← Κύπρος

ΕΠΕ Τεχσνάμπ ν. CNS ENERGY COMPANY LTD, Αίτηση Αρ.: 5/05, 18 Ιανουαρίου, 2006

ΕΠΕ Τεχσνάμπ ν. CNS ENERGY COMPANY LTD, Αίτηση Αρ.: 5/05, 18 Ιανουαρίου, 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2006:A5 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Προσ.Ε.Δ. Αίτηση Αρ.: 5/05 Αναφορικά με τον περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Νόμο του 2000 και Αναφορικά με τον περί της Σύμβασης περί της Αναγνώρισης και Εκτέλεσης Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων (Κυρωτικό) Νόμο του 1979 Μεταξύ: ΕΠΕ Τεχσνάμπ, Αιτήτριας, και CNS ENERGY COMPANY LTD, Καθ΄ ης η Αίτηση. ------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 18 Ιανουαρίου,

  1. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτήτρια: κα Λ. Χριστοδουλίδου-Ζαννέτου, Ανώτερη Δικηγόρος της Δημοκρατίας. Για Καθ΄ ης η Αίτηση: κος Κεφάλας. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αίτησή της η Αιτήτρια ζητά την έκδοση διατάγματος με το οποίο να αναγνωρίζεται σαν δεσμευτική η διαιτητική απόφαση του Διεθνούς Εμπορικού Διαιτητικού Δικαστηρίου ημερ. 30.3.02 στην υπόθεση Αρ. 150/2001 του Εμπορικού Επιμελητηρίου της Ρωσσικής Ομοσπονδίας καθώς και διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η εκτέλεση της εν λόγω διαιτητικής απόφασης στην Κύπρο. Το διατακτικό μέρος της πιο πάνω απόφασης παρατίθεται σε μετάφραση στην σελίδα 12 του Τεκμηρίου 6 και δεν έχει αμφισβητηθεί από την άλλη πλευρά. Το παραθέτω αυτούσιο: «ΑΠΕΦΑΣΙΣΕ:
  2. Να υποχρεώσει την εταιρεία «CNS ENERGY COMPANY LIMITED» Κύπρος, να πληρώσει στην ΕΠΕ «Τεχσνάμπ», πόλη Γκούκοβο, Ρωσία, το ποσό των $321.741,00 ΗΠΑ και να αποζημιώσει την πληρωμή του διαιτητικού τέλους στο ποσό των $10.726,00 ΗΠΑ.
  3. Να εισπραχθεί από την ΕΠΕ «Τεχσνάμπ» πόλη Γκούκοβο, Ρωσία για λογαριασμό της εταιρείας «CNS ENERGY COMPANY LIMITED» Κύπρος, το ποσό των $121.313,20 βάσει της ανταγωγής και να αποζημιωθεί η πληρωμή του διαιτητικού τέλους ύψους $4.339,62 ΗΠΑ.
  4. Οι υπόλοιπες απαιτήσεις της ανταγωγής ν΄ απορριφθούν.» Κεντρικό πυλώνα του νομικού υπόβαθρου της Αίτησης συνιστούν οι πρόνοιες του περί της Σύμβασης περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων (Κυρωτικού) Νόμου 1979 (Ν.84/79), ο οποίος κυρώνει τη Σύμβαση περί Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Αποφάσεων που έγινε στη Νέα Υόρκη το 1958 και συγκεκριμένα οι πρόνοιες των άρθρων I, II, III, IV και V της Σύμβασης. Η Αίτηση εδράζεται επίσης επί των προνοιών των άρθρων 2,3,4 και 5 του περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Σύμβασης) Νόμου του 2000 Ν.121

(1)/00 καθώς και επί της Δ.48 θ.2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, τη νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης περιέχεται στην Ένορκη Δήλωση της κας Ιωάννας Αναστασιάδου Διοικητικής Λειτουργού τοποθετημένης στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης, ημερ. 4.11.05 και σε αριθμό εγγράφων που επισυνάπτονται στην Αίτηση ως Τεκμήρια, στο περιεχόμενο των οποίων θ΄ αναφερθώ, στον βαθμό και την έκταση που το απαιτούν οι ανάγκες της παρούσας απόφασης, πιο κάτω. Σ΄ αυτό το στάδιο περιορίζομαι στο να σημειώσω ότι πιστοποιημένο αντίγραφο της επίμαχης διαιτητικής απόφασης επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 5 και η πιστοποιημένη μετάφρασή του στα Ελληνικά ως Τεκμήριο
  1. Ενώ πιστοποιημένο αντίγραφο του μεταξύ των μερών συμβολαίου και πιστοποιημένη του μετάφραση έχουν επισυναφθεί ως Τεκμήρια 7 και
  2. Στις 27 Δεκεμβρίου, 2000 συνάφθηκε μεταξύ της εταιρείας ΕΠΕ «Τεχσνάμπ» πόλη Γκούκοβο, Ρωσία και της Κυπριακής Εταιρίας «CNS ENERGY COMPANY LIMITED» το Συμβόλαιο με αρ. 63-Ru για την αγοραπωλησία εμπλουτισμένου άνθρακα μάρκας «Κ» και τάξεως 0-75 χλστμ.. Ο Αιτητής φόρτωσε την ποσότητα των 38.830.000 κιλών άνθρακα συνολικής αξίας $1.825.012,00 ΗΠΑ και η Καθ΄ ης η Αίτηση πλήρωσε σε διάφορες ημερομηνίες το ποσό των $1.540.002,00 ΗΠΑ και άφησε υπόλοιπο το ποσό των $285.010,00 ΗΠΑ. Επειδή η Καθ΄ ης η Αίτηση αρνήθηκε να συμμορφωθεί με την απαίτηση Νο.84 με την οποία η Αιτήτρια είχε ζητήσει την πληρωμή του ποσού των $285.010,00 ΗΠΑ και το πρόστιμο για την καθυστέρηση πληρωμής $15.675,00 ΗΠΑ η Αιτήτρια θεώρησε ότι παραβιάστηκαν τα δικαιώματά της και με βάση το εδάφιο 9.2 του μεταξύ των μερών Συμβολαίου έστειλε στην Διεθνή Εμπορική Διαιτησία του Εμπορικού Επιμελητηρίου της Ρωσσικής Ομοσπονδίας αγωγή για την είσπραξη του ποσού των $295.156,00 ΗΠΑ, το οποίο συμπεριλαμβάνει την οφειλή ύψους $285.010,00 ΗΠΑ και τους τόκους $10.146,00 ΗΠΑ για τη χρήση ξένων κεφαλαίων σύμφωνα με το άρθρο 395 του Αστικού Κώδικα της Ρωσσικής Ομοσπονδίας. Η Καθ΄ ης η Αίτηση καταχώρισε στην Διεθνή Εμπορική Διαιτησία ανταγωγή με την οποία αξίωνε την είσπραξη του ποσού $277.417,59 ΗΠΑ, ως πρόστιμο, για την μη πλήρη παράδοση του εμπορεύματος και αρνήθηκε την αγωγή της ΕΠΕ «Τεχσνάμπ». Είχε προηγηθεί η επιστολή Νο. 47 από τους Αιτητές με την οποία προσκαλούσαν την Καθ΄ ης η Αίτηση σε διαπραγματεύσεις. Το διαιτητικό σώμα ενώπιον του οποίου ήχθη η πιο πάνω διαφορά ήταν τριμελές και η υπόστασή του είναι σύμφωνη με τις πρόνοιες του σχετικού Ρωσσικού Νόμου. Το διαιτητικό σώμα εξέδωσε την απόφασή του - η επίμαχη διαιτητική απόφαση - στις 24.12.
  3. Η εν λόγω απόφαση είναι, σύμφωνα με την βεβαίωση του Γραμματέα του Διεθνούς Εμπορικού Διαιτητικού Δικαστηρίου παρά το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο της Ρωσσικής Ομοσπονδίας - Τεκμήριο 10 - άμεσα εκτελεστή στην Ρωσσική Ομοσπονδία ενώ κατά την εκτέλεσή της, σε ξένη χώρα, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι διατάξεις της Σύμβασης περί της Αναγνώρισης και Εκτέλεσης Ξένων Διαιτητικών Αποφάσεων της Νέας Υόρκης του
  4. Ένσταση στην υπό εξέταση Αίτηση καταχωρίστηκε μετά από οδηγίες του Δικαστηρίου στις 5.12.
  5. Εδράζεται στα άρθρα 2-5 του περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Νόμου Ν.121
(1)/00, τη Δ.48 θ.θ. 1-5 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι λόγοι της Ένστασης, όπως αυτοί καταγράφησαν, παρατίθενται αυτολεξεί: «
  1. Η συνθήκη, Κυρωτικός Νόμος 84/79 δεν ισχύει αφού δεν κατατέθηκε το Τρίτο Έγγραφο επικυρώσεως η προσχωρήσεως σύμφωνα με το μέρος ΧΙΙ του Νόμου.
  2. Η ρηθείσα Συνθήκη έχει κυρωθεί από την Σοβιετική Ένωση (ΕΣΣΔ) που δεν υφίσταται πλέον και όχι από την Ρωσσική Ομοσπόνδια.
  3. Το αίτημα αφορά μόνο την αναγνώριση της απόφασης. Η αιτήτρια εταιρεία δεν είναι νομικό πρόσωπο ή και δεν υφίσταται. Η διαιτησία υπερέβηκε τη δικαιοδοσία της ή και έπρεπε να λάβει χώρα στη Κύπρο.
  4. Η εκτέλεση της απόφασης αντίκειται στη Δημόσια Τάξη της Κύπρου.
  5. Η αίτηση είναι αντίθετη με νομοθεσία Ν.84/79και 121
(1)/00, παράτυπη, αβάσιμη, και πρέπει να απορριφθεί με έξοδα + ΦΠΑ
(0534433)». Η Ένσταση συνοδεύεται από την Ένορκη Δήλωση του κου Χρίστου Μακρίδη διευθύνων σύμβουλου της Καθ΄ ης η Αίτηση. Ισχυρίζεται, ότι η αίτηση πάσχει νομικά και ουσιαστικά λόγω του ότι η Αιτήτρια, από πληροφορίες που ο ίδιος έχει, έχει διαλυθεί καθώς επίσης και λόγω του ότι η διαιτησία υπερέβη τους όρους παραπομπής που προβλέπονται στην μεταξύ των μερών συμφωνία και αποφάσισε παράτυπα, οικονομικά θέματα. Ήταν περαιτέρω η θέση του ότι το διαιτητικό όργανο της Ρωσσίας δεν μπορούσε να εκδικάσει την διαφορά ενόψει των προνοιών του αρ. 9.2 της μεταξύ των μερών Συμφωνίας που προέβλεπε για εκδίκαση της διαφοράς στον τόπο του Εναγόμενου, που είναι η Κύπρος, ή σύμφωνα με το δίκαιο του τόπου εξέτασης της διαφοράς. Παράλληλα ισχυρίζεται ότι η παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία ήταν πρόωρη λόγω του ότι σύμφωνα με το άρθρο 9.1 της μεταξύ τους Συμφωνίας θα έπρεπε να γίνει προσπάθεια επίλυσης της διαφοράς με διαπραγματεύσεις. Στην συνέχεια προβάλει τον ισχυρισμό ότι η επίμαχη διαιτητική απόφαση δεν μπορεί να τύχει άμεσης εκτέλεσης γιατί η Αιτήτρια αρνείται ή /και αμελεί να εκπληρώσει το μέρος που την αφορά. Καταλήγει ότι η επίμαχη διαιτητική απόφαση αντίκειται στην δημόσια τάξη της Κύπρου ενόψει του ότι η Καθ΄ ης η Αίτηση δεν μπορούσε να την εφεσιβάλει λόγω έλλειψης νομοθετικής πρόνοιας στον τόπο εκδίκασης της διαφοράς. Σε αυτό το στάδιο θεωρώ ορθό ν΄ ασχοληθώ με την διαδικασία, όπως εξελίχθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Η Αίτηση ήταν ορισμένη για ακρόαση στις 10:00 π.μ. Πριν τις 10:00 π.μ. ο κος Κεφάλας ήρθε στο γραφείο μου και μου ανέφερε ότι ήταν έτοιμος. Στην συνέχεια φωνάχθηκε επανειλημμένα από κλητήρα του Δικαστηρίου χωρίς να επιτευχθεί η εμφάνισή του. Το Δικαστήριο στις 10:35 π.μ. ζήτησε από την κα Ζανέττου όπως προχωρήσει με την Αίτησή της και η κα Ζανέττου κάλεσε την κα Αναστασιάδου, Ενόρκως Δηλούσα στην Αίτηση, για ν΄ αποδείξει την υπόθεσή της. Η κα Αναστασιάδου υιοθέτησε το περιεχόμενο της Ένορκης Δήλωσής της και ανέφερε ότι τα έγγραφα είχαν σταλεί δια της νενομισμένης οδού για να προβεί το Υπουργείο Δικαιοσύνης σε εγγραφή της διαιτητικής απόφασης σύμφωνα με τις πρόνοιες της Σύμβασης για την Αναγνώριση και Εκτέλεση Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων η οποία κυρώθηκε στις 2.11.1979 ενώ το έγγραφο προσχωρήσεως σ΄ αυτή κατετέθει στις 29.12.1980 στο Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών στη Νέα Υόρκη. Κατέθεσε το Τεκμήριο 1 το οποίο συνιστά επιστολή του Υπουργείου Εξωτερικών προς τον Υφυπουργό παρά το Πρόεδρο με την οποία τον πληροφορούσε για το γεγονός της κατάθεσης του οργάνου προσχωρήσεως στον Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών. Κατέθεσε επίσης το Τεκμήριο 2 το οποίο εμπεριέχει Ρηματική Διακοίνωση της Κυβέρνησης της Ρωσσικής Ομοσπονδίας, η οποία κατετέθη στα Ηνωμένα Έθνη και διαβιβάστηκε στο Υπουργείο Εξωτερικών, στην οποία καταγράφηκε η διαδοχή από την Ρωσσική Ομοσπονδία των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από τις διεθνείς συμφωνίες που είχαν συναφθεί από την Ε.Σ.Σ.Δ. και η ανάληψη των καθηκόντων του θεματοφύλακα των σχετικών πολυμερών συμβάσεων των οποίων θεματοφύλακας ήταν η Ε.Σ.Σ.Δ. Στην συνέχεια αγόρευσε η κα Ζανέττου η οποία προμήθευσε το Δικαστήριο με το Επεξηγηματικό Έγγραφο, το οποίο εκδόθηκε από την Γραμματεία της Κοινοπολιτείας, που αφορά την επεξήγηση της Σύμβασης. Παράπεμψε στην σελίδα 6 αυτού η οποία επεξηγεί τον σκοπό της Σύμβασης της Νέας Υόρκης του 1958 και στη σελίδα 18 όπου αναφέρονται οι προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιηθούν για να μπορεί να εγγραφεί απόφαση αλλοδαπού διαιτητικού δικαστηρίου. Ήταν περαιτέρω η θέση της ότι πληρούνται οι πρόνοιες του Άρθρου IV της Σύμβασης και ότι το βάρος απόδειξης μετατίθεται στην Καθ΄ ης η Αίτηση για ν΄ αποδείξει ότι υφίσταται ένας εκ των λόγων απόρριψης που καταγράφονται στο Άρθρο V του Ν.84/
  1. Προς το τέλος της αγόρευσης της κας Ζανέττου προσήλθε στο Δικαστήριο ο κος Κεφάλας, ο οποίος υποστήριξε ότι το Δικαστήριο όφειλε να στείλει τον κλητήρα να τον βρει. Η θέση του αυτή δεν έγινε δεκτή από το Δικαστήριο πλην όμως το Δικαστήριο θεώρησε ορθό να του παραχωρήσει το δικαίωμα ν΄ αγορεύσει. Αγορεύοντας ενώπιον του Δικαστηρίου ο κος Κεφάλας ανέφερε ότι έχει γίνει κακή επίδοση της Αίτησης, αφού επιδόθηκε στις 22.11.05 και δεν υπήρχαν οι 4 μέρες που απαιτούνται από τους Κανονισμούς πριν την ημέρα που είναι ορισμένη για ακρόαση η Αίτηση. Ήταν περαιτέρω η θέση του ότι η παράγραφος 9 της μεταξύ των μερών Συμφωνίας προβλέπει για την επίλυση των μεταξύ των μερών διαφορών με διαπραγματεύσεις πράγμα που δεν έγινε οπόταν δεν μπορούσε η διαφορά να οδηγηθεί στην διαιτησία χωρίς προηγουμένως να διεξαχθούν διαπραγματεύσεις. Ισχυρίστηκε ότι στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου προβλέπεται η επίλυση της διαφοράς στον τόπου που βρίσκεται ο Εναγόμενος - Καθ΄ ου η Αίτηση δηλαδή στην Κυπριακή Δημοκρατία και όχι στην Ρωσσική Ομοσπονδία. Κατέληξε, ότι παραβιάστηκε το Άρθρο V του Ν. 84/79 και ιδιαίτερα η παράγραφος 1 (δ) του συγκεκριμένου άρθρου αφού η παραπομπή σε διαιτησία δεν ήταν σύμφωνη με την μεταξύ των μερών Συμφωνία και αξίωσε την απόρριψη της Αίτησης. Το πρώτο θέμα το οποίο θα με απασχολήσει αν και αυτό δεν έχει αποτελέσει αντικείμενο ένστασης, είναι κατά πόσο η Αιτήτρια έχει ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο IV του Νόμου 74/
  2. Θα πρέπει σ΄ αυτό το σημείο ν΄ αναφερθεί ότι οι πρόνοιες του συγκεκριμένου Νόμου αποτελούν την σπονδυλική στήλη του νομικού υπόβαθρου της Αίτησης. Για σκοπούς πληρότητας παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από τις πρόνοιες του εν λόγω άρθρου: «
  3. Προς επίτευξιν της εν τω προηγουμένω άρθρω, αναφερομένης αναγνωρίσεως και εκτελέσεως, το αιτούν την αναγνώρισιν και εκτέλεσιν μέρος οφείλει, κατά τον χρόνον της υποβολής της αιτήσεως, να προσκομίση: (α) το δεόντως κεκυρωμένον πρωτότυπον της αποφάσεως ή δεόντως πιστοποιημένον αντίγραφον αυτής . (β) το πρωτότυπον της εν άρθρω ΙΙ αναφερομένης συμφωνίας ή δεόντως πιστοποιημένον αντίγραφον αυτής.» Έχω εξετάσει τα Τεκμήρια που έχουν κατατεθεί με την Αίτηση και βρίσκω ότι η Αιτήτρια έχει ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις του πιο πάνω άρθρου καθώς και την απαίτηση του Εδαφίου 2 του Άρθρου IV που προβλέπει για την πιστοποιημένη μετάφραση των προσκομισθέντων εγγράφων. Προτού αναφερθώ επί της ουσίας των επιχειρημάτων των δύο πλευρών θεωρώ επιβεβλημένο να παραθέσω το πλαίσιο μέσα στο οποίο ασκείται ο δικαστικός έλεγχος διαιτητικών αποφάσεων σε τέτοιες περιπτώσεις. Αντλώ καθοδήγηση από την απόφαση στην υπόθεση Αίτηση Certiorari 74/95 Beogradska D.D.
(1995)1 Α.Α.Δ. 737 στην οποία αναφέρθησαν τ΄ ακόλουθα από τον Δικαστή Χρυσοστομή: «Ο δικαστικός έλεγχος της διαιτητικής απόφασης που γίνεται σύμφωνα με τα άρθρα IV και V της Σύμβασης, είναι κατά τη γνώμη μου εποπτικός, έχει δικονομικό χαρακτήρα και δεν υπεισέρχεται στην ουσία της κρίσης των Διαιτητών. Κάποια απόκλιση ενδεχομένως να λεχθεί ότι γίνεται από τις πρόνοιες της παραγράφου 2(β) του άρθρου V της Σύμβασης, που αναφέρεται στη δημόσια τάξη, που γίνεται αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο. Όμως και πάλι, κατά την άποψή μου, η έρευνα αυτή είναι εποπτική και παρόλο που ελέγχει το περιεχόμενο της απόφασης των Διαιτητών, εντούτοις περιορίζεται μόνο στο θέμα της διαπίστωσης αν η διαιτητική απόφαση είναι αντίθετη στη δημόσια τάξη και δεν υπεισέρχεται στη διάγνωση της ουσίας της υπόθεσης. Το δίκαιο που εφαρμόζεται στη διαδικασία του εποπτικού αυτού ελέγχου για αναγνώριση και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης, είναι εκείνο του δικάζοντα Δικαστή, εκτός αν υπάρχει κάποια ειδική πρόνοια στη Σύμβαση. Το βάρος της απόδειξης των όσων αναφέρονται στο άρθρο IV το έχει ο αιτητής, ενώ τα όσα αναφέρονται στο άρθρο V, που σχετίζονται με τους λόγους απόρριψης της αίτησης, βαρύνουν εκείνον εναντίον του οποίου γίνεται η επίκληση της απόφασης. Σύμφωνα με το άρθρο IV ο αιτητής δεν έχει τίποτε άλλο να πράξει για να επιτύχει την αναγνώριση και εκτέλεση της απόφασης από του να προσκομίσει τα έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο αυτό, οπότε το βάρος απόδειξης των όσων αναφέρονται στο άρθρο V, μετατοπίζεται στους ώμους του προσώπου εκείνου εναντίον του οποίου γίνεται η επίκληση.» Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω και έχοντας καταλήξει ότι οι προϋποθέσεις του Άρθρου IV του Ν. 84/79 έχουν ικανοποιηθεί θα πρέπει να εξετάσω κατά πόσο η Καθ΄ ης η Αίτηση έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης αναφορικά με όσα το Άρθρο V του Ν.84/79 προβλέπει. Οι πρόνοιες της παραγράφου 1 του άρθρου V του Ν.84/79 είναι οι ακόλουθες: «1. Η αναγνώρισις και εκτέλεσις της αποφάσεως δύναται να απορριφθή, τη αιτήσει του μέρους εναντίον του οποίου γίνεται επίκλησις αυτής, μόνον εάν το εν λόγω μέρος παράσχη εις την αρμοδίαν αρχήν, ενώπιον της οποίας επιζητείται η αναγνώρισις και εκτέλεσις, απόδειξιν ότι: (α) τα μέρη της εν άρθρω 11 αναφερομένης συμφωνίας διετέλουν, κατά την εφαρμοστέαν επ΄ αυτών νομοθεσίαν, υπό τίνα ανικανότητα, ή ότι η ειρημένη συμφωνία δεν είναι έγκυρος δυνάμει της νομοθεσίας εις την οποίαν τα μέρη έχουν υποβάλει ταύτην ή, εν ελλείψει οιασδήποτε προς τούτο ενδείξεως, δυνάμει της νομοθεσίας της χώρας ένθα εξεδόθη ή απόφασις. ή (β) το μέρος εναντίον του οποίου γίνεται επίκλησις της αποφάσεως δεν είχεν ειδοποιηθή προσηκόντως περί του διορισμού του διαιτητού ή περί της διαιτητικής διαδικασίας ή άλλως πως δεν ηδυνήθη να παρουσιάση την υπόθεσιν αυτού. ή (γ) η διαιτητική απόφασις πραγματεύεται διαφοράν μη προβλεπομένην υπό των όρων, ή μη εμπίπτουσαν εντός των όρων της υποβολής εις διαιτησίαν, ή ότι αύτη περιέχει αποφάσεις επί θεμάτων πέραν των ορίων της υποβολής εις διαιτησίαν . νοείται ότι, εάν αι αποφάσεις επί θεμάτων υποβληθέντων εις διαιτησίαν είναι δυνατόν να αποχωρισθούν εκ των μη υποβληθέντων τοιούτων, το μέρος της αποφάσεως το οποίον περιέχει αποφάσεις επί θεμάτων υποβληθέντων εις διαιτησίαν δύναται να αναγνωρισθή και εκτελεσθή . ή (δ) η σύνθεσις της διαιτητικής αρχής ή η διαιτητική διαδικασία δεν ήτο σύμφωνος προς την συμφωνίαν των μερών ή ελλείψει τοιαύτης συμφωνίας, δεν ήτο σύμφωνος προς την νομοθεσίαν της χώρας ένθα έλαβε χώραν η διαιτησία . ή (ε) η διαιτητική απόφασις δεν κατέστη εισέτι δεσμευτική διά τα μέρη, ή ότι αύτη ηκυρώθη ή ανεστάλη ύπο τίνος αρμοδίας αρχής της χώρας εις την οποίαν, ή δυνάμει της νομοθεσίας της οποίας, εξεδόθη η απόφασις.» Στρέφομαι τώρα στους λόγους ένστασης που κατεγράφησαν. Όσο αφορά τον πρώτο λόγο ένστασης, ότι η Συνθήκη η οποία κυρώθηκε με το Ν.84/79δεν ισχύει στην Κύπρο γιατί δεν κατατέθηκε το Τρίτο Έγγραφο Επικυρώσεως ή προσχωρήσεως, πρόνοια του Άρθρου V Εδάφιο 1(α), αυτός θα πρέπει ν΄ απορριφθεί αφού είναι αβάσιμος. Σύμφωνα με την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία της κας Αναστασιάδου καθώς και το Τεκμήριο 1 η Συνθήκη του 1958 τέθηκε σε ισχύ την 29.3.1981 μετά και την παρέλευση ενενήντα
(90)ημερών από την κατάθεση του οργάνου προσχωρήσεως της Κύπρου στον Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών που έγινε στις 29.12.80, σύμφωνα και με τις πρόνοιες του Άρθρου XII
(2)της Σύμβασης. Και ο δεύτερος λόγος ένστασης έχει καταρριφθεί από την ενώπιον του Δικαστηρίου προσκομισθείσα μαρτυρία και το Τεκμήριο 2 το οποίο καταγράφει την διαδοχή και συνέχεια των διεθνών υποχρεώσεων της Σοβιετικής Ένωσης από την Ρωσσική Ομοσπονδία. Οπόταν, κρίνεται ανυπόστατος και αυτός ο λόγος ένστασης. Ερχόμενη τώρα στον τρίτο λόγο ένστασης που αφορά το γεγονός ότι η Αιτήτρια εταιρεία δεν είναι νομικό πρόσωπο ή/και δεν υφίσταται, η οποία φέρνει στο προσκήνιο την πρόνοια του Άρθρου V 1(α) στην έκταση που αφορά ένα από τα μέρη της διαφοράς τελούσε υπό ανικανότητα θα πρέπει ν΄ απορριφθεί ενόψει του ότι δεν αποδείχθηκε. Δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία προς αυτή την κατεύθυνση. Αντίθετα, στην Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την Ένσταση ο Ενόρκως Δηλών δεν καταγράφει την πηγή της πληροφόρησής του και δεν προσκομίστηκε άλλη μαρτυρία από αυτή την γενική αναφορά του κου Μακρίδη. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί σε γενικές και αόριστες αναφορές όταν έχει ενώπιον του το ίδιο το Συμβόλαιο το οποίο κατέγραψε τις συμφωνηθείσες θέσεις και των δύο συμβαλλομένων μερών- Τεκμήριο 8 στην Αίτηση - το οποίο καθορίζει ότι η εταιρεία «Τεχσνάμπ» είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης. Έχει επίσης ενώπιον του αντίγραφο της Αίτησης για αναγνώριση της διαιτητικής απόφασης- Τεκμήριο 3 - όπου στο Παράρτημα έχει τεθεί η σφραγίδα της Αιτήτριας εταιρείας. Αυτό υποστηρίζεται και από το Τεκμήριο 4 στην Αίτηση. Σημειωτέο, ότι δεν έχουν αμφισβητηθεί τα Τεκμήρια 3 και 4 από τους Καθ΄ ων η Αίτηση. Γι΄ αυτό και απορρίπτεται και αυτός ο λόγος ένστασης. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του τρίτου λόγου ενστάσεως στην έκταση που αφορά την υπέρβαση της δικαιοδοσίας της διαιτησίας και ότι αυτή έπρεπε να λάβει χώρα στην Κύπρο θα ήθελα ν΄ αναφέρω ότι η Καθ΄ ης η Αίτηση εκπροσωπήθηκε κατά την διαδικασία της διαιτησίας και σύμφωνα με το Τεκμήριο 6, σελίδα 8 αυτού, δεν ηγέρθηκε οποιαδήποτε ένσταση από τις πλευρές αναφορικά με την διεξαγωγή αυτής καθ΄ αυτής της διαδικασίας καθώς και για τον τόπο διεξαγωγής της. Αυτό προκύπτει αβίαστα από τους λόγους της αποφάσεως που είναι κατεγραμμένη στην παράγραφο 1 στις σελίδες 7 και 8 του Τεκμηρίου 6 όπου καταγράφηκε ότι οι δύο πλευρές δεν έφεραν ένσταση στην διεξαγωγή της συνεδρίασης του Διαιτητικού Δικαστηρίου στη Μόσχα. Ενόψει του ότι η Καθ΄ ης η Αίτηση εταιρεία αποδέχθηκε την δικαιοδοσία του Διαιτητικού Δικαστηρίου κωλύεται από του να προβάλει τώρα ως λόγο ένστασης αυτή τούτη την δικαιοδοσία την οποία αποδέχθηκε και στην οποία επιζήτησε τα δικαιώματά της καταχωρώντας ανταξίωση. Κατά συνέπεια, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Καθ΄ ης η Αίτηση εθελούσια έχει αποδεχθεί την δικαιοδοσία του Διαιτητικού Δικαστηρίου της Ρωσσικής Ομοσπονδίας. Παραπέμπω στην απόφαση Harris v. Taylor
(1915)2 K.B. 580 στην οποία ο Δικαστής Buckley στην σελ. 588 ανέφερε τ΄ ακόλουθα: «The doctrine applicable to these cases is that if the defendant has placed himself in such a position that it has become his duty to obey the judgment of the foreign Court, then the judgment is enforceable against him in this country: See Schibsby v. Westnholz L.R. 6 QB
  1. I think that in this case the defendant did submit himself to the jurisdiction of the Court of the Isle of Man, and, therefore, it was his duty to obey the judgment.» Σε ελεύθερη μετάφραση: «Η πρακτική που εφαρμόζεται σ΄ αυτές τις περιπτώσεις είναι ότι αν ο Εναγόμενος έχει βάλει το εαυτό του σε τέτοια θέση που να είναι υπόχρεος να υπακούσει την απόφαση του αλλοδαπού δικαστηρίου, τότε η απόφαση είναι εκτελεστή εναντίον του και σ΄ αυτή τη χώρα: Βλ. Schibsby v. Westnholz L.R. 6 QB
  2. Νομίζω ότι στην υπό εξέταση περίπτωση ο Εναγόμενος έθεσε τον εαυτό του στην δικαιοδοσία του Δικαστηρίου του Isle of Man και ως εκ τούτου, ήταν καθήκον του ν΄ υπακούσει την απόφαση.» Το ίδιο το Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο της Ρωσσικής Ομοσπονδίας στους λόγους της απόφασής του - σελίδα 7 του Τεκμηρίου 6- επιλήφθηκε του θέματος της δικαιοδοσίας και αποφάνθηκε ότι από τι στιγμή που η παράγραφος 9.2 του μεταξύ των μερών Συμβολαίου προέβλεπε για την επίλυση της οποιασδήποτε διαφωνίας με διαιτησία από το Εμπορικό Επιμελητήριο της Ρωσσικής Ομοσπονδίας και ενόψει του ότι σύμφωνα με το εδάφιο 1 της παραγράφου 7 των Κανονισμών, που διέπουν την διαδικασία του, ο τόπος των συνεδριάσεών του ήταν στην Μόσχα θα έπρεπε να διεξαχθεί η διαδικασία στην Μόσχα, παρά το γεγονός ότι ο Εναγόμενος ήταν Κυπριακή Εταιρεία. Σ΄ αυτή την κατάληξη καμιά από τις δύο πλευρές δεν αντιτάχθηκε. Ο Δικαστής Χατζηχαμπής στην απόφαση στην υπόθεση MΑΧΑΝΑ OIL LIMITED v. POLTAVA PETROLEUM COMPANY, Πολ. Έφ. 11056, ημερ. 20.6.02 κάνοντας εκτενή αναφορά στην αγγλική νομολογία επί του θέματος κατέληξε ως ακολούθως: «Είναι αυτή η εθελούσια συμμετοχή του Εναγόμενου στη διαδικασία εκδίκασης του θέματος της δικαιοδοσίας του αλλοδαπού δικαστηρίου που το καθιστά και δεδικασμένο αναγνωριζόμενο σαν τέτοιο από το δικαστήριο στο οποίο επιδιώκεται η αναγνώριση της απόφασης» Στην προκειμένη περίπτωση δεν αμφισβητείται το γεγονός ότι η Καθ΄ ης η Αίτηση εμφανίστηκε και εκπροσωπήθηκε ενώπιον του Εμπορικού Επιμελητηρίου και καταχώρισε ανταξίωση, η οποία και επιδικάσθηκε υπέρ της. Οπόταν, δεν μπορεί ν΄ αναγνωρίζει την δικαιοδοσία του Εμπορικού Επιμελητηρίου της Ρωσσικής Ομοσπονδίας μόνο στην έκταση που αφορά την δική της ανταξίωση και να παραγνωρίζει το μέρος της απόφασης που αφορά την Αιτήτρια και να θεωρεί ότι το Δικαστήριο υπερέβη την δικαιοδοσία του. Κατά συνέπεια βρίσκω ότι η απόφαση του Εμπορικού Επιμελητηρίου της Ρωσσικής Ομοσπονδίας, αναφορικά με το θέμα της δικαιοδοσίας του να εκδικάσει την διαφορά που παραπέμφθηκε ενώπιόν του για επίλυση, έχει καταστεί δεδικασμένο για την Καθ΄ ης η Αίτηση και συνεπώς κωλύεται από του να θέτει θέμα δικαιοδοσίας του Εμπορικού Επιμελητηρίου της Ρωσσικής Ομοσπονδίας ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Και αν ακόμα η κατάληξή μου αναφορικά με τη δημιουργία δεδικασμένου σε βάρος της Καθ΄ ης η Αίτηση είναι λανθασμένη η τύχη αυτού του λόγου ένστασης δεν μπορεί να διαφοροποιηθεί. Όπως έχω ήδη επισημάνει, σε περιπτώσεις όπως η υπό εξέταση το βάρος απόδειξης το φέρει η Καθ΄ ης η Αίτηση, η οποία πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο, στο βαθμό και την έκταση που αυτό απαιτείται στην παρούσα περίπτωση, ότι το εδάφιο 2 της παραγράφου 7 του Κανονισμού από τον οποίο το Εμπορικό Επιμελητήριο της Ρωσσικής Ομοσπονδίας άντλησε την δικαιοδοσία του, είναι άκυρη. Η Καθ΄ ης η Αίτηση απέτυχε ν΄ αποσείσει το εν λόγω βάρος αφού καμία μαρτυρία δεν προσκομίστηκε αναφορικά με την συγκεκριμένη πτυχή του Ρωσσικού Ομοσπονδιακού Δικαίου μ΄ αποτέλεσμα η συγκεκριμένη ένσταση να μην μπορεί να πετύχει. Στρέφομαι τώρα στον τέταρτο λόγο ένστασης σύμφωνα με τον οποίο «η εκτέλεση της απόφασης αντίκειται στη Δημόσια Τάξη της Κύπρου» λόγω του ότι δεν μπορούσε η Καθ΄ ης η Αίτηση να την εφεσιβάλει γιατί κάτι τέτοιο δεν προβλέπετο από τη Ρωσσική Νομοθεσία ή τους Κανονισμούς του Διαιτητικού Δικαστηρίου. Αυτός ο λόγος ένστασης φέρνει στο προσκήνιο τις πρόνοιες του Άρθρου V
(2)(β) του Ν.84/79, οι οποίες είναι οι ακόλουθες: «2. Η αναγνώρισις και εκτέλεσις διαιτητικής τίνος αποφάσεως δύναται ωσαύτως να απορριφθή εάν η αρμόδια αρχή της χώρας ένθα επιζητείται η αναγνώρισις και εκτέλεσις διαπιστώση ότι- α) ............. β) η αναγνώρισις ή εκτέλεσις της αποφάσεως αντίκειται προς την δημοσίαν τάξιν της χώρας ταύτης». Αυτό που μπορεί να διαπιστωθεί τόσο μέσα από την σχετική αγγλική νομολογία όσο και μέσα από την Κυπριακή είναι ότι η ερμηνεία του όρου «δημόσια τάξη» είναι μεταβλητή. Ο όρος αυτός επεξηγήθηκε με σαφήνεια στην απόφαση του Δικαστή Νικήτα, όπως ήταν τότε, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Bank Fur Arbeit Uno Wirtschaft AG.
(1999)1 Α.Α.Δ. 585 στην οποία καταγράφηκαν τα εξής σημαντικά: «Πρέπει να μας απασχολήσει η έννοια του όρου «δημόσια τάξη» και η εμβέλεια της. Τα παρακάτω αποσπάσματα από τον G.H. Treitel "The Law of Contract", 8η έκδοση
(1991)στις σελ. 424 και 425 διαφωτίζουν όχι μόνο για το νοηματικό περιεχόμενο του δόγματος αυτού και τις παραμέτρους του, αλλά δίνουν και σύγχρονα παραδείγματα σχετικά με την εφαρμογή του: «Public policy is a variable notion, depending on changing manners, morals and economic conditions. In theory, this flexibility of the doctrine of public policy could provide a judge with an excuse for invalidating any contract which he violently disliked ......................... On the other hand, the law does adapt itself to changes in economic and social conditions, as can be seen particularly from the development of the rules as to contracts in restraint of trade. This point has often recognised judicially ................................................... The present attitude of the courts represents a compromise between the flexibility inherent in the notion of public policy and the need for certainty in commercial affairs ..........................................» Η νομολογία του Αρείου Πάγου διαπνέεται από παρόμοιες ιδέες όπως προκύπτει από το παρακάτω απόσπασμα του καθηγητή Σπύρου Βρέλλη στο περιοδικό ΙΔΜΕ «Ερευνητικό Ινστιτούτο Δικονομικών Μελετών» αρ. 9 στη σελ. 424. Εντοπίζει πότε θίγεται η δημόσια τάξη στην περίπτωση που επιδιώκεται η αναγνώριση/κήρυξη εκτελεστής αλλοδαπής απόφασης: «.... όταν η ανάπτυξη των συνεπειών της αλλοδαπής αποφάσεως, υπό τις ειδικές συνθήκες υπό τις οποίες πρόκειται να επέλθει, «αντίκειται ευθέως» προς τις κρατούσες στην Ελλάδα θεμελιώδεις αρχές που συνιστούν την έννοια της δημόσιας τάξεως, έτσι ώστε να υπάρχει κίνδυνος δημιουργίας καταστάσεως που δεν προσαρμόζεται στην ηθική, οικονομική, δικαιολογική και πολιτειακή τάξη της Χώρας.» Παραπέμπουμε επίσης στο σύγγραμμα «Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο» Γραμματικάκη και άλλων
(1997)στις σελ. 80-90, όπου τονίζεται ότι πρόκειται για έννοια που ποικίλλει κατά τόπο και χρόνο, και ότι ως ένα βαθμό αποτελεί, όπως και στο Κυπριακό Δίκαιο, μεταβλητή κατάσταση. Είναι ενδιαφέρουσα και η σύντομη ιστορική ανασκόπηση του ζητήματος. Θα μπορούσαμε να συγκεφαλαιώσουμε λέγοντας ότι ο όρος «δημόσια τάξη» περιλαμβάνει τις θεμελιακές αξίες που μια κοινωνία, σε δεδομένη χρονική περίοδο, αναγνωρίζει ότι διέπουν τις συναλλαγές καθώς και άλλες εκφάνσεις της ζωής των μελών της, με τις οποίες είναι διαποτισμένη η καθιερωμένη έννομη τάξη. Είναι υπό αυτό το πρίσμα που θα κριθεί κατά πόσον υπάρχει στην προκειμένη περίπτωση αντίθεση προς τη δημόσια τάξη της Δημοκρατίας. Ιδιαίτερη μνεία μπορεί να γίνει στην Καναδική υπόθεση Schreter v. Gasmac Inc., ημερ. 13.2.
  1. Είναι απόφαση του δικαστηρίου του Οντάριο, την οποία παρέθεσε ο δικηγόρος της εφεσίβλητης. Κι αυτό γιατί είχε τεθεί θέμα προσβολής της δημόσιας τάξης σε υποθέσεις διεθνούς διαιτησίας με βάση νόμο που είχε ως πρότυπο τον κώδικα των Ηνωμένων Εθνών. Υπογραμμίζει επίσης η υπόθεση τις ομοιότητες που εμφανίζει η έννοια στα διάφορα νομικά συστήματα (σελ. 23-24): "Professor McLeod puts it at p. 621, that the public policy prohibition ought to be invoked only if the judgment involves an act that is illegal in the forum or where the action involves acts repugnant to the orderly functioning of the - social or commercial life of the forum. An obvious example would be the enforcement of a gambling debt which would be illegal in Ontario. No such element is asserted in the case at bar, which as I have said is essentially that the California Judgment is wrong or is a breach of natural justice. The June 1985 Report also gives some quidance on the intended scope of the public policy ground for refusal of recognition (P.63):
  2. In discussing the term "public policy", it was understood that it was not equivalent to the political stance or international policies of a State but comprised the fundamental notions and principles of justice ......
  3. ...... It was understood that the term "public policy", which was used in the 1958 New York Convention and many other treaties, covered fundamental principles of law and justice in substantive as well as procedural respects. Thus, instances such as corruption, bribery or fraud and similar serious cases would constitute a ground for setting aside. It was noted, in that connection, that the wording "the award is in conflict with the public policy of this State" was not to be interpreted as excluding instances or events relating to the manner in which an award was arrived at". Στο Επεξηγηματικό Σημείωμα που ετοιμάστηκε από τη Γραμματεία της Κοινοπολιτείας, στο οποίο μας παρέπεμψε η κα Ζανέττου, στην σελ. 26 αυτού αναφέρονται τ΄ ακόλουθα σχετικά με την συγκεκριμένη πρόνοια της Σύμβασης: «...........But if the aims of the scheme are to be achieved, it seems desirable that a narrow view is taken of public policy in this context». Δηλαδή, γίνεται εισήγηση όπως ο όρος «δημόσια τάξη» στο Άρθρο V, εδάφιο 2, παρ. (β) ερμηνεύεται στενά έτσι ώστε να μπορεί να επιτευχθεί ο σκοπός της Σύμβασης για εξωδικαστικούς μηχανισμούς επίλυσης διαφορών που ανταποκρίνονται στους γοργούς ρυθμούς των σύγχρονων καιρών. Τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν διστάσει, εκεί που τα γεγονότα δικαιολογούσαν την εφαρμογή του δόγματος της δημόσιας τάξης, να το εφαρμόσουν, όμως δεν παρέλειψαν παράλληλα να τονίζουν ότι η χρήση του δόγματος θα πρέπει να γίνεται με πολύ φειδώ. Με οδηγό τα πιο πάνω στρέφομαι στα γεγονότα της υπό εξέταση υπόθεσης γιατί θα πρέπει να σημειωθεί η παράγραφος 9.3 του μεταξύ των μερών Συμβολαίου η οποία προβλέπει ότι: «9.3 Η απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου είναι τελεσίδικη και δεσμευτική και για τους δύο Συμβαλλόμενους.» Αυτόν τον όρο η Καθ΄ ης η Αίτηση τον απεδέχθηκε υπογράφοντας την συγκεκριμένη σύμβαση και τώρα τον επικαλείται για να πετύχει την απόρριψη της υπό εξέταση Αίτησης και στην μη εγγραφή της απόφασης του Διαιτητικού οργάνου. Ενόψει αυτού του γεγονότος η συγκεκριμένη εισήγηση με κανένα τρόπο δεν μπορεί ν΄ αποτελέσει υπόβαθρο που να δικαιολογεί την εφαρμογή του δόγματος της δημόσιας τάξης, όπως το εν λόγω δόγμα έχει ερμηνευθεί από τη νομολογία τόσο των Κυπριακών Δικαστηρίων καθώς και άλλων ξένων Δικαστηρίων. Κρίνω, ότι δεν παραβιάζεται η δημόσια τάξη της Κύπρου από την αποδοχή της διαιτητικής απόφασης ως τελεσίδικης. Σ΄ αυτό το σημείο θα ήθελα ν΄ αναφερθώ στην εισήγηση του κου Κεφάλα που αφορούσε την επίδοση της Αίτησης και συγκεκριμένα ότι αυτή δεν επιδόθηκε 4 μέρες πριν την ημέρα που είχε οριστεί για ακρόαση. Επεδόθηκε στις 22.11.05 ενώ η Αίτηση είχε οριστεί για ακρόαση στις 25.11.
  4. Η μη αναφορά του λόγου αυτού στην Ένσταση αφαιρεί το υπόβαθρο της εξέτασής του διότι ο σκοπός καταχώρισης μιας ενστάσεως είναι να εντοπίζονται και να αναφέρονται τα ουσιαστικά αλλά και τα δικονομικά προβλήματα στην αίτηση, ούτως ώστε να έχει και η άλλη πλευρά την δυνατότητα ν΄ αναπτύξει την δική της θέση επί των λόγων της ενστάσεως. Η εκ των υστέρων και εκτός ενστάσεως, έστω και σύντομη αναφορά του κου Κεφάλα αναφορικά με την επίδοση, αποστέρησε το δικαίωμα στην πλευρά της Αιτήτριας να αντικρούσει τον ισχυρισμό αυτό με δεδομένο ότι η κα Ζανέττου αγόρευε πρώτη. Βλ. Αίτηση Χάρη Φεσά για έκδοση Certiorari
(1990)1 Α.Α.Δ. 704. Γι΄ αυτό και δεν μπορεί να εξεταστεί. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η Καθ΄ ης η Αίτηση απέτυχε να πείσει το Δικαστήριο ότι συντρέχουν οποιοιδήποτε λόγοι για απόρριψη της Αίτησης. Ως εκ τούτου, η Αίτηση εγκρίνεται. Εκδίδεται διάταγμα αναγνώρισης της επίμαχης απόφασης ως και διάταγμα εγγραφής για σκοπούς εκτέλεσης της εν λόγω απόφασης ως η παράγραφος (α) της Αίτησης. Τα έξοδα της Αίτησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον της Καθ΄ ης η Αίτηση. (Υπ.) ........................... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Προσ.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ ΓΓ/ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.