδιοι έλεγξαν το αυτοκίνητο έτσι ώστε να παρασχεθεί στους Ενάγοντες η δυνατότητα αντεξέτασης τους και στο Δικαστήριο η δυνατότητα ορθής αξιολόγησης της μαρτυρίας τους. Από το μέρος αυτό της μαρτυρίας του αποδέχομαι μόνο ότι από τον έλεγχο που έγινε στο αυτοκίνητο προέκυψε ότι ο αριθμός πλαισίου του αυτοκινήτου ήταν αλλοιωμένος, αφού αυτό αποτέλεσε κοινή διαπίστωση και των τριών προσώπων. Αποδεκτός δεν μπορεί επίσης να γίνει ο ισχυρισμός του για ύπαρξη διατάγματος του Δικαστηρίου για κατακράτηση του αυτοκινήτου αφού τέτοιο διάταγμα δεν παρουσιάσθηκε, ενώ το ακριβές του περιεχόμενο παρέμεινε αβέβαιο και ασαφές. Δεν αποδέχομαι επίσης την άποψη την οποία εξέφρασε ότι οι μετατροπές στο αυτοκίνητο έγιναν πριν αυτό παραδοθεί στον Μαυρομμάτη για πώληση. Και αυτό γιατί σύμφωνα με το γενικό κανόνα του δικαίου της απόδειξης, ένας μάρτυρας μπορεί να καταθέτει τα γεγονότα που έχουν περιέλθει στην αντίληψη του χωρίς να αναφέρει τα συμπεράσματα του που βασίζονται πάνω στα γεγονότα αυτά. Ο κανόνας αυτός υπόκειται βέβαια, σε εξαιρέσεις στις οποίες όμως δεν εμπίπτει η έκφραση γνώμης που έγινε από το συγκεκριμένο μάρτυρα. Συνεπώς η γνώμη που εξέφρασε ο μάρτυρας επί του σημείου αυτού δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Από τη μαρτυρία του και σύμφωνα με τη δυνατότητα που παρέχει η νομολογία αποδέχομαι μόνο ότι ο ίδιος στις 27.6.2003 κατηγόρησε τον Γ. Σοφοκλέους, ότι το πρόσωπο αυτό κατηγορήθηκε και παραδέχθηκε ενοχή στην ποινική υπόθεση 6287/04 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ότι ο Εναγόμενος 1 δεν έκαμε καταγγελία εναντίον οποιουδήποτε προσώπου, ότι στις 2.6.2002 ο αριθμός πλαισίου του αυτοκινήτου ήταν αλλοιωμένος και ότι στο φάκελο της ποινικής υπόθεσης αναγράφεται όπως το αυτοκίνητο κρατηθεί από την αστυνομία μέχρι την αποπεράτωση της αγωγής. Σαν Μ. Υ. 2 κατάθεσε ο ίδιος ο Εναγόμενος
- Αυτός δεν με έπεισε για την ειλικρίνεια του και την αλήθεια των όσων κατέθεσε. Ενώ με την υπεράσπιση παραδέχεται τη συνομολόγηση της σύμβασης ενοικιαγοράς κατά το στάδιο της αντεξέτασης προέβαλε για πρώτη φορά τον ισχυρισμό ότι δεν την υπόγραψε σαν μισθωτής. Εκτός του ότι τέτοιο θέμα σε καμία περίπτωση δεν μπορούσε να εγερθεί κατά την ακρόαση αφού βρίσκεται εκτός των δικογραφημένων του ισχυρισμών (βλ. Πολιτική Έφεση 12180 ημερ. 8.9.2006 Εταιρεία Αλλαντικών Προιόντων Κρίστη Λτδ v. P.T.A. Foodlab & Nutritional Services Ltd) η διάσταση αυτή των θέσεων του Εναγομένου 1 πλήττει καίρια την αξιοπιστία του. Δεν εξήγησε επίσης γιατί ενώ όπως ισχυρίσθηκε δεν υπόγραψε σαν μισθωτής τη σύμβαση ενοικιαγοράς πλήρωσε ένα σημαντικό χρηματικό ποσό με βάση τις υποχρεώσεις του όπως προκύπτουν από τη σύμβαση. Αξίζει περαιτέρω να σημειωθεί ότι παρά τους πιο πάνω ισχυρισμούς σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του δέχθηκε ότι υπόγραψε τη σύμβαση ενοικιαγοράς και αποδέχθηκε τους όρους της. Ενώ στους δικογραφημένους του ισχυρισμούς προβάλλει τη θέση ότι το αυτοκίνητο παραδόθηκε σε αυτόν από τους Ενάγοντες, πουθενά στη μαρτυρία του δεν ανάφερε κάτι τέτοιο. Αντίθετα δέχθηκε ότι η «τράπεζα» δεν είδε καν το αυτοκίνητο. Απαντώντας στις διάφορες ερωτήσεις που του υποβάλλονταν απέφευγε να κοιτάζει προς το Δικαστήριο και καθυστερούσε να απαντήσει προφανώς σκεπτόμενος την απάντηση που θα έπρεπε να δώσει. Αξίζει ιδιαίτερα να σημειωθεί ότι σε υποβολή που του έγινε κατά το στάδιο της αντεξέτασης, ότι οι διάφορες μετατροπές στο αυτοκίνητο έγιναν μετά που ο ίδιος το έλαβε στη κατοχή του, απάντησε κατά λέξη «δεν παραδέχομαι» αποφεύγοντας να κοιτάξει προς το Δικαστήριο και με έκδηλη στο πρόσωπο του την αμηχανία. Απορία μου δημιούργησε επίσης το γεγονός ότι δεν πρόσεξε τη διαφορά του χρώματος του αυτοκινήτου το οποίο ενώ στην πραγματικότητα ήταν μαύρο στο πιστοποιητικό εγγραφής αναγραφόταν σαν κόκκινο. Ενώ ισχυρίσθηκε ότι κατέβαλε διάφορα ποσά για έξοδα που έκαμε στο αυτοκίνητο, δεν παρουσίασε καμιά απολύτως απόδειξη προς επιβεβαίωση των ισχυρισμών του. Γενικότερα η όλη στάση και συμπεριφορά του ο τρόπος και το ύφος που απαντούσε, δεν με έπεισαν για την ειλικρίνεια του. Από τη μαρτυρία του και σύμφωνα με τη δυνατότητα που παρέχει η νομολογία αποδέχομαι μόνο ότι ο ίδιος επέλεξε το συγκεκριμένο αυτοκίνητο χωρίς κανένας να του το υποδείξει, ότι αυτό του το παρέδωσε ο Μαυρομμάτης, Μ.Ε.2, ότι οι Ενάγοντες δεν είδαν και δεν έλεγξαν το αυτοκίνητο ότι εξακολουθεί να οφείλει στους Ενάγοντες το ποσό των £7.078.00.- ότι το αυτοκίνητο από τις 2.6.2002 βρίσκεται στη κατοχή της αστυνομίας και ότι παρέλαβε τις επιστολές ημερ. 20.11.2002 και 24.2.
- Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Στις 29.3.2001 υπογράφηκε μεταξύ των διαδίκων η σύμβαση ενοικιαγοράς με την ίδια ημερομηνία. Ο Εναγόμενος 1 υπόγραψε σαν ενοικιαγοραστής και οι λοιποί Εναγόμενοι σαν εγγυητές. Το αντικείμενο της ενοικιαγοράς, το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής DAB 510 παραδόθηκε απευθείας από τον έμπορο Μάριο Μαυρομμάτη στον Εναγόμενο
- Οι Ενάγοντες ούτε είδαν, ούτε έλεγξαν ούτε έλαβαν στην κατοχή τους το αυτοκίνητο. Ο Εναγόμενος 1 το είχε στην κατοχή του και το χρησιμοποιούσε μέχρι τις 2.6.2002 που ανακόπηκε από την αστυνομία για έλεγχο και διαπιστώθηκε ότι αυτό είχε αλλοιωμένο τον αριθμό πλαισίου χωρίς την άδεια του Εφόρου Μηχανοκίνητων. Από τότε το αυτοκίνητο βρίσκεται στη κατοχή της αστυνομίας. Οι Εναγόμενοι σταμάτησαν να καταβάλλουν τις δόσεις τους με αποτέλεσμα οι Ενάγοντες να αποστείλουν τις επιστολές με ημερ. 20.11.2002 και 24.2.2003 τις οποίες ο Εναγόμενος 1 παρέλαβε. Οι Εναγόμενοι εξακολουθούν να οφείλουν στους Ενάγοντες το ποσό των £7.078.00.- Η φύση της συμφωνίας ενοικιαγοράς αναλύεται με σαφήνεια στην υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου Λτδ v. Χριστάκη Χρίστου Παντελή κ.α.,
(2004)1 (Β) 854, καθώς και στην παλαιότερη απόφαση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ v. Κωνσταντίνου κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 1432. Στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ v. Κώστα Κωνσταντίνου κ.α. πιο πάνω, λέχθηκε ότι ο τρόπος που αποκτάται η κυριότητα του αντικειμένου από τους χρηματοδότες δεν είναι ουσιαστικής σημασίας για τη φύση της συναλλαγής, ενώ όπως αποφασίσθηκε στην Ιωάννου Γιαννάκης v. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1522 η μεταφορά του αντικειμένου της ενοικιαγοράς στα γραφεία του χρηματοδοτικού οργανισμού δεν είναι αναγκαία και ούτε αποτελεί μέρος της σύμβασης. Εισηγήθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγομένων ότι η παρούσα περίπτωση αφορά παράνομη σύμβαση αφού στο αυτοκίνητο που αποτέλεσε το αντικείμενο της ενοικιαγοράς υπήρχαν παράνομες αλλαγές. Δεν θα συμφωνήσω με την εισήγηση αυτή. Από τη στιγμή που οι Εναγομένοι απέτυχαν να αποδείξουν την ύπαρξη παράνομων αλλαγών κατά το χρόνο της συνομολόγησης της σύμβασης ενοικιαγοράς, η επιχειρηματολογία για παρανομία της σύμβασης σε καμιά περίπτωση δεν θα μπορούσε να αχθεί προς συζήτηση. Όπως καθορίζεται από το άρθρο 23 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 παράνομη σύμβαση είναι αυτή που η αντιπαροχή ή ο σκοπός της δεν είναι νόμιμος γιατί είτε είναι απαγορευμένος από οποιοδήποτε Νόμο είτε συνιστά απάτη, είτε επιφέρει βλάβη στο πρόσωπο ή την περιουσία άλλου ή αντίκειται στα χρηστά ήθη ή τη δημόσια πολιτική (βλ. A. & C. Antoniou Resort Ltd v. Eleonora Hotel Apartments Ltd,
(2002)1 (Β) Α.Α.Δ. 1321 κάτι που δεν συνέβη στην παρούσα περίπτωση. Από τη στιγμή που δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη παράνομων αλλαγών καμιά ευθύνη δεν θα μπορούσε να αποδοθεί με οποιοδήποτε τρόπο στο χρηματοδοτικό οργανισμό. Και αυτό γιατί όπως συνάγεται από τη νομολογία (βλ. Ιωάννου v. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1988)1 (γ) Α.Α.Δ. 1522, Barclay´s Bank Plc v. J.G.L. (Constructions) Ltd κ.α.
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ 1726 και Τσολάκης Τουτζικιάν κ.α. v. Λαικής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ. 1240 για να αποδοθεί ευθύνη στο χρηματοδοτικό οργανισμό θα πρέπει να δικογραφηθεί και βέβαια να αποδειχθεί δόλος και απάτη του χρηματοδοτικού οργανισμού ή γνώση και συμμετοχή του σε εικονικότητα ή σε παρανομία κάτι που δεν συνέβη στην παρούσα περίπτωση αφού τέτοια θέση ούτε προβλήθηκε ούτε και προωθήθηκε από πλευράς Εναγομένων. Με τη μαρτυρία που έχει γίνει αποδεκτή οι Εναγόμενοι απόδειξαν μόνο ότι υπήρχε αλλοίωση στον αριθμό του πλαισίου του αυτοκινήτου όχι όμως κατά τον ουσιώδη χρόνο αλλά δεκατέσσερεις μήνες αργότερα, κατά τον χρόνο δηλαδή που αυτό ανακόπηκε από την αστυνομία για έλεγχο. Η δήλωση σαν παραδεκτού γεγονότος της παραδοχής και καταδίκης του Γ. Σοφοκλέους στην ποινική υπόθεση 6278/04 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας δεν διαφοροποιεί τη κατάσταση αφού αυτή αποδεικνύει μόνο την παραδοχή και καταδίκη του Γ. Σοφοκλέους για την αλλαγή του πλαισίου του αυτοκινήτου. Στο σύγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης - Μια Πρακτική Προσέγγιση» του κ. Τ. Ηλιάδη, σ. 101, αναφέρεται ότι: «Έτσι όταν χρειάζεται να αποδειχθεί ότι ο "Α" διέπραξε ένα αδίκημα, η καταδίκη του "A" είναι τελεσίδικη μαρτυρία ότι καταδικάσθηκε αλλά όχι ότι διέπραξε το αδίκημα». (R. v. Turner
(1832)1 MCC 347). Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα του κ. Γ. Κακογιάννη «Απόδειξη», σ. 767, § 32-03, «Κατά κανόνα, προηγούμενη καταδίκη τίποτα παραπάνω δεν αποδεικνύει από το γεγονός ότι το πρόσωπο που αφορά η καταδίκη έχει καταδικαστεί από το Δικαστήριο. Δεν γίνεται δεχτή ως απόδειξη ότι όντως διέπραξε τις ενέργειες που αποτέλεσαν τη βάση της καταδίκης του». Στο ίδιο σύγγραμμα, στη σ. 777, § 32-20 καθορίζεται ότι: «Σε αστική ή σε ποινική διαδικασία, η προηγούμενη δικαστική απόφαση μπορεί να' ναι επιτρεπτή ως μαρτυρία, κι' όταν είναι επιτρεπτή, αποτελεί αμάχητη απόδειξη του γεγονότος ότι εκδόθηκε, του Δικαστηρίου που την έκδωσε, της ημερομηνίας που εκδόθηκε και των διαδίκων. Δεν αποτελεί αμάχητη απόδειξη οποιουδήποτε ζητήματος που δεν καταγράφεται στο επίσημο πρακτικό (R. v. Turnen
(1832)1 MOO.C.C. 347)». Και στην υπό κρίση υπόθεση η παραδοχή και καταδίκη του Σοφοκλέους τίποτε περισσότερο δεν καταδεικνύει παρά ότι αυτός παραδέχθηκε ενοχή και καταδικάσθηκε για παραποίηση του πλαισίου του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής DAB 510. Από τη στιγμή που οι θέσεις του Εναγομένου 1 δεν έχουν γίνει αποδεκτές κρίνεται ότι αυτός δεν είχε το δικαίωμα να τερματίσει τη σύμβαση. Σύμφωνα με τους όρους του συμβολαίου ενοικιαγοράς παράλειψη πληρωμής οποιασδήποτε δόσης δίδει στους Ενάγοντες το δικαίωμα να τερματίσουν τη σύμβαση. Από τη στιγμή που ο Εναγόμενος 1 όπως και ο ίδιος δέχθηκε σταμάτησε να καταβάλλει τις δόσεις του, οι Ενάγοντες είχαν το δικαίωμα να τερματίσουν τη σύμβαση όπως και έπραξαν με την επιστολή τους ημερ. 24.2.2003 (Τεκμήριο 7). Το νομικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται οι συμβάσεις ενοικιαγοράς και οι συνέπειες που ενέχει η διάρρηξη τους εξετάσθηκαν στην υπόθεση Ελληνική Τράπεζα Λτδ κ.α. v. Νίκου Τσαρτελλή
(2003)1 Α.Α.Δ. 24, ενώ στην υπόθεση Ελισάβετ Αντωνιάδου v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ. 530 διαγράφηκε με σαφήνεια ποια είναι η ζημιά που μπορεί να διεκδικηθεί. Στην υπό συζήτηση υπόθεση και όπως προκύπτει από το συμβόλαιο ενοικιαγοράς (Τεκμήριο 2), το συνολικό πληρωτέο ποσό ήταν £9.694,00.- και ήταν πληρωτέο με 48 δόσεις των £201.96.- της πρώτης δόσης πληρωτέας στις 29.4.2001. Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι δυνάμει της σύμβασης ενοικιαγοράς εξακολουθεί να οφείλεται το ποσό των £7.078.00.- Η οφειλή του ποσού αυτού προκύπτει κύρια από την παραδοχή του ίδιου του Εναγομένου 1, ο οποίος απαντώντας σε υποβολή που του έγινε κατά το στάδιο της αντεξέτασης ξεκάθαρα δέχθηκε ότι οφείλει στην «τράπεζα» το ποσό των £7.078.00.-. Από τη στιγμή που ο Εναγόμενος 1 με την παραδοχή του δέχθηκε την οφειλή του ποσού των £7.078.00.-, δεν θα ήταν επιτρεπτό για το Δικαστήριο να εξετάσει πως αυτό προέκυψε και τι αντιπροσωπεύει. Σχετικά είναι τα όσα αναφέρονται στην υπόθεση (Urquhart v. Butterfield
(1887)37 Ch. D. 357 «At the trial itself, a party or his legal adviser may admit facts thereby rendering any evidence on the matter inadmissible»). Ότι ο Εναγόμενος 1 ανάφερε ότι οφείλει το ποσό αυτό στην «τράπεζα», δεν διαφοροποιεί τη κατάσταση αφού ήταν φανερό από το περιεχόμενο της όλης μαρτυρίας του, ότι όταν αυτός αναφερόταν στους Ενάγοντες χρησιμοποιούσε τη λέξη «τράπεζα». Η οφειλή του ποσού αυτού καθώς και το ότι η τελευταία φορά που καταβλήθηκε δόση ήταν στις 25.4.2002 προκύπτει επίσης και από την προσκομισθείσα από τους Ενάγοντες μαρτυρία. Σαν Τεκμήριο 4 κατατέθηκε κατάσταση λογαριασμού με συνημμένο πιστοποιητικό σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 35 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί από το Νόμο 32
(1)/04. Σε αυτό καταγράφεται με σαφήνεια ότι η επισυνημμένη κατάσταση λογαριασμού αποτελεί μέρος του αρχείου των Εναγόντων και υπογράφεται από αρμόδιο υπάλληλο. Παρά το ότι κανένας από τους μάρτυρες των Εναγόντων δεν εξήγησε με σαφήνεια τι αντιπροσωπεύει το οφειλόμενο ποσό των £7.078.00.- τούτο διαφαίνεται από την επιστολή τερματισμού ημερ. 24.2.2003 (Τεκμήριο 7), το περιεχόμενο της οποίος δεν έχει αμφισβητηθεί. Σύμφωνα με αυτή το ποσό των £1.817,64.- αξιώνεται σαν καθυστερημένα ενοίκια και το ποσό των £5.260.36- σαν αποζημιώσεις. Επί του ποσού των καθυστερημένων δόσεων και για τις περιόδους που αναφέρουν στην απαίτηση τους, οι Ενάγοντες αξιώνουν τόκους προς 12% ετήσια. Θα πρέπει επομένως να εξετασθεί κατά πόσο δικαιούνται του αξιούμενους αυτούς τόκους. Η σύμβαση συνομολογήθηκε στις 29.3.2001 και συνεπώς διέπεται από τον Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο, 160
(1)/99 ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 1.1.2001 και σύμφωνα με τον οποίο το επιτόκιο ελευθεροποιήθηκε χωρίς να καθορίζεται κανένα ανώτατο όριο για τις καθυστερημένες δόσεις που αφορούν την περίοδο από 29.5.2002 μέχρι 29.1.
- Στη συνομολογηθείσα σύμβαση ενοικιαγοράς (Τεκμήριο 2) και σύμφωνα με τον όρο 2(γ) συμφωνήθηκαν τα ακόλουθα: «Σε περίπτωση καθυστέρησης καταβολής οποιουδήποτε μισθώματος/δόσης, το καθυστερημένο ποσό θα φέρει επιπλέον χρέωση τόκου υπερημερίας από την ημέρα της καθυστέρησης μέχρι την εξόφληση του. Συμφωνείται ότι ο τόκος υπερημερίας θα είναι 5 εκατοστιαίες μονάδες μεγαλύτερος από το βασικό επιτόκιο της Τράπεζας του Ομίλου Λαϊκής, όπως θα ισχύει κατά τη χρονική στιγμή της υπερημερίας με αναφαίρετο δικαίωμα των ιδιοκτητών να αφαιρούν από οποιαδήποτε πληρωμή πρώτα τους τόκους υπερημερίας για καθυστερήσεις πέραν των δύο μηνών θα χρεώνεται επιπρόσθετο ποσοστό 1%». Το ύψος του βασικού επιτοκίου της Τράπεζας του Ομίλου Λαικής δεν καθορίζεται στην ίδια τη σύμβαση όμως το ύψος του για συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα δηλώθηκε από τους συνήγορους σαν παραδεκτό γεγονός. Η δήλωση όσον αφορά το θέμα αυτό ήταν ότι το επιτόκιο ανερχόταν στο 7% για την περίοδο από 1.1.2001 μέχρι 13.8.2001, στο 6,5% από 14.8.2001 μέχρι 20.9.2001, στο 6% από 21.9.2001 μέχρι 4.11.2001, στο 5,5%, από 5.11.2001 μέχρι 15.12.2002 και στο 5% από 16.12.
- Σύμφωνα με τη δήλωση των συνηγόρων και για την περίοδο που ενδιαφέρει το βασικό επιτόκιο ήταν 5.5.% για την περίοδο από 29.5.02 μέχρι 29.11.02, και 5% για την περίοδο από 29.12.
- Το επιτόκιο αυτό συμφωνήθηκε να είναι προσαυξημένο κατά 5 επιτόκιες μονάδες για κάθε καθυστερημένη δόση. Είναι συνεπώς το επιτόκιο του 12% το οποίο οι Ενάγοντες επιζητούν με την αγωγή τους πέραν των όσων έχουν συμφωνηθεί. Αυτοί δικαιούνται επιτόκιο ανερχόμενο στο 10,5% για τις καθυστερημένες δόσεις από 29.5.02 μέχρι 29.11.02 και επιτόκιο ανερχόμενο στο 10% για τις δόσεις από 29.12.02 μέχρι 29.1.
- Επιζητείται περαιτέρω από τους Ενάγοντες διάταγμα για παράδοση του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής DAB 510 στους Ενάγοντες έτσι ώστε αυτό να πουληθεί σε δημόσιο πλειστηριασμό και το προϊόν της πώλησης να διατεθεί για πληρωμή του οφειλόμενου ποσού. Όπως έχει προκύψει από τη δοθείσα μαρτυρία, το αυτοκίνητο από τις 2.6.2002 δεν βρίσκεται πλέον στη κατοχή του Εναγομένου 1 αλλά στη κατοχή της αστυνομίας. Η θέση αυτή προβλήθηκε από την υπεράσπιση και έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο, χωρίς ουσιαστικά να αμφισβητηθεί από τους Ενάγοντες οι οποίοι δήλωσαν άγνοια για το γεγονός. Πρέπει επομένως να εξετασθεί κατά πόσο παρέχεται η δυνατότητα έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος από τη στιγμή που το αυτοκίνητο δεν βρίσκεται στη κατοχή του Εναγομένου
- Στο Chitty on Contracts, Specific Contracts, 27η έκδοση, σ. 634, § 36-265 αναφέρονται τα ακόλουθα: «But since the owner can terminate the hiring at any time, he has an immediate right to possession of the goods and this entitles him to retake possession of them from the hirer, or to claim damages from any person who wrongfully interferes with the goods». Στο ίδιο σύγγραμμα στη σ. 635, στη § 36-269 αναφέρεται ότι: «Before the owner can lawfully repossess the goods let on hire, he must have a right to immediate possession of the goods, and so must prove that the hiring has determined or is terminable at will». Στο Halsbury´s Laws of England, 4η έκδοση, τεύχος 22, σ. 120, § 140 αναφέρεται ότι: «Where a third party is in possession of the chattel under a colourable title only, having acquired it from a debtor or creditor or hirer could give no title, the owner may render himself liable in an action of trespass if he forcibly removes the chattel instead of demanding it, and, on refusal to deliver, proceeding by way of an action of detinue or conversion». Στην § 142 του ίδιου συγγράμματος στη σ. 121, αναφέρονται τα ακόλουθα: «Once the agreement has been determined or repudiated by the debtor or hirer, all third persons, however innocent, who purport in any way to deal with the chattel are liable to action for wrongful interference with goods, unless protected by the law relating to sales in market overt, or by the factors Act. 1889, and may be sued by the creditor or owner in such an action or in any other action as may be appropriate». Για να είναι δυνατή η έκδοση διατάγματος παράδοσης του αντικειμένου της ενοικιαγοράς, αυτό θα πρέπει να «κατακρατείται» χωρίς δικαίωμα από τον ενοικιαγοραστή σύγγραμμα Atkin´s Court Forms, 2η έκδοση, τεύχος 20, σ. 348 και 349, «Forms» Αρ. 50 και 51 προκύπτει από τα όσα αναγράφονται κάτω από τον τίτλο «Judgments and Orders». Στην παρούσα υπόθεση δεν τίθεται τέτοιο θέμα. Αντίθετα και όπως έχει προκύψει από την προσκομισθείσα μαρτυρία ο ενοικιαγοραστής, Εναγόμενος 1, δεν έχει τη φυσική κατοχή του αυτοκινήτου, ούτε και δικαίωμα κατοχής, αφού αυτό έχει παύσει πλέον να ισχύει μετά τον τερματισμό της σύμβασης ενοικιαγοράς. Συνεπώς κρίνεται ότι εφόσον ο Εναγόμενος 1 δεν κατέχει και δεν κατακρατεί το αυτοκίνητο, δεν είναι δυνατό να εκδοθεί εναντίον του το αιτούμενο διάταγμα. Συνακόλουθα με όλα όσα έχουν εκτεθεί πιο πάνω εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων 1, 2, 3, 4 και 5 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα: α) Για το ποσό των £1,817.64.- που αντιστοιχεί στις καθυστερημένες δόσεις, πλέον τόκος επί του ποσού που αναλογεί σε κάθε δόση από την ημερομηνία της μη καταβολής της κάθε δόσης μέχρι εξόφλησης δηλαδή τόκους προς 10,5% για τις δόσεις από 29.5.2002 μέχρι 29.11.02 και 10% για τις δόσεις από 29.12.02 μέχρι 29.1.
- β) Για το ποσό £5.260,36.- με νόμιμο τόκο. πλέον έξοδα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Αναφορικά με την Ανταπαίτηση από τη στιγμή που οι θέσεις των Εναγομένων δεν έχουν γίνει αποδεκτές αυτή δεν μπορεί παρά να έχει απορριπτική κατάληξη. Συνακόλουθα η Ανταπαίτηση απορρίπτεται χωρίς έξοδα αφού Απαίτηση και Ανταπαίτηση συνεκδικάσθηκαν. (Υπ.) .................................................. Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής .../Ο.Ρ., Ε.Π. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο