← Κύπρος

ΠΑΝΔΩΡΑ ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ ΛΤΔ ν. Σάββα Ιακώβου Δημητρίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 1658/02, 19.12.2006

ΠΑΝΔΩΡΑ ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ ΛΤΔ ν. Σάββα Ιακώβου Δημητρίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 1658/02, 19.12.2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2006:A71 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1658/02 Μεταξύ: ΠΑΝΔΩΡΑ ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ ΛΤΔ από την Πάφο Εναγόντων και

  1. Σάββα Ιακώβου Δημητρίου από την Τάλα
  2. Χρυσόστομου Ιακώβου Δημητρίου από την Τάλα Εναγομένων ------------------------- Ημερομηνία: 19.12.2006 Αίτηση ημερ. 6.9.2006 Για Εναγόμενους-Αιτητές κ. Π. Αγγελίδης (για ν΄ ακούσει απόφαση κα Χρ. Αγά) Για Ενάγοντες-Καθ' ων η Αίτηση κ. Γ. Δημητριάδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση ζηττείται η έκδοση διατάγματος όπως «δοθεί παράταση ενός μηνός για την καταχώρηση της (α) διαταχθείσας εγγύησης και (β) της καταβολής των εξόδων που περιγράφονται στην απόφαση από την ημερομηνίας έκδοσης του διατάγματος». Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση της Σόφης Νικολάου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των Αιτητών, που συνοδεύει την αίτηση λόγω φόρτου εργασίας των δικηγόρων οι οποίοι χειρίζονται την υπόθεση και λόγω του ότι αναμένουν την έκθεση για την διαφορά αξίας των επιδίκων κτημάτων ως και την μεγάλη απασχόληση των τραπεζών για την καλοκαιρινή περίοδο δεν κατόρθωσαν να προβούν στην καταβολή των εξόδων και της απαραίτητης εγγύησης. Η αίτηση έγινε με μονομερή αίτηση και κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου επιδόθηκε στην άλλη πλευρά η οποία καταχώρησε ένσταση. Οι λόγοι ένστασης που αναφέρονται είναι οι ακόλουθοι: Η αίτηση στερείται τόσο δικονομικού όσου και ουσιαστικού φάσματος, είναι αόριστη και δεν προσδιορίζεται σε αυτήν η απόφαση του Δικαστηρίου για την οποία ζητείται παράταση χρόνου. Περαιτέρω, η αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου και θα παραβλάψει τα δικαιώματα των Εναγόντων διότι θα στερήσει σ΄ αυτούς να λάβουν άμεσα τους καρπούς της νίκης τους στο δικαστικό αγώνα που διεξήγαγαν. Η αίτηση γίνεται σε αργοπορημένο στάδιο και δεν περιέχει στοιχεία και δικαιολογητικά που να παρέχουν νομικό έρεισμα για έκδοση του διατάγματος. Η ένσταση στηρίζεται σε ένορκη δήλωση του Αιμίλιου Θεοδούλου στην οποία αναφέρονται οι λόγοι ένστασης. Αναφορικά με τον λόγο της μη συμμόρφωσης των Αιτητών με το εκδοθέν διάταγμα ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι ο λόγος που προβάλλεται του φόρτου εργασίας των δικηγόρων των Αιτητών και η δήθεν μεγάλη απασχόληση των τραπεζών κατά την καλοκαιρινή περίοδο δεν αποτελούν δικαιολογία για την παράλειψη των Αιτητών να συμμορφωθούν με οποιονδήποτε από τους όρους που τέθηκαν από το Δικαστήριο. Είναι γεγονός ότι στην αίτηση δεν καθορίζεται η απόφαση του Δικαστηρίου για την οποία ζητείται η παράταση της προθεσμίας συμμόρφωσης με τους όρους της. Όπως όμως προκύπτει από το φάκελο του Δικαστηρίου, στις 30.5.2006, μετά από ακρόαση, το Δικαστήριο αποφάσισε την αναστολή της απόφασης που εκδόθηκε στις 7.12.2005 μέχρι εκδίκασης της έφεσης που ασκήθηκε από τους Εναγόμενους, υπό τον όρο ότι οι Εναγόμενοι θα καταθέσουν στο Δικαστήριο το ποσό των £20.000 ή θα παράσχουν τραπεζική εγγυητική για ισάξιο ποσό ως εγγύηση και θα καταβάλουν στους δικηγόρους των Εναγόντων τα επιδικασθέντα έξοδα της αγωγής. Δόθηκε δε χρονικό διάστημα 15 ημερών στους Εναγομένους για να συμμορφωθούν με τους όρους αναστολής της εκτέλεσης της απόφασης. Οι Εναγόμενοι δεν συμμορφώθηκαν με τους όρους αυτούς και στις 6.9.2006 καταχώρησαν την παρούσα αίτηση. Σύμφωνα με τον κ. Αγγελίδη τέτοιου είδους αιτήματα συνήθως ικανοποιούνται από το Δικαστήριο σύμφωνα με την Αγγλική νομολογία και σύμφωνα με την Κυπριακή νομολογία ο μόνος περιορισμός που φαίνεται να τίθεται είναι σε περιπτώσεις όπου το διάταγμα έχει εκδοθεί εκ συμφώνου, κάτι που δεν έχει γίνει στη παρούσα περίπτωση. Από την άλλη ο κ. Δημητριάδης εισηγήθηκε ότι δεν δίδεται εξουσία στο Δικαστήριο να επεκτείνει το χρόνο που καθορίστηκε ως προϋπόθεση για την έκδοση διατάγματος αναστολής. Περαιτέρω ανέφερε ότι δεν δίδονται επαρκείς λόγοι για την μη συμμόρφωση των Αιτητών με το διάταγμα, η δε καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης είναι τέτοια που ισοδυναμεί με αδιαφορία και έλλειψη ενδιαφέροντος εκ μέρους των Αιτητών και θα πρέπει να απορριφθεί. Η αίτηση στηρίζεται στην Δ.57 θ.2 η οποία προνοεί τα ακόλουθα (σε ελεύθερη μετάφραση): «Το Δικαστήριο ή ο Δικαστής θα έχει εξουσία να επεκτείνει ή συντομεύει το χρόνο που καθορίζεται από αυτούς τους Κανονισμούς, ή ορίζεται από οποιοδήποτε διάταγμα για επέκταση χρόνου, για την τέλεση οποιασδήποτε πράξης ή τη λήψη οποιουδήποτε διαδικαστικού μέτρου, με τέτοιους όρους (εάν υπάρχουν) όπως θα ήταν προς το συμφέρον της δικαιοσύνης στη συγκεκριμένη περίπτωση, και μπορεί να διαταχθεί τέτοια επέκταση παρ΄ όλον ότι η σχετική αίτηση δεν γίνεται πριν την λήξη του χρόνου, που καθορίζεται ή επιτρέπεται: νοείται ότι όταν ο χρόνος για παράδοση οποιουδήποτε δικογράφου ή εγγράφου ή καταχώρηση ενόρκου δηλώσεως, απάντησης ή εγγράφου, ή τέλεση οποιασδήποτε πράξης είναι ή ήταν ορισμένος ή περιορισμένος από οποιαδήποτε οδηγία ή διάταγμα του Δικαστηρίου ή του Δικαστή, τα έξοδα οποιασδήποτε αίτησης για επέκταση του χρόνου και οποιουδήποτε διατάγματος, που εκδίδεται κατόπιν αίτησης, θα βαρύνουν το διάδικο, ο οποίος υποβάλλει την αίτηση εκτός εάν το Δικαστήριο ή ο Δικαστής διατάξει διαφορετικά.» Η Δ.27 Θ.2 είναι πανομοιότυπη με το αγγλικό Or.64, r.7 γι΄ αυτό και η Αγγλική Πρακτική όπως περιγράφεται στο White Book του 1958 είναι βοηθητική. Η εξουσία του Δικαστηρίου για παράταση του χρόνου δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσει όπου τα χρονικά περιθώρια προβλέπονται από τους θεσμούς αλλά επεκτείνεται και στις περιπτώσεις όπου αυτά ορίζονται από διατάγματα. Άλλωστε υπάρχει εγγενής εξουσία στο Δικαστήριο να παρατείνει το χρόνο που καθορίζεται σε ένα διάταγμα ώστε να αποφεύγεται η αδικία στους διαδίκους. Στη σελ. 1814 του White Book του 1958 αναφέρονται τα ακόλουθα: "The object of the rule is to give the Court a discretion to extend time with a view to the avoidance of injustice to the parties (Schafer v. Blyth

(1920)3 K.B. p.143; Saunders v. Pawley, supra, at p.237) "When an irreparable mischief would be done by acceding to a tardy application, it being a departure from the ordinary practice, the person who has failed to act within the proper time ought to be the sufferer, but in other cases the objection of lateness ought not to be listened to and any injury caused by delay may be compensated for by the payment of costs" (per Bramwell, L.J., in Atwood v. Chichester, 3 Q.B.D. p.723, C.A.). A special circumstance, however, such as excessive delay may induce a Court in its discretion to refuse to extend the time (per Jessel, M.R. Eaton v. Storer, 22 Ch.D. p.92, C.A.). The strictness of procedure in open Court is somewhat relaxed in Chambers (per Brett, L.J. Carter v. Stubbs, 6 Q.B.D. p.121, C.A.)." Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο σταθμίζει όλους τους σχετικούς παράγοντες με στόχο να αποφευχθεί η αδικία. Στα πλαίσια αυτά λαμβάνεται υπόψη από τη μια το δικαίωμα του διαδίκου να προχωρήσει με τη διαδικασία, δηλ. στη παρούσα περίπτωση να συμμορφωθεί με τους όρους του διατάγματος ημερ. 30.5.2006 έτσι ώστε να επιτευχθεί η αναστολή της απόφασης μέχρι εκδίκασης της έφεσης και από την άλλη τα δικαιώματα του αντιδίκου σε συνδυασμό με την ανάγκη ότι η αντιδικία θα πρέπει να έχει ένα τέλος. Η αίτηση για παράταση του χρόνου συμμόρφωσης με τους όρους ενός διατάγματος μπορεί να υποβληθεί και μετά την εκπνοή του χρόνου (βλ. Μαίρη Αθανασιάδη ν. Ηρώς Αλεξάνδρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 945). Όσο μικρότερο είναι το χρονικό διάστημα που διαρρέει μεταξύ της εκπνοής της προθεσμίας και της κίνησης του μηχανισμού για παράταση ανάλογα μεγαλύτερη είναι και η πιθανότητα αποδοχής του αιτήματος (Χόππη ν. Παναγή
(1993)1 Α.Α.Δ. 140 και Evand Promotions v. Rutman (αρ. 2) (19989 1 Α.Α.Δ. 2123). Στην υπόθεση Φάνος Χριστοδούλου ν. Laser Plastics Industry Ltd
(2004)1 A.A.Δ. 808 που με παρέπεμψε ο κ. Δημητριάδης το Ανώτατο Δικαστήριο εξέταζε αίτηση παράτασης του χρόνου καταχώρησης του περιγράμματος της γραπτής του αγόρευσης. Το αίτημα έγινε αποδεκτό μετά που το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η συμπεριφορά της δικηγόρου του αιτητή (ι) δεν υποδήλωνε καθυστέρηση που μπορούσε να εξισωθεί με αδιαφορία ή έλλειψη ενδιαφέροντος για τη συνέχιση της έφεσης (ιι) δεν εξυπακουόταν αδράνεια σε βαθμό που θα δικαιολογούσε την απόρριψη της αίτησης και (ιιι) δεν επηρεάζονταν ανεπανόρθωτα τα συμφέροντα της καθ΄ ης η αίτηση. Στην παρούσα υπόθεση το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 30.5.2006 καθόριζε προθεσμία 15 ημερών για να συμμορφωθούν οι εναγόμενοι με τους όρους που τίθενται στην απόφαση αυτή. Η παρούσα αίτηση καταχωρίστηκε 4 περίπου μήνες μετά την εκπνοή της προθεσμίας. Οι λόγοι που δίδονται για τη μη συμμόρφωση με τους όρους της αναστολής εκτέλεσης της απόφασης εντός της προκαθορισμένης προθεσμίας είναι (α) ο φόρτος εργασίας των δικηγόρων που χειρίζονται την υπόθεση (β) λόγω του ότι αναμένουν την έκθεση για τη διαφορά αξίας των επιδίκων κτημάτων και (γ) η μεγάλη απασχόληση των τραπεζών για την καλοκαιρινή περίοδο. Κανένας από τους λόγους αυτούς δεν θεωρώ ότι δικαιολογεί τη μεγάλη καθυστέρηση που παρατηρήθηκε. Ο δεύτερος λόγος που προβάλλεται δεν παρέχει εξήγηση πως η έκθεση για τη διαφορά αξίας των επιδίκων κτημάτων ήταν αναγκαία για την καταβολή της εγγύησης και των δικηγορικών εξόδων. Ο φόρτος εργασίας των δικηγόρων και η μεγάλη απασχόληση των τραπεζών που επικαλούνται οι αιτητές αποτελούν γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς που δεν μπορούν να αποτελέσουν αποδεκτή δικαιολογία για την αδράνεια των αιτητών για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα. Το Δικαστήριο που εξέτασε την αίτηση για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης έκρινε πως η αναστολή θα πρέπει να δοθεί υπό όρους για τους οποίους διέταξε συμμόρφωση εντός 15 ημερών. Οι αιτητές όχι μόνο δεν συμμορφώθηκαν με αυτούς εντός της καθορισμένης προθεσμίας αλλά ανέμεναν περίοδο περίπου 4 μηνών για να υποβάλουν την παρούσα αίτηση, δικαιολογώντας τη καθυστέρηση με γενικούς, αόριστους και ανεδαφικούς ισχυρισμούς. Με αυτά τα δεδομένα θεωρώ ότι η καθυστέρηση που παρατηρήθηκε ισοδυναμεί με αδιαφορία και έλλειψη ενδιαφέροντος και εξυπακούει αδράνεια σε βαθμό που θα δικαιολογούσε την απόρριψη της αίτησης. Δεν μου διαφεύγει το γεγονός ότι οι επιπτώσεις από την απόρριψη της αίτησης θα είναι σημαντικές για τα δικαιώματα των αιτητών ενώ δεν θα έχει καταλυτικές συνέπειες για την καθ΄ ης η αίτηση εταιρεία, όμως οι αιτητές μόνο τον εαυτό τους έχουν να μέμφονται για την αδιαφορία που επέδειξαν. Η θέση του κ. Αγγελίδη ότι συνήθως τέτοια διατάγματα δίδονται και μόνη εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις διαταγμάτων που εκδίδονται εκ συμφώνου δεν θεωρώ ότι αντικατοπτρίζει τη θέση της νομολογίας. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται δικαστικά αφού σταθμιστούν όλοι οι σχετικοί παράγοντες. Στην παρούσα περίπτωση η υπερβολική καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος και η έλλειψη βάσιμης δικαιολογίας γι αυτή τη καθυστέρηση δεν μπορεί να οδηγήσει σε άλλο συμπέρασμα παρά στο ότι οι αιτητές αδιαφόρησαν και αδράνησαν για την υποχρέωση τους να συμμορφωθούν με τους όρους του διατάγματος, στερώντας ταυτόχρονα την καθ ΄ ης η αίτηση εταιρεία από τους καρπούς της επιτυχίας τους. Για τους πιο πάνω λόγους η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα όπως θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.