Χαράλαμπου Χριστοφόρου ν. Ευρυπίδη Ρουμπά, Αρ. Αγωγής: 38/03, 22 Δεκεμβρίου 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2006:A74 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 38/03 Μεταξύ: Χαράλαμπου Χριστοφόρου από την Πάφο Ενάγοντα - και - Ευρυπίδη Ρουμπά από την Πάφο Εναγομένου --------------------------------- Ημερομηνία: 22 Δεκεμβρίου 2006 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κ. Σ. Φασουλιώτης (κα. Ρ. Ευσταθίου για να ακούσει απόφαση) Για Εναγόμενο: κ. Μ. Κυπριανού (κα. Ζυμπουλάκη για να ακούσει απόφαση) --------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή ο Ενάγοντας αξιώνει εναντίον του Εναγομένου το ποσό των £23.000.06.- το οποίο σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του οφείλει να του καταβάλει αφού αποτελεί το ποσό που του αναλογεί από το διαμοιρασμό των ζημιών που προέκυψαν από τη λειτουργία κοινού χαρτοφυλακίου για αγορά μετοχών. Βάση της αξίωσης του Ενάγοντα αποτελεί συμφωνία που συνομολογήθηκε μεταξύ των διαδίκων κατά/ή περί τις 11.9.
- Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του όπως εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησης συμφωνήθηκε το άνοιγμα κοινού επενδυτικού λογαριασμού στην εταιρεία Share Link Securities Ltd για δημιουργία κοινού χαρτοφυλακίου με αγορά μετοχών δημοσίων εταιρειών εισηγμένων στο χρηματιστήριο. Ήταν όρος της συμφωνίας ότι ο κάθε ένας από τους διαδίκους θα κατέθετε στο κοινό λογαριασμό ποσό £50.000.00.-. Τηρώντας τα συμφωνηθέντα ο Ενάγοντας κατάθεσε το ποσό των £50.000.00.- το οποίο χρησιμοποιήθηκε σχεδόν άμεσα για την αγορά μετοχών, αντίθετα από τον Εναγόμενο ο οποίος παρέλειψε να το πράξει ακόμα και μετά τις οχλήσεις του Ενάγοντα. Λόγω της παράλειψης του Εναγομένου να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις του, ο Ενάγοντας με επιστολή του δικηγόρου του ημερ. 18.12.2002 τερμάτισε τη μεταξύ τους συμφωνία και κάλεσε τον Εναγόμενο να του καταβάλει το ποσό των £23.000.06.- το οποίο όπως υποστηρίζει οφείλει να του καταβάλει σαν το μερίδιο του στις ζημιές που προέκυψαν στο μεταξύ από τη λειτουργία του χαρτοφυλακίου. Ο Εναγόμενος προβάλλοντας με την Υπεράσπιση του τη δική του εκδοχή δέχεται τη συνομολόγηση της συμφωνίας για άνοιγμα κοινού επενδυτικού λογαριασμού, ισχυρίζεται όμως διαφορετικότητα των όρων της. Σύμφωνα με τους δικούς του ισχυρισμούς το συνολικό ποσό που θα κατατίθετο στον κοινό λογαριασμό ήταν του ύψους των £50,000.00- και αναλογούσε στις £25.000.00.- για τον κάθε ένα από τους διάδικους. Το μερίδιο του Εναγομένου θα το κατέβαλλε ο Ενάγοντας, ο οποίος σαν αντάλλαγμα θα λάμβανε από τον πρώτο 6.000 μετοχές, κατηγορίας Α΄, της Global Consolidator Ltd που κατείχε ο Εναγόμενος. Τηρώντας τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας και ενεργώντας όπως είχε συμφωνηθεί, κατάθεσε ο μεν Ενάγοντας το ποσό των £50.000.00.- στο κοινό λογαριασμό και ο Εναγόμενος παρέδωσε στον Ενάγοντα τον τίτλο των 6.000 μετοχών. Στη συνέχεια προέβησαν σε πολλές πράξεις αγοραπωλησίας μετοχών. Κατά την ακροαματική διαδικασία προς υποστήριξη της υπόθεσης του κατάθεσε μόνο ο ίδιος ο Ενάγοντας ενώ για την υπεράσπιση κατάθεσαν ο Εναγόμενος και ο Νεόφυτος Νεοφύτου. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι επιχειρηματολόγησαν υπέρ της θέσης του διαδίκου που ο καθένας εκπροσωπεί προβάλλοντας ο καθένας αντίστοιχες νομικές θέσεις και επιχειρήματα. Η παρούσα υπόθεση είναι πολιτικής φύσης και σαν τέτοια κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Ο Ενάγοντας έχει το βάρος να αποδείξει τους ισχυρισμούς του που εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησης. Σύμφωνα με τα όσα ο Ενάγοντας μαρτύρησε, μαζί με τον Εναγόμενο με τον οποίο διατηρούσαν πολύ στενές, φιλικές σχέσεις δημιούργησαν συνεταιρισμό Κατά ή περί τις 11.9.2000 συμφώνησαν και άνοιξαν κοινό λογαριασμό στον οποίο θα κατέθεταν £50.000.00.- ο κάθε ένας με σκοπό να κάμουν κοινές επενδύσεις στο χρηματιστήριο. Αυτή ήταν όπως τη χαρακτήρισε η «αρχική» συμφωνία. Ο ίδιος και σύμφωνα με τα όσα συμφωνήθηκαν κατάθεσε στο κοινό λογαριασμό τις £50.000.00.- που αναλογούσαν στη δική του συμμετοχή. Το ποσό αυτό χρησιμοποιήθηκε την ίδια και την επόμενη μέρα για αγορά μετοχών. Ο Εναγόμενος δεν έπραξε το ίδιο αναβάλλοντας αρκετές φορές τη κατάθεση του δικού του μεριδίου, των υπολοίπων £50.000.00.- Όταν μετά την παρέλευση τεσσάρων με πέντε μηνών, περί τον Φεβρουάριο ή Μάρτιο του 2001, ο Εναγόμενος του εκμυστηρεύθηκε ότι δεν μπορούσε να καταθέσει στο κοινό λογαριασμό το ποσό των £50.000.00.- ο ίδιος "αρκέσθηκε" όπως ο Εναγόμενος του καταβάλει το ποσό των £25.000.00.- που ήταν το μερίδιο του στις ζημιές που είχαν ήδη δημιουργηθεί. Ο Ενάγοντας δέχθηκε τη νέα αυτή διευθέτηση γιατί όπως είπε έκρινε ότι ήταν προς το συμφέρον του. Αναγνωρίζοντας την επιστολή ημερ. 18.12.2002, (Τεκμήριο 2) είπε ότι αυτή ήταν η επιστολή με την οποία τερματίσθηκε η "αρχική" συμφωνία και ότι με αυτή εζητείτο η καταβολή του ποσού των £23.000.06.- για τη ζημιά που προκλήθηκε από το συνεταιρισμό. Παρά τη γενικότερη θετική εντύπωση που σχημάτισα για τον Ενάγοντα σαν μάρτυρα της αλήθειας δεν μπορώ να δεχθώ τη μαρτυρία του στην ολότητα της. Και αυτό γιατί μέρος της δεν βρίσκει έρεισμα στις δικογραφημένες του θέσεις. Συγκεκριμένα δεν μπορώ να αποδεχθώ ότι με τον Εναγόμενο δημιούργησαν συνεταιρισμό, ούτε ότι μετά την "αρχική" συμφωνία ημερ. 11.9.00 και όταν ο Εναγόμενος του εκμυστηρεύθηκε ότι δεν μπορούσε να καταθέσει στο κοινό λογαριασμό το ποσό των £50.000.00.- συμφώνησαν όπως του καταβάλλει το ποσό των £25.000.00.- σαν το μερίδιο του στις ζημιές που στο μεταξύ είχαν δημιουργηθεί. Από τη μαρτυρία του αποδέχομαι μόνο ότι στις 11.9.2000 συμφώνησαν με τον Εναγόμενο, το άνοιγμα κοινού λογαριασμού για δημιουργία κοινού χαρτοφυλακίου. Στο λογαριασμό αυτό ο καθένας από αυτούς θα κατέθετε ποσό £50.000.00.- Ο Ενάγοντας κατάθεσε το ποσό των £50.000 όπως είχε συμφωνηθεί σε αντίθεση με τον Εναγόμενο που παρέλειψε να το πράξει. Στις 14.11.02 και 18.12.02 ο Ενάγοντας απέστειλε στον Εναγόμενο επιστολές με αντίστοιχες ημερομηνίες τις οποίες και ο τελευταίος παρέλαβε. Ο Εναγόμενος παρά το ότι με επιμονή και αρκετή σταθερότητα μπορώ να πω προέβαλε τη δική του εκδοχή, από την όλη στάση και συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα είμαι πεπεισμένη ότι δεν είπε την αλήθεια. Όταν απαντούσε απέφευγε να κοιτάζει προς το Δικαστήριο ενώ το ύφος και ο τρόπος του δεν έπειθαν για την ειλικρίνεια του. Καθυστερούσε να απαντήσει τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν και όταν απαντούσε έδειχνε να σκέφτεται και να υπολογίζει τι θα πει. Σε πολλές ερωτήσεις ειδικότερα κατά το στάδιο της αντεξέτασης ήταν ειρωνικός, απέφευγε να απαντά με ευθύτητα, προβάλλοντας γενικόλογους και αόριστους ισχυρισμούς. Σε ορισμένες περιπτώσεις η αμηχανία του ήταν έκδηλη και απαντούσε με υπεκφυγές εκτρέποντας την απάντηση προς άλλες κατευθύνσεις. Για όλους τους πιο πάνω λόγους απορρίπτω πλήρως τη μαρτυρία του. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσε τέλος ο Νεόφυτος Νεοφύτου (Μ.Υ. 2). Αυτός ανάφερε ότι περί το τέλος Αυγούστου του 2000, του τηλεφώνησε ο Εναγόμενος. Σε ανοικτή ακρόαση μίλησε μαζί του και με κάποιο Πάμπο. Τον ρώτησαν αν ενδιαφέρεται να πουλήσει 6.000 μετοχές της εταιρείας Global Soft προς £3.00.- τη μετοχή. Από ότι θυμόταν ο Εναγόμενος όσο και ο Πάμπος του μιλούσαν μαζί και από ότι κατάλαβε και οι δύο μαζί του πρότειναν την αγορά των μετοχών. Επειδή όμως είχε ήδη πουλήσει προηγουμένως άλλες μετοχές της ίδιας εταιρείας προς £5.50.- τη μετοχή, θεώρησε τη τιμή χαμηλή και αρνήθηκε την πώληση. Παρά το ότι αυτός μαρτύρησε με θετικό τρόπο και μου έκαμε καλή εντύπωση σαν μάρτυρας της αλήθειας κρίνεται ότι η μαρτυρία του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Και αυτό γιατί εκτός του ότι τα όσα ανέφερε δεν είναι σχετικά με τα επίδικα θέματα, τα όσα προέβαλε δεν τέθηκαν στον Ενάγοντα κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του έτσι ώστε αυτός να δώσει τη δική του εκδοχή. Με βάση την μαρτυρία που έχει γίνει αποδεκτή καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Στις 11.9.2000 οι διάδικοι συμφώνησαν μεταξύ τους να προβούν στο άνοιγμα κοινού λογαριασμού και τη δημιουργία κοινού χαρτοφυλακίου για αγορά μετοχών με τη καταβολή ποσού £50.000.00.- ο καθένας. Ο Ενάγοντας τηρώντας τα συμφωνηθέντα κατάθεσε στο κοινό λογαριασμό ποσό £50.000.00.- το οποίο χρησιμοποιήθηκε για αγορά μετοχών, σε αντίθεση με τον Εναγόμενο ο οποίος κατά παράβαση της συμφωνίας παρέλειψε να το πράξει. Σαν αποτέλεσμα ο Ενάγοντας του απέστειλε τις επιστολές με ημερομηνίες 14.11.02 και 18.12.02 τις οποίες ο Εναγόμενος παρέλαβε. Ο λογαριασμός αυτός παρουσίαζε στις 18.12.02 πιστωτικό υπόλοιπο ύψους £3.999,87.- πλέον δεδουλευμένους τόκους και στις 31.12.02 ποσό £4.082,72.- συμπεριλαμβανομένου του τόκου ο οποίος κεφαλαιοποιήθηκε. Είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι η δικογραφία αποτελεί το αποκλειστικό μέσο για τον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων. Τα δικόγραφα αποτελούν τα θεμέλια της δίκης και το Δικαστήριο λαμβάνει πάντα υπόψη και αξιολογεί τη μαρτυρία που συνάδει με αυτά. (βλ. Θεοφάνης Καζάκου v. Δωρέττα Αβρααμίδου κ.α. 2000 Α.Α.Δ.
- Η εξέταση θεμάτων που δεν περιλαμβάνονται στα δικόγραφα δεν είναι επιτρεπτή (βλ. Ανδρέας Πάπαλλος κ.α. v. Sally Hodgston κ.α. 2000, 1706). Στην υπό κρίση υπόθεση και όπως προκύπτει από την Έκθεση Απαίτησης ο Ενάγοντας βασίζει την αξίωση του αποκλειστικά στη συμφωνία που συνομολογήθηκε μεταξύ των διαδίκων στις 11.9.00 για άνοιγμα κοινού λογαριασμού και δημιουργία κοινού χαρτοφυλακίου. Καμιά άλλη βάση ή αιτία αγωγής εκτός της συμφωνίας αυτής δεν προβάλλεται. Ο Ενάγοντας μετά την παράλειψη του Εναγομένου να καταθέσει στο λογαριασμό το ποσό που συμφώνησαν απαιτεί από αυτόν να του καταβάλει το ποσό των £23.000.06.- υπό μορφή διαμοιρασμού της ζημιάς που προκλήθηκε από τη λειτουργία του κοινού χαρτοφυλακίου το οποίο συστάθηκε βάσει της συμφωνίας αυτής. Δεν έχει δικογραφηθεί ούτε και καμία μαρτυρία προσκομίσθηκε αναφορικά με το είδος της συνεργασίας, την ύπαρξη και το περιεχόμενο οποιωνδήποτε όρων στη συμφωνία σε σχέση με τη σύσταση και λειτουργία του λογαριασμού και τις υποχρεώσεις των μερών. Ειδικότερα δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου κατά πόσο υπήρξε ή όχι οποιαδήποτε πρόνοια στη συμφωνία αυτή σε σχέση με τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα των μερών στην περίπτωση πρόκλησης ζημιών. Το ζήτημα κάλυψης των ζημιών που προκλήθηκαν, καλύφθηκε όπως είπε ο Ενάγοντας με μεταγενέστερη συμφωνία που έγινε μεταξύ των διαδίκων περί τον Φεβρουάριο ή Μάρτιο του
- Ενδεικτικό της ύπαρξης δεύτερης συμφωνίας είναι ότι ο Ενάγοντας σε όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του αναφερόμενος στη συμφωνία ημερ. 11.9.2000 την αποκαλούσε συνέχεια σαν την "αρχική" συμφωνία. Ανάφερε χαρακτηριστικά σε κάποιο σημείο της μαρτυρίας του «Ο Εναγόμενος μου κατέστησε σαφές ότι σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να καταθέσει £50.000.00.-.... Μετά από αυτά που μου διευκρίνισε αποφάσισα ότι το πιο καλό για μένα ήταν αντί να καταθέσει τις £50.000.00.- να αρκεσθώ να μου δώσει τις £25.000.00.- κάτι για το οποίο συμφώνησε». Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω, όταν ο Εναγόμενος δήλωσε στον Ενάγοντα την αδυναμία του να καταθέσει το ποσό των £50.000.00.- τότε ο τελευταίος τον απάλλαξε από την υποχρέωση του αυτή που πήγαζε από τη συμφωνία ημερ. 11.9.
- Τη συμφωνία αυτή αντικατέστησε η μεταγενέστερη συμφωνία που συνομολογήθηκε κατά ή περί τον Φεβρουάριο ή Μάρτιο του
- Με αυτή ο Ενάγοντας δέχθηκε όπως ο Εναγόμενος του καταβάλει το ποσό των £25.000.00.- "αντί" να καταθέσει τις £50.000.00.- στο κοινό λογαριασμό. Η συνομολόγηση όμως και η ύπαρξη της δεύτερης αυτής συμφωνίας δεν δικογραφείται. Τα όσα επί του θέματος ανάφερε ο Ενάγοντας, δεν βρίσκουν έρεισμα στη δικογραφία με αποτέλεσμα να μην μπορούν να ληφθούν υπόψη. (βλ. Παπακοκκίνου κ.α. v. Θεοδοσίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 379, Παπακοκκίνου v. Λούη Κλάππα Investments Services Ltd,
(1991)1 A.A.Δ. 24, Παφίτης v. Κακουρής
(1992)1 Α.Α.Δ.
- Η παράλειψη αυτή του Ενάγοντα στην δικογράφηση των ισχυρισμών του αυτών για συνομολόγηση συμφωνίας κατά ή περί τον Φεβρουάριο ή Μάρτιο του 2001 είναι καταλυτική σημασίας για την τύχη της αγωγής. Αξίζει όμως περαιτέρω να σημειωθεί ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι η μείωση και εξανεμισμός σχεδόν του ποσού που κατατέθηκε από τον Ενάγοντα οφειλόταν στην παράλειψη του Εναγομένου να καταθέσει και εκείνος στο κοινό λογαριασμό το ποσό που είχε συμφωνηθεί. Ο Ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει ότι η μείωση της αξίας του χαρτοφυλακίου οφείλεται στην παράλειψη του Εναγομένου να εκπληρώσει τη συμβατική του υποχρέωση με τη κατάθεση του συμφωνηθέντος χρηματικού ποσού. Το γεγονός ότι από τη λειτουργία του κοινού χαρτοφυλακίου παραμένει στο λογαριασμό μόνο ένα μικρό υπόλοιπο δεν αποδεικνύει δίχως άλλο, ότι η απώλεια του χρηματικού ποσού που κατάθεσε ο Ενάγοντας προέκυψε λόγω αυτής της παράλειψης του Εναγομένου. Τίποτε δεν προδιαγράφει ποια θα ήταν η εξέλιξη της πορείας του χαρτοφυλακίου και ποιο υπόλοιπο θα παρουσίαζε ο λογαριασμός στην περίπτωση που ο Εναγόμενος κατέθετε το ποσό που συμφωνήθηκε εκπληρώνοντας την υποχρέωση του δυνάμει της συμφωνίας ημερ. 11.9.
- Ακόμα και ο ίδιος ο Ενάγοντας, ερωτώμενος κατά την αντεξέταση, ποια θα ήταν η αξία του χαρτοφυλακίου στην περίπτωση που ο Εναγόμενος κατέθετε το ποσό των £50.000.00.- απάντησε ότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει και απλώς πιθανολόγησε τη θετική του πορεία. Εισηγήθηκε τέλος ο ευπαίδευτος συνήγορος του Ενάγοντα ότι η αρχή του αδικαιολόγητου πλουτισμού βρίσκει εφαρμογή στην παρούσα περίπτωση. Ήταν η θέση του ότι ο Ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία με βάση τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού παρά το ότι δεν τίθεται ρητά στην Έκθεση Απαίτησης. Παρέπεμψε το Δικαστήριο στην υπόθεση Kennedy Hotels Ltd v. Haig Indjirdjian, 1992 (Α.Α.Δ.) 400, στην οποία αποφασίσθηκε ότι δεν αποκλείεται η παροχή θεραπείας άλλης από εκείνη που επιζητείται, φτάνει τα γεγονότα που τη δικαιολογούν να στοιχειοθετούνται στην Έκθεση Απαίτησης. Στην παρούσα υπόθεση ο Ενάγοντας στο παρακλητικό της Έκθεσης Απαίτησης αξιώνει το ποσό των £23.000.06.- βασιζόμενος αποκλειστικά στην παράβαση από μέρους του Εναγομένου της υποχρέωσης του που προέκυπτε από τη συμφωνία ημερ. 11.9.2000 ενώ όλα τα γεγονότα που προβάλλονται στο σώμα της Έκθεσης Απαίτησης αφορούν και περιστρέφονται γύρω από τη συμφωνία αυτή. Κανένα άλλο γεγονός δεν δικογραφείται το οποίο να παραπέμπει σε αδικαιολόγητο πλουτισμό του Εναγομένου σε βάρος του Ενάγοντα. Κανένα γεγονός δεν περιέχεται στην Έκθεση Απαίτησης που να επιτρέπει την εξέταση της υπόθεσης μέσα από το πρίσμα εφαρμογής των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Συνακόλουθα με όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος του Ενάγοντα και υπέρ του Εναγομένου όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .......................................... Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής .../Ο.Ρ., Ε.Π. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο