← Κύπρος

Dickovita Kamkanamge Ramyalatha δια της πληρεξουσίου αντιπροσώπου της Βαλεντίνης Ομήρου ν. Ανδρέα Ιορδάνου, Αρ. Αγωγής: 2249/02, 22 Δεκεμβρίου 2006

Dickovita Kamkanamge Ramyalatha δια της πληρεξουσίου αντιπροσώπου της Βαλεντίνης Ομήρου ν. Ανδρέα Ιορδάνου, Αρ. Αγωγής: 2249/02, 22 Δεκεμβρίου 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2006:A72 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2249/02 Μεταξύ: Dickovita Kamkanamge Ramyalatha δια της πληρεξουσίου αντιπροσώπου της Βαλεντίνης Ομήρου, από την Πάφο Ενάγουσας - και - Ανδρέα Ιορδάνου από την Έμπα Εναγόμενου Και όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ.21.3.2006 Μεταξύ: Dickovita Kamkanamge Ramyalatha από τη Σρι Λάνκα Ενάγουσας - και - Ανδρέα Ιορδάνου από την Έμπα Εναγόμενου --------------------------------- Ημερομηνία: 22 Δεκεμβρίου 2006 Εμφανίσεις: Για Αιτητή/Ενάγοντα: κ. Χ. Χρίστης (κα. Μικελλίδου για να ακούσει απόφαση) Για Καθ' ων η Αίτηση/Εναγόμενο: κ. Λ. Μαυρίκιος (κα. Μαυρικίου για να ακούσει απόφαση) --------------------------------- Αίτηση τροποποίησης ημερομηνίας 9.10.2006 Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση επιδιώκεται τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης και συμπερίληψη σ' αυτήν ενός νέου ισχυρισμού στις λεπτομέρειες αμέλειας της οδηγού του μοτοποδηλάτου με αριθμούς εγγραφής VL711. Σύμφωνα με τον Αιτητή, η αίτηση θα πρέπει να εγκριθεί γιατί γίνεται καλόπιστα, ο αιτούμενος να εισαχθεί ισχυρισμός είναι ουσιώδης ως προς το θέμα της ευθύνης και η μη συμπερίληψη του στην υπεράσπιση οφείλεται σε παραδρομή. Η παράλειψη δικογράφησης του περιήλθε πρόσφατα στην αντίληψη του δικηγόρου του στα πλαίσια της μελέτης που έγινε για σκοπούς προετοιμασίας της ακρόασης της αγωγής. Η αίτηση συνάντησε την ένσταση της Καθ' ης η Αίτηση η οποία εισηγείται ότι θα πρέπει να απορριφθεί γιατί όπως υποστηρίζει δεν προβάλλεται ικανοποιητικός λόγος προς υποστήριξη της και γιατί με αυτή επιδιώκεται να εισαχθεί ένα νέο επίδικο θέμα σε πολύ καθυστερημένο στάδιο της διαδικασίας. Είναι η θέση της ότι με την αιτούμενη τροποποίηση επιδιώκεται ριζική αλλαγή της υφιστάμενης υπεράσπισης και προβάλλονται νέοι ισχυρισμοί που δεικνύουν κακοπιστία και οι οποίοι την θέτουν σε δυσμενή θέση που δεν μπορεί να αποτιμηθεί με τη καταβολή εξόδων. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων επιχειρηματολόγησαν υπέρ της θέσης του διαδίκου που ο καθένας εκπροσωπεί παραπέμποντας το Δικαστήριο σε σχετική νομολογία. Όπως προκύπτει από τη νομολογία μια φιλελεύθερη τάση επικρατεί στο θέμα της τροποποίησης, ιδιαίτερα όταν μια υπόθεση βρίσκεται σε αρχικό στάδιο δηλαδή πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Σύμφωνα με αυτή η τροποποίηση των δικογράφων επιτρέπεται σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, εφόσον κριθεί αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς. Εξαίρεση στη δυνατότητα τροποποίησης των δικογράφων, αποτελεί η περίπτωση που αυτή θα επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή όπου εκεί η κακή πίστη είναι εμφανής (βλ. Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Αζά

(1992)1 Α.Α.Δ. 704, Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934 και Fereos v. Martin Brothers
(1991)1 Α.Α.Δ. 387. Στην υπόθεση Geto v. M/V Vladimir Vaslyayev (αρ. 4)
(1993)1 Α.Α.Δ. 714 αποφασίσθηκε ότι το κυρίαρχο στοιχείο που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας είναι να παρασχεθεί στους διαδίκους η δυνατότητα να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου τις πραγματικές τους διαφορές. Το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας λαμβάνει υπόψη του παράγοντες με ποικίλλουσα βαρύτητα ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης (βλ. Βασιλειάδης v. Πετρολίνα 1994
(1)Α.Α.Δ. 14. Στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Αντρέας Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, στη σ. 562 της απόφασης λέχθηκε πως: «Όσο φιλελεύθερη και να δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση, το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας είναι το σύνολο των περιστατικών και η εισήγηση των Εφεσειόντων στην έκταση που την θέλει να ασκείται μόνο με αναφορά στο επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης, ανεξάρτητα δηλαδή από οτιδήποτε άλλο, δεν μας βρίσκει σύμφωνους». Αναφορικά με το ιστορικό της μέχρι σήμερα διαδικασίας και όπως αυτό προκύπτει από το φάκελο διαφαίνεται ότι το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο καταχωρήθηκε στις 11.7.2002 χωρίς να καταχωρηθεί εμφάνιση εκ μέρους του Εναγομένου. Μετά τη καταχώρηση στις 4.5.2004 της Έκθεσης Απαίτησης ακολούθησε η εκ μέρους του Εναγομένου καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης στις 17.1.
  1. Ακολούθησαν διάφορες ενδιάμεσες διαδικασίες, μεταξύ των οποίων δύο αιτήσεις για τροποποίηση του τίτλου της αγωγής με ημερ. 27.5.2005 και 2.12.2005, οι οποίες και οι δύο οδηγήθηκαν σε ακρόαση. Το Δικαστήριο που τις εκδίκασε, απέρριψε την πρώτη και εξέδωσε στη δεύτερη διάταγμα για τροποποίηση του κλητηρίου εντάλματος και της Έκθεσης Απαίτησης. Ακολούθησε καταχώρηση των τροποποιημένων δικογράφων και στη συνέχεια ενώ η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση ακολούθησε η καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης. Η παρούσα υπόθεση αφορά τροχαίο δυστύχημα στο οποίο η Ενάγουσα ενεπλάκη ενώ επέβαινε σαν επιβάτης στο μοτοποδήλατο με αριθμούς εγγραφής VL711 και οδηγό κάποια Kumundunie Perera Batawala. Λεπτομέρειες της αμέλειας της οδηγού αυτής εκτίθενται στη καταχωρηθείσα Έκθεση Υπεράσπισης. Παρά το γεγονός αυτό, η οδηγός του μοτοποδηλάτου δεν κλήθηκε από τον Εναγόμενο να λάβει μέρος στη διαδικασία της αγωγής σαν τριτοδιάδικος και ποτέ δεν έχει καταχωρηθεί για το σκοπό αυτό οποιαδήποτε αίτηση. Όπως είναι νομολογημένο εκείνο που θα πρέπει να εξετασθεί είναι κατά πόσο, η επιδιωκόμενη τροποποίηση θα βοηθήσει στον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς που υπάρχει μεταξύ των υφιστάμενων διαδίκων (βλ. Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Αζά, πιο πάνω). Από τη στιγμή που η οδηγός του μοτοποδηλάτου με αριθμό εγγραφής VL711, δεν κλήθηκε σαν τριτοδιάδικος και δεν είναι διάδικος στη διαφορά η τυχόν ευθύνη που θα μπορούσε να έχει στην πρόκληση του δυστυχήματος δεν αποτελεί επίδικο θέμα στην αγωγή. Επίδικο θέμα αποτελεί μόνο η τυχόν αμέλεια του Εναγομένου έναντι της Ενάγουσας. Γεννάται συνεπώς το ερώτημα που αποσκοπεί η αιτούμενη τροποποίηση αφού το νέο στοιχείο αμέλειας του οποίου επιδιώκεται η εισαγωγή, καμία σχέση δεν έχει με την υπεράσπιση του Εναγομένου έναντι της απαίτησης της Ενάγουσας. Είναι τέτοιας σημασίας που θα εξυπηρετήσει τα συμφέροντα των διαδίκων και κατ' επέκταση τα συμφέροντα της δικαιοσύνης; Σχετικά είναι τα όσα αναφέρονται στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική του 1958 τεύχος 1, σ.
  2. «Immaterial and Useless Amendments. The Court will always look at the materiality of the proposed amendment (Wood v. Earl of Durham, 21 Q.B.D. 501). An inconsistent or useless amendment will not be allowed (Sinclair v. James, [1894] Ch. p. 557; Durham v. Robertson, [1898] 1 Q.B. p. 774; Bevan v. Barnett, 13 T.L.R. 310); nor an addition of a claim which the plaintiff had precluded himself from raising (Morel Brothers v. Westmoreland, [1903] 1 K.B. p.77; [1904] A.C.11). Leave will not be given to amend a defence by adding a plea which was no answer to the action (The Central Queensland Meat, etc., Co. v. Gallop, 8 T.L.R.225); nor to add an unnecessary counterclaim (not allowed in Marshall v. Langley, [1889] W.N. 222, and Factories Insurance Co., Ltd v. Anglo-Scottish, etc.
(1913), 29 T.L.R. 312, C.A.); nor to add as defendants persons who are not liable on the contract sued on, or to make any other amendment raising a case which must fail (Jones v. Hughes, [1905] 1 Ch. p. 187). A bad plea of foreign law added by amendment at Chambers was struck out in the C.A. (Machado v. Fontes, [1897] 2 Q. B. 231). So if at the trial an amendment turns out to be useless and such as ought never to have been asked for, the party who applied for it will be mulcted in costs (Litchfield v. Dreyfus, [1906] 1 K.B. p. 590)». Όπως συνάγεται από το πιο πάνω απόσπασμα, ένας παράγοντας που το Δικαστήριο θα πρέπει να συνυπολογίσει κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας είναι η αναγκαιότητα και χρησιμότητα της τροποποίησης. Και στην υπό κρίση αίτηση για τους λόγους που εξηγήθηκαν πιο πάνω, κρίνεται ότι από τη στιγμή που δεν υφίσταται εναντίον της οδηγού του μοτοποδηλάτου με αριθμούς εγγραφής VL711 διαδικασία τριτοδιάδικου η αιτούμενη τροποποίηση δεν είναι ούτε χρήσιμη, ούτε αναγκαία στην υπόθεση του Εναγομένου, ούτε και θα βοηθήσει στην επίλυση της διαφοράς που υπάρχει μεταξύ των υφιστάμενων διαδίκων. Παρά το ότι η τύχη της αίτησης έχει πλέον κριθεί, αξίζει να σημειωθεί ότι η αιτιολογία που δίδεται για τη μη συμπερίληψη του αιτούμενου να εισαχθεί τώρα ισχυρισμού η οποία αποδίδεται σε παραδρομή προβάλλεται με πολλή γενικότητα και χωρίς να επεξηγείται καθόλου που συνίσταται η παραδρομή και πού οφείλεται. Είναι νομολογημένο ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται πάντοτε δικαστικά και στη βάση δεδομένων. Εκείνος ο οποίος επιζητεί την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς όφελος του, οφείλει να θέτει ενώπιον του τα απαραίτητα δεδομένα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο Αιτητής δεν έχει θέσει όπως θα έπρεπε ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα απαραίτητα στοιχεία που να δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας υπέρ της έγκρισης της αίτησης, με αποτέλεσμα να μην έχει πετύχει να καταδείξει με ένορκο μαρτυρία τα πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν την αίτηση και τα οποία το Δικαστήριο θα έπρεπε να συνυπολογίσει για να ασκήσει ορθά τη διακριτική του ευχέρεια. Παρά τη φιλελεύθερη τάση που επικρατεί, η υποχρέωση του Αιτητή να αιτιολογήσει επαρκώς το λόγο που αιτείται τη τροποποίηση εξακολουθεί να υφίσταται. Και αυτό δεν το πράττει ο Αιτητής. Αντίθετα προβάλλει το αίτημα του με πολλή γενικότητα αποδίδοντας την παράλειψη δικογράφησης του συγκεκριμένου ισχυρισμού σε παραδρομή, την οποία δεν προσδιορίζει. Δεν συγκεκριμενοποιεί που συνίσταται η παραδρομή την οποία επικαλείται ούτε και που οφείλεται. Τυχόν έγκριση της αίτησης με βάση τη γενική αυτή αναφορά σε παραδρομή θα ισοδυναμούσε με άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς όφελος του Αιτητή ανεξάρτητα και χωρίς συνυπολογισμό των λόγων ένεκα των οποίων οι ισχυρισμοί αυτοί δεν δικογραφήθηκαν από την αρχή. Είναι προφανές από όλα όσα έχουν εκτεθεί πιο πάνω ότι η αίτηση θα έχει απορριπτική κατάληξη. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος του Αιτητή/Εναγομένου και υπέρ της Καθ΄ ης η Αίτησης/Ενάγουσας τα οποία να υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο και να καταβληθούν στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) .............................................. Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής .../Ο.Ρ.,Ε.Π. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.