Peter John Franco Carlevero ν. Π. Λιμνιώτης Υιοί Λτδ, Αρ. Αγωγής: 610/2004, 31 Ιανουαρίου, 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2006:A7 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΗ ΛΑΡΝΑΚΑ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 610/2004 Μεταξύ: Peter John Franco Carlevero Ενάγοντος -και- Π. Λιμνιώτης & Υιοί Λτδ Εναγομένης Ημερομηνία: 31 Ιανουαρίου, 2006 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα : κ. Α. Κλαίδης Για εναγόμενη : κ. Γ. Πιττάτζης (στην εκφώνηση της απόφασης κα Κόκκινου με κ. Λάμπρου) Α Π Ο Φ Α Σ Η ΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ: ΕΚΘΕΣΗ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΣ: Με την αγωγή του ο ενάγοντας αξιώνει από την εναγόμενη εταιρεία το ποσό των Λ.Κ.15.000= πλέον νόμιμο τόκο, το οποίο κατέβαλε σε αυτήν ως συμφωνηθέν τίμημα για ένα μεταχειρισμένο αυτοκίνητο μάρκας RANGE ROVER STATION WAGON με αριθμό εγγραφής ΕΧΖ 037 το οποίο είχε αγοράσει από την εναγόμενη στις 27.05.
- Αξιώνει επίσης αποζημιώσεις για παράβαση προφορικής συμφωνίας και/ ή δήλωση περί τερματισμού της συμφωνίας, δήλωση ότι η συμφωνία πωλήσεως και/ ή παραγγελίας αγοράς του ανωτέρω αυτοκινήτου είναι άκυρη και/ ή ανεφάρμοστη λόγω παρανομίας και/ ή καταστρατήγησης και/ ή παράβασης του περί Συμβάσεων Νόμου, δήλωση ότι η ανωτέρω συμφωνία είναι άκυρη εξ αρχής ( ab initio). Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του όπως αυτοί εξειδικεύονται στην έκθεση απαιτήσεως του, τους οποίους υποστήριξε και ανέπτυξε και προφορικά αλλά και δια της καταθέσεως εγγράφου μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου, οδηγήθηκε σε αυτό το διάβημα για τους ακόλουθους κυρίως λόγους οι οποίοι καθορίζονται στη παρ. 6 των λεπτομερειών και οι οποίοι συνιστούσαν, όπως είναι ο ισχυρισμός του, ουσιώδεις όρους της συμφωνίας: (α) ότι το όχημα που αγόρασε είχε προέλευση την Αγγλία, (β) ήταν κατασκευής του 1999 και (γ) ότι αυτό είχε μόνο ένα προηγούμενο ιδιοκτήτη. Στις κατ΄ ισχυρισμό του λεπτομέρειες των ψευδών παραστάσεων που του έγιναν, προβάλλει ότι η εναγομένη κατά παράβαση της μεταξύ τους συμφωνίας και/ ή παραγγελίας του οχήματος παρέδωσε σε αυτόν όχημα το οποίο αντί των πιο πάνω συμφωνηθέντων έφερε τα ακόλουθα χαρακτηριστικά: (α) ο χρόνος κατασκευής του ήταν το 1995 αντί του 1999, (β) η χώρα προέλευσης ήταν η Ιαπωνία αντί η Αγγλία και (γ) ότι είχε περισσότερους από ένα προηγούμενους ιδιοκτήτες. Συνεπεία των πιο πάνω αναγκάστηκε να τερματίσει την συμφωνία με υπαιτιότητα της εναγομένης και προς τούτο απέστειλε επιστολή τερματισμού στην εναγομένη μέσω του δικηγόρου του με ημερομηνία 22.06.
- Συνεπώς, εφόσον δεν υφίσταται πλέον συμφωνία μεταξύ τους αξιώνει τις πιο πάνω θεραπείες προς αποκατάσταση της ζημιάς την οποία υπέστη. ΕΚΘΕΣΗ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΕΩΣ: Η εναγομένη στην έκθεση υπερασπίσεως της αρνείται ότι είχε συμφωνήσει τους πιο πάνω όρους με τον εναγόμενο και παραπέμπει στην παραγγελία με ημερομηνία 27.05.2004 στην οποία εμφαίνονται όλα όσα συμφώνησαν. Αυτά τα οποία σήμερα προβάλλει ο ενάγων ως συμφωνηθέντες όρους δεν καλύπτονται από την παραγγελία, περαιτέρω όλους τους όρους για τους οποίους δεσμεύτηκε η εναγομένη και οι οποίοι αναγράφονται στην παραγγελία τους εκπλήρωσε και έχει μεταβιβάσει το όχημα επ΄ ονόματι του εναγομένου. Το όχημα πριν τη παράδοση του οδηγήθηκε από αυτόν και βρέθηκε της πλήρους αρεσκείας του και έκτοτε ο ενάγων το κατέχει και το χρησιμοποιεί. Τέλος αρνείται ότι ο ενάγοντας υπέστη οποιαδήποτε ζημιά συνεπεία παράβασης εκ μέρους της οποιουδήποτε όρου της μεταξύ τους συμφωνίας και ζητεί την απόρριψη της αγωγής με έξοδα σε βάρος του. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Προς απόδειξη των ισχυρισμών του ο ενάγων κατέθεσε ο ίδιος προφορικά όπως και η σύζυγος του M. Carlevero και ο Δημητράκης Αντωνίου που είναι ελεγκτής στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών (Μ.Ε.1,2 και 3). Κατατέθηκαν συνολικά 17 έγγραφα ως τεκμήρια μεταξύ των οποίων η παραγγελία, οι αποδείξεις πληρωμής, πιστοποιητικά εγγραφής του οχήματος, αλληλογραφία κ.λ.π. Δηλώθηκε επίσης ως παραδεκτό γεγονός ότι έγινε επίδοση της επιστολής τερματισμού με ημερομηνία 22.06.2004 στα γραφεία των εναγομένων, αντίγραφο της οποία κατατέθηκε εκ συμφώνου ως τεκμήριο. Η εναγόμενη προς αντίκρουση των πιο πάνω ισχυρισμών της πλευράς του ενάγοντος παρουσίασε δύο μάρτυρες την Άντρη Λιμνιώτη υπεύθυνη του λογιστηρίου της και θυγατέρα του κυρίου μετόχου της εταιρείας καθώς και τον πωλητή της τον Νίκο Κυριάκου (Μ.Υ.1 και 2). Για την εξαγωγή των απαραίτητων συμπερασμάτων στη παρούσα υπόθεση σημαντικές είναι οι μαρτυρίες του ενάγοντα και της συζύγου του από την μια πλευρά και από την άλλη κυρίως του Μ.Υ.2 Κυριάκου, πωλητή της εναγομένης ο οποίος διεξήγαγε τις διαπραγματεύσεις εκ μέρους της εναγομένης και συμπλήρωσε και υπέγραψε την παραγγελία. Από την αξιολόγηση της μαρτυρίας αυτών των μαρτύρων θα κριθεί και η όλη υπόθεση καθώς η διαφορά έγκειται στο κατά πόσο πράγματι δόθηκαν αυτές οι διαβεβαιώσεις ή έγιναν αυτές οι παραστάσεις, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων, από τον Κυριάκου και εάν ναι ποια σημασία ενέχουν στην δικαιοπραξία που επακολούθησε με την πώληση και αγορά του επίδικου αυτοκινήτου, εάν δηλαδή εμφιλοχώρησαν σε αυτή ψευδείς παραστάσεις εκ μέρους της εναγομένης για να πειστεί ο ενάγοντας να συμβληθεί μαζί της για την αγορά του αυτοκινήτου. Στη συνέχεια της απόφασης μου θα περιοριστώ σε παράθεση όσων από την μαρτυρία των πιο πάνω είναι σχετικά με το υπό κρίση θέμα όπως το συνόψισα πιο πάνω. Η μαρτυρία σε ό,τι αφορά τα γεγονότα που συνθέτουν την υπόθεση που δόθηκε από τους πιο πάνω και δεν αφορούν το πιο πάνω σημείο, όπως και των υπόλοιπων μαρτύρων δεν αμφισβητήθηκε στην ουσία της. Επομένως, παρέμειναν αναμφισβήτητα γεγονότα ότι ο ενάγοντας σε επίσκεψη του στα γραφεία της εναγομένης στις 27.05.2004 συνοδευόμενος από τη σύζυγο του (Μ.Ε.2) και κατόπιν επίδειξης ενδιαφέροντος για αγορά αυτοκινήτου τους υπεδείχθη από τον πωλητή της εναγομένης Κυριάκου, το επίδικο αυτοκίνητο. Ο ενάγων το οδήγησε για λίγο, το βρήκε της αρεσκείας του και προς τούτο το παράγγειλε αφού συμφώνησαν ως συνολικό τίμημα του το ποσό των Λ.Κ.15.000= υπογράφοντας το τεκμήριο 1, δηλαδή την παραγγελία και καταβάλλοντας ταυτόχρονα και προκαταβολή εκ Λ.Κ.2.000, απόδειξη για την πληρωμή αυτού του ποσού είναι το τεκμήριο
- Επίσης αναμφισβήτητο γεγονός παρέμεινε ότι το αυτοκίνητο παραδόθηκε στον ενάγοντα στις 10.06.2004 οπότε και εξοφλήθηκε και το υπόλοιπο του τιμήματος, δηλαδή το ποσό των Λ.Κ.13.000 και απόδειξη πληρωμής αυτού του ποσού είναι το τεκμήριο
- Ο ενάγοντας στην μαρτυρία του, αναφέρθηκε στην απόφαση τους για την αγορά ενός μεγάλου μεταχειρισμένου αυτοκινήτου για εξυπηρέτηση των αναγκών της πολυμελούς, όπως ανέφερε, οικογένειας τους. Προς τούτο επισκέφθηκε μαζί με τη σύζυγο του στις 27.05.2004 το γραφείο πώλησης αυτοκινήτων της εναγομένης και είχε επαφή με τον Κυριάκου ο οποίος εργαζόταν ως πωλητής στην εναγόμενη. Από τη συζήτηση που είχαν όταν τους υπέδειξε το επίδικο αυτοκίνητο πήρε διαβεβαιώσεις από αυτόν, όπως τουλάχιστον τέσσερις φορές του το είχε επαναλάβει, ότι το αυτοκίνητο αυτό είχε οδηγηθεί μόνο από ένα προηγούμενο ιδιοκτήτη. Οδήγησε το αυτοκίνητο για δοκιμή για τρία περίπου χιλιόμετρα και του φάνηκε ότι ήταν εντάξει. Επιστρέφοντας στο γραφείο συμφώνησαν το τίμημα του στις Λ.Κ.14.500 και μετά που ζήτησε ή απαίτησε κάποιες προσθήκες ή επιδιορθώσεις η τελική τιμή συμφωνήθηκε στο ποσό των Λ.Κ.15.000=. Οι επιδιορθώσεις και τα έξτρα συμφωνήθηκαν και σημειώθηκαν με λεπτομέρειες επί του τεκμηρίου 1 όπως επίσης και οι λέξεις ¨FΕΒ. 99¨ οι οποίες γράφτηκαν κατ΄απαίτηση του χωρίς όμως οποιαδήποτε περαιτέρω διευκρίνηση. Οι επιδιορθώσεις ή προσθήκες απαιτούσαν για να γίνουν χρόνο περίπου μιας εβδομάδας οπότε το όχημα θα ήταν έτοιμο για παράδοση. Πέραν των ανωτέρω είχε λεχθεί κατά τη διαπραγμάτευση του αυτοκινήτου, χωρίς αυτά να αναγραφούν επί της παραγγελίας, ότι το αυτοκίνητο ήταν κατασκευής του 1999 και ότι είχε εισαχθεί από την Αγγλία. Πριν την υπογραφή της παραγγελίας και καταβολής της προκαταβολής, είχε ζητήσει από τον Κυριάκου να του δείξει το πιστοποιητικό εγγραφής του οχήματος το οποίο όμως όπως του εξήγησε φυλαγόταν σε τράπεζα και δεν ήταν σε θέση εκείνη την ημέρα να του το έδειχνε. Όταν είχε ζητήσει το ιστορικό των τεχνικών ελέγχων του οχήματος και το εγχειρίδιο του (Log-book) ο Κυριάκου του είπε ότι όλα τα σχετικά έγγραφα με το αυτοκίνητο θα μπορούσε να τα βρει στο συρτάρι του αυτοκινήτου, τα οποία όμως διαπίστωσε ότι δεν υπήρχαν. Επειδή καθυστερούσε η παράδοση του αυτοκινήτου και θα έφευγαν για την Αγγλία, άρχισαν να εμφιλοχωρούν στη σκέψη του ανησυχίες για το κατά πόσον έκαμε μια καλή πράξη με την αγορά του συγκεκριμένου αυτοκινήτου. Πριν την παραλαβή του αυτοκινήτου πρόσεξε στο log-book ότι αυτό έφερε ημερομηνία εγγραφής τον Ιούνιο του 1998 και όχι τον Φεβρουάριο του 1999 όπως του είχε πει ο Κυριάκου. Τότε ο Κυριάκου παραδέχθηκε ότι είχε κάμει λάθος όταν είχε ελέγξει αυτό το στοιχείο από το σχετικό έντυπο που διέθετε, λέγοντας του ότι ήταν μια διαφορά μόνο 8 μηνών. Περαιτέρω του είπε ότι δεν θα μπορούσε να πάρει πίσω τα χρήματα που έδωσε ως προκαταβολή διότι είχαν ήδη ξοδέψει για το αυτοκίνητο χρήματα όπως αυτός τους είχε ζητήσει για τις επιδιορθώσεις και προσθήκες. Συζήτησε το θέμα που προέκυψε με τη σύζυγο του και τελικά αποφάσισαν, εφόσον η διαφορά δεν ήταν μεγάλη να την παραβλέψουν και να μην ακυρώσουν τη συμφωνία. Δεν ήθελε από την άλλη να εμπλακεί, όπως ανέφερε, σε συζητήσεις οι οποίες δεν θα οδηγούσαν πουθενά. Παρέλαβαν το αυτοκίνητο στις 10.06.2004 ημερομηνία που κατέβαλε το υπόλοιπο του τιμήματος. Την επόμενη ημέρα σε συνεννόηση του με τον Κυριάκου πέρασαν το αυτοκίνητο από τον τεχνικό έλεγχο και εξεδόθη γι΄αυτό πιστοποιητικό καταλληλότητας. Παρέμενε μόνο να εφαρμοστεί στο αυτοκίνητο ένας τραβηχτήρας, λόγω όμως της αναχώρησης του στην Αγγλία έδωσε το κλειδί του γκαράζ του στον Κυριάκου για να το διευθετήσει. Πριν όμως την αναχώρηση του, τυχαία, ανοίγοντας το καπό του αυτοκινήτου βρήκε μέσα, κοντά στο κάλυμμα της μπαταρίας μια πλακέτα η οποία ανέγραφε πάνω εκτός από Αγγλικά και Ιαπωνικά γράμματα πράγμα το οποίο τον ξένισε. Αντέγραψε όσα ανέγραφε η πλακέτα στα αγγλικά σε ένα χαρτί το οποίο παρουσίασε ως Τεκμήριο
- Πριν την αναχώρηση του στην Αγγλία ανέφερε το γεγονός στον Κυριάκου όταν αυτός πέρασε για να παραλάβει το αυτοκίνητο για να τοποθετήσει σε αυτό τον τραβηχτήρα και τον ρώτησε τι ήταν εκείνη η πλακέτα και τι σήμαιναν τα Ιαπωνικά γράμματα. Η απάντηση που έλαβε ήταν ότι επρόκειτο για συνηθισμένη πλακέτα που βρίσκεται σε αυτοκίνητα που εισάγονται στη Κύπρο χωρίς να του δώσει οποιαδήποτε περαιτέρω εξήγηση. Όταν μετέβη στην Αγγλία απέστειλε επιστολή στην κατασκευάστρια εταιρεία από την οποία ζήτησε στοιχεία για τα χαρακτηριστικά του αυτοκινήτου, όπως τον χρόνο κατασκευής του και σε ποια χώρα είχε εξαχθεί και πότε. Με επιστολές της, η κατασκευάστρια εταιρεία, τον ενημέρωσε ότι το αυτοκίνητο κατασκευάστηκε στις 7.02.1995 και εξήχθηκε στην Ιαπωνία στις 28.02.1995 (βλ. Τεκμήρια 7 και 8). Όλα τα πιο πάνω διέφεραν από όσα τον διαβεβαίωνε ο Κυριάκου όπως και ο χρόνος κατασκευής του τον οποίο ανέγραψαν επί της παραγγελίας στο τεκμήριο 1 μετά από δική του επιμονή. Δεν θα αγόραζε το αυτοκίνητο εάν γνώριζε ότι αυτό ήταν κατασκευής του 1995 καθ΄ ότι δεν ήθελε ένα παλιό αυτοκίνητο με πιθανά προβλήματα είτε μηχανικά είτε με εξαρτήματα. Θα προτιμούσε επίσης το αυτοκίνητο να είχε ένα προηγούμενο ιδιοκτήτη και αυτό να είχε οδηγηθεί κατά προτίμηση του στην Αγγλία. Όταν είχε δει για πρώτη φορά το πιστοποιητικό εγγραφής του αυτοκινήτου κατάλαβε τότε ότι είχε εμπλακεί σε ένα μεγάλο πρόβλημα καθ΄ότι είχε υπόψη του την προηγούμενη αντίδραση του Κυριάκου, όταν είχε διαπιστωθεί ότι το αυτοκίνητο δεν ήταν του Φλεβάρη του 1999 αλλά του Ιουνίου του 1998, ότι δηλαδή δεν θα έπαιρνε τα χρήματα του πίσω. Τότε αποφάσισε να καταφύγει σε δικηγόρο για να του εξηγήσει το πρόβλημα. Το όχημα έκτοτε και μετά που το είχε επιστρέψει ο Κυριάκου, μετά την εφαρμογή του τραβηχτήρα, στο γκαράζ του σπιτιού του και μέχρι τον Οκτώβριο που επέστρεψε στη Κύπρο δεν είχε οδηγηθεί ξανά οπότε και διευθέτησε όπως αυτό αποθηκευτεί σε αποθήκη φύλαξης αυτοκινήτων στη Λάρνακα όπου ευρίσκεται μέχρι και σήμερα με σκοπό να προστατευτεί το αυτοκίνητο αλλά και γιατί δεν το ήθελε στο γκαράζ του για να κινεί υποψίες για χρήση του. Παραδέχθηκε ότι το πιστοποιητικό εγγραφής του αυτοκινήτου το είχε πάρει αργότερα μέσω του ταχυδρομείου μετά που είχε εκδοθεί και η άδεια κυκλοφορίας του αυτοκινήτου. Όταν ο Κυριάκου του έδειξε ένα έγγραφο αυτό έγγραφε 1998, ο ίδιος είχε αντιληφθεί ότι ήταν ο χρόνος κατασκευής του και όχι ο χρόνος εγγραφής του, έννοιες των οποίων την διαφορά εν πάση περιπτώσει, δεν μπορούσε τότε να διακρίνει. Η σύζυγος του ενάγοντος M. Carlevero (Μ.Ε. .2) περιέγραψε και αυτή υπό ποιες συνθήκες συμφώνησαν την αγορά του επίδικου αυτοκινήτου όταν είχε συνοδεύσει το σύζυγο της στα γραφεία της εναγομένης ψάχνοντας για την αγορά ενός αυτοκινήτου. Επανέλαβε και αυτή ότι ο Κυριάκου τους διαβεβαίωσε ότι το αυτοκίνητο ήταν κατασκευής του 1999, ότι είχε εισαχθεί από την Αγγλία και είχε προηγουμένως μόνο ένα ιδιοκτήτη. Όταν ο σύζυγος της είχε ζητήσει από τον Κυριάκου να γράψει επί του τεκμηρίου 1 την χρονολογία κατασκευής του αυτοκινήτου καθώς αυτή ήταν σημαντικός παράγοντας στην απόφαση τους, αυτός ανέφερε ότι δεν υπήρχε οποιοδήποτε πρόβλημα και ανέγραψε σε αυτό τις λέξεις ¨FΕΒ. 1999¨. Μεταξύ της ημερομηνίας της συμφωνίας και της παραλαβής του αυτοκινήτου ο Κυριάκου τους επέδειξε κάποιο έγγραφο επί του οποίου αναγραφόταν ως έτος κατασκευής του αυτοκίνητου το 1998 και όχι το 1999 και τότε σε παρατήρηση του ενάγοντος ο Κυριάκου παραδέχθηκε ότι είχε κάμει λάθος και ότι αυτό ήταν πράγματι του
- Δεν θυμόταν να είχαν συζητήσει για ημερομηνία εγγραφής του αυτοκινήτου. Όταν τους είχε υποδειχθεί φωτοαντίγραφο του τίτλου ιδιοκτησίας του αυτοκινήτου από τον Κυριάκου δεν είχαν προσέξει ότι σε αυτό αναγραφόταν ως ημερομηνία κατασκευής του αυτοκινήτου το έτος 1995 ακριβώς πάνω από το σημείο όπου αναγραφόταν ως ημερομηνία εγγραφής του το έτος 1998 καθώς τότε δεν έψαχναν, όπως είπε, να βρουν προβλήματα για το αυτοκίνητο καθώς το ήθελαν και επίσης εμπιστεύονταν τον Κυριάκου. Εάν γνώριζαν ότι το αυτοκίνητο ήταν κατασκευής του 1995 δεν θα το αγόραζαν καθώς η τιμή του ήταν πολύ ψηλή για ένα αυτοκίνητο του
- Εάν ήξεραν από την αρχή το ιστορικό του αυτοκινήτου δεν θα προκαλείτο οποιοδήποτε πρόβλημα καθώς δεν θα το αγόραζαν. Ο Κυριάκου ήταν καλός γνώστης της Αγγλικής γλώσσας και δεν νομίζει πως εξ αυτού του λόγου θα μπορούσε να είχε προκληθεί κάποια παρανόηση. Το αυτοκίνητο μετά τις 11.06.2004 όταν το έβαλαν στο γκαράζ δεν το οδήγησαν ξανά. Παραδέχθηκε ότι με το σύζυγο της συζήτησαν την υπόθεση τόσο πριν όσο και μετά την κατάθεση του ιδίου και πριν αυτή καταθέσει στο Δικαστήριο, όμως εκείνα τα οποία είχαν γράψει στην επιστολή τους προς τον δικηγόρο τους ήταν όσα υποστήριζαν για την υπόθεση. Όταν είχαν συμφωνήσει για την αγορά του αυτοκινήτου δεν γνώριζαν ότι η ημερομηνία εγγραφής ενός αυτοκινήτου διαφέρει από την ημερομηνία κατασκευής του και νόμιζαν ότι ήταν το ίδιο πράγμα. Αναφορικά με τη χώρα προέλευσης, τον χρόνο κατασκευής του αυτοκινήτου και πόσους προηγούμενους ιδιοκτήτες είχε το αυτοκίνητο, ο σύζυγος της είχε ρωτήσει τον Κυριάκου πολλές φορές, περίπου πέντε φορές και για το κάθε ένα θέμα ξεχωριστά. Οι διαβεβαιώσεις αυτές τους είχαν δοθεί πριν υπογράψουν την παραγγελία. Όλα τα έγγραφα που αφορούσαν την αγορά του αυτοκινήτου τα είχε δει και αυτή. Αρνήθηκε υποβολή ότι ο Κυριάκου ήταν το Τεκμήριο 17 που είχε συμβουλευτεί όταν τους είπε ότι το αυτοκίνητο ήταν του 1999 λέγοντας ότι ουδέποτε είχε δει εκείνο το έγγραφο. Νομίζει ότι ο σύζυγος της είχε ρωτήσει για τον χρόνο εγγραφής του αυτοκινήτου τον Κυριάκου. Ο Κυριάκου, όπως ανέφερε, απολογήθηκε σε αυτούς, μεταγενέστερα όταν διαπιστώθηκε το λάθος του για την ημερομηνία εγγραφής του αυτοκινήτου. Το ότι το αυτοκίνητο είχε ημερομηνία εγγραφής το 1999 τους το υπέδειξε πάνω σε ένα έγγραφο ο Κυριάκου δείχνοντας τους το με το δάκτυλο του όταν είχαν καθίσει σε ένα γραφείο το χρονικό διάστημα μεταξύ της ημερομηνίας παραγγελίας του αυτοκινήτου και της ημερομηνίας παραλαβής του. Δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει την αξία ενός παρόμοιου αυτοκινήτου στην Αγγλία κατά την ημερομηνία που είχαν συμφωνήσει την αγορά του επίδικου αυτοκινήτου. Ο σύζυγος της ίσως να γνώριζε για τις αξίες των αυτοκινήτων, μαζί της συζητούσε το θέμα πολύ επιφανειακά. Γνώριζε όμως ότι οι τιμές των αυτοκινήτων στη Κύπρο είναι πιο ψηλές από ότι στην Αγγλία. Αναφορικά με το manual (εγχειρίδιο) του αυτοκινήτου όταν διαπίστωσαν ότι δεν βρισκόταν μέσα στο αυτοκίνητο και το ανέφεραν διαμαρτυρόμενοι στον Κυριάκου αυτός τους είπε ότι πιθανόν να μην υπήρχε. Παραδέχθηκε στη συνέχεια ότι εκείνο το οποίο τους είπε ως προς το θέμα αυτό ήταν ότι εάν υπήρχε manual αυτό θα ήταν μέσα στο αυτοκίνητο. Στην επανεξέταση της διευκρίνισε ότι για την ίδια οι αγγλικές λέξεις ¨register date¨ σημαίνουν ημερομηνία εγγραφής του αυτοκινήτου και οι αγγλικές λέξεις ¨Registration date¨ σημαίνουν την ημερομηνία που γράφεται σε κάποιον αγοραστή το αυτοκίνητο. Η μαρτυρία του Μ. Ε. 3 Δημητράκη Αντωνίου ελεγκτή Οδικών Μεταφορών αποσκοπούσε να αποδείξει ότι το αυτοκίνητο είχε δύο προηγούμενους ιδιοκτήτες και ότι η χώρα προέλευσης του ήταν η Ιαπωνία. Αναφέρθηκε επίσης στην ημερομηνία εγγραφής του αυτοκινήτου που ήταν το 1998 και στην ημερομηνία κατασκευής του που ήταν το 1995 στοιχεία που αποκόμιζε από το φάκελο του αυτοκινήτου όπου φαίνονται οι μεταβιβάσεις και τα πιστοποιητικά εγγραφής του, τα Τεκμήρια 15 και
- Δεν αντεξετάσθηκε επί της ουσίας της μαρτυρίας του. Η Μ.Υ. 1 Άντρη Λιμνιώτη είναι η υπεύθυνη του λογιστηρίου της εναγομένης και θυγατέρα του κυρίου μετόχου της χωρίς η ίδια να διαθέτει μετοχές σε αυτή. Ανέφερε ότι την ημέρα που θα γινόταν η παράδοση του αυτοκινήτου είχε δείξει η ίδια τον τίτλο ιδιοκτησίας του αυτοκινήτου στον ενάγοντα που ήταν μαζί με την σύζυγο του όταν την επισκέφθηκαν στο γραφείο της εταιρείας. Αφού ο ενάγων ήλεγξε τα στοιχεία που αναγράφονταν επί του πιστοποιητικού στην παρουσία της συζύγου του, της απάντησε ότι ήταν εντάξει και προχώρησαν με την διαδικασία που απαιτείτο για την μεταβίβαση του αυτοκινήτου παραλαμβάνοντας από αυτόν όσα στοιχεία ή έγγραφα απαιτούνταν. Στην αντεξέταση της ανέφερε ότι είχε διερωτηθεί από τότε όταν είχε δει την παραγγελία τι σήμαιναν οι λέξεις ¨FΕΒ. 99¨ που αναγραφόταν στο τεκμήριο 1 και όταν είχε ρωτήσει τον Κυριάκου σχετικά, αυτός της ανέφερε ότι ο πελάτης ήθελε να γραφτεί η ημερομηνία εγγραφής του αυτοκινήτου επί της παραγγελίας(Registration Date). Η ίδια δεν γνώριζε για πιο λόγο ο πελάτης ήθελε να δει τον τίτλο και δεν μπορούσε να ξέρει εάν ο ενάγων είχε δει τον τίτλο πριν αυτή του τον δείξει στο γραφείο της. Δεν αρνήθηκε ότι ήταν προς το συμφέρον και της ίδιας αλλά και του Κυριάκου η πώληση του αυτοκινήτου εφόσον κάθε πώληση είναι προς το συμφέρον της εταιρείας όπου εργάζονται. Ο Μ.Υ. 2 ανέφερε ότι ήταν ο πωλητής με τον οποίο συμφώνησε ο ενάγοντας την αγορά του επίδικου αυτοκινήτου. Εξήγησε ότι το τεκμήριο 1 το είχε συμπληρώσει ο ίδιος και ότι το τι ήθελε να υποδηλώσει με την αναγραφή των λέξεων ¨FΕΒ. 99¨ σε αυτό ήταν αυτό που απαίτησε ο πελάτης, δηλαδή να αναγράψει την ημερομηνία εγγραφής του οχήματος (registration date) σε αυτό. Το τεκμήριο 17 ήταν ένα έντυπο στο οποίο αναγράφονταν τα αρχικά γράμματα εγγραφής των αυτοκινήτων στη Κύπρο και οι μήνες που αυτά κυκλοφόρησαν από το 1960 μέχρι τον Οκτώβριο του
- Είναι ένα έντυπο που χρησιμοποιεί στη δουλειά του. Εξήγησε πως συμβουλευόμενος αυτό το έντυπο είχε κάμει λάθος και ανέφερε στον ενάγοντα ότι το επίδικο όχημα ενεγράφη τον Φεβρουάριο του 1999 και όχι τον Ιούνιο του 1998 πράγμα που διαπίστωσε αργότερα και προς τούτο απολογήθηκε στον ενάγοντα. Μετά που ο ενάγων συζήτησε το ζήτημα με τη γυναίκα του ανέφερε ότι θα το παρέβλεπαν και δεν τους ενοχλούσε. Δεν είχαν μιλήσει σχετικά με τη χώρα προέλευσης του οχήματος καθώς είναι γνωστό ότι όλα τα Range Rover κατασκευάζονται στην Αγγλία. Ποτέ δεν είχε διαβεβαιώσει τον ενάγοντα ότι το αυτοκίνητο αυτό είχε μόνο ένα προηγούμενο ιδιοκτήτη. Ο ίδιος τα στοιχεία ενός αυτοκινήτου τα πληροφορείται από τον τίτλο του και σίγουρα δεν μπορούσε να τα θυμόταν απέξω. Το αυτοκίνητο όπως είχαν συμφωνήσει με τον ενάγοντα το πήγαν σε γκαράζ για την έκδοση του πιστοποιητικού καταλληλότητας του. Όταν ο ενάγων αποτάθηκε σε αυτόν για την αγορά του συγκεκριμένου αυτοκινήτου θυμόταν που του είχε πει ότι είχε το ίδιο στην Αγγλία και επιθυμούσε να αγοράσει παρόμοιο και στη Κύπρο. Παραδέχθηκε ότι ο ενάγων τον είχε ρωτήσει αρκετά πράγματα για το αυτοκίνητο όπως και για την ημερομηνία εγγραφής του, δεν τον είχε όμως ρωτήσει ούτε για προηγούμενους ιδιοκτήτες ούτε και για τη χώρα προέλευσης του αυτοκινήτου. Επανέλαβε ότι όταν έγγραφε επί του τεκμηρίου 1 τις λέξεις ¨ FΕΒ. 99¨ εννοούσε την ημερομηνία εγγραφής του αυτοκινήτου όπως του την είχε ζητήσει ο πελάτης. Δεν τον είχε ρωτήσει τη διαφορά μεταξύ της ημερομηνίας εγγραφής και ημερομηνίας κατασκευής του αυτοκινήτου. Δεν τον είχαν ρωτήσει ακόμα, ούτε ο ενάγων ούτε και η σύζυγος του η οποία ήταν μαζί του, για την ηλικία του αυτοκινήτου. Αρνήθηκε ότι είχε επιδείξει το τεκμήριο 17 στον ενάγοντα. Εκείνο που του είχε ζητήσει ήταν τον τίτλο, τον οποίο είχε δείξει στον ενάγοντα η Μ.Υ.1 στην απουσία του. Αρνήθηκε επίσης ότι λέχθηκε από τον ίδιο όταν διαπιστώθηκε το λάθος με την χρονολογία εγγραφής του αυτοκινήτου ότι δεν θα έπαιρνε πίσω τα χρήματα που κατέβαλε ως προκαταβολή εάν ακύρωνε την συμφωνία. Εάν ο ενάγοντας τον ρωτούσε για την ηλικία του αυτοκινήτου δεν θα είχε πρόβλημα να του την έλεγε. Τις τιμές πώλησης των αυτοκινήτων τις καθόριζε ο διευθυντής της εναγομένης. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Στις αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών αναφέρθηκαν τόσο στο νομοθετικό πλαίσιο που διέπει την συμφωνία των διαδίκων όσο και σε νομολογία. Ο κ. Πιττάτζης αναφέρθηκε σε αντιφάσεις που παρουσιάζει η μαρτυρία του ενάγοντος οι οποίες καθιστούν, κατά την άποψη του, την αξιοπιστία του τρωτή σε βαθμό που δεν μπορεί να βασιστεί σε αυτή το Δικαστήριο για την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων. Απέδωσε το γεγονός ότι μετάνιωσε ο ενάγων για την πράξη που έκαμε στην μεταβατική περίοδο που διερχόταν η Κύπρος την περίοδο που συνάφθηκε η συμφωνία με την ένταξη της στη Ευρωπαϊκή Ένωση γεγονός για το οποίο θα επωφελείτο τουλάχιστον με Λ.Κ.5.000= από την κατάργηση της διπλής φορολογίας, όπως ο ίδιος ο ενάγων παραδέχθηκε κατά την αντεξέταση του. Ο κ. Κλαϊδης στη δική του αγόρευση σε συνδυασμό με την μαρτυρία που παρατέθηκε και στην οποία έκαμε ειδική αναφορά, εισηγήθηκε ότι συντρέχουν δύο λόγοι για τους οποίους η αγωγή του ενάγοντος θα πρέπει να πετύχει εφόσον θέση του ενάγοντος είναι ότι η επίδικη συμφωνία συνάφθηκε εν μέρει γραπτώς και εν μέρει προφορικώς. Ο πρώτος, αφορά την διάρρηξη συμφωνίας καθ΄ότι παραβιάστηκε ρητός όρος της συμφωνίας σε ότι αφορά τον χρόνο κατασκευής του αυτοκινήτου που ήταν το 1995 και όχι το 1999 όπως αναγράφεται στη συμφωνία παραγγελίας. Ο δεύτερος, για δύο άλλους επί μέρους λόγους τους οποίους ισχυρίζεται ότι συμφώνησε προφορικά ή έλαβε σχετικές διαβεβαιώσεις από τον Κυριάκου, ότι δηλαδή το αυτοκίνητο δεν είχε προέλευση την Αγγλία αλλά την Ιαπωνία και ότι υπήρχαν δύο προηγούμενοι ιδιοκτήτες αντί ενός. Εφόσον, εισηγήθηκε, αυτές οι διαβεβαιώσεις ή παραστάσεις έγιναν κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων, καθίστανται όροι της συμφωνίας. Συνεπεία λοιπόν της παράβασης των πιο πάνω όρων η συμφωνία θα πρέπει να κριθεί ως άκυρη εξ αρχής καθ΄ότι συνάφθηκε με ψευδείς παραστάσεις ή ακόμα και με αμελή παράσταση. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ: Είχα την ευκαιρία να δω, να ακούσω και να παρακολουθήσω με προσοχή τον ενάγοντα καθώς και τους μάρτυρες που κατάθεσαν γι΄αυτόν όπως και τους μάρτυρες για την εναγόμενη. Σύγκρινα και αντιπαρέβαλα μεταξύ τους τις προφορικές μαρτυρίες και το περιεχόμενο του παραδεκτού γεγονότος και σε συσχετισμό και αντιπαραβολή με την έγγραφη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, την οποία διεξήλθα μετά προσοχής, αισθάνομαι ότι η είμαι έτοιμος για την αξιολόγηση της μαρτυρίας και την κατάληξη μου σε ευρήματα και συμπεράσματα αναφορικά με την επίδικη διαφορά. Αρχίζοντας από τον ενάγοντα, θα πρέπει να πω πως η μαρτυρία του όχι μόνο δεν ήταν ειλικρινής, αλλά και οι θέσεις και εξηγήσεις του δεν ήταν πειστικές. Προέβαλε ισχυρισμούς στους οποίους θα αναφερθώ πιο κάτω, οι οποίοι στερούνταν λογικής συνέπειας και συνοχής. Παρόλο ότι αυτός παρουσιάστηκε στο εδώλιο του μάρτυρος ήρεμος, άνετος και ετοιμόλογος να απαντήσει στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν τόσο κατά το στάδιο της κύριας εξέτασης του όσο και κατά την επίμονη αντεξέταση του, εντούτοις, δεν μπορώ να βασιστώ στην μαρτυρία του. Θέλησε να παρουσιάσει τον εαυτό του ως ένα πολύ τυπικό στις συναλλαγές του άτομο σε σημείο μάλιστα που κρατούσε λεπτομερείς σημειώσεις για όλες τις κινήσεις του σε σχέση με την αγορά του επίδικου αυτοκινήτου. Όμως, παρόλο που κατ΄ απαίτηση του, όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε ζήτησε από τον πωλητή της εναγομένης Μ.Υ.2 να αναγράψει επί της συμφωνίας παραγγελίας τον μήνα κατασκευής του αυτοκινήτου εντούτοις, δεν απαίτησε από αυτόν όταν έγγραψε τις λέξεις ¨FEB.99¨, να διευκρινίσει αν αυτές οι λέξεις σήμαιναν ότι ήταν ο μήνας ή χρόνος κατασκευής ή ο χρόνος εγγραφής του αυτοκινήτου όπως αντίθετα ισχυρίζεται ο Μ.Υ.
- Αυτό βέβαια δε είναι τυχαίο, εφόσον ο ίδιος κατά την προφορική του μαρτυρία ανέφερε ότι κατά τον επίδικο χρόνο δεν μπορούσε να διακρίνει την διαφορά αυτών των εννοιών, διαφορά όμως την οποία όμως αντιλήφθηκε αργότερα. Όμως και εδώ έρχεται σε αντίφαση με τον ισχυρισμό του ότι διαπίστωσε την χρονολογία κατασκευής του αυτοκινήτου μεταγενέστερα όταν πλέον του είχε παραδοθεί το αυτοκίνητο και είχε αποπληρώσει το τίμημα από τη σχετική ενημέρωση που είχε από την κατασκευάστρια εταιρεία, τεκμήρια 7 και 8 ενώ αυτός απαιτούσε από τον Κυριάκου να γράψει επί του τεκμηρίου 1 την χρονολογία κατασκευής του αυτοκινήτου. Ακόμη προκαλεί απορία πως ένας τόσο τυπικός στις συναλλαγές του άνθρωπος, επιχειρηματίας, ιδιοκτήτης εταιρείας με πολλούς υπαλλήλους τους οποίους διευθύνει, να βασιστεί στις προφορικές πληροφορίες που του έδιδε ένας πωλητής τον οποίο όπως ανέφερε τόσο ο ίδιος όσο και η Μ.Ε.2 εμπιστεύονταν αλλά ο οποίος κατά τον ισχυρισμό τους εκ των υστέρων φάνηκε ότι καταχράστηκε της εμπιστοσύνης τους. Δεν επικαλέστηκαν οποιαδήποτε προηγούμενη γνωριμία τους ή ιδιαίτερη σχέση με αυτόν τον άνθρωπο, από που απέρρεε τότε αυτή η εμπιστοσύνη με την οποία τον περιέβαλαν; Και εάν πράγματι τον εμπιστεύονταν τότε γιατί η σπουδή να αναγραφούν όσα αναγράφηκαν επί της παραγγελίας τα οποία ζήτησε επιπλέον; Εφόσον από την άλλη ήταν τόσο τυπικός πως και δεν απαίτησε την αναγραφή αυτών των όρων επί εγγράφου συμφωνίας ή έστω επί της παραγγελίας επί της οποίας, ειρήσθω εν παρόδω, ανέγραψαν με λεπτομέρειες τι ήταν που ήθελε να προστεθεί επί του αυτοκινήτου ή να επιδιορθωθεί, ακόμα και αυτή την χρονολογία ¨FEB.99¨, χωρίς όμως να διευκρινίζεται ταυτόχρονα εάν επρόκειτο για χρονολογία κατασκευής του αυτοκινήτου ή την χρονολογία εγγραφής του όπως ήταν η αντίληψη του Κυριάκου. Το .όλο ζήτημα θα παρέμενε εκεί και πιθανόν δεν θα απασχολούσε το Δικαστήριο η παρούσα υπόθεση εάν επεδείκνυε αυτή την επιμέλεια. Από τις απαντήσεις του, όπως επίσης και από αυτές που έδωσε στη συνέχεια η Μ.Ε.2 και μετά από ενδελεχή μελέτη της μαρτυρίας προς αυτόν τον σκοπό δεν εντόπισα σαφή θέση για το πότε και σε ποιο έγγραφο ακριβώς είχαν προσέξει ότι αναγραφόταν η χρονολογία εγγραφής του οχήματος ότι ήταν του 1998 γεγονός το οποίο επίσης με οδήγησε στα πιο πάνω συμπεράσματα μου αναφορικά με τη σαφήνεια της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε εκ μέρους του ενάγοντος. Για τους ίδιους λόγους δεν αποδέχομαι επί των ουσιωδών ζητημάτων και την μαρτυρία της Μ.Ε.2 συζύγου του ενάγοντος η οποία μου προκάλεσε αρνητική εντύπωση καθώς δεν απέκρυβε την δυσφορία της για την παρουσία της ενώπιον του Δικαστηρίου κυρίως κατά την αντεξέταση της. Επί πλέον κρίνω ότι σε πολλά σημεία της ήταν εμφανής η καθοδήγηση που έτυχε εφόσον παρόλο ότι παραδέχθηκε ότι δεν καταλάβαινε πολλά πράγματα για τα αυτοκίνητα και τα όσα γνώριζε για το συγκεκριμένο, παρόλη την επιφανειακή συζήτηση που είχε για κάποια πράγματα με το σύζυγο της, εντούτοις όταν ρωτήθηκε για το κατά πόσο ο Κυριάκου τους διαβεβαίωνε ότι ήταν κατασκευής του 1999 το αυτοκίνητο ανέφερε πως πράγματι αυτές ήταν οι διαβεβαιώσεις του. Υπήρξαν όμως και άλλα σημεία κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας της που απάντησε με βεβαιότητα ότι η διαβεβαίωση του Κυριάκου ήταν ότι το αυτοκίνητο ήταν κατασκευής του 1999 ενώ σε άλλα αναφερόταν σε διαβεβαιώσεις ότι ήταν εγγραφής του
- Την ίδια παρανόηση είχε και στη σχετική απάντηση που έδωσε κατά την επανεξέταση της. Δεν υπάρχει αμφιβολία στο Δικαστήριο ότι τα όσα ανέφερε αποσκοπούσαν στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων του συζύγου της τα οποία δεν διαχωρίζονται ασφαλώς και από τα δικά της. Η προσπάθεια της να εξυπηρετήσει το πιο πάνω συμφέρον σε συνδυασμό με την καθοδήγηση που έτυχε την οδήγησαν στην πιο πάνω ουσιώδη αντίφαση η οποία άπτεται της ουσίας της υπόθεσης. Θα απορρίψω τη μαρτυρία της ως κατασκευασμένη όπως και του ενάγοντος στο βαθμό και στην έκταση που αυτή έρχεται σε αντίθεση με τη μαρτυρία που παρουσίασε η εναγομένη. Η εντύπωση αυτή δεν είναι μόνο υποκειμενική αλλά εντοπίζονται στοιχεία στην μαρτυρία τους που δείχνουν ότι τα όσα ανέφεραν στο Δικαστήριο επί των αμφισβητουμένων σημείων δεν μπορούν να ανταποκρίνονται στην αλήθεια αλλά τουναντίον αποδεικνύουν ότι πρόκειται για εκ των υστέρων σκέψεις. Πέραν των όσων ανέφερα ανωτέρω θα παραθέσω και τις ακόλουθες σκέψεις προερχόμενες από τη μαρτυρία οι οποίες με οδήγησαν στο πιο πάνω συμπέρασμα μου. Ενώ ο ενάγων με όσα καταλογίζει στην εναγομένη, ότι δηλαδή ενώ αρχικά είχε διαβεβαιώσεις ότι το αυτοκίνητο ήταν εγγραφής του 1999 στο τέλος και με παραδοχή του Μ.Υ.2 αυτό φάνηκε ότι ήταν του 1998, ότι καθυστερούσαν να του παραδώσουν το όχημα, ότι δεν βρήκε το Log-book στο αυτοκίνητο χωρίς να του δίδεται επαρκής εξήγηση και μάλιστα με τόση αδιαφορία, όπως την περιέγραψε με την οποία αντιμετώπισε αυτό το θέμα ο Μ.Υ.2, εντούτοις όλα αυτά δεν τον απέτρεψαν από του να καταβάλει και το υπόλοιπο του τιμήματος και να παραλάβει το αυτοκίνητο μετά που αυτός είχε δει και μελετήσει το πιστοποιητικό εγγραφής του αυτοκινήτου που του επέδειξε η Μ.Υ.1 στο γραφείο της. Επίσης εξακολούθησαν να περιβάλλουν τον Κυριάκου με εμπιστοσύνη, ενώ αυτή δεν εδικαιολογείτο μετά τα όσα πιο πάνω κατέγραψα. Εάν η εναγομένη ήθελε πράγματι να τους αποκρύψουν οτιδήποτε τότε γιατί τους επέδειξαν το πιστοποιητικό εγγραφής του αυτοκινήτου πριν ολοκληρωθεί η συμφωνία τους; Η επίδειξη εκ μέρους τους εύλογης προσοχής θα αποκάλυπτε όσα εκ των υστέρων τους καταλογίζει ότι θέλησαν να του αποκρύψουν. Επίσης δεν μου διαφεύγει ότι όποτε τους επιδεικνυόταν ένα έγγραφο από αυτά που κατατέθηκαν ως τεκμήρια καμώνονταν ότι δεν ήταν σίγουροι ότι τα είχαν ξαναδεί όπως το τεκμήριο 17 και κυρίως το πιστοποιητικό εγγραφής για το οποίο δεν έδωσαν σαφή απάντηση για ευνόητους λόγους εάν τους είχε επιδειχθεί την ημέρα της παραδόσεως του αυτοκινήτου ή όχι. Ο Μ.Ε. 3 ήταν τυπικός μάρτυρας ο οποίος δεν αντεξετάσθηκε επί της ουσίας των όσων ανέφερε στο Δικαστήριο. Τα όσα ανέφερε εξάλλου προέρχονταν από τους επίσημους φακέλους ή αρχεία του Κράτους που τηρούνται αναφορικά με τα αυτοκίνητα. Την μαρτυρία του την αποδέχομαι πλήρως. Από αυτή προκύπτει ότι το επίδικο αυτοκίνητο ήταν κατασκευής του 1995, είχε εξαχθεί από την κατασκευάστρια εταιρεία του από την Αγγλία στην Ιαπωνία και από εκεί εισήχθηκε στη Κύπρο αργότερα και κατά συνέπεια είχε πέραν του ενός προηγούμενους ιδιοκτήτες. Η Μ.Υ.1 μου έκαμε εξαιρετική εντύπωση για τον συγκροτημένο τρόπο με τον οποία κατέθεσε αναφορικά με όσα γνώριζε για την επίδικη συναλλαγή και την απλότητα με την οποία αντιμετώπισε ό, τι είχε ερωτηθεί αναφορικά με το τι γνώριζε για τη συναλλαγή που έκαμε η εναγομένη με τον ενάγοντα. Βέβαια υπό την ιδιότητα της ως υπεύθυνης του λογιστηρίου της εταιρείας όπου εργαζόταν, όπως εξήγησε, δεν είχε εμπλακεί στην όλη διαπραγμάτευση του αυτοκινήτου και παραδέχθηκε ότι δεν γνώριζε αρκετά πράγματα που εμπίπτουν στις γνώσεις των πωλητών. Όμως, ήταν σαφής και πειστική όταν εξήγησε πως η ίδια, στην απουσία του Κυριάκου, έδωσε το πιστοποιητικό εγγραφής του αυτοκινήτου στον ενάγοντα ο οποίος στη παρουσία της συζύγου του το μελέτησε και μόνο εφόσον της είπε ότι ήταν εντάξει, προχώρησαν με την ολοκλήρωση της συμφωνίας με την καταβολή του υπόλοιπου τιμήματος και την παράδοση σε αυτόν του αυτοκινήτου, αφού προηγουμένως της έδωσε τα στοιχεία του για να μπορέσει να γίνει η μεταβίβαση επ΄ ονόματι του. Εξαιρετική εντύπωση μου προκάλεσε και ο Μ.Υ. 2 που ήταν ο άμεσα αναμεμειγμένος εκ μέρους της εναγομένης 1 κατά την επίδικη συναλλαγή. Δεν υπέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση αναφορικά με τα όσα ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι ανέφερε ή παρέστησε ή διαβεβαίωσε τον ενάγοντα σε σχέση με την πώληση του αυτοκινήτου. Δεν μου φάνηκε για άνθρωπο ο οποίος θα προσπαθούσε με ψευδείς παραστάσεις να παραπλανήσει κάποιον, πείθοντας τον να αγοράσει κάτι το οποίο δεν ανταποκρινόταν σε όσα του παρέστησε, με σκοπό να κερδίσει κάποια προμήθεια, την οποία δεν αρνήθηκε ότι θα αποκόμιζε. Κρίνω ότι ήταν μάρτυρας της αλήθειας και δέχομαι την μαρτυρία του ως αληθινή σε όσα σημεία συγκρούεται με αυτή του ενάγοντος και της συζύγου του (Μ.Ε.1 και 2). Έχοντας παρακολουθήσει τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενώπιον του Δικαστηρίου, έχοντας εξετάσει με προσοχή την μαρτυρία στο σύνολο της, όπως προανέφερα, καταλήγω αβίαστα στο συμπέρασμα ότι ο ενάγοντας και η μάρτυρας σύζυγος του δεν έχουν καταθέσει την αλήθεια στο Δικαστήριο και κατά συνέπεια δεν δέχομαι την εκδοχή της πλευράς του ενάγοντα, αντίθετα ως πιο πειστική θα αποδεχθώ αυτή των μαρτύρων της εναγομένης. Σαν αποτέλεσμα της πιο πάνω αξιολόγησης βρίσκω ότι ο ενάγοντας συμφώνησε την αγορά ενός μεταχειρισμένου αυτοκινήτου με αριθμό εγγραφής ΕΧΖ 037 RANGE ROVER STATION WAGON από την εναγομένη η οποία ασχολείται με αγοραπωλησίες τέτοιων αυτοκινήτων. Επρόκειτο για αυτοκίνητο το οποίο η εναγομένη εξέθετε προς πώληση στο γραφείο της και το οποίο αφού το εξέτασε ο ενάγων με τη σύζυγο του στη συνέχεια το οδήγησε και βρέθηκε της αρεσκείας τους και προς τούτο αυθημερόν δηλαδή στις 27.05.2004 συμφώνησε όπως το αγοράσει έναντι συνολικού τιμήματος Λ.Κ.15.000=. Από το ποσό αυτό κατέβαλε προκαταβολικά την ίδια ημέρα το ποσό των Λ.Κ.2.000= με την υπογραφή της παραγγελίας. Η συμφωνία ολοκληρώθηκε στις 10.06.2004 ημερομηνία κατά την οποία παραδόθηκε το εν λόγω αυτοκίνητο στον εναγόμενο και αυτός εξόφλησε το υπόλοιπο του συμφωνηθέντος τιμήματος. Ο ενάγοντας ρητά παρέβλεψε το γεγονός ότι αντί του έτους 1999 όπως είχε αρχικά συμφωνηθεί, το αυτοκίνητο διαπιστώθηκε αργότερα ότι είχε εγγραφεί το 1998, το αποδέχθηκε αποδεχόμενος την απολογία για το λάθος που παραδέχθηκε ότι είχε κάμει ο Κυριάκου. Βρίσκω κατά συνέπεια ότι η εναγομένη δεν έχει παραβιάσει οποιονδήποτε συμφωνηθέντα όρο για την πώληση του εν λόγω αυτοκινήτου ούτε και παρέστησε ψευδώς χαρακτηριστικά του εν λόγω αυτοκινήτου τα οποία δεν ανταποκρίνονταν σε όσα συμφώνησαν με σκοπό να πωλήσει το επίδικο αυτοκίνητο με προδιαγραφές ή χαρακτηριστικά άλλα από αυτά τα οποία καταγράφηκαν επί του τεκμηρίου
- Το γεγονός ότι παρέμενε μετά την παράδοση του αυτοκινήτου η εφαρμογή του τραβηχτήρα σε αυτό η οποία συμφωνήθηκε όπως γίνει σε μεταγενέστερο στάδιο από τον Κυριάκου, κατά την άποψη μου δεν διαφοροποιεί τη φύσης της συμφωνίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Εξετάζοντας τη θέση που υποστήριξε η πλευρά του ενάγοντος, τόσο με την έκθεση απαιτήσεως στη παρ. 6, όπως αυτή αριθμείται, όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου με τη προφορική του μαρτυρία, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η συμφωνία πώλησης του επίδικου αυτοκινήτου αφορά συμφωνία πώλησης δια περιγραφής όπως προνοείται στη παρ. 3 του Άρθρου 15 του περί Πώλησης Αγαθών Νόμου (Ν. 10
(1)/1994*. Υποστήριξε η πλευρά του ενάγοντος ότι ήταν ρητός και/ ή ουσιώδης όρος της ως άνω προφορικής συμφωνίας και/ ή παραγγελίας αγοράς οχήματος και/ ή σύμβασης των διαδίκων, ότι το επίδικο όχημα ήταν Αγγλικής και/ ή Βρετανικής προέλευσης και ότι ο χρόνος κατασκευής του επίδικου οχήματος ήταν το έτος 1999, επίσης ότι το επίδικο όχημα είχε ένα μόνο προηγούμενο ιδιοκτήτη, αυτά τα χαρακτηριστικά του τα ανέφερε ή περιέγραψε ο πωλητής της εναγομένης. * Άρθρο 15 Παρ. 3: ¨ Η πώληση αγαθών δεν αποκλείεται να συνιστά πώληση κατά περιγραφή για μόνο το λόγο ότι αυτά, αφού εκτεθούν για πώληση ή μίσθωση, επιλέγονται από τον αγοραστή¨. Στην υπόθεση Grand v. Australia Knitting Mills Ltd
(1936)A.C. σελ. 85 στη σελ. 100, αναφέρεται από τον Λόρδο Wright: ¨It may also be pointed out that there is a sale by description even though the buyer is buying something displayed before him on the counter, a thing is sold by description, though it is specific, so long as it is sold not merely as the specific thing, but as a thing corresponding to a description e.g. woolen undergarments, a hot water bottle, a second-hand reaping machine, to select a few obvious illustrations." Στην υπόθεση Bill v. Taylor
(1967)1 WLR, σελ. 1193, η πώληση ενός αυτοκινήτου το οποίο είχε διαφημιστεί σαν " Herald Convertible White 1961", θεωρήθηκε σαν πώληση δια περιγραφής ανεξάρτητα από το γεγονός ότι ο αγοραστής είχε εξετάσει και επιθεωρήσει το αυτοκίνητο προτού το αγοράσει γιατί ο αγοραστής βασίστηκε μερικώς και στην διαφήμιση του αυτοκινήτου όπως αυτή έγινε από τον πωλητή. Στην υπόθεση H. Beecham and co Property Ltd v. Francis and co Property Ltd
(1921)V.L.R. σελ. 428, η πώληση εμπορευμάτων τα οποία ο ίδιος ο αγοραστής διάλεξε μεταξύ των αποθεμάτων τα οποία του πρόσφερε γι΄ αυτό το σκοπό ο πωλητής θεωρήθηκε σαν πώληση δια περιγραφής. Προκύπτει κατά συνέπεια από την νομολογία όπως αυτή εκτίθεται πιο πάνω πως η απάντηση στο ερώτημα του κατά πόσο μια πώληση είναι πώληση δια περιγραφής ή όχι, είναι θέμα πραγματικών γεγονότων, εξαρτάται δηλαδή από το κατά πόσο ο αγοραστής συμφώνησε να αγοράσει ένα συγκεκριμένο αντικείμενο όπως ευρίσκεται, του πωλητού, απαλλαγμένου οποιασδήποτε ευθύνης. Αν ο αγοραστής συμφώνησε να αγοράσει ένα συγκεκριμένο αντικείμενο όχι σαν τέτοιο αλλά σαν ένα πράγμα που συνάδει σε μια περιγραφή τότε η πώληση του συγκεκριμένου αντικειμένου είναι πώληση δια περιγραφής. Η πλευρά της εναγομένης υποστήριξε ότι ουδέποτε έκαμε τέτοια περιγραφή του εν λόγω οχήματος κατά τον τρόπο που την προσδιόρισε η πλευρά του ενάγοντος. Προς τούτο παρέπεμψε στην παραγγελία το τεκμήριο 1. Τίποτε περαιτέρω των όσων σε αυτή καθορίζονται δεν συμφωνήθηκε ή δεν περιγράφηκε. Η αποδοχή της μαρτυρίας της πλευράς της εναγομένης και τα ευρήματα στα οποία κατέληξα με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η πώληση αφορούσε συγκεκριμένο αγαθό, το επίδικο δηλαδή αυτοκίνητο, χωρίς περαιτέρω οποιαδήποτε άλλη περιγραφή, πλην όσων διαλαμβάνονται επί του τεκμηρίου 1 και επί του πιστοποιητικού εγγραφής το οποίο ο ενάγων είχε την ευκαιρία τουλάχιστον μία φορά, δηλαδή ενώπιον της Μ.Υ.1 και πριν την καταβολή ολόκληρου του τιμήματος και πριν παραλάβει το αυτοκίνητο να το μελετήσει. Η κυριότητα του αυτοκινήτου περιήλθε στον αγοραστή σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 21 του περί Πώλησης Αγαθών Νόμου Ν.10
(1)/1994*, δηλαδή με την παράδοση του και την εξόφληση του τιμήματος του. Επομένως θεωρώ περιττό να εξετάσω το κατά πόσο οι πρόνοιες του άρθρου 13
(1)του Ν. 10
(1)/1994 τυγχάνουν οποιασδήποτε εφαρμογής στη παρούσα υπόθεση. Είναι ο γενικός κανόνας ότι ένα έγγραφο αποτελεί αποκλειστική και πλήρη απόδειξη των όρων του, και κατά κανόνα δεν επιτρέπεται η προσκόμιση εξωγενούς μαρτυρίας (extrinsic evidence) που σκοπό έχει είτε να αποδείξει το περιεχόμενο του εγγράφου, είτε να προσθέσει ή να αλλοιώσει ή να αντικρούσει τους όρους του, είτε να αποδείξει την ερμηνεία που είχε κατά νου ο εκδότης του εγγράφου αυτού (βλ. Πολυκάρπου v. Πολυκάρπου 1 Α.Α.Δ.
(1982)σελ. 182). * ¨Όταν υπάρχει σύμβαση χωρίς όρους για την πώληση συγκεκριμένων αγαθών και ο πωλητής υποχρεούται να πράξει κάτι στα αγαθά με σκοπό να τα καταστήσει έτοιμα για παράδοση, η κυριότητα δε μεταβιβάζεται, μέχρις ότου γίνει αυτό και ο αγοραστής ειδοποιηθεί για αυτό¨. Είναι όμως επίσης νομικά αποδεκτό ότι στον πιο πάνω κανόνα υπάρχουν διάφορες εξαιρέσεις, μια από τι οποίες είναι ότι εξωγενής μαρτυρία επιτρέπεται αν ο σκοπός της είναι η απόδειξη της πραγματικής φύσης μιας συναλλαγής και όπως αναφέρθηκε στην απόφαση ΚΥΡΙΟ (Ι.Τ.Η.) Company v I. KASAPI AND ANOTHER
(1980)2 J.S.C. σελ. 259: ¨Μαρτυρία που δείχνει την γένεση και τον σκοπό μιας συναλλαγής και γενικά το φόντο της είναι επιτρεπτή για να μπορέσει το Δικαστήριο να δει το έγγραφο με την σωστή του όψη¨. Παραπέμπω επίσης στην υπόθεση DJAMAL v. The CHIEF CUSTOMS OFFICER
(1961)Α.Α.Δ. σελ.372 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα ¨Phipson on Evidence΄ στις παρ. 539-540 της 9ης Έκδοσης: Σε μετάφραση: ¨Ο σκοπός για τον οποίο εκτελείται ένα έγγραφο, θα επηρεάσει την εφαρμογή του και μπορεί κατά κανόνα να αποδειχθεί με προφορική μαρτυρία, π.χ. ένας συμβαλλόμενος που δεσμεύεται για ένα ειδικό σκοπό δεν μπορεί να θεωρείται ότι δεσμεύεται για διαφορετικό σκοπό (Re Horsfall
(1911)2 Ch. 63), έτσι, ένα έγγραφο μπορεί να παρουσιαστεί πως υπογράφτηκε ως διαθήκη ή μια διαθήκη όχι σαν τέτοια αλλά για ένα άλλο συνακόλουθο σκοπό, ή ένα έγγραφο μπορεί να καταδειχθεί ότι εκτελέστηκε υπό αίρεση ή ως αντίγραφο και όχι ως ανεξάρτητο έγγραφο¨. Στην ίδια υπόθεση στη σελ. 376 το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρθηκε με επιδοκιμασία και στο πιο κάτω απόσπασμα του ίδιου συγγράμματος: Σε μετάφραση: ¨Εξωγενής μαρτυρία περιλαμβανομένων σε γενικές γραμμές άμεσων εκφράσεων πρόθεσης είναι επιτρεπτή για να δείξει την πραγματική φύση της συναλλαγής ή την νομική σχέση των συμβαλλομένων μολονότι τέτοια μαρτυρία μπορεί να αλλοιώνει ή να προσθέτει στο γραπτό έγγραφο. Έτσι, μια πώληση που εκ πρώτης όψεως φαίνεται να είναι απόλυτη, μπορεί να αποδειχτεί με εξωγενή μαρτυρία ότι ήταν απλώς μια υποθήκη..... μια εκχώρηση εισοδήματος, ότι ήταν απλώς η αναγνώριση κάποιου χρέους, κ.τ.λ.¨. Στρεφόμενος τώρα στο τι επιδίωκε ο ενάγοντας με την μαρτυρία που προσκόμισε προβάλλει το ακόλουθο ερώτημα. Συνιστά το τεκμήριο 1 ¨έγγραφο¨ στην ερμηνεία του οποίου πρέπει να βασιστεί αποκλειστικά το Δικαστήριο όπως είναι η εισήγηση της υπεράσπισης ή αυτό αποτελεί μέρος κάποιας πλατύτερης συναλλαγής μεταξύ των μερών, την φύση και τα αποτελέσματα της οποίας το Δικαστήριο θα πρέπει να αναζητήσει στις περιστάσεις που την περιβάλλουν και στην πρόθεση των μερών. Είναι παραδεκτό ότι το τεκμήριο 1 είναι παραγγελία (Order) όπως αυτό τιτλοφορείται. Κατά κανόνα το τιμολόγιο όπως και εν προκειμένω η παραγγελία αποτελεί μόνο μαρτυρία με την οποία αποδεικνύεται μια συμφωνία και δεν συνιστά από μόνη της συμφωνία (Βλ. Holding v. Elliot
(1850)5 HAN 117). Από το σύνολο της μαρτυρίας δύναται να εξαχθεί το ασφαλές συμπέρασμα ότι το τεκμήριο 1 δεν αποτελεί ¨έγγραφο¨ εντός της έννοιας του γενικού κανόνα που απαγορεύει την εξωγενή μαρτυρία, αλλά συνιστά μέρος μιας πλατύτερης συναλλαγής μεταξύ των μερών. Αυτό σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η πλευρά της εναγομένης η οποία δεν έφερε οποιαδήποτε ένσταση στην προσκόμιση της εξωγενούς μαρτυρίας, δικαιολογεί την αναζήτηση από το Δικαστήριο της ερμηνείας του τεκμηρίου 1 στις περιστάσεις που περιβάλλουν την έκδοση του και στις προθέσεις των διαδίκων. Ο ενάγων στηρίζει την απαίτηση του στη βάση ψευδών παραστάσεων τις οποίες καταλογίζει στην εναγομένη και οι οποίες επέδρασαν, κατά τον ισχυρισμό του, στον καθορισμό της θέσης του, δηλαδή της λήψης από αυτόν της απόφασης για τη αγορά του επίδικου αυτοκινήτου. Εφόσον ο ενάγων με την επιστολή του συνηγόρου του το τεκμήριο 14 τερμάτισε τη συμφωνία και με την αγωγή του αξιώνει μεταξύ άλλων και την ακύρωση της συμφωνίας πώλησης, ορθά επικαλείται τις διατάξεις των άρθρων 18 και 19 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 (βλ. Γ. Αντωνίου ως διαχειριστή v. Γεστάμη και Σία Λτδ και άλλων Πολ. Έφεση Αρ. 10595 ημερ. 17.07.
- Τα ευρήματα μου όμως όπως τα κατέγραψα ανωτέρω δεν συγκλίνουν με αυτή τη θέση. Το Άρθρο 18 του περί Συμβάσεων Νόμου διαλαμβάνει τα ακόλουθα σε σχέση με τις Ψευδείς παραστάσεις: *¨Ψευδής παράσταση¨ περιλαμβάνει- (α) τη θετική βεβαίωση κατά τρόπο που δεν δικαιολογείται από τις πληροφορίες του προσώπου που βεβαιώνει, γεγονότος αναληθούς παρόλο ότι το πρόσωπο που βεβαιώνει πιστεύει ότι είναι αληθές, (β) κάθε παράβαση καθήκοντος, η οποία, χωρίς πρόθεση εξαπάτησης, επιφέρει όφελος στον υπαίτιο ή σε οποιοδήποτε ο οποίος αξιώνει μέσω αυτού, με την παραπλάνηση άλλου προς βλάβη αυτού ή προς βλάβη οποιουδήποτε που αξιώνει μέσω αυτού, (γ) την πρόκληση, έστω και ανυπαίτια, πλάνης ως προς την ουσία του αντικειμένου της συμφωνίας σε μέρος αυτής. Σύμφωνα λοιπόν με την εκδοχή του ενάγοντος όταν συζητούσαν ή/ και διαπραγματεύονταν στη παρουσία της συζύγου του με τον Κυριάκου την αγορά του επίδικου αυτοκινήτου είχαν πάρει τη διαβεβαίωση από αυτόν επανειλημμένα, ότι το αυτοκίνητο ήταν εισαγωγής από την Αγγλία και ότι αυτό είχε μόνο ένα προηγούμενο ιδιοκτήτη. Ο άλλος όρος που είχε συμφωνηθεί, όπως είναι ο ισχυρισμός του είχε αναγραφεί μάλιστα επί του τεκμηρίου 1, δηλαδή της παραγγελίας, με την αναγραφή σε αυτή κάτω από τον αριθμό εγγραφής του αυτοκινήτου σε παρένθεση των λέξεων ¨FEB. 99¨. Εφόσον έκαμα δεκτή την εκδοχή που παρουσίασε η εναγομένη αναφορικά με το τι προηγήθηκε της συμφωνίας αλλά και το τι σήμαιναν ειδικά οι λέξεις ¨FΕΒ. 99¨ οι οποίες αναγράφηκαν επί της παραγγελίας δεν απομένει παρά να απορρίψω τα όσα ισχυρίστηκε η πλευρά του ενάγοντος επί αυτού του θέματος ως εκ των υστέρων σκέψεις. Εισηγήθηκε ο κ. Κλαίδης την υποχρέωση που είχε η εναγομένη να αποκαλύψει την χρονολογία κατασκευής του επίδικου αυτοκινήτου επί του οποίου τήρησε σιωπή. Θα διαφωνήσω με αυτή τη θέση. Εκείνο το οποίο προκύπτει ξεκάθαρα από την μαρτυρία την οποία αποδέχθηκαν είναι ότι ο Μ.Υ. 2 δεν έδωσε οποιαδήποτε περί τούτου διαβεβαίωση, εφόσον όπως ανέφερε δεν ρωτήθηκε και μάλιστα ανέφερε ότι εάν είχε ερωτηθεί ειδικά δεν θα είχε πρόβλημα να του πει. Εξάλλου όπως ήταν η μαρτυρία της υπεράσπισης φρόντισαν πριν ολοκληρωθεί η συμφωνία με την αποπληρωμή του υπόλοιπου τιμήματος και την παράδοση του αυτοκινήτου να επιδείξουν στον ενάγοντα το πιστοποιητικό εγγραφής όπου σε αυτό αναγραφόταν και στην αγγλική γλώσσα η χρονολογία κατασκευής του αυτοκινήτου που ήταν του
- Κατά συνέπεια δεν βρίσκω ότι έγινε προσπάθεια απόκρυψης αυτού του γεγονότος ούτε τηρήθηκε σιωπή εκ μέρους της εναγομένης. Από την άλλη όπως προνοείται στο εδάφιο 3 του Άρθρου 19 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149* ενώ ο ενάγων όπως ο ίδιος ανέφερε, όταν καθυστερούσε η παράδοση του αυτοκινήτου και άρχισαν να εμφιλοχωρούν στη σκέψη του υποψίες για την συναλλαγή που έκαμε, και ενώ είχε τον χρόνο, εντούτοις, δεν κατέβαλε οποιαδήποτε άλλη προσπάθεια να ανακαλύψει την αληθινή εικόνα την οποία κατ΄ ισχυρισμό του, του την απέκρυψε η εναγομένη δια του πωλητή της. *
(3)Αν η συναίνεση αυτή παρασχέθηκε συνεπεία ψευδούς παράστασης ή τήρησης σιωπής, που συνιστά απάτη εντός της έννοιας του άρθρου 17, η σύμβαση, παρόλα αυτά, δεν είναι ακυρώσιμη, αν το μέρος του οποίου η συναίνεση παρασχέθηκε με τον τρόπο αυτό, ήταν σε θέση να ανακαλύψει την αλήθεια καταβάλλοντας τη συνήθη επιμέλεια¨. Η κατάληξη μου στα πιο πάνω ευρήματα καθορίζει και την τύχη της απαίτησης του ενάγοντος έναντι της εναγομένης. Η μαρτυρία που παρουσίασε ο ενάγοντας δεν μπορεί να κριθεί ως ικανοποιητική προς θεμελίωση της αξίωσης του στο βαθμό που χρειάζεται σε αστικές υποθέσεις δηλαδή με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (βλ. Χαραλάμπους κ.ά v. Ηλιάδη & Υιών Λτδ
(1993)1 Α.Α.Δ. σελ. 529 και Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ. σελ.
- Ένα άλλο ζήτημα το οποίο δεν έτυχε σχολιασμού, είναι ότι δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία εκ μέρους του ενάγοντος η οποία να καταδείκνυε την αξία του αυτοκινήτου κατά τον επίδικο χρόνο και εάν αυτή όντως ήταν ουσιωδώς χαμηλότερη από αυτή η οποία συμφωνήθηκε. Η αόριστη αναφορά εκ μέρους του ενάγοντος και κάποια νύξη που έκαμε η Μ.Ε.2, όταν ρωτήθηκαν, κατά την αντεξέταση τους, για την αξία παρόμοιου αυτοκινήτου στην Αγγλία, δεν μπορεί να συγκλίνει ως προς το ζητούμενο, κατά συνέπεια ελλείπει οποιαδήποτε μαρτυρία που να καταδεικνύει αυτό το γεγονός, σημαντικό κατά την άποψη μου το οποίο θα βοηθούσε το Δικαστήριο στην εξαγωγή των οποιονδήποτε συμπερασμάτων ως προς το εάν η εναγομένη πράγματι εξαπάτησε τον ενάγοντα με ψευδείς παραστάσεις πωλώντας του ένα αυτοκίνητο τέτοιας αξίας που θα οδηγούσε τη σκέψη ότι πράγματι πιθανόν στην όλη συναλλαγή εμφιλοχώρησαν τέτοιες παραστάσεις για να πωληθεί ένα αυτοκίνητο χαμηλότερης αξίας στην τιμή που πωλήθηκε. Θα σχολιάσω επίσης και την τακτική που ακολούθησε ο ενάγων όταν αποφάσισε να τερματίσει τη συμφωνία με την εναγομένη. Θεώρησε, όπως ανέφερε, ανώφελο να αποταθεί σε αυτή και να συζητήσει την όλη διαφορά όπως ο ίδιος την αντιλαμβανόταν. Έδωσε πράγματι οδηγίες στον δικηγόρο του για να αποστείλει στην εναγομένη επιστολή τερματισμού της συμφωνίας και διεκδίκησης πίσω των χρημάτων που κατέβαλε σε αυτή, όπως και έγινε με το τεκμήριο
- Το πιο πάνω όμως διάβημα του δεν συνιστούσε, κατά την άποψη μου, προσέγγιση συνδιαλλαγής. Έκτοτε, και ενώ σε σύντομο χρονικό διάστημα επανήλθε στη Κύπρο, καλυπτόμενος πίσω από την πιο πάνω επιστολή, άφησε το επίδικο αυτοκίνητο στη φθορά του χρόνου αποθηκεύοντας το σε αποθήκη αυτοκινήτων. Δεν φρόντισε καθ΄ οιονδήποτε τρόπο να μειώσει είτε τη δική του ζημιά, εάν δεν θα πετύχανε στην αξίωση του ούτε και αυτή της εναγομένης εάν τελικά θα πετύχανε. Η ανωτέρω προσέγγιση του ενάγοντος διαφέρει από την προσέγγιση που έτυχε από τους αγοραστές ενός γεωτρύπανου στην απόφαση Atlas Copco (Cyprus) Ltd v. Maconda Ltd
(1999)1 A.A.Δ. σελ. 2129, όπου είχαν φροντίσει να μειώσουν την ζημιά η οποία τελικά θα προκαλείτο πωλώντας το στην καλύτερη δυνατή τιμή, χωρίς βέβαια να υπονοώ ότι αυτή ακριβώς θα έπρεπε να ήταν και η επιδίωξη του ενάγοντος. Βρίσκω επομένως ότι ο ενάγων δεν απέδειξε από την πλευρά της εναγομένης παράβαση οποιουδήποτε όρου της μεταξύ τους συμφωνίας. Σαν αποτέλεσμα καταλήγω στο συμπέρασμα ότι ο ενάγων δεν απέδειξε την υπόθεση του στο βαθμό που απαιτείται στις πολιτικές υποθέσεις. Η απαίτηση του ενάγοντος εναντίον της εναγομένης απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος του, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.)........................................................ Χρήστος Φιλίππου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο