Παρτέλλας, Κοιλιάρης, Σενέκκης ν. Κτηματικές Εργοληπτικές Επιχειρήσεις Α.Χαχολής Λτδ, Αγωγή αρ. 739/2005, 13 Ιανουαρίου 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2006:A4 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΗ ΛΑΡΝΑΚΑ Ενώπιον : Κ. Κληρίδη Π.Ε.Δ. Αγωγή αρ. 739/2005 Μεταξύ: Παρτέλλας, Κοιλιάρης, Σενέκκης εκ Παραλιμνίου Εναγόντων και Κτηματικές Εργοληπτικές Επιχειρήσεις Α.Χαχολής Λτδ Εναγομένης Αίτηση ημερ. 14.11.2005 για έκδοση Προσωρινού Διατάγματος Για τους εναγόμενους - αιτητές: κ. Γ. Πιττάτζης Για τους ενάγοντες - καθ΄ ων η αίτηση: κ. Χρ. Κληρίδης με κα Μ. Σκούλλου. Ημερομηνία : 13 Ιανουαρίου 2006 ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Το νομικό ζήτημα κατά πόσο ένας επαγγελματίας ο οποίος προσφέρει υπηρεσίες σε πελάτη και συγκεκριμένα ένας λογιστής, έχει δικαίωμα επισχέσεως (lien) πάνω σε βιβλία και άλλα έγγραφα που ανήκουν στον πελάτη του μέχρις ότου ο πελάτης καταβάλει την αμοιβή του, ήταν προεξάρχον θέμα κατά την ακρόαση της παρούσας διαδικασίας. Οι ενάγοντες είναι ελεγκτικός οίκος στο Παραλίμνι και πρόσφεραν υπηρεσίες της ειδικότητας τους επί σειράν ετών στους εναγομένους, οι οποίοι είναι εταιρεία ασχολούμενη με κτηματικές / εργοληπτικές εργασίες. Με την αγωγή τους οι ενάγοντες διεκδικούν την καταβολή προς αυτούς δύο ποσών εκ £55.000.00 και £55.325.00 σαν υπόλοιπο συμφωνηθείσας, δίκαιης ή λογικής αμοιβής για παρασχεθείσες υπηρεσίες καθώς επίσης και 80.000 μετοχές της εναγομένης εταιρείας, δυνάμει γραπτής συμφωνίας. Η εναγομένη στην Υπεράσπιση της απορρίπτει τους ισχυρισμούς περί οποιασδήποτε οφειλής της, καταλογίζει στους ενάγοντες την υπαιτιότητα για τη μη εισαγωγή της μετοχής της στο Χ.Α.Κ. και συναρτά την καταβολή συμφωνηθείσας αμοιβής με την ένταξη στο Χ.Α.Κ. που δεν πραγματοποιήθηκε. Ισχυρίζεται δε ότι υπό τις περιστάσεις όχι μόνο δεν οφείλει τίποτε στους ενάγοντες αλλ΄ από τις £48.550.00 που έχει ήδη καταβάλει προς τους ενάγοντες, δικαιούται σε επιστροφή £28.550.00 αφού λογική αμοιβή για τις προσφερθείσες απ΄ αυτούς υπηρεσίες δεν πρέπει να υπερβαίνει τις £20.000.
- Περαιτέρω, η εναγομένη ισχυρίζεται ότι μετά τη διακοπή της συνεργασίας των διαδίκων, οι ενάγοντες είχαν στην κατοχή τους και συνεχίζουν να κατακρατούν έγγραφα της εναγομένης, τα οποία είναι απαραίτητα για την ετοιμασία και υποβολή φορολογικών δηλώσεων για τα έτη 2000, 2001 και
- Για τούτο, η εναγομένη αξιώνει με Ανταπαίτηση της τις ακόλουθες θεραπείες: «Α. Ποσό £25.550.00 ως αχρεωστήτως καταβληθέν. Β. Δήλωση ότι οι ενάγοντες έχουν υποχρέωση να παραδώσουν στους εναγομένους όλα τα έγγραφα ή και βιβλία ή και έντυπα ή και αποδείξεις, περιουσία της εναγομένης, που έχουν στα χέρια τους οι ενάγοντες. Γ. Διάταγμα διατάσσον τους ενάγοντες όπως παραδώσουν αμέσως ή και σε 24 ώρες, όλα τα έντυπα κλπ. τα οποία τους παράδωσαν οι εναγόμενοι σαν λογιστές ή και ελεγκτές τους.» Η παρούσα υπό εξέταση διαδικασία, αφορά σε αίτημα της εναγομένης εταιρείας για την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος ως ακολούθως: «Α. Ενδιάμεσο προσωρινό διάταγμα διατάσσον τους ενάγοντες όπως παραδώσουν αμέσως ή και σε 24 ώρες όλα τα τιμολόγια, συμβόλαια, αποδείξεις, γενικό καθολικό, βιβλία χρεωστών και πιστωτών, ισοζύγιο, μισθολόγια του προσωπικού και υπεργολάβων, βιβλιάρια επιταγών των τραπεζών, καταστάσεις λογαριασμού των τραπεζών, έγγραφα σχετικά με τον υπολογισμό και πληρωμή του ΦΠΑ, φορολογικά δεδομένα και πληροφορίες απαραίτητα για την συμπλήρωση των φορολογικών δηλώσεων των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου και των μετόχων των Αιτητών και όλα τα έγγραφα που τους παρέδωσαν οι εναγόμενοι και κατέχουν οι ενάγοντες σαν λογιστές ή και ελεγκτές ή και θεματοφύλακες τους». . Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση, παρατίθενται σε συνοδευτική ένορκη δήλωση του μεγαλύτερου μετόχου της εναγομένης εταιρείας κ.Α.Χαχολή. Ο ομνύων, αφού αναφέρεται στις διαφορές οι οποίες ανέκυψαν μεταξύ των διαδίκων στο πλαίσιο της γραπτής συμφωνίας τους ημερ. 26.9.00, ισχυρίζεται ότι λόγω αυτών, οι ενάγοντες αρνούνταν να ετοιμάσουν και υποβάλουν τις φορολογικές δηλώσεις της εναγομένης για τα έτη 2001, 2002 και 2003, αξιώνοντας προς τούτο εξωπραγματικά ποσά. Σαν αποτέλεσμα, ο Διευθυντής Εσωτερικών Προσόδων καταχώρησε ποινική δίωξη εναντίον της εναγομένης εταιρείας και του ιδίου σαν διευθυντού, σε σχέση με την παράλειψη υποβολής των Δηλώσεων, υπόθεση η οποία έχει ορισθεί στο Δικαστήριο για τις 16.1.
- ΄Αλλος λογιστικός οίκος στον οποίο η εναγομένη απευθύνθηκε και ανάθεσε την ετοιμασία των δηλώσεων, εκφράζει πλήρη αδυναμία να τις ετοιμάσει χωρίς να έχει τα προαναφερθέντα έγγραφα, στοιχεία και αποδείξεις τα οποία, αν και συνιστούν περιουσιακά στοιχεία της εναγομένης, εν τούτοις οι ενάγοντες αρνούνται να τα παραδώσουν. Σαν αποτέλεσμα, η εναγομένη θα υποστεί τις επισυρόμενες ποινικές κυρώσεις και ο ίδιος ο ομνύων σαν διευθυντής θα οδηγηθεί στη φυλακή αφού δεν θα μπορέσει να συμμορφωθεί προς διάταγμα υποβολής των δηλώσεων το οποίο είναι βέβαιο ότι θα εκδώσει το Δικαστήριο. Οι ενάγοντες καταχώρησαν ΄Ενσταση διαφωνούντες έντονα προς το αίτημα για έκδοση του ζητουμένου διατάγματος, με υποστηρίζοντα γεγονότα τα οποία περιλαμβάνονται σε συνοδευτική ένορκη δήλωση του εκ των εναγόντων, κ.Π.Σενέκκη. Οι συγκεκριμένοι Λόγοι ΄Ενστασης είναι οι ακόλουθοι: «
- Με το προσωρινό διάταγμα οι Εναγόμενοι ουσιαστικά ζητούν το περιεχόμενο της παραγράφου Β και Γ της ανταπαίτησης και την ουσιαστική θεραπεία της ανταπαίτησης κάτι το οποίο δεν είναι δίκαιο και επιεικές να αποδώσει το Δικαστήριο στο παρόν στάδιο.
- Δεν μπορεί το Δικαστήριο μέσω προσωρινού διατάγματος και δεν είναι ορθό και δεν είναι επιεικές να στερήσει τους Ενάγοντες από του δικαιώματος επίσχεσης επί των εγγράφων επειδή οι Εναγόμενοι αρνούνται να τηρήσουν τα συμφωνηθέντα και να εξοφλήσουν τις υποχρεώσεις τους.
- Δεν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση ούτε ορατή πιθανότητα επιτυχίας επί της ανταπαίτησης.
- Το ισοζύγιο της ευχέρειας αποκλίνει υπέρ της άρνησης της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος.
- Το αιτούμενο προσωρινό διάταγμα είναι πολύ γενικό και προστακτικής φύσης και ανεφάρμοστο στην πράξη και θα εκθέσει τυχόν έκδοση του τους Ενάγοντες σε αιτήσεις για παρακοή άνευ λόγων και αιτίας και στην εκδίκαση πολλαπλών μεταγενέστερων αιτήσεων.
- Δεν έρχονται με καθαρά χέρια οι Εναγόμενοι για να ζητούν την επιείκεια του Δικαστηρίου ούτε και είναι έτοιμοι να παραδώσουν οι ίδιοι επιείκεια καταβάλλοντας τα διεκδικούμενα ποσά έστω με
- Επιφύλαξη ή παρέχοντας τραπεζική εγγύηση για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
- Τυχόν έκδοση του διατάγματος θα ήταν αντίθετη με τους κανόνες δεοντολογίας με τους οποίους οι Ενάγοντες δεσμεύονται.
- Η ένορκος δήλωσις δεν καταδηλοί τις προϋποθέσεις για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων δυνάμει του άρθρου 32 και ή άλλως πως και ή προνοιών του Νόμου 14/60.» ΄Οπως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ΄Ενστασης, με παραπομπή στη γραπτή συμφωνία μεταξύ των διαδίκων ημερ. 26.9.00, εκείνο που ανάλαβαν οι ενάγοντες να διεκπεραιώσουν ήταν να ετοιμάσουν και υποβάλουν εξελεγμένους λογαριασμούς και τα λογιστικά βιβλία της εναγομένης για την εισαγωγή της στο Χ.Α.Κ., στο Φόρο Εισοδήματος και στο Φ.Π.Α. για τα φορολογικά έτη 1995 -
- ΄Οτι ακόμα, θα συνέχιζαν την τήρηση των πιο πάνω μέχρι την ένταξη της εναγομένης στο Χ.Α.Κ. η οποία προβλέπετο να επιτευχθεί κατά ή περί το έτος
- Η εναγομένη θα κατέβαλλε έναντι των υπηρεσιών εκείνων, συμφωνηθείσα αμοιβή εκ £80.000.00 πληρωτέα με τον τρόπο που αναφέρεται στη συμφωνία. Επιπρόσθετα, η εναγομένη θα παραχωρούσε προς τους ενάγοντες 80.000 μετοχές της ονομαστικής αξίας £0.25 εκάστη. Οι ενάγοντες εκτέλεσαν πλήρως όλες τις αναληφθείσες δυνάμει της συμφωνίας υποχρεώσεις τους, ενώ οι εναγόμενοι κατάβαλαν προς αυτούς διάφορα ποσά έναντι της αμοιβής τους, τα οποία συμποσούνται σε £25.000.
- Παρέμεινε επομένως οφειλόμενο υπόλοιπο εις πίστη των εναγόντων, ύψους £55.000.00, πλέον η παραχώρηση των 80.000 μετοχών, πλην όμως η εναγομένη αρνείται να τιμήσει τις υποχρεώσεις της. Επιπρόσθετα, σύμφωνα πάντα με τον ομνύοντα, οι ενάγοντες συμφώνησαν με τους εναγομένους όπως διεκπεραιώσουν για λογαριασμό τους διάφορες επιπρόσθετες λογιστικές εργασίες, παρέχοντας συμβουλευτικές υπηρεσίες για την περίοδο 1996 - 2004, ετοιμασία εξελεγμένων λογαριασμών για τα έτη 2000, 2001 και 2002, καθώς και λογαριασμούς για την περίοδο 12.9.02 μέχρι 30.9.03, έναντι συμφωνηθείσας και/ή εύλογης αμοιβής εκ £55.325.
- Και αυτές τις υπηρεσίες τις διεκπεραίωσαν οι ενάγοντες, πλην όμως οι εναγόμενοι αρνούνται να καταβάλουν το ποσό των £55.325.
- Στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ΄Ενστασης επισυνάπτεται και αντίγραφο επιστολής, την οποία είχε απευθύνει η δικηγόρος των εναγόντων κα Μ.Σκούλλου προς τους εναγομένους, ημερ. 31.5.05, με την οποία και τους καλούσε σε πληρωμή προειδοποιώντας για τη λήψη δικαστικών μέτρων. Επισυνάπτεται επίσης και άλλη επιστολή της ίδιας δικηγόρου ημερ. 20.10.05 απευθυνόμενη προς το δικηγόρο της εναγομένης εταιρείας κ.Γ.Πιττάτζη, με την οποία τον πληροφορεί ότι οι λογαριασμοί τους οποίους υποχρεούνται όπως οι εναγόμενοι υποβάλουν στο Φόρο Εισοδήματος μέχρι την 16.1.06, έχουν ετοιμασθεί εδώ και μήνες από τους ενάγοντες και έχουν δοθεί αντίγραφα στους εναγόμενους. ΄Εχουν επίσης ετοιμάσει ελεγμένους λογαριασμούς μέχρι το έτος 2003 και είναι πρόθυμοι να τους υποβάλουν στο Φόρο Εισοδήματος. Εισηγείται δε προς πλήρη διευθέτηση, όπως οι εναγόμενοι καταβάλουν προς τους ενάγοντες ποσό £120.000.00 πληρωτέο σε τρία καθοριζόμενα ποσά μέχρι την 30.3.06 και οι ενάγοντες να μην απαιτήσουν την απόδοση σ΄ αυτούς των 60.000 μετοχών. Αγορεύοντας προς υποστήριξη της αίτησης, ο κ. Πιττάτζης έδωσε ιδιαίτερη, έμφαση στη θέση του ότι οι ενάγοντες δεν έχουν κανένα νόμιμο δικαίωμα επίσχεσης επί των περιουσιακών στοιχείων των εναγομένων. Διαφοροποίησε δε αυτή την περίπτωση από τις περιπτώσεις επαγγελματιών οι οποίοι ασκούν δικαίωμα επίσχεσης επί αντικειμένων σε σχέση με τα οποία πρόσφεραν εργασία χωρίς να πληρωθούν, αφού εδώ πρόκειται καθαρά για έγγραφα των εναγομένων τα οποία θα χρησιμοποιούσαν οι ενάγοντες για να προσφέρουν υπηρεσίες. Ακόμα δε και αν υπήρχε εδώ δικαίωμα επίσχεσης και πάλι αυτό δεν ασκείται απόλυτα αλλά θα έπρεπε να ασκείται λογικά και όχι σχετικά με όποια παράλογη απαίτηση προβάλλει ένας επαγγελματίας. Ο ίδιος συνήγορος απέρριψε την εισήγηση ότι το αιτούμενο διάταγμα είναι γενικής φύσεως αφού, όπως εισηγήθηκε, προσδιορίζει με σαφήνεια και λεπτομέρεια όλα τα έγγραφα τα οποία επιζητούνται και τα οποία εν πάση περιπτώσει, οι ενάγοντες γνωρίζουν επακριβώς. Ως προς τον λόγο ΄Ενστασης, σύμφωνα με τον οποίο με το προσωρινό διάταγμα επιζητείται απόδοση θεραπείας ίδιας με αυτήν η οποία επιζητείται στην κυρίως αγωγή, ο κ. Πιττάτζης υπέβαλε ότι αυτή είναι μια μόνο από τις αιτούμενες θεραπείες και με δεδομένο ότι εδώ δεν αμφισβητείται η ιδιοκτησία των αντικειμένων, δεν εγείρεται πρόβλημα με την απόδοση τους από το στάδιο τούτο στους εναγόμενους. Αναφορικά δε με το ισοζύγιο της ζημιάς ή ταλαιπωρίας, υπέβαλε ότι με την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, οι ενάγοντες καμιά ζημιά δεν θα υποστούν, εφόσον όπως δέχονται και οι ίδιοι, οι εναγόμενοι έχουν μεγάλη φερεγγυότητα. Αντίθετα, από την άλλη, οι εναγόμενοι αν δεν εκδοθεί το διάταγμα θα υποστούν άμεσες και σοβαρές επιπτώσεις που συνίστανται στις ποινικές κυρώσεις που θα τους επιβληθούν από το Δικαστήριο και τις ακόμα σοβαρότερες που θα ακολουθήσουν λόγω της αδυναμίας τους να συμμορφωθούν με τα διατάγματα που θα εκδώσει το Δικαστήριο, αφού δεν θα έχουν στη διάθεση τους τα απαραίτητα στοιχεία, τα οποία κατακρατούν οι ενάγοντες. Διαφωνώντας με τις πιο πάνω θέσεις, ο συνήγορος των εναγόντων υπέβαλε ότι γενικά υπάρχει αναγνωρισμένο δικαίωμα επίσχεσης εγγράφων πελάτη από επαγγελματία όπως είναι δικηγόρος, αρχιτέκτων, λογιστής κλπ., επί επαγγελματικής εργασίας την οποία διεξάγει και αυτή του ανήκει μέχρι την εξόφληση της αμοιβής του. Αυτή η θέση επιβεβαιώνεται και από τους Κανονισμούς Δεοντολογίας Ελεγκτών, αντίγραφο των οποίων επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ΄Ενστασης. Σύμφωνα πάντα με τον κ. Κληρίδη, οι εναγόμενοι απλά επιχειρούν να αποφύγουν πληρωμή της αμοιβής των εναγόντων για υπηρεσίες που πρόσφεραν επί σειρά ετών, χωρίς όμως να έχουν δώσει οποιαδήποτε μαρτυρία η οποία να καταδεικνύει ότι το ύψος της αμοιβής αυτής είναι υπερβολικό ούτε και για οποιεσδήποτε τυχόν ελλείψεις ή παραλείψεις στις προσφερθείσες υπηρεσίες. Απόφαση της εναγομένης εταιρείας για τερματισμό της παροχής υπηρεσιών από τους ενάγοντες δεν φαίνεται να έχει ληφθεί, ενώ όπως φαίνεται από την κατατεθείσα αλληλογραφία, αντίγραφα ετοιμασθέντων λογαριασμών είχαν ήδη δοθεί στους εναγομένους από τους ενάγοντες και ο μόνος λόγος για τον οποίο ζητούν τα διεκδικούμενα στοιχεία, είναι για να ετοιμάσουν άλλους λογαριασμούς και να επιτύχουν την πληρωμή χαμηλότερου ύψους φόρων. ΄Οπως περαιτέρω πρόσθεσε ο συνήγορος των εναγόντων, τυχόν έκδοση του αιτουμένου διατάγματος θα καταργούσε το δικαίωμα επίσχεσης των εναγόντων και θα απέδιδε μια σημαντική θεραπεία η οποία διεκδικείται στην Ανταπαίτηση, διαγιγνώσκοντας την ουσία της διεκδίκησης τελεσίδικα και παρά το ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν καταδείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Ως προς το ισοζύγιο της δυσμενούς επίπτωσης από την έκδοση του διατάγματος, ο κ. Κληρίδης υπέβαλε πως αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα υποστούν βλάβη οι ενάγοντες διότι θα καταργηθεί το δικαίωμα επίσχεσης που έχουν, ενώ αντίθετα οι εναγόμενοι καμιά ανεπανόρθωτη ζημιά δεν θα υποστούν αφού το θέμα είναι καθαρά οικονομικό και μπορούν να πάρουν πίσω τα έγγραφα και βιβλία τους αφού πληρώσουν την αμοιβή των εναγόντων με επιφύλαξη δικαιωμάτων ή έστω ακόμα, θα ήταν αποδεκτή διευθέτηση αν πλήρωναν το ήμισυ της απαίτησης των εναγόντων και κατάθεταν τραπεζική εγγύηση για το υπόλοιπο. Αυτά ήσαν, σε συνοπτική μορφή τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου όπως προέκυψαν από τα δικόγραφα, την Αίτηση, την ΄Ενσταση και την επιχειρηματολογία των συνηγόρων. Διαπιστώνεται κατ΄ αρχήν, ότι στην παρούσα περίπτωση, εκείνοι οι οποίοι επιζητούν την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος στο πλαίσιο της αγωγής, είναι οι εναγόμενοι και όχι οι ενάγοντες. Υπενθυμίζεται ότι αυτή η δυνατότητα δόθηκε με πρόσφατη τροποποίηση του Α.32
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου αρ. 14/60, την οποία επέφερε το Α.2(α) του Νόμου αρ.17(Ι)/2004. Με την τροποποίηση, ενώ προηγουμένως στην επιφύλαξη στο Α.32
(1)παρατίθεντο οι προϋποθέσεις που θα έπρεπε να ικανοποιήσει «ο ενάγων» ώστε να εκδοθεί παρεμπίπτον διάταγμα, αντικαταστάθηκε η λέξη «ενάγων» με τη λέξη «αιτών διάδικος». Αυτή η αλλαγή σαφώς καλύπτει και εναγόμενο ο οποίος εξ΄ ανταπαιτήσεως διεκδικεί θεραπείες. Ο εντοπισμός του γεγονότος ότι η υπό εξέταση αίτηση υποβλήθηκε όχι από ενάγοντα αλλ΄ από ανταπαιτούντα εναγόμενο, ενέχει, κατά την άποψη μου ιδιαίτερη σημασία. Οι ρητές πρόνοιες των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προβαίνουν σε σαφείς διαχωρισμούς μεταξύ Απαίτησης και Ανταπαίτησης, σε βαθμό που η δεύτερη να θεωρείται σαν ξεχωριστή απαίτηση και διαδικαστικά να εκδικάζεται ξεχωριστά η μια από την άλλη, εκτός εάν οι διάδικοι δηλώσουν ότι η προσκομιζόμενη μαρτυρία αφορά τόσο την Απαίτηση όσο και την Ανταπαίτηση. Υπάρχει ακόμα η δυνατότητα να εκδοθεί απόφαση στην Απαίτηση και να παραμείνει προς αυτοτελή εκδίκαση η Ανταπαίτηση ή και το αντίθετο, όπως υπάρχει περαιτέρω και η δυνατότητα απόρριψης Απαίτησης ή Ανταπαίτησης και συνέχισης της διαδικασίας στη μια ή στην άλλη που παραμένει. ( Βλπ. Δ.19 κ.3, Δ.21 κ.κ.8-12 και Δ.33 κ.κ. 9-12 ). Ο λόγος που τονίζω όλα τα ανωτέρω, είναι ότι αυτό που ενέχει σημασία εδώ, δεν είναι κατά πόσο οι εναγόμενοι έχουν καταδείξει καλή υπεράσπιση στην διεκδίκηση των εναγόντων εναντίον τους, αλλά κατά πόσο οι εναγόμενοι σαν αιτητές έχουν καταδείξει την ύπαρξη καλής υπόθεσης και πιθανότητας επιτυχίας στην Ανταπαίτηση τους και γενικά αν ικανοποιούν τις προϋποθέσεις για έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος. ΄Οπως είναι φανερό εφαρμόζονται στην παρούσα διαδικασία οι προϋποθέσεις που τίθενται με το Α.32 του περί Δικαστηρίων Νόμου όπως αυτές έχουν επανειλημμένα αναλυθεί στη νομολογία (Βλ. μεταξύ άλλων, Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1976)1 C.L.R. 38, Karydas Taxi v. Komodikis
(1975)1 C.L.R.38, Louis Vuitton v. Δερμοσακ Λτδ κ.ά
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453, Α/φοι Μυλωνά Α.Ε. κ.ά. v. M. Avraamides & Co Ltd., Πολ. ΄Εφεση 9824 ημερ.21.9.98) Nemitsas Industries Ltd v. S. & S. Martime Lines Ltd. and Others
(1976)1 C.L.R.302, Constantinides v. Makriyiorghou & Another
(1978)1 C.L.R. 585, Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231, M. & M. Transport v. Eteria Astikon Leoforion
(1981)1 C.L.R. 605, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R.
- Τα κριτήρια και προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται σε αίτηση για διάταγμα στη βάση του Α.32 του Ν. 14/60 μπορούν να συνοψιστούν στα ακόλουθα:
- Πρέπει να υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση κατά την δίκη.
- Να υπάρχει πιθανότητα ο Ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία.
- Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το διάταγμα. Οι προϋποθέσεις για έκδοση διατάγματος με βάση το Α.32 του Νόμου 14/60 έχουν περαιτέρω επεξηγηθεί σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, μεταξύ των οποίων στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates & Others (ανωτέρω) και Πουργουρίδη v. Θέμιδος Μέζου κ.ά.
(1994)1 ΑΑ.Δ.
- Η προϋπόθεση για ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη επεξηγήθηκε ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας ο Ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία, επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλής πιθανότητας επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο βαθμός απόδειξης που απαιτείται σε πολιτικές υποθέσεις. Απαιτείται από τον αιτητή να καταδείξει ότι έχει μια ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Η τρίτη προϋπόθεση, σύμφωνα με την οποία πρέπει να καταδειχθεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε υστερότερο στάδιο, εξετάζεται κυρίως υπό το φως του ερωτήματος κατά πόσο η απονομή αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία κάτω από τα γεγόνοτα κάθε υπόθεσης. Τελικά, όταν ληφθούν υπόψη όλοι οι ανωτέρω παράγοντες, το Δικαστήριο θα αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδώσει το διάταγμα. Αυτά τα οποία επιζητούν με την Ανταπαίτηση τους οι εναγόμενοι είναι κυρίως δύο πράγματα: α. Την επιστροφή ποσού εκ £25.550.00 από συνολικό ποσό εκ £45.550.00 που ισχυρίζονται ότι κατέβαλαν στους ενάγοντες χωρίς αυτοί να το δικαιούνται με βάση τη μεταξύ των διαδίκων συμφωνία. β. Την επιστροφή στους εναγομένους όλων των βιβλίων και εγγράφων τα οποία παρέδωσαν στους ενάγοντες σαν λογιστές τους και οι οποίοι, κατά τους ισχυρισμούς των εναγομένων, τα κατακρατούν χωρίς δικαίωμα. Ως προς την χρηματική πτυχή της Ανταπαίτησης παρατηρώ τα εξής: Αυτή η διεκδίκηση των εναγομένων σίγουρα συνδέεται και συσχετίζεται με την Απαίτηση των εναγόντων. Eν ολίγοις, οι διάδικοι επικαλούμενοι την ίδια μεταξύ τους συμφωνία για παροχή υπηρεσιών επ΄ αμοιβή, ισχυρίζονται οι μεν ενάγοντες στην Απαίτηση, ότι δικαιούνται σε πληρωμή σημαντικών ποσών σαν υπολοίπου της αμοιβής τους, οι δε εναγόμενοι στην Ανταπαίτηση ισχυρίζονται ότι το ποσό το οποίο έχουν ήδη καταβάλει στους ενάγοντες σαν αμοιβή είναι αδικαιολόγητα υψηλό και ζητούν επιστροφή μεγάλου μέρους του. Το πως και γιατί ενώ οι διάδικοι επικαλούνται την ίδια, γραπτή συμφωνία, έχουν εν τούτοις τόσο διαφορετικές απόψεις ως προς τα οικονομικά δικαιώματα και υποχρεώσεις τους, οφείλεται κατά την άποψη μου σε ένα σημαντικό παράγοντα: Το ότι η επίδικη Συμφωνία, η οποία προφανώς καταρτίστηκε μέσα στην περίοδο της φρενίτιδας των χρηματιστηριακών πραγμάτων, περιέχει ασαφείς και αόριστες πρόνοιες. Κατ΄ αρχήν, όλες οι ουσιώδεις πρόνοιες της, αλλά και αυτός τούτος ο σκοπός για τον οποίο καταρτίστηκε, εκλαμβάνουν σαν βέβαιη και δεδομένη την προτιθέμενη τότε, ένταξη της εναγομένης εταιρείας στο Χ.Α.Κ. ΄Ενταξη η οποία όμως, δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ με αποτέλεσμα πρόνοιες της συμφωνίας που ήσαν χρονικά και ουσιαστικά άρρηκτα συνδεδεμένες με την ένταξη στο Χ.Α.Κ. να καταστούν αβάσιμες και να παραμείνουν αδιευκρίνιστες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι και υποχρεώσεις που αναλάμβανε «ο λογιστής» να εκτελέσει για να κερδίσει την αμοιβή του και περιγράφονται ως εξής στην παρα.1 της Συμφωνίας ημερ. 26.9.00: «... και να συνεχίσει την τήρηση των λογιστικών βιβλίων και των εξελεγμένων λογαριασμών και μέχρι την ένταξη της εταιρείας εις το Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου, η οποία προβλέπεται να γίνει το 2001» (υπογράμμιση του Δικαστηρίου). Ως προς δε το καίριας σημασίας θέμα της διάρκειας της Συμφωνίας και συνακόλουθα της υποχρέωσης για παροχή υπηρεσιών, προβλέπονταν τα ακόλουθα στην παρα.5 της συμφωνίας: «
- Η παρούσα Συμφωνία τερματίζεται με την είσοδο της Εταιρείας εις το Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου ...» ΄Αλλη πρόνοια της Συμφωνίας, η οποία ήταν επίσης άρρηκτα συνδεδεμένη με την ένταξη στο Χ.Α.Κ., η οποία δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ, ήταν αυτή που προνοούσε για παραχώρηση 80.000 μετοχών της εναγομένης εταιρείας στους ενάγοντες στην καθορισθείσα τιμή των £0.25 εκάστη. ΄Οπως προνοούσε η παρα.3 της Συμφωνίας, αυτό θα γινόταν: «... μόλις δοθεί άδεια για την παραχώρηση μετοχών μέσω αμετάκλητων αιτήσεων και δεν μπορεί να συμψηφιστεί με την ανωτέρω αμοιβή του Λογιστή ...». ΄Οπως είναι φυσικό η μη επίτευξη του στόχου της ένταξης στο Χρηματιστήριο δημιούργησε πολλαπλά προβλήματα. Αν και το συνολικό ποσό της αμοιβής των εναγόντων είχε συμφωνηθεί στις £80.000.00 πλέον τις παραχωρηθησόμενες μετοχές, το είδος, η διάρκεια και το κυριώτερο η αξία και ποιότητα των προσφερθεισών υπηρεσιών, είναι επί του παρόντος αβέβαιη και μόνο με την προσκόμιση ικανοποιητικής και λεπτομερούς μαρτυρίας θα μπορεί να αποκρυσταλλωθεί. Το ίδιο ισχύει βέβαια και για την διεκδικούμενη αμοιβή για παροχή υπηρεσιών, επιπρόσθετα προς εκείνες που καλύπτονταν από την γραπτή συμφωνία. ΄Ομως το σημαντικότερο θέμα, το οποίο συνδέεται άμεσα με την αίτηση των εναγομένων για την έκδοση του παρεμπίπτοντος διατάγματος, είναι η διεκδίκηση τους στην Ανταπαίτηση για την επιστροφή σ΄ αυτούς των λογιστικών τους βιβλίων και συναφών εγγράφων. ΄Εχω συνοψίσει τις θέσεις που ανάπτυξαν οι συνήγοροι των δύο πλευρών ενωρίτερα στην παρούσα ενδιάμεση απόφαση. Εκείνο το οποίο μπορώ εξ΄ αρχής να διαπιστώσω είναι πως δεν συμφωνώ ότι στη διεκδίκηση αυτή των εναγομένων δεν υπάρχει νομικό έρεισμα ή αιτία / βάση αγωγής. ΄Οπως θα φανεί και από τη νομολογία, στην οποία θα αναφερθώ αργότερα, η κατ΄ ισχυρισμόν χωρίς δικαίωμα ή νόμιμη αιτία κατακράτηση περιουσιακών στοιχείων μιας εταιρείας και η προσωρινή ή μόνιμη ιδιοποίηση τους, ασφαλώς εγείρει νομικό δικαίωμα διεκδίκησης τους με αγωγή. Το θέμα που πρέπει να αποφασισθεί είναι κατά πόσο οι εναγόμενοι δικαιούνται στην επιστροφή αυτών των αντικειμένων ή αντίθετα κατά πόσο η μόνη υπεράσπιση που προβάλλουν οι ενάγοντες, αυτή δηλαδή της ύπαρξης δικαιώματος επίσχεσης μέχρι πληρωμής της αμοιβής τους, μπορεί να επιτύχει. Το επικαλούμενο δικαίωμα επίσχεσης των εναγόντων - λογιστών επί των λογιστικών βιβλίων κλπ. των εναγομένων. Η απάντηση στο καίριας σημασίας αυτό ερώτημα δίδεται από μια σειρά Αγγλικών αποφάσεων τις οποίες έχω εντοπίσει, το σκεπτικό των οποίων και υιοθετώ. Η πρώτη από αυτές είναι η απόφαση στην υπόθεση Woodworth and another v. Conroy and others [1976] 1 All E.R.
- Τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης προσομοιάζουν πολύ με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Οι εναγόμενοι είχαν ενεργήσει σαν λογιστές των εναγόντων επί σειρά ετών και κατά τη διακοπή της συνεργασίας τους είχαν στην κατοχή τους πληθώρα εγγράφων και φορολογικών φακέλων που ανήκαν στους ενάγοντες πελάτες τους. ΄Οταν οι ενάγοντες τους ζήτησαν να τα επιστρέψουν, αυτοί αρνήθηκαν ισχυριζόμενοι ότι οι ενάγοντες τους όφειλαν σημαντικά ποσά σαν αμοιβή τους. Οι ενάγοντες καταχώρησαν αγωγή εναντίον των λογιστών, διεκδικώντας την επιστροφή των φακέλων τους. Οι εναγόμενοι λογιστές με την υπεράσπιση τους ήγειραν θέμα δικαιώματος τους επίσχεσης επί των φακέλων και με ανταπαίτηση διεκδίκησαν υπόλοιπο αμοιβής τους. Αρνήθηκαν δε να επιτρέψουν επιθεώρηση των εγγράφων εκείνων από τους ενάγοντες, με το δικαιολογητικό ότι μια τέτοια ενέργεια θα καταστρατηγούσε το δικαίωμα τους σε επίσχεση αφού είναι τα στοιχεία που παρατίθεντο στα έγγραφα που ήσαν χρήσιμα στους ενάγοντες και όχι τα ίδια τα έγγραφα. ΄Ηταν κοινά αποδεκτό ότι η μη επιστροφή των εγγράφων προς τους ενάγοντες, προκαλούσε σ΄ αυτούς ποικίλες δυσκολίες και ο βασικός λόγος που τα ήθελαν πίσω ήταν, όπως και εδώ, για να ετοιμάσουν Καταστάσεις και Δηλώσεις προς τον Φόρο εισοδήματος, όπως είχαν υποχρέωση. ΄Οπως αποφάσισε το Αγγλικό Εφετείο, οι λογιστές έχουν γενικά δικαίωμα επίσχεσης επί τέτοιων εγγράφων. ΄Οπως δηλώθηκε στη σελ.109 της απόφασης: « I would adjudge that accountants in the course of doing their ordinary professional work of producing and auditing accounts, advising on financial problems and currying on negotiations with the Inland Revenue in relation to both, taxation and rating, have at least a particular lien over any books of account, files and papers which their clients delivered to them and also over any documents which have come into their possession in the course of acting as their client´s agents in the course of their ordinary professional work...". Παρά την γενικότητα, με την οποία αναγνωρίστηκε το δικαίωμα επίσχεσης λογιστών επί εγγράφων και άλλων στοιχείων πελατών τους στην προαναφερθείσα υπόθεση, αυτό το δικαίωμα περιορίστηκε και σχεδόν εξουδετερώθηκε, στην περίπτωση εταιρειών σε μεταγενέστερες αποφάσεις όπως είναι η DTC (CNC) Ltd. v. Gary Sargeant & Co (a firm)
(1996)2 All E.R.
- Σ΄ αυτή την υπόθεση ξεκάθαρα αποφασίστηκε πως ένας λογιστής δεν μπορεί να ασκήσει δικαίωμα επίσχεσης επί βιβλίων ή εγγράφων μιας πελάτιδος του εταιρείας, τα οποία βιβλία ή έγγραφα θεωρούνται σαν «λογιστικά αρχεία» μέσα στην έννοια των σχετικών άρθρων του Αγγλικού Companies Act 1985 και σε σχέση με τα οποία απαιτείτο διά νόμου όπως φυλάσσονται σε συγκεκριμένο μέρος ή να είναι διαθέσιμα προς έλεγχο ή επιθεώρηση. Τα γεγονότα της υπόθεσης DTC επίσης προσομοιάζουν προς τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Τα συνοψίζω: Οι ενάγοντες είχαν αναθέσει στον εναγόμενο οίκο εγκεκριμένων ελεγκτών όπως ενεργούν σαν λογιστές τους για δύο χρόνια. Μετά τη διακοπή της συνεργασίας τους, οι ενάγοντες ζήτησαν από τους λογιστές την επιστροφή σ΄ αυτούς των εγγράφων και στοιχείων τους, τα οποία τους είχαν παραδώσει. Οι λογιστές αρνήθηκαν να τα επιστρέψουν, ισχυριζόμενοι ότι οι ενάγοντες δεν είχαν καταβάλει σ΄ αυτούς οφειλόμενη αμοιβή ύψους £4.715.00 και ότι λόγω τούτου, είχαν δικαίωμα επίσχεσης επί ορισμένων κατηγοριών εγγράφων των εναγόντων, μέχρι την εξόφληση της αμοιβής τους. Οι εναγόμενοι λογιστές αποδέχθηκαν όπως επιστρέψουν τα απαιτούμενα από το νόμο μητρώα και βιβλίο πρακτικών (statutory registers and statutory book of minutes) αλλ΄ ενίσταντο στο να επιστρέψουν τα έγγραφα τα οποία ενέπιπταν στις κατηγορίες: α. Τιμολόγια πωλήσεων (sales invoices) β. Τιμολόγια αγορών (purchase invoices) γ. Βιβλιάρια επιταγών δ. Βιβλία εισπράξεων (paying-in books) ε. Τραπεζικές καταστάσεις λογαριασμών. To δικαστήριο, παρά το ότι αναγνώρισε την ύπαρξη, σε γενικές γραμμές, δικαιώματος λογιστού σε επίσχεση επί εγγράφων τα οποία του παραδίδει ο πελάτης, εν τούτοις τόνισε ότι αυτό το δικαίωμα δεν είναι εφαρμόσιμο σε όλες τις περιπτώσεις. Το δικαστήριο εξομοίωσε την περίπτωση των λογιστών με αυτή των δικηγόρων, οι οποίοι παρά τα γενικά δικαιώματα επίσχεσης που τους έχουν αναγνωρισθεί, εν τούτοις, δεν έχουν κανένα δικαίωμα να τα ασκούν επί εγγράφων τα οποία διά νόμου πρέπει να φυλάσσονται στο εγγεγραμμένο γραφείο μιας εταιρείας ή να τυγχάνουν χρήσης κατά συγκεκριμένο τρόπο, (βλ. Re Capital Fire Insurance Association [1883] 24 Ch.D.408 και Re Anglo-Maltese Hydraulic Dock Co. Ltd. [1885] 54 L.J. Ch. 730). ´Oσον αφορά στις νομοθετικές υποχρεώσεις περί της τήρησης και φύλαξης εγγράφων από εταιρείες, το δικαστήριο έκανε ιδιαίτερη μνεία στις πρόνοιες των Α 221 του Αγγλικού Companies Act 1985 óπως τροποποιήθηκε με το Companies Act
- Με εκείνο το άρθρο ετίθετο η υποχρέωση σε κάθε εταιρεία να τηρεί λογιστικά έγγραφα από τα οποία να αποκαλύπτεται με εύλογη ακρίβεια η ανά πάσα στιγμή οικονομική κατάσταση της εταιρείας περιλαμβανομένων καταχωρήσεων ημερήσιων εξόδων και εσόδων, κατάσταση ενεργητικού - παθητικού κλπ. Σύμφωνα με άλλα άρθρα του ίδιου νόμου, παράβαση των πιο πάνω υποχρεώσεων συνιστά ποινικό αδίκημα και περαιτέρω, είναι η υποχρέωση κάθε εταιρείας όπως φυλάσσει τα προαναφερθέντα στοιχεία στο εγγεγραμμένο της γραφείο και να είναι ανά πάσα στιγμή διαθέσιμα για επιθεώρηση από τους διευθυντές της εταιρείας. Σύμφωνα πάντα με το Αγγλικό δικαστήριο στην υπόθεση DTC (ανωτέρω), όλα τα έγγραφα τα οποία ο νόμος καθορίζει ότι πρέπει να τηρούνται και φυλάσσονται από μια εταιρεία στο εγγεγραμμένο της γραφείο και να είναι διαθέσιμα, είναι καθαρά έγγραφα στα οποία ένας λογιστής ή δικηγόρος δεν μπορούν να ασκήσουν δικαίωμα επίσχεσης. Επειδή δε όλα τα αμφισβητούμενα στην υπόθεση εκείνη έγγραφα που περιγράφηκαν προηγουμένως ήσαν τέτοια έγγραφα, το δικαστήριο διάταξε τον οίκο λογιστών που τα κατακρατούσε, να τα επιστρέψει στους ιδιοκτήτες τους, περιορίζοντας έτσι την αρχή που είχε τεθεί στην υπόθεση Woodworth, στην οποία δεν είχε καν θιγεί ένα τέτοιο θέμα. Στο σημείο τούτο παρεμβάλλω ότι και στην Κύπρο συναντώνται νομοθετικές πρόνοιες περί της τήρησης και φύλαξης λογιστικών βιβλίων και στοιχείων από εταιρείες, μέσα στον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ.
- Παραπέμπω συγκεκριμένα στο Α.141 του νόμου, το οποίο προνοεί τα εξής: «Τήρηση λογιστικών βιβλίων 6(α) του 67(Ι) του 2003
- -
(1)Οι σύμβουλοι μεριμνούν ώστε να τηρούνται τα λογιστικά βιβλία τα οποία κρίνονται αναγκαία για την κατάρτιση οικονομικών καταστάσεων σύμφωνα με τον παρόντα νόμο.
(2)Για τους σκοπούς του εδαφίου
(1), θεωρείται ότι δεν τηρούνται κατάλληλα λογιστικά βιβλία, αν τα τηρούμενα βιβλία δεν είναι επαρκή για την παρουσίαση αληθινής και δίκαιης εικόνας των υποθέσεων της εταιρείας όπως και την εξήγηση των συναλλαγών της.
(3)Τα λογιστικά βιβλία φυλάγονται στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας ή σε τέτοιο άλλο τόπο όπως οι διευθυντές θεωρήσουν ορθό και είναι πάντοτε ανοικτά για επιθεώρηση από τους διευθυντές. ........................................................... ........................................................... 6(β) του 167(Ι) του 2003
(4)Αν σύμβουλος εταιρείας παραλείπει να λάβει τα εύλογα μέτρα για συμμόρφωση με τις διατάξεις του άρθρου αυτού, διαπράττει ποινικό αδίκημα και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει το ένα έτος ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και τις δύο αυτές ποινές.» ΄Οπως επομένως καθαρά εξάγεται από το λεκτικό των πιο πάνω άρθρων του Κυπριακού περί Εταιρειών Νόμου, η εναγομένη εταιρεία και κάθε εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κύπρο υποχρεούται όπως: α. Τηρεί «λογιστικά βιβλία τα οποία κρίνονται αναγκαία για την κατάρτιση οικονομικών καταστάσεων.» β. Τα λογιστικά αυτά βιβλία πρέπει να είναι «επαρκή για την παρουσίαση αληθινής και δίκαιης εικόνας των υποθέσεων της εταιρείας και την εξήγηση των συναλλαγών της.» γ. Τα λογιστικά αυτά βιβλία θα πρέπει να φυλάγονται στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας και να είναι πάντα ανοικτά για επιθεώρηση από τους διευθυντές. Παράλειψη συμμόρφωσης προς τις πιο πάνω υποχρεώσεις συνιστά ποινικό αδίκημα για τους συμβούλους εταιρείας και επισύρει ποινές φυλάκισης ή προστίμου. Υπό το φως των πιο πάνω νομοθετικών υποχρεώσεων εταιρείας και με γνώμονα το σκεπτικό των προαναφερθεισών Αγγλικών αποφάσεων, κατά την κρίση μου δεν μπορεί να ασκηθεί δικαίωμα επίσχεσης (lien) από τους ενάγοντες - λογιστές ή από οποιουσδήποτε άλλους λογιστές ή δικηγόρους επί των λογιστικών βιβλίων που περιγράφονται στον νόμο και ανήκουν σε πελάτες ή πρώην πελάτες τους, όπως είναι εδώ οι εναγόμενοι. Το ερώτημα που παραμένει είναι αν τα ζητούμενα μέσω του παρεμπίπτοντος διατάγματος στην παρούσα υπόθεση βιβλία, έγγραφα κλπ. εμπίπτουν στον ορισμό των «λογιστικών εγγράφων» που είχε υπόψη του ο νομοθέτης. ΄Οπως ορθά ερμηνεύτηκε ο όρος "accounting records" που συναντάται στην πολύ παρόμοια Αγγλική νομοθεσία στην υπόθεση DTC (ανωτέρω), το φάσμα εγγράφων που δυνητικά εμπίπτουν μέσα στην έννοια του όρου τούτου, είναι πάρα πολύ ευρύ. Τα έγγραφα τα οποία επιδιώκεται εδώ όπως επιστραφούν στους εναγομένους, περιγράφονται ως εξής: «...όλα τα τιμολόγια, συμβόλαια, αποδείξεις, γενικό καθολικό, βιβλία χρεωστών και πιστωτών, ισοζύγιο, μισθολόγια του προσωπικού και υπεργολάβων, βιβλιάρια επιταγών των τραπεζών, καταστάσεις λογαριασμού των τραπεζών, έγγραφα σχετικά με τον υπολογισμό και πληρωμή του ΦΠΑ, φορολογικά δεδομένα και πληροφορίες απαραίτητα για την συμπλήρωση των φορολογικών δηλώσεων των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου και των μετόχων των Αιτητών και όλα τα έγγραφα που τους παρέδωσαν οι εναγόμενοι και κατέχουν οι ενάγοντες σαν λογιστές ή και ελεγκτές ή και θεματοφύλακες τους». . Δεν διατηρώ καμιά αμφιβολία ότι όλα τα πιο πάνω περιγραφόμενα έγγραφα, βιβλία κλπ. είναι τέτοια ώστε να εμπίπτουν μέσα στον γενικότερο όρο των «λογιστικών βιβλίων» που τηρούνται από τους εναγομένους και ότι αυτά είναι απαραίτητα για την «παρουσίαση αληθινής και δίκαιης εικόνας των υποθέσεων της εταιρείας», όπως και για την «εξήγηση των συναλλαγών της». Δεν μπορώ δε να συμφωνήσω ότι το λεκτικό του προτεινόμενου διατάγματος και/ή η περιγραφή των ζητουμένων εγγράφων είναι γενικά ή αόριστα. Αντίθετα, είναι με επάρκεια που συγκεκριμενοποιούνται και εν πάση περιπτώσει οι ενάγοντες σαν αδειούχοι επαγγελματίες οι οποίοι ανάλαβαν να συνδράμουν τους εναγόμενους στην τήρηση των νομίμων υποχρεώσεων τους δεν είναι τυχαία που παράλαβαν και χρησιμοποίησαν τα έγγραφα και βιβλία που κρατούν και όχι άλλα. Με τα πιο πάνω σαν δεδομένα, προκύπτει ότι οι ενάγοντες δεν έχουν νόμιμο δικαίωμα να κατακρατούν τα ζητούμενα έγγραφα και βιβλία και επομένως οι εναγόμενοι θα εδικαιούντο στην επιστροφή τους. Συνακόλουθα, η εικόνα η οποία παρουσιάζεται είναι ότι οι εναγόμενοι, σε σχέση με την διεκδίκηση στην Ανταπαίτηση τους για επιστροφή των βιβλίων και εγγράφων τους, ικανοποιούν τα κριτήρια και προϋποθέσεις που τίθενται από το Α.32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. ΄Εχουν θέσει ένα σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δίκη ενώ έχουν καταδείξει σοβαρή πιθανότητα επιτυχίας να δικαιούνται σε θεραπεία με βάση αγωγής την χωρίς δικαίωμα κατακράτηση (detinue) περιουσιακών τους στοιχείων. Η ξεκάθαρη νομική κατάσταση πραγμάτων που έχω παραθέσει προηγουμένως ενισχύει πλήρως αυτή τη θέση. Περαιτέρω, έχουν καταδείξει ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το γεγονός της ήδη εμπλοκής τους σε ποινικές διαδικασίες εναντίον τους και το σοβαρό ενδεχόμενο επιβολής στους διευθυντές της ποινών φυλάκισης λόγω της αδυναμίας τους να συμμορφωθούν προς διάταγμα του δικαστηρίου, που αναπόφευκτα θα εκδοθεί, είναι σοβαρότατη επίπτωση που επικρέμαται και ακολουθεί την μη έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος. ΄Οπως επίσης είναι ασφαλώς η αδυναμία των εναγομένων να λειτουργούν ως θα έπρεπε να λειτουργεί μια εταιρεία με όλα τα αναγκαία οικονομικά στοιχεία και δεδομένα και να συμμορφώνεται προς τις υποχρεώσεις της με βάση τον περί Εταιρειών νόμο. Υπό αυτές δε τις περιστάσεις και δίκαιο και πρόσφορο θα ήταν να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Σε σχέση με την εισήγηση ότι τα ζητούμενα έγγραφα δεν θα πρέπει να επιστραφούν μέσω προσωρινού διατάγματος καθότι με αυτό τον τρόπο αποδίδεται πρόωρα μια τελική θεραπεία που επιζητείται στην αγωγή, παρατηρώ τα εξής: Είναι γεγονός ότι έχει νομολογιακά καθιερωθεί η αρχή, σύμφωνα με την οποία τα δικαστήρια μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις εκδίδουν παρεμπίπτοντα διατάγματα τα οποία ουσιαστικά συνιστούν θεραπείες που διεκδικούνται στην αγωγή. Ο λόγος προς τούτο είναι ότι τα παρεμπίπτοντα διατάγματα δεν στοχεύουν στο να επιφέρουν ριζικές επιλύσεις θεμάτων και να αποδώσουν, χωρίς πλήρη εκδίκαση τελικές θεραπείες, αλλά να διατηρήσουν ένα καθεστώς πραγμάτων μέχρι την εκδίκαση της αγωγής [ βλπ. Michael v. Brevinos [1969] 1 C.L.R. 578, Goody´s v. Lani Restaurants Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 1572 ]. ΄Οπως, όμως, σωστά τονίστηκε και στην Πολ.Εφ. 11077 Κούνουνας ν. C & A Simonos Ltd. ημερ. 13.9.02, η έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος, αντίστοιχου προς την τελική θεραπεία που ζητείται με την αγωγή δεν αποκλείεται. Μπορεί δε να γίνει, σε ξεκάθαρες υποθέσεις ( Brevinos ανωτέρω ). Tα όσα έχω παραθέσει προηγουμένως και τα νομικά συμπεράσματα στα οποία έχω καταληξει, νομίζω ότι καθιστούν την υπόθεση των εναγομένων σε σχέση με τα λογιστικά τους βιβλία και έγγραφα, μια ξεκάθαρη υπόθεση η οποία έχει μόνο νομική πτυχή η οποία έχει αποφασισθεί κατόπιν διεξοδικής και πλήρους ακρόασης, στην οποία οι δύο πλευρές πρόβαλαν ό,τι είχαν να προβάλουν. Το να έρθει τώρα το δικαστήριο και να αρνηθεί να εκδώσει το διάταγμα απλά και μόνο διότι με αυτό αποδίδεται μια από τις τελικές θεραπείες και να επιτρέψει έτσι στους ενάγοντες να συνεχίζουν να κατακρατούν χωρίς προφανές δικαίωμα τα βιβλία και έγγραφα των εναγομένων προκαλώντας τις σοβαρές επιπτώσεις που έχω προαναφέρει για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα μέχρι την εκδίκαση της νεοκαταχωρηθείσας αυτής αγωγής, θα ισοδυναμούσε με άρνηση απονομής δικαιοσύνης και εθελοτυφλία. Με την έκδοση του διατάγματος, είναι αλήθεια ότι οι ενάγοντες χάνουν ένα σοβαρό πλεονέκτημα και ένα μοχλό πίεσης που ίσως να τους υποβοηθούσε στην είσπραξη της διεκδικούμενης αμοιβής τους. Χάνουν, όμως, ένα πλεονέκτημα το οποίο εδράζετο σε νομικό δικαίωμα το οποίο στην πραγματικότητα ουδέποτε είχαν. Για όλους τους πιο πάνω λόγους έχω αποφασίσει όπως εκδώσω το αιτούμενο διάταγμα όπως αυτό επιζητείται, πλην της τελικής γενικής απόληξης του παρακλητικού του μέρους και αφού αυτό περιορισθεί ώστε να καλύπτει μόνο βιβλία και έγγραφα σχετιζόμενα με την εναγομένη εταιρεία και όχι με τους μετόχους, διευθυντές της, ή οποιαδήποτε άλλα φυσικά πρόσωπα. Ως προς το θέμα της εγγύησης η οποία σύμφωνα με το νόμο θα πρέπει να κατατεθεί από τους εναγόμενους, παρατηρώ τα εξής: Δεν μπορώ να συμφωνήσω με την εισήγηση ότι το είδος και το ύψος της εγγύησης, η οποία θα συνοδεύει το παρεμπίπτον διάταγμα θα πρέπει να είναι τέτοια ώστε να λαμβάνουν υπόψη την διεκδικούμενη αμοιβή των εναγόντων ή την απώλεια του πλεονεκτήματος που είχαν κατακρατώντας τα βιβλία και άλλα έγγραφα ή ακόμα την φερεγγυότητα των εναγομένων. Εδώ θα πρέπει να υπενθυμίσω ότι η επιστροφή των βιβλίων και εγγράφων στους εναγόμενους δεν έχει τίποτε να κάμει με την απαίτηση των εναγόντων. Το δικαστήριο δε στην παρούσα διαδικασία δεν εξετάζει οποιοδήποτε θέμα που σχετίζεται με διάταγμα που τείνει να εξασφαλίσει την πληρωμή των εναγόντων, σε περίπτωση που στο τέλος της δίκης επιτύχουν στην Απαίτηση τους. Πρόκειται καθαρά για διάταγμα που εκδίδεται στο πλαίσιο της ξέχωρης Ανταπαίτησης των εναγομένων και η μόνη εγγύηση που πρέπει να κατατεθεί θα πρέπει να συναρτάται και αποτιμάται με την ενδεχόμενη ζημιά, η οποία μπορεί να προκύψει στους καθ΄ ων η αίτηση λόγω της επιστροφής των βιβλίων και όχι λόγω της απώλειας μιας φαινομενικής εξασφάλισης για την δική τους απαίτηση, στην οποία εξασφάλιση δεν είχαν νόμιμο δικαίωμα. Η δε τυχόν φερεγγυότητα των ιδίων των εναγομένων θα είχε νόημα να ληφθεί υπόψη, αν το δικαστήριο εξέταζε αίτημα για εξασφάλιση των εναγόντων ως προς καταβολή της διεκδικούμενης αμοιβής τους, που δεν είναι εδώ αυτή η περίπτωση. Για όλους τους ανωτέρω λόγους: Εκδίδεται παρεμπίπτον διάταγμα διατάσσον τους ενάγοντες όπως παραδόσουν εντός 24 ωρών από της παράδοσης σ' αυτούς αντιγράφου του παρόντος διατάγματος , όλα τα τιμολόγια, συμβόλαια, αποδείξεις, γενικό καθολικό, βιβλία χρεωστών και πιστωτών, ισοζύγιο, μισθολόγια του προσωπικού και υπεργολάβων, βιβλιάρια επιταγών των τραπεζών, καταστάσεις λογαριασμού των τραπεζών, έγγραφα σχετικά με τον υπολογισμό και πληρωμή του ΦΠΑ, φορολογικά δεδομένα και πληροφορίες απαραίτητα για την συμπλήρωση των φορολογικών δηλώσεων της εναγομένης εταιρείας, υπό τον όρο κατάθεσης εγγύησης από την εναγομένη εταιρεία ύψους £10.000.00. Το Διάταγμα θα ισχύει μέχρι την εκδίκαση και πλήρη αποπεράτωση της Ανταπαίτησης των εναγομένων. Τα έξοδα της αίτησης, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της δίκης, επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων - αιτητών. (Υπ.)..................................... Κ.Κληρίδης Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΚΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο