ALFA CONCRETE LTD ν. ATHINODOROU BROS SUPER BETON LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 586/06, 29.12.2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2006:A75 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 586/06 Μεταξύ: ALFA CONCRETE LTD από τη Λεμεσό Ενάγουσας Και 1. ATHINODOROU BROS SUPER BETON LTD από την Πάφο 2. Ανδρέα Γεωργίου από την Πάφο 3. Ανδρέα Ευσταθίου από την Πάφο 4. Μιχαλάκη Αθηνοδώρου 5. Χριστάκη Αθηνοδώρου 6. Γιώργου Κουκλή 7. Κυριάκου Αντωνίου 8. Γιώργου Ευριπίδου 9. Πηνελόπης Αθηνοδώρου Εναγομένων ---------------------- Ημερομηνία: 29.12.2006 Αίτηση ημερ. 14.2.2006 Για Ενάγουσα-Αιτήτρια κ. Φιλίππου (Για ν΄ ακούσει απόφαση η κα Ρ. Μαλλή) Για Εναγόμενους 1, 4, 5, 6, 7, 8 και 9 - Καθ΄ ων η Αίτηση κ. Παμπορίδης με κα Κυθραιώτου και για κα Αθηνοδώρου (Για ν΄ ακούσει απόφαση κ. Λ. Χ"Νεοφύτου) Για Εναγόμενους 2 και 3 - Καθ΄ ων η Αίτηση κ. Γ. Χ"Νεοφύτου (Για ν΄ ακούσει απόφαση κ. Λ. Χ"Νεοφύτου) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση ζητείται ενδιάμεσο προσωρινό διάταγμα με το οποίο να επιβάλλεται επιβάρυνση στις μετοχές οι οποίες εκδόθηκαν στο όνομα των Εναγομένων 2 και 3 ή που οι Εναγόμενοι 2 και 3 δικαιούνται να εκδοθούν στο όνομα τους και που περιγράφονται στην αίτηση, με τις ακόλουθες συνέπειες: «(
- i)την απαγόρευση μεταβιβάσεων, πωλήσεων, πληρωμών ή άλλων συναλλαγών σχετικά με τις Μετοχές, (
- ii)την απαγόρευση πληρωμής μερισμάτων από τις Μετοχές στου 2 και/ή 3 τα οποία να κατακρατούνται σε ξεχωριστό λογαριασμό και να αποτελούν μέρος των επιβαρυμένων μετοχών μέχρι πέρατος της παρούσης αγωγής ή/και μέχρι νεωτέρας διαταγής του δικαστηρίου.» Περαιτέρω ζητείται προσωρινό διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στους Εναγομένους να πωλήσουν, αποξενώσουν, διαθέσουν ή επιβαρύνουν τόση από την ακίνητη περιουσία τους που δεν υπερβαίνει συνολικά την απαίτηση των Εναγόντων μέχρι αποπεράτωσης της αγωγής. Η αίτηση στηρίζεται σε ένορκη δήλωση του Ανδρέα Αντωνίου ο οποίος αναφέρει ότι βρίσκεται στην υπηρεσία της Ενάγουσας και στην οποία αναφέρονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: Η Ενάγουσα και η Εναγόμενη 1 είναι δημόσιες εταιρείες οι οποίες διεξάγουν μεταξύ άλλων επιχειρήσεις παραγωγής και παράδοσης προκατασκευασμένου μπετόν. Ο Εναγόμενος 2 είναι Μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου και Διευθυντής της Εναγόμενης 1, ο δε Εναγόμενος 3 μέτοχος της Εναγομένης 1. Οι Εναγόμενοι 4 μέχρι 9 ήταν και συνεχίζουν να είναι σύμβουλοι της Εναγομένης 1 και υπέχουν ευθύνη σύμφωνα με τις πρόνοιες του Περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Νόμου. Θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιες τις παραγράφους 7 μέχρι 12 της ένορκης δήλωσης οι οποίες αναφέρουν τα ακόλουθα: «7. Κατά ή προ της 28.7.2000, η εναγόμενη 1, και/ή οι κύριοι μέτοχοι της όπως επίσης και οι εναγομένοι 2 και 3 και άλλοι κατασκευαστές ετοίμου σκυροδέματος στην Πάφο, συμφώνησαν στην ένταξη τους στην εναγόμενη 1 με έκδοση προς τούτους μετοχών στο κεφάλαιο της και τη συνακόλουθη εισαγωγή των μετοχών της εναγομένης 1 στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου. 8. Σε εφαρμογή των ανωτέρω εγώ, ως εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος της ενάγουσας, και ο εναγόμενος 2, στην παρουσία του διευθύνοντος συμβούλου της εναγομένης 1, Χρίστου Αθηνοδώρου την 28.7.2000, η ενάγουσα υπέγραψε συμφωνία με την οποία συμφώνησε όπως μεταβιβάσει το 3% του συνόλου των μετοχών της εναγομένης 1, με αντάλλαγμα το ποσό των ΛΚ510,000. Επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1, αντίγραφο συμφωνίας ημερομηνίας 28.7.2000. 9. Κατά τη διαπραγμάτευση της εν λόγω συμφωνίας, τόσο ο εναγόμενος 2 όσο και ο Χρ. Αθηνοδώρου παρέστησαν στην ενάγουσα ότι η πώλησή τους γίνεται στα πλαίσια της διεύρυνσης της μετοχικής βάσης της εναγομένης 1, ενόψει της επικείμενης εισαγωγής της στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και ότι στα ίδια πλαίσια ο εναγόμενος 2, θα εξασφάλιζε το πωλούμενο 3%, και θα το διαβίβαζε στην ενάγουσα. 10. Η ενάγουσα την 28.7.2000, κατέβαλε σε συνεννόηση με τον εναγόμενο 2 και τον εν λόγω Χρ. Αθηνοδώρου στην εναγόμενη 1, το ποσό των ΛΚ510,000, με τραπεζική επιταγή με αριθμό 5125865 για την αγορά του 3% των μετοχών της εναγομένης 1. Επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 2, αντίγραφο επιταγής με αριθμό 5125865. 11. Κατά ή περί την ίδια περίοδο ο εναγόμενος 2, προσωπικά και ο εναγόμενος 3, που ενεργούσε κατά παράκληση του εναγομένου 2 και/ή της εναγομένης 1, και/ή του Χρ. Αθηνοδώρου υπέγραψε και διευθέτησε την υπογραφή προς όφελος της ενάγουσας εγγράφων μεταβίβασης 1350 και 1350 μετοχών αντίστοιχα έναντι του ποσού των ΛΚ225,000, το κάθε ένα προς απόκτηση των μετοχών που αφορούσε η συμφωνία ημερομηνίας 28.7.2000. επισυνάπτεται και σημειώνεται ως Τεκμήριο 3 δύο έγγραφα μετοχών από τους εναγομένους 2 και 3 προς την ενάγουσα. 12. Η εναγόμενη 1, έχει εκδώσει τίτλο μετοχών στο όνομα της ενάγουσας για 710,959 μετοχές. Επισυνάπτεται και σημειώνεται ως Τεκμήριο 4 έγγραφο τίτλου μετοχών επ΄ ονόματι της ενάγουσας.» Περαιτέρω αναφέρει πως η Ενάγουσα τόσο με συστημένη επιστολή ημερ. 2.11.2000 όσο και προφορικά σε μεταγενέστερες ημερομηνίες αξίωσε την επιστροφή του ποσού των £410.000 που κατέβαλε σε αυτούς δυνάμει του Περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου (Τροποποιητικού) (αρ. 4) Νόμου του 2000, Νόμος 42
(1)/2000, άρθρα 2 και
- Η Εναγόμενη 1 τελικά δεν εισήχθη στο ΧΑΚ καθότι δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις για εισαγωγή των τίτλων της. Μέχρι σήμερα οι Εναγόμενοι δεν κατέβαλαν στην Ενάγουσα το ανωτέρω αναφερόμενο ποσό. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 δεν έχουν άλλη περιουσία επ΄ ονόματι τους εκτός από τις μετοχές που αναφέρονται στην αίτηση και σε περίπτωση έκδοσης απόφασης υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 2 και 3 οι οποίοι υπέχουν προσωπική ευθύνη για επιστροφή του ποσού τυχόν πώληση ή αποξένωση των μετοχών και τυχόν είσπραξη οποιουδήποτε ποσού μερισμάτων θα επιφέρει ανεπανόρθωτη ζημιά στην Ενάγουσα. Περαιτέρω αναφέρεται ότι η Εναγομένη 1 είναι ιδιοκτήτρια μεγάλου αριθμού τεμαχίων γης στην Πάφο και τυχόν αποξένωση ή πώληση ή μεταβίβαση αυτής θα έχει ως συνέπεια την ανεπανόρθωτη ζημιά της Ενάγουσας. Καταχωρήθηκαν ξεχωριστές ενστάσεις εκ μέρους των Εναγομένων 1, 4, 5, 6, 7, 8 και 9 από τη μια και των Εναγομένων 2 και 3 από την άλλη. Η ένσταση των Εναγομένων, 1, 4, 5, 6, 7, 8 και 9 υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Χρίστου Αθηνοδώρου, Προέδρου και Διευθύνονταν Συμβούλου της Εναγομένης 1, δημόσιας εταιρείας, στην οποία αναφέρονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: Η Εναγομένη 1 κατά τον Ιανουάριο του 2000 συγχωνεύθηκε με σειρά άλλων εταιρειών που δραστηριοποιούνται στον κλάδο κατασκευής ετοίμου σκυροδέματος και υπεγράφη προς τούτο γραπτή συμφωνία πλαίσιο (Τεκμήριο 1) διά της μεθόδου της απορρόφησης των εργασιών και στοιχείων ενεργητικού των στοχευομένων εταιρειών και της αφαίρεσης των σχετικών υποχρεώσεων αυτών. Ο κάθε μέτοχος των στοχευομένων εταιρειών που απορροφούντο είχε υποχρέωση να μεριμνήσει εντός ταχθέντος χρονικού ορίου να αποπληρωθούν οφειλές που εμφανίζονταν στους εξελεγμένους λογαριασμούς της εταιρείας. Άμα τη ολοκληρώσει της περιόδου αυτής η Εναγομένη 1 θα διένειμε μέσω ειδικού κατεπιστευματοδόχου (trustee), ELPICO TRUSTEES LTD, στον οποίο είχαν εν τω μεταξύ μεταβιβαστεί οι εν λόγω μετοχές αναλόγως της επιτυχίας της προσπάθειας αποπληρωμής οφειλών. Η όλη διαδικασία λάμβανε χώρα υπό την εποπτεία των ελεγκτών της Εναγομένης 1 και των οικονομικών της συμβούλων. Κατά την περίοδο αποπληρωμής των εν λόγω οφειλών οι Εναγόμενοι 2 και 3 οι οποίοι ήταν μέτοχοι στην εταιρεία Γεωργίου & Ευσταθίου Concrete Ltd και στα πλαίσια εφαρμογής των προνοιών της συμφωνίας πλαίσιο ειδοποίησαν την Εναγομένη 1 ότι προτίθενται να καταβάλουν σοβαρό ποσό έναντι των οφειλών της εταιρείας τους στην Εναγομένη
- Ο ενόρκως δηλών ενημερώθηκε σχετικά από τον Εναγόμενο 2 και του ζητήθηκε και παρέστη κατά τη συνομολόγηση της συμφωνίας μεταξύ του Εναγομένου 2 και του κ. Χριστάκη Ψαρούδη. Κατά τη συνάντηση του δόθηκαν η επιταγή των £510.000, ποσό που θα εισέπρατταν οι Εναγόμενοι 2 και 3 την οποία έλαβε έναντι της οφειλής των Εναγομένων 2 και 3 προς την Εναγομένη
- Τόσο για τον ίδιο όσο και για την Εναγομένη 1 η πώληση των μετοχών αυτών τους ήταν στοιχείο αδιάφορο καθότι ο κάθε μέτοχος όταν μεταβιβάζει τις μετοχές του αποκομίζει ο ίδιος και μόνο τα όποια οφέλη. Δεν προέβη επίσης έστω και στην ελάχιστη παρότρυνση προς απόκτηση μετοχών στην Εναγομένη
- Ο ενόρκως δηλών διαφωνεί με τους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στις παραγράφους 7, 8, 9 και 11 της ένορκης δήλωσης του Αντωνίου και υποστηρίζει μεταξύ άλλων τα ακόλουθα γεγονότα. Η συμφωνία ημερ. 28.7.2000 στην οποία όρος φέρεται να ήταν η «.εισαγωγή των μετοχών της Εναγομένης 1 στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου» συνομολογήθηκε στις 30.1.2000 (Τεκμήριο 1) και δεν περιλαμβάνεται η Ενάγουσα ως συμβαλλόμενη, συνεπώς δεν νομιμοποιείται να την επικαλείται. Επίσης δεν περιλαμβάνει καμία αναφορά σε ενδεχόμενη εισαγωγή της Εναγομένης 1 στο ΧΑΚ. Περαιτέρω στη συμφωνία 28.7.2000 όπου ο ενόρκως δηλών ήταν παρών ο Ανδρέας Αντωνίου όχι μόνο δεν υπέγραψε ο ίδιος αλλά δεν ήταν παρών. Προβάλλεται η θέση ότι ο ενόρκως δηλών δεν διεξήγαγε οποιεσδήποτε διαπραγματεύσεις με την Ενάγουσα αφού δεν του ανήκαν οι μετοχές που πρόκειτο να πωληθούν. Αν εξάλλου πρόκειτο δια διεύρυνση μετοχικής βάσης τότε η Ενάγουσα θα έπρεπε να λάβει τις μετοχές από την Εναγομένη 1 διά παραχώρησης και όχι διά μεταβίβασης από την Εναγομένη
- Στην ένορκη δήλωση του κ. Αντωνίου παραλείπεται να γίνει αναφορά από ποιόν έλαβε η Ενάγουσα τις μετοχές που απόκτησε. Αναφορικά με το ζήτημα της ενδεχόμενης εισαγωγής της Εναγομένης 1 στο ΧΑΚ αναφέρεται στην ένορκη δήλωση ότι το θέμα τίθετο κατά καιρούς υπόψη των μελών της εταιρείας μέχρι την συνεδρία της Γενικής Συνέλευσης στις 7.5.2003 οπόταν και αποφασίστηκε η αναστολή κάθε προσπάθειας εισαγωγής τίτλων της εταιρείας στο ΧΑΚ όπου επίσης αποφασίστηκε και η διανομή προμερίσματος για το έτος
- Στη συγκεκριμένη συνεδρία κλήθη και παρέστη εκπρόσωπος της Ενάγουσας ο οποίος ουδεμία αντίρρηση ήγειρε για την απόφαση αναστολής κάθε προσπάθειας εισαγωγής τίτλων της εταιρείας στο ΧΑΚ (το πρακτικό της συνεδρίας επισυνάπτεται - Τεκμήριο 2). Η Ενάγουσα από την ημέρα εγγραφής στο Μητρώο Μελών της Εναγομένης 1 έλαβε μέρισμα και/ή προμέρισμα το οποίο ανέρχεται στο συνολικό ποσό των £59.080,67 σεντ (Τεκμήριο 3). Τόσο η Εναγομένη 1 όσο και οι Εναγόμενοι 4, 5, 6, 7, 8 και 9 ουδέποτε συνομολόγησαν οποιαδήποτε συμφωνία με την Ενάγουσα. Η Εναγομένη 1 ουδέποτε εξέδωσε οποιοδήποτε μετοχικό κεφάλαιο προς την Ενάγουσα αλλά μόνο κατόπιν σχετικών οδηγιών των Εναγομένων 2 και 3 οι οποίοι εμφανίζονταν ως δικαιούχοι μετοχών της Εναγομένης 1 στα Μητρώα Μελών αυτής, η Εναγόμενη 1 καταχώρησε στο Μητρώο Μελών της την Ενάγουσα ως μέλος της Εναγομένης 1 αφού οι Εναγόμενοι 2 και 3 μεταβίβασαν στην Ενάγουσα μετοχές που τους ανήκαν και/ή δικαιούντο. Η Εναγομένη 1 είναι πολύ φερέγγυα και ισχυρή δημόσια εταιρεία και είναι ιδιοκτήτες μεγάλου αριθμού τεμαχίων γης στην Πάφο όπως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση του κ. Αντωνίου συνεπώς δεν υπάρχει οποιοσδήποτε κίνδυνος για ικανοποίηση της απαίτησης της Ενάγουσας σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής. Δεν πληρείται καμία από τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 και επίσης προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι από την ημέρα που η Ενάγουσα έλαβε τις μετοχές ουδέν παράπονο εξέφρασε και απολάμβανε πλήρως τα δικαιώματα και οφέλη από την κτήση και κατοχή των μετοχών. Σε περίπτωση δε έκδοσης του αιτουμένου διατάγματος η ζημιά που θα προκληθεί θα είναι πολύ μεγαλύτερη από την άρνηση έκδοσης του διατάγματος. Το στοιχείο του επείγοντος έχει εκλήψει προ πολλού εφόσον έχουν παρέλθει τόσα χρόνια και οι Ενάγοντες ουδέν έπραξαν αλλά και τα οποιαδήποτε πιθανά δικαιώματα τους ουδέν κίνδυνο υπέστησαν και/ή υφίστανται. Η ένσταση των Εναγομένων 2 και 3 υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Ανδρέα Γεωργίου, Εναγόμενου 2 και εξουσιοδοτημένου από τον Εναγόμενο 3 στην οποία υιοθετείται πλήρως η ένορκη δήλωση του Χρίστου Αθηνοδώρου και περαιτέρω αναφέρονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: Οι Αιτητές καταχώρησαν την παρούσα αγωγή και την παρούσα αίτηση με μεγάλη καθυστέρηση χωρίς να δίδεται καμία επαρκής δικαιολογία για την καθυστέρηση. Περαιτέρω θα είναι δύσκολο και αδύνατο σε μεταγενέστερο στάδιο να αποκατασταθούν οι ζημιές που θα υποστούν οι εναγόμενοι 2 και 3 σε περίπτωση που εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα και αποτύχει η αξίωση των Αιτητών ενώ η μη έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων δεν θα επιφέρει καμιά ζημιά στους Ενάγοντες. Οι Ενάγοντες λαμβάνουν μερίσματα από την Εναγομένη 1 η οποία είναι φερέγγυα και είναι μια κερδοφόρα εταιρεία με τεράστια ακίνητη περιουσία. Αναφέρεται στην ένορκη δήλωση ότι τόσο ο ενόρκως δηλών όσο και ο Εναγόμενος 3 ουδέποτε προέβησαν σε ψευδείς ή άλλες παραστάσεις προς τους Ενάγοντες ή σε οποιοδήποτε αξιωματούχο τους αναφορικά με προοπτική ένταξης της Εναγομένης 1 στο ΧΑΚ με σκοπό την πώληση μετοχών στους Ενάγοντες. Ο ενόρκως δηλών και ο εναγόμενος 3 συμφώνησαν με κάποιο Χριστάκη Ψαρούδη κατά τις 7.6.2000 και 8.6.2000 να του πωλήσουν από τις μετοχές τις οποίες κατείχαν στην Εναγομένη 1 συνολικό ποσοστό ίσο με το 5% των μετοχών της Εναγομένης 1 (οι συμφωνίες επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 3). Στις συμφωνίες αυτές δεν γίνεται καμιά αναφορά περί εισαγωγής των τίτλων της Εναγομένης 1 στο ΧΑΚ. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι ουδέποτε γνώρισε τον Ανδρέα Αντωνίου και η συμφωνία ημερ. 28.7.2000 υπεγράφη από το Χριστάκη Ψαρούδη ο οποίος παρουσιάστηκε ως αντιπρόσωπος και εξουσιοδοτημένος να δεσμεύει την Ενάγουσα εταιρεία στην παρουσία του Χρίστου Αθηνοδώρου και η συμφωνία υπεγράφη μετά από παράκληση του Χριστάκη Ψαρούδη ο οποίος ανέφερε ότι η Ενάγουσα ενδιαφερόταν να αγοράσει ποσοστό 3% των μετοχών της Εναγομένης
- Τις μετοχές τις πώλησε ο ενόρκως δηλών προσωπικά και ο Εναγόμενος 3 σαν μέτοχοι στην Εναγόμενη 1 αρχικά στο Χριστάκη Ψαρούδη και μεταγενέστερα στην Ενάγουσα διά της υπογραφής της συμφωνίας ημερ. 28.7.
- Ουδέποτε ειδοποιήθηκε ο ενόρκως δηλών είτε ο Εναγόμενος 3 να επιστρέψουν τα χρήματα όπως ισχυρίζονται οι Ενάγοντες. Με την παρούσα αγωγή ζητείται η επιστροφή των χρημάτων που κατέβαλε η Ενάγουσα και ζητά την δέσμευση των μετοχών των Εναγομένων 2 και 3 ου κατέχουν στην Εναγομένη 1 χωρίς να δηλώνει ετοιμότητα να μεταβιβάσει τις μετοχές που κατέχει στον ενόρκως δηλούντα στον οποίο ανήκαν κατά την επίδικη περίοδο. Αυτό καταδεικνύει ότι τόσο η αγωγή όσο και η αίτηση είναι καταχρηστικά διαβήματα με στόχο την οικονομική εξόντωση του ενόρκως δηλούντα ενώ ταυτόχρονα η Ενάγουσα επιθυμεί να εξακολουθεί να προσκομίζει κέρδη υπό την ιδιότητα της ως μέτοχος της Εναγομένης
- Με συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ. Ανδρέα Αντωνίου επισυνάπτεται επιστολή ημερ. 2.11.2000 και του εντύπου παραλαβής συστημένης επιστολής από την Εναγομένη 1 που γίνεται αναφορά στην αρχική ένορκη δήλωση. Κατά την ακροαματική διαδικασία της αίτησης αντεξετάστηκε ο Ανδρέας Αντωνίου. Κατά την αντεξέταση του δέχθηκε ότι δεν υπέγραψε τη συμφωνία ημερ. 28.7.2000 ούτε ήταν παρών κατά τη σύναψη της συμφωνίας αλλά είχε συνεχή τηλεφωνική επικοινωνία με τον κ. Ψαρούδη. Επίσης ανέφερε ότι ο ίδιος προσωπικά δεν είχε διαπραγματευθεί την αγορά των μετοχών. Γνώριζε όμως ότι η Εναγόμενη 1 θα έκανε αίτηση για εισαγωγή των τίτλων της στο ΧΑΚ και απέστειλε τον κ. Ψαρούδη ο οποίος μπορούσε να διαπραγματευθεί καλύτερα την αγορά των μετοχών. Κατά την αντεξέταση του μάρτυρα από τον κ. Χ"Νεοφύτου ο μάρτυρας ανέφερε ότι ο ίδιος δεν είχε γνώση των δύο συμφωνιών που επισυνάπτονται στην ένσταση των Εναγομένων 2 και 3 κατά την υπογραφή της συμφωνίας αγοράς των μετοχών. Ο μάρτυρας διευκρίνισε ότι όταν διάβασε τις συμφωνίες εξεπλάγη από τα ποσά που αναφέρονται σ΄ αυτές γιατί είναι διαφορετικά από τα ποσά που γνώριζε. Αρνήθηκε υποβολή ότι γνώριζε πως ο κ. Ψαρούδης είχε αγοράσει από τους Εναγομένους 2 και 3 το 5% του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγομένης 1 και πως τον παρακάλεσε να εκχωρήσει στην Ενάγουσα το 3% από το 5% που θα λάμβανε. Ο μάρτυρας ανάφερε ότι ο Εναγόμενος 2 καθώς και πολλοί εκτός από τους Εναγομένους 2 και 3 του έκαναν παραστάσεις ότι η Εναγόμενη 1 θα εισαχθεί στο ΧΑΚ και ότι τις μετοχές τις αγόρασε από την Εναγόμενη 1 εταιρεία γι΄ αυτό και εξέδωσε επιταγή προς όφελος της Εναγομένης 1 εταιρείας. Σε επόμενη ερώτηση κατά πόσο εξακολουθεί να επιμένει ότι τις μετοχές δεν τις αγόρασε από τους Εναγομένους 2 και 3 διευκρίνισε ότι δεν έχει δηλώσει κάτι τέτοιο καθότι τις μετοχές τις αγόρασε από άτομα που τις κατείχαν. Αρνήθηκε επίσης υποβολή ότι ο λόγος που εξέδωσε την επιταγή στο όνομα της Εναγομένης 1 έγινε κατόπιν οδηγιών των Εναγομένων 2 και 3 προς τον κ. Ψαρούδη για πληρωμή χρέους τους προς την εταιρεία. Ο μάρτυρας δέχθηκε ότι έχει λάβει μερίσματα του ύψους που αναφέρεται στην ένσταση από την Εναγομένη 1 . Ο κ. Φιλίππου στο στάδιο των αγορεύσεων εισηγήθηκε πως με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης και τις έγγραφες προτάσεις η Εναγόμενη 1 εισέπραξε το ποσό των £510.000, κάτι που δεν έχει αμφισβητηθεί και πως με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 58Α
(3)(β) του Νόμου 42
(1)/2000 και γενικότερα με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 58 οι Εναγόμενοι 1 και 4-9 οφείλουν να επιστρέψουν το ποσό με τόκο 6% ετησίως από τον Ιούλιο του 2000. Λόγω δε του γεγονότος ότι το ποσό δεν είναι εξασφαλισμένο και δεν υπάρχει μαρτυρία που να αποδεικνύει την φερεγγυότητα της εταιρείας θα πρέπει να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα έτσι ώστε να αποφευχθεί η πιθανότητα οι Ενάγοντες σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής τους να μην ικανοποιηθούν. Αναφορικά με τους Εναγομένους 2 και 3 ο κ. Φιλίππου ανέφερε ότι αυτοί είναι Μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγομένης 1 και με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 58(β) του Νόμου 42
(1)/2000 φέρουν ευθύνη για επιστροφή του ποσού. Σύμφωνα με το Τεκμήριο που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ο Εναγόμενος 2 έλαβε το ποσό των £510.000 και στην συνέχεια μεταβίβασε προς την Ενάγουσα μέρος των μετοχών που κατείχε. Επειδή δε οι Αιτητές δεν έχουν γνώση περί ύπαρξης οποιασδήποτε περιουσίας των προσώπων αυτών θα πρέπει να εκδοθεί το ζητούμενο διάταγμα έτσι ώστε να αποφευχθεί η πιθανότητα μη ικανοποίησης τυχόν απόφασης που θα εκδοθεί υπέρ της Ενάγουσας. Η καθυστέρηση που επικαλούνται οι Καθ΄ ων η Αίτηση, συνέχισε ο συνήγορος, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη στην παρούσα υπόθεση καθότι η αίτηση είναι διά κλήσεως. Επίσης το ίδιο ισχύει και για ισχυρισμούς περί μη αποκάλυψης. Περαιτέρω ο κ. Φιλίππου ανέφερε ότι με την ένσταση τους οι Καθ΄ ων η Αίτηση παραπλανούν το Δικαστήριο εισηγούμενοι ότι η Ενάγουσα κατέβαλε το ποσό για πληρωμή των υποχρεώσεων των Εναγομένων 2 και 3 προς την Εναγομένη 1 εταιρεία. Ο κ. Παμπορίδης από την άλλη, ανέφερε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται από το Νόμο για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Εισηγήθηκε πως ο Νόμος 42
(1)/2000 δεν εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση γιατί αυτός εφαρμόζεται σε πράξεις οι οποίες τελέστησαν πριν την έναρξη της ισχύος του Νόμου, δηλαδή πριν τις 7.4.
- Περαιτέρω ανέφερε πως οι εναγόμενοι 1 και 4-9 δεν αποτελούν συμβαλλόμενα μέρη σε οποιαδήποτε από τα έγγραφα που καταχωρήθηκαν από την Ενάγουσα και ουδέποτε συμβλήθηκαν μαζί της. Η Εναγόμενη 1 προέκυψε από τη συγχώνευση αριθμού άλλων εταιρειών αρχές του έτους 2000 σύμφωνα με το Τεκμήριο 1 που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του κ. Αθηνοδώρου. Στα πλαίσια αυτής της συμφωνίας συμβλήθηκαν οι Εναγόμενοι 2 και 3 καθώς και άλλα πρόσωπα. Όπως φαίνεται από το τεκμήριο 2 που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του Εναγομένου 2 οι Εναγόμενοι 2 και 3 συμβλήθηκαν με κάποιο κ. Ψαρούδη και από αυτή τη δικαιοπραξία καθώς επίσης και από άλλες οι μέτοχοι επιτύγχαναν την αποπληρωμή την υποχρεώσεων τους προς την Εναγομένη 1 δυνάμει της μεταξύ τους συμφωνίας. Στα πλαίσια αυτά καταβλήθηκε στην Εναγομένη 1 το ποσό των £510.000 και με αυτό το ποσό πιστώθηκαν τα αντίστοιχα υπόλοιπα των Εναγομένων 2 και
- Αποτελεί, σύμφωνα με το συνήγορο, στοιχείο της υφιστάμενης νομοθεσίας η ύπαρξη συναλλαγής διά της οποίας ο εκδότης με παραστάσεις εισαγωγής των τίτλων της στο ΧΑΚ εξέδωσε ή υποσχέθηκε να εκδώσει μετοχικό κεφαλαίο έναντι καταβολής χρημάτων. Στην παρούσα περίπτωση η Ενάγουσα ποτέ δεν ισχυρίστηκε ότι έλαβε αντάλλαγμα είτε από την Εναγομένη 1 είτε από τους Εναγομένους 4-9 ούτε καν υπόσχεση τέτοιου ανταλλάγματος. Ωστόσο κακόβουλα και καταχρηστικά έχει κινήσει την παρούσα αγωγή εναντίον τους. Περαιτέρω η φερεγγυότητα της Εναγομένης 1 δεν αμφισβητήθηκε από κανένα και συνεπώς η αίτηση είναι καταχρηστική και γι αυτό το λόγο. Ο κ. Χ"Νεοφύτου υιοθέτησε την αγόρευση του κ. Παμπορίδη και περαιτέρω ανέφερε ότι δεν τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση ο Νόμος 42
(1)/2000 είτε ο Νόμος 168
(1)/2002. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 δεν υπήρξαν εκδότες μετοχών ούτε υπάρχει μαρτυρία περί έκδοσης κεφαλαίου για ισχυροποίησης της κεφαλαιουχικής βάσης της εταιρείας. Όπως φαίνεται από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση των Εναγομένων 2 και 3 αυτοί με δύο γραπτές συμφωνίες έχουν πωλήσει στον κ. Ψαρούδη το 5% του συνόλου των μετοχών της Εναγομένης 1 και ο κ. Ψαρούδης παρακάλεσε τους Εναγομένους 2 και 3 όπως με την πληρωμή του ποσού των £510.000 σ΄ αυτούς από την Ενάγουσα να εγγράψει το 3% των μετοχών που ο ίδιος αγόρασε στην Ενάγουσα. Η έκδοση διατάγματος το οποίο να επιβαρύνει μετοχές μπορεί να γίνει με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 9 του περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμου 31(Ι)/92 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα, (σε όση έκταση αφορά την παρούσα υπόθεση): «9
(1)Δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμεί αγωγή για χρέος ή για αποζημιώσεις δύναται κατόπιν αίτησης του ενάγοντος σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να εκδώσει προσωρινό διάταγμα επιβάρυνσης με όλες ή μερικές από τις συνέπειες του διατάγματος επιβάρυνσης, όπως αυτό θα καθορίσει.
(2)Το Δικαστήριο εκδίδει το πιο πάνω διάταγμα, μόνο αφού ικανοποιηθεί ότι ο ενάγων έχει βάσιμη αξίωση και ότι με τη μεταβίβαση ή αποξένωση των περιουσιακών στοιχείων που αναφέρονται στο εδάφιο
(2), του άρθρου 4 δυνατό να μείνει ανικανοποίητη η απόφαση του Δικαστηρίου.» Σύμφωνα με το πιο πάνω άρθρο η έκδοση προσωρινού διατάγματος επιβάρυνσης μετοχών δικαιολογείται όπου ο αιτητής καταδείξει πως έχει (α) βάσιμη αξίωση και (β) ότι με την αποξένωση των περιουσιακών στοιχείων που αποτελούν το αντικείμενο της αίτησης, δυνατόν να μείνει ανικανοποίητη η απόφαση του δικαστηρίου. Σύμφωνα με το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 οι τρεις βασικές προϋποθέσεις που τίθενται για έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων είναι:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση,
(2)Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, και
(3)Εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.(βλ. Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)1 C.L.R.557). Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, της ύπαρξης δηλαδή σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό αν αποκαλύπτεται, με βάση τα δικόγραφα, συζητήσιμη υπόθεση. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή δηλαδή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του ενάγοντα στην αγωγή, ο δε βαθμός στον οποίο θα ικανοποιηθεί, αν και περισσότερος από απλή πιθανότητα εντούτοις, δεν ισοδυναμεί με το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που απαιτείται σε πολιτικές υποθέσεις. Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, όπως δε τονίστηκε στην υπόθεση Odysseos (πιο πάνω) το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια της προϋπόθεσης αυτής. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά η θεραπεία των αποζημιώσεων επαρκή θεραπεία, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η τρίτη προϋπόθεση. Αφού ικανοποιηθούν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο θα κρίνει με γνώμονα το τι είναι δίκαιο ή πρόσφορο, έχοντας υπόψη τα γεγονότα της υπόθεσης, αν πρέπει ή όχι να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Με βάση το άρθρο 5 του Κεφ. 6 ο ενάγοντας πρέπει να ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι έχει καλή βάση αγωγής και ότι με την πώληση ή μεταβίβαση της περιουσίας σε οποιοδήποτε τρίτο είναι πιθανό να παρεμποδιστεί στο να πετύχει ικανοποίηση μελλοντικής απόφασης που τυχόν να εκδοθεί υπέρ του. Στην υπόθεση Lakatamitis v. Θεοδώρου
(1983)1 Α.Α.Δ. 520, αποφασίστηκε πω διάταγμα που προβλέπεται από το άρθρο 5 μπορεί να εκδοθεί επίσης και δυνάμει του άρθρου 32 του Ν.14/60 αλλά σε τέτοια περίπτωση πρέπει να ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται και από τα δύο άρθρα στο βαθμό που διαφέρουν. Στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση ΑBP Holdings Ltd. v. Ανδρέα Κιταλίδη κ.ά. (πιο πάνω), το Δικαστήριο τόνισε ότι τα άρθρα 4 και 5 κάνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται χωρίς να αφαιρούν οτιδήποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές, θα εξετάσω την παρούσα υπόθεση, έχοντας υπόψη ότι το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της αίτησης για προσωρινό διάταγμα πρέπει να αποφεύγει να καταλήξει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης (Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 C.L.R.263, Άκης Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστίνας Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Στην υπόθεση Τ.Α. Micrologic Consulats Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802, τονίστηκε πως σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας της ύπαρξης του. Από την εξέταση των πιο πάνω άρθρων προκύπτει πως ο όρος «βάσιμη αξίωση» που χρησιμοποιείται στο άρθρο 9
(2)του Ν. 31(Ι)/92 έχει την ίδια έννοια με τις πρώτες δύο προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60. Αναφορικά με τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 9
(2)και τη τρίτη του άρθρου 32, «...δεν είναι απαραίτητη η παρουσίαση μαρτυρίας για την απόδειξη της πραγματικής πρόθεσης ενός Εναγομένου για την μεταβίβαση ή επιβάρυνση της περιουσίας του» (βλ. Larticon Co. v. Detergenta Developments Ltd Πολ. Έφ. 11471 ημερ. 11.6.2004). Ο κίνδυνος δηλαδή να μην ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβασθεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία». (βλ. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ Πολ. Έφ. 11013 ημερ. 13.6.2001). Το βάρος απόδειξης για την ύπαρξη τέτοιου κινδύνου το φέρουν οι αιτητές. Θα εξετάσω τις πρώτες δύο προϋποθέσεις του άρθρου 32 και την πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 9
(1)μαζί. Με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα η Ενάγουσα αξιώνει το ποσό των £510.000 πλέον τόκους και έξοδα το οποίο οι Εναγόμενοι οφείλουν να επιστρέψουν δυνάμει του Νόμου 42
(1)/2000, άρθρο 3 και εν γένει των Περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Νόμων. Στην Έκθεση Απαίτησης περιλαμβάνονται οι ισχυρισμοί που αναφέρονται και στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και δεν θεωρώ σκόπιμο να τους επαναλάβω. Το αγώγιμο δικαίωμα της Ενάγουσας εδράζεται, σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, στο άρθρο 3 του Νόμου 42
(1)/2000 και εν γένει στους Περί Αξιών και Χρηματιστηρίων Αξιών Κύπρου Νόμους. Το άρθρο 3 του Νόμου 42
(1)/2000 στο οποίο γίνεται αναφορά τόσο στην Έκθεση Απαίτησης όσο και στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση αφορά επιστροφή ποσών εισπραχθέντων πριν από την έναρξη ισχύος του Νόμου. Ο Νόμος τέθηκε σε ισχύ στις 7.4.2000 συνεπώς δεν τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση όπου σύμφωνα με τα γεγονότα που η ίδια η Ενάγουσα παρέθεσε η πληρωμή του ποσού των £510.000 έγινε με επιταγή ημερ. 28.7.2000. Τα άρθρα 58Α
(3)(β) και 58Β στα οποία αναφέρθηκε ο κ. Φιλίππου προς υποστήριξη της απαίτησης της Ενάγουσας προνοούν τα ακόλουθα: «58(Α)
(3)(β) Ενδιαφερόμενος αγοραστής που κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό ή αντάλλαγμα σε εκδότη, εταιρεία ή πρόσωπο για την αγορά μετοχών είτε σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(1)ανωτέρω ή άλλως πως δύναται μετά πάροδο τριών μηνών από την ημερομηνία υποβολής αίτησης για εισαγωγής των σχετικών τίτλων στο Χρηματιστήριο ή νωρίτερα σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης να ζητήσει γραπτώς την επιστροφή του ποσού ή ανταλλάγματος εφόσον δεν του έχουν δοθεί οι σχετικοί τίτλοι ή του έχουν δοθεί οι σχετικοί τίτλοι αλλά δεν έχουν εισαχθεί ακόμη στο Χρηματιστήριο. Σε τέτοια περίπτωση ο εκδότης ή η εταιρεία ή το πρόσωπο που εισέπραξε το ποσό ή το αντάλλαγμα οφείλει να το επιστρέψει στον ενδιαφερόμενο αγοραστή εντός δέκα ημερών από την ημερομηνία που ο ενδιαφερόμενος αγοραστής ήθελε ζητήσει επιστροφή του χρηματικού ποσού ή του ανταλλάγματος που κατέβαλε με τόκο 6% υπολογιζόμενο από την ημερομηνία που υποβλήθηκε η αίτηση για εισαγωγή των σχετικών τίτλων στο Χρηματιστήριο και να επιστρέψει τους σχετικούς τίτλους εφόσον έχουν εκδοθεί και δοθεί στους ενδιαφερόμενους αγοραστές: .....................» «58Β Εκδότης ή εταιρεία ή μέλος διοικητικού συμβουλίου εταιρείας για λογαριασμό της οποίας έγινε η είσπραξη ποσού ή ανταλλάγματος από πώληση ή προσφορά πώλησης ή από αποδοχή προσφοράς για αγορά τίτλων, καθίστανται προσωπικά αλληλέγγυοι για την επιστροφή οποιωνδήποτε ποσών ή ανταλλαγμάτων στους ενδιαφερόμενους αγοραστές σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του άρθρου 58Α και οποιαδήποτε δήλωση ή συμφωνία, που δεσμεύει τον ενδιαφερόμενο αγοραστή ότι δε θα ζητήσει την επιστροφή οποιουδήποτε ποσού ή ανταλλάγματος, είναι άκυρη και χωρίς οποιοδήποτε νόμιμο αποτέλεσμα.» Το Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο δεν εξετάζει σε βάθος και δεν καταλήγει σε ευρήματα ως προς το νομικό καθεστώς της υπόθεσης, όμως για σκοπούς εξέτασης των δύο πρώτων προϋποθέσεων του άρθρου 32 και της πρώτης προϋπόθεσης του άρθρου 9
(1)πιο πάνω θα πρέπει να εξεταστεί το βάσιμο της αξίωσης της Ενάγουσας και η πιθανότητα επιτυχίας της στην αγωγή. Συνακόλουθα θα εξετάσω κατά πόσο με βάση τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον μου τυγχάνουν εφαρμογής, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως, οι πρόνοιες του πιο πάνω Νόμου στον οποίο στηρίζεται το αγώγιμο δικαίωμα των Εναγόντων. Έχοντας εξετάσει τόσο την Έκθεση Απαίτησης όσο και την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση παρατηρώ ότι γίνεται αναφορά σε μία συμφωνία που έγινε κατά ή προ της 28.7.2000 μεταξύ της εναγομένης 1 και/ή των κυρίων μετόχων της καθώς και των εναγομένων 2 και 3 και άλλων κατασκευαστών ετοίμου σκυροδέματος όπου συμφωνήθηκε η ένταξη τους στην εναγομένη 1 με έκδοση προς τούτους μετοχών στο κεφάλαιο της και τη συνακόλουθη εισαγωγή των μετοχών της εναγομένης 1 στο ΧΑΚ. Η συμφωνία αυτή δεν επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, επισυνάπτεται όμως στις ενόρκους δηλώσεις που συνοδεύουν τις δύο ενστάσεις που καταχωρήθηκαν. Χωρίς να προβαίνω σε ερμηνεία της συμφωνίας αυτής ούτε να καταλήγω σε οποιοδήποτε τελικό συμπέρασμα ως προς τους όρους της, διαπιστώνω ότι πρόκειται για μία συμφωνία ημερομηνίας 29.1.2000 όπου η ενάγουσα δεν αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος και σ΄ αυτήν δεν γίνεται αναφορά για εισαγωγή των μετοχών της εναγομένης 1 στο ΧΑΚ. Με βάση αυτά τα στοιχεία θεωρώ ότι υπάρχει ασάφεια στη σύνδεση που γίνεται από πλευράς των αιτητών μεταξύ της συμφωνίας αυτής και της συμφωνίας ημερομηνίας 28.7.2000 (Τεκμήριο 1 στην αίτηση). Περαιτέρω από τα έγγραφα που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση προκύπτει ότι υπεγράφη έγγραφο που τιτλοφορείται «ιδιωτικό συμφωνητικόν αγοραπωλησίας» στο οποίο φέρονται ως πωλητής ο εναγόμενος 2 και ως αγοραστής ο Χρ. Ψαρούδης εκ μέρους της ενάγουσας εταιρείας. Επισυνάπτονται επίσης έγγραφα μεταβίβασης μετοχών όπου οι μετοχές φέρονται να μεταβιβάζονται από τους εναγομένους 2 και 3 προς την ενάγουσα έναντι του συνολικού ποσού των ΛΚ 510.
- Σημειώνω ότι έχουν τεθεί με την ένσταση δύο συμφωνίες μεταξύ των εναγομένων 2 και 3 και του Ψαρούδη για την αγορά από μέρους του τελευταίου ποσοστού 5% του μετοχικού κεφαλαίου της εναγομένης 1 και σύμφωνα με τη θέση των καθ΄ ων η αίτηση 2 και 3 το ποσοστό του 3% που έλαβε η ενάγουσα αποτελεί μέρος τους 5% που συμφώνησε να λάβει ο Ψαρούδης. Σήγουρα αυτό δεν είναι το κατάλληλο στάδιο για να καταλήξει το Δικαστήριο σε συμπέρασμα ως προς τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης. Όμως παρατηρώ ότι οι αιτητές δεν δίδουν καμιά εξήγηση γιατί το συμφωνητικό έγγραφο (Τεκμήριο 1) έγινε μεταξύ του Ψαρούδη και του Εναγομένου
- Με βάση τα πιο πάνω γεγονότα και τα έγγραφα που επισυνάπτονται στην αίτηση θεωρώ ότι η Αιτήτρια δεν παρέθεσε με σαφήνεια γεγονότα που να μπορούν να οδηγήσουν, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως, σε συμπέρασμα ότι υπήρξε συμβατική σχέση μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγομένης 1 και ότι το ποσό των £510.000 πληρώθηκε προς την τελευταία ως αντάλλαγμα για τη μεταβίβαση των μετοχών. Άλλωστε οι μετοχές μεταβιβάστηκαν από τους Εναγόμενους 2 και 3 και σύμφωνα με τα έγγραφα μεταβίβασης μετοχών το αντάλλαγμα για αυτές δόθηκε στους Εναγομένους 2 και
- Το γεγονός και μόνο ότι η επιταγή εκδόθηκε στο όνομα της Εναγομένης 1 δεν μπορεί από μόνο του να καταστήσει την Εναγομένη 1 συμβαλλόμενη στην αγοραπωλησία μετοχών και συνακόλουθα υπόλογη για επιστροφή του ποσού αυτού σύμφωνα με τις πρόνοιες της νομοθεσίας που παρέθεσα πιο πάνω όπως εισηγήθηκε ο κ. Φιλίππου. Ειδικότερα έχοντας υπόψη ότι δίδεται κάποια εξήγηση από την Εναγομένη 1 για το λόγο που πληρώθηκε το ποσό των £510.000 σ΄ αυτή. αγωγή τους. Σύμφωνα με τη νομολογία, ο Αιτητής έχει υποχρέωση σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα να καταδείξει σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης ουσιαστικού δικαιώματος. Στην απουσία σαφήνειας ως προς τα γεγονότα που επικαλείται η αιτήτρια εταιρεία, το Δικαστήριο δεν δύναται να καταλήξει σε συμπέρασμα ως προς την πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Ανεξάρτητα από την πιο πάνω κατάληξη μου θεωρώ ότι ούτε η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 έχει καταδειχθεί ότι υπάρχει στην παρούσα υπόθεση. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση αναφέρεται ότι η Εναγόμενη 1 είναι ιδιοκτήτρια μεγάλου αριθμού τεμαχίων γης. Στην ένσταση αναφέρεται ότι η Εναγομένη 1 είναι φερέγγυα εταιρεία και αυτό δεν έχει αμφισβητηθεί. Σημειώνω πως η Ενάγουσα σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της είναι μέτοχος της Εναγομένης 1 και συνεπώς θα μπορούσε να γνωρίζει για την οικονομική κατάσταση της εταιρείας. Το γεγονός ότι η εναγομένη 1 είναι ιδιοκτήτρια μεγάλου αριθμού τεμαχίων γης από μόνο του δεν μπορεί να οδηγήσει σε εύρημα ότι η Ενάγουσα σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής της θα παραμείνει χωρίς θεραπεία αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα γιατί υπάρχει ο κίνδυνος αποξένωσης της ακίνητης περιουσίας της. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση επικαλέστηκαν καθυστέρηση στην καταχώρηση της αγωγής και υποβολή της παρούσας αίτησης. Ο κ. Φιλίππου στηριζόμενος στο γεγονός ότι η αίτηση δεν καταχωρήθηκε μονομερώς ανέφερε ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει το θέμα αυτό. Δεν συμφωνώ με τη θέση του κ. Φιλίππου. Η καθυστέρηση στην καταχώρηση της αγωγής και στην απουσία οποιασδήποτε δικαιολογίας περί τούτου, είναι παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο όταν εξετάζει το κατά πόσο θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Σύμφωνα με τις νομοθετικές πρόνοιες που επικαλέστηκε ο κ. Φιλίππου το δικαίωμα της Αιτήτριας να ζητήσει επιστροφή του ποσού που κατέβαλε για απόκτηση των μετοχών προέκυψε το έτος 2000 μετά πάροδο 7 ημερών από την αποστολή της επιστολής ημερ. 2.11.
- Το γεγονός ότι ανέμενε μέχρι το έτος 2006 να καταχωρήσει αγωγή για να διεκδικήσει τα δικαιώματα του χωρίς οποιαδήποτε εξασφάλιση, αποτελεί παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο προτού ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια. Για τους λόγους που παρέθεσα πιο πάνω θεωρώ ότι οι αιτητές απέτυχαν να αποδείξουν ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον των αιτητών όπως θα υπολογιστούν από το πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) ................ Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο