Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου Λτδ. ν. MARIOS PAPAGEORGIOU κ.α., Αρ. Αγ. 1457/99, 28.2.2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2006:A12 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Τ. Θ. Οικονόμου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγ. 1457/99 Μεταξύ: Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου Λτδ. Εναγόντων -και-
- MARIOS PAPAGEORGIOU TRADERS & IMPORTERS LTD
- Κυριάκος Παπαγεωργίου
- Ευγένιος Παπαγεωργίου
- Μάριος Παπαγεωργίου
- Ντανιέλλα Παπαγεωργίου
- Δέσπω Παπαγεωργίου
- Ανδρέας Παπαγεωργίου Εναγομένων Ημερομηνία: 28.2.
- Εμφανίσεις: Για ενάγοντες: Ο κ. Αντ. Ανδρέου. (Η κα Νικολάου για ν' ακούσει απόφαση). Για εναγομένους: Ο κ. Α. Μαθηκολώνης. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες απαιτούν εναντίον της εναγομένης εταιρείας ως πρωτοφειλέτιδας σε σύμβαση ενοικιαγοράς ημερ. 29.11.99 και εναντίον των λοιπών εναγομένων ως εγγυητών της εταιρείας. Ο εναγομένος 4 ειδικότερα είναι διευθυντής της εναγομένης εταιρείας και το πρόσωπο, που όπως προκύπτει από τη μαρτυρία και αποτέλεσε κοινό τόπο, το οποίο εχειρίζετο την επίδικη υπόθεση εκ μέρους της εταιρείας. Είναι το πρόσωπο που φαίνεται στο συμβόλαιο ως ο «έμπορος» που πώλησε τα επίδικα αντικείμενα στους ενάγοντες ώστε αυτοί στη συνέχεια να τα εκμισθώσουν προς την εναγόμενη εταιρεία με όρους ενοικιαγοράς. Τα δε αντικείμενα περιγράφονται ως «εξοπλισμός καταστήματος», όπως φαίνονται σε σχετικό τιμολόγιο. Οι ενάγοντες παρουσίασαν τα επίδικα έγγραφα, αλλά και προφορική μαρτυρία περί του ότι επρόκειτο για μια γνήσια και νόμιμη ενοικιαγορά. Οι εναγόμενοι όμως λέγουν ότι τα αναφερόμενα αντικείμενα είναι ανύπαρκτα και το επίδικο συμβόλαιο είναι εικονικό που επιβλήθηκε σ΄ αυτούς με σκοπό την συγκαλυμμένη παραχώρηση δανείου κατά παράβαση της περί τόκου νομοθεσίας ή και της δημόσιας χρηματοπιστωτικής πολιτικής του κράτους. Είναι κοινώς αποδεκτό ότι η επιβάρυνση που προκύπτει από τον τρόπο υπολογισμού των δικαιωμάτων ενοικιαγοράς, όπως οι ενάγοντες τα χαρακτηρίζουν, και τηρουμένης της θέσης των εναγομένων ότι δεν είναι δικαιώματα ενοικιαγοράς, είναι 21.02% ετησίως με κεφαλαιοποίηση των τόκων κατά την εξόφληση του κεφαλαίου και 13.73% σε περίπτωση μηνιαίας κεφαλαιοποίησης των τόκων. Ενώ κατά τον ουσιώδη χρόνο η περί τόκου νομοθεσία προέβλεπε ως ανώτατο επιτόκιο το 9%. Σε περίπτωση που το Δικαστήριο, εισηγούνται οι εναγόμενοι, προβεί σε εύρημα ότι όντως επρόκειτο για εικονική ενοικιαγορά για να συγκαλυφθεί δάνειο με παράνομο τρόπο, τότε ο αρμόζων χειρισμός δεν θα είναι η μείωση του τόκου στα επιτρεπτά πλαίσια, όπως θα γινόταν σε σχέση με μία συμφωνία που προβλέπει τόκο πάνω από 9%, αλλά η απόρριψη της αγωγής, εφόσον στηρίζεται σε συναλλαγή που αντίκειται στα χρηστά ήθη και δεν ήταν παρά ένα τέχνασμα, μία δόλια μεθόδευση για να καλυφθεί η παρανομία. Πέραν τούτου, θα ήταν μία συμφωνία που επιβλήθηκε στους εναγόμενους με τέτοιο τρόπο ώστε να βρίσκουν εφαρμογή οι πρόνοιες του άρθρου 300 του Ποινικού Κώδικα. Ο κ. Μαθηκολώνης για να καταδείξει ότι επρόκειτο για εικονική σύμβαση αναφέρθηκε σε ορισμένα στοιχεία που συνηγορούν, όπως εισηγήθηκε, υπέρ αυτής της κατάστασης. Έθεσε τα στοιχεία αυτά ως εξής: επρόκειτο για αυτοχρηματοδότηση με ασαφή περιγραφή των αντικειμένων, χωρίς κανένα ενδιαφέρον από τους ενάγοντες για τα αντικείμενα ενώ το ποσό της χρηματοδότησης ήταν σε συνάρτηση με προηγούμενες υποχρεώσεις των εναγομένων και όχι με την αξία των αντικειμένων (βλ. Τεκμήριο 3, που είναι εντολή του εναγόμενου προς τους ενάγοντες ώστε το ποσό της χρηματοδότησης από την επίδικη ενοικιαγορά χρησιμοποιηθεί προς εξόφληση άλλων χρεών της οικογένειας και Τεκμήριο 4 που είναι οι σχετικές χρεωστικές σημειώσεις). Οι ενάγοντες ζήτησαν εγγύηση από ολόκληρη σχεδόν την οικογένεια Παπαγεωργίου, κάτι που δείχνει ότι δεν ήταν ασφαλείς όπως θα αισθάνονταν ασφαλείς αν πράγματι υπήρχαν τα αντικείμενα. Παρέπεμψε επίσης στο γεγονός, το οποίο κατατέθηκε υπό μορφή μαρτυρίας για «παρόμοια γεγονότα», ότι στην αγωγή 1036/99 μεταξύ των ιδίων εναγόντων και κάποιου Κυριάκου Παπαγεωργίου και άλλων, περιλαμβανομένου του Μάριου Παπαγεωργίου, που είναι και εν προκειμένω εναγόμενοι, το Δικαστήριο είχε καταλήξει ότι επρόκειτο για εικονική ενοικιαγορά. Ο κ. Ανδρέου απάντησε ότι ο εναγόμενος 4 είχε δεχθεί πως αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα και αναζητούσε τρόπο ανακούφισης. Επέλεξε τη μέθοδο της ενοικιαγοράς δι΄ αυτοχρηματοδοτήσεως, στα πλαίσια της οποίας ο ίδιος είναι που παρέστησε ότι υπήρχαν τα αντικείμενα. Άρα τώρα κωλύεται να ισχυρίζεται ότι δεν υπήρχαν. Εν πάση περιπτώσει, στη θέση του κ. Μαθηκολώνη ότι η αδιάφορη συμπεριφορά των εναγόντων για τα αντικείμενα υποδηλώνει ότι αντικείμενα δεν υπήρχαν, ο κ. Ανδρέου απάντησε ότι εκείνο που μπορεί να τους καταλογιστεί είναι έλλειψη επιμέλειας, ζήτημα που θα βρουν μπροστά τους όταν επιχειρήσουν να ζητήσουν επιστροφή των αντικειμένων οπότε ενδέχεται οι εναγόμενοι να δηλώσουν αδυναμία συμμόρφωσης λόγω μη επακριβούς καθορισμού τους. Το γεγονός δε, ότι το ποσό της ενοικιαγοράς συνάδει με τα προϋπάρχοντα χρέη δείχνει ακριβώς ότι ο Μάριος Παπαγεωργίου είχε σκοπό να κάμει ενοικιαγορά για να λάβει χρηματοδότηση για κάλυψη των προϋπαρχόντων χρεών του, κατέληξε ο κ. Ανδρέου. Η αυτοχρηματοδότηση δι΄ ενοικιαγοράς είναι θεμιτή [Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Κώστα Σταύρου Κωνσταντίνου κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 1432]. Τα στοιχεία που παρέθεσε ο κ. Μαθηκολώνης, είναι όντως παράγοντες που μπορούν να ληφθούν υπόψη όταν εγείρεται ζήτημα εικονικότητας (βλ. Halsbury´s Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 4
(1), παρ. 675). Σε τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο μπορεί, κατ΄ εξαίρεση του κανόνα που αποκλείει την εξωγενή μαρτυρία, να ακούσει μαρτυρία ως προς την πραγματική φύση της συναλλαγής. [Polykarpou v. Polykarpou
(1982)1 C.L.R. 182, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Ανδρέα Κωνσταντίνου κ.α. Πολ. Εφ. 11220 ημερ. 20.12.02, υπόθεση Κώστα Σταύρου Κωνσταντίνου (ανωτέρω)]. Όμως το «νομικό βάρος απόδειξης» της εκδοχής περί εικονικότητας το έχει ο εναγόμενος που την επικαλείται, ενώ ο ενάγοντας έχει το βάρος να αποδείξει την έγκυρη κατάρτιση της ενοικιαγοράς. [Barclays Bank PLC v. J.G.L. (Contructions) 2001 Α.Α.Δ. 1726]. Εν προκειμένω οι ενάγοντες έχουν αποδείξει την έγκυρη κατάρτιση της ενοικιαγοράς και το ερώτημα είναι κατά πόσο οι εναγόμενοι έχουν κατορθώσει να αποσείσουν το νομικό βάρος απόδειξης που είχαν και είναι σε συνάρτηση με την αξιοπιστία της εκδοχής τους που πρέπει να εξεταστούν τα στοιχεία τα οποία προέβαλε ο κ. Μαθηκολώνης. Η μαρτυρία όμως του Μάριου Παπαγεωργίου χαρακτηρίζεται από υπεκφυγές και κινήθηκε σ΄ ένα σταθερό μοτίβο στα πλαίσια του οποίου προσπαθούσε εν πάση περιπτώσει να απαντήσει πως ο ίδιος βρέθηκε έναντι των εναγόντων αδαής και ανυπεράσπιστος. Παραθέτω χαρακτηριστικά αποσπάσματα από τις απαντήσεις του στην αντεξέταση του: Ε. Ήθελες διευκολύνσεις; Α. Διευκολύνσεις; Και αν με αφήναν μόνο μου; Επιέζαν με για να θέλω τις διευκολύνσεις. Σε άλλα σημεία, αντί του ερωτηθέντος, απαντούσε επί του μοτίβου του: Α. Πήγαινα όπως με καθοδήγαν η τράπεζα. Α. Εγώ πήγαινα τι μου έλεγε ο τραπεζίτης μου... Α. Όταν σε πιέζει η τράπεζα, να κανονίσουμε κάτι να διευκολυνθείς. Πολλές φορές υπόγραψε τζιαμέ, υπόγραφα, ούτε να διαβάσω. Α. Ό,τι με συμβούλευκε η τράπεζα. Α. Ήξερα, αλλά δεν ήξερα από τις δουλειές των τραπεζών πώς θα κανονίσει τα finance τα εικονικά. Μου έλεγαν υπόγραψε, μονόγραψε, κάτι μικρά μικρά γραμματούθκια. Ποιός πάει στην τράπεζα και διαβάζει; Α. Δεν ήξερα, ό,τι μου εκάμναν υπόγραφα. Ο εναγόμενος 4, ένας επιχειρηματίας στην περιοχή Παραλιμνίου, που σύμφωνα με τη δική του μαρτυρία γνώριζε περί ενοικιαγορών, παρουσιάζει τον εαυτό του, ως αδαή και παντελώς αμέτοχο. Ο σκοπός του είναι προφανής. Θέλοντας να αποφύγει τις νομικές ευθύνες, προσπάθησε να αποξενωθεί πλήρως από τις περιστάσεις που οδήγησαν στην επίδικη συναλλαγή, φθάνοντας στην ακραία εκδοχή ότι ενεργούσε, ένας επιχειρηματίας, χωρίς συνείδηση των πραττομένων. Οι παράγοντες στους οποίους αναφέρθηκε ο κ. Μαθηκολώνης δεν θέτουν αναπόδραστους κανόνες αξιολόγησης αλλά, ως άνω, είναι προς συνεκτίμηση μέσα στο όλο πλαίσιο της αξιολόγησης. Εν προκειμένω η μαρτυρία του εναγόμενου 4 στερείται αξιοπιστίας. Άλλωστε, αβάσιμη είναι, ούτως ή άλλως, η εκδοχή ότι οι ενάγοντες μεθόδευσαν την εικονική ενοικιαγορά για να πετύχουν την είσπραξη τόκων πέραν του 9%. Όπως φαίνεται από το τεκμήριο 4 (επτά χρεωστικές σημειώσεις) που κατατέθηκαν εκ συμφώνου, το ποσό της επίδικης ενοικιαγοράς χρησιμοποιήθηκε για να πληρωθούν συμβόλαια ενοικιαγοράς («Πληρωμή συμβολαίου ενοικιαγοράς») για εξοπλισμό γραφείου, εξοπλισμό καταστήματος, συσκευές κλιματισμού, έπιπλα και αυτοκίνητο. Άρα οι ενάγοντες δεν είχαν ανάγκη να μεθοδεύσουν μία νέα ενοικιαγορά για να καλύψουν τον τόκο με το πέπλο των δικαιωμάτων ενοικιαγοράς. Αντίθετα θα είχαν συμφέρον να χρεώνουν τόκους υπηρεμηρίας επί των παλαιών ενοικιαγορών. Η πραγματικότητα είναι όπως η άλλη πλευρά την έχει εισηγηθεί. Ο εναγόμενος 4 θέλοντας να εξοφληθούν προηγούμενες πιεστικές οφειλές, διευθέτησε με τους ενάγοντες τη χρηματοδότηση με το συγκεκριμένο τρόπο. Προέβη δε, σε δήλωση ως έμπορος, επί της επίδικης συμφωνίας, περί του ότι ήταν αποκλειστικός ιδιοκτήτης των εμπορευμάτων που περιγράφονται στο συμβόλαιο ενοικιαγοράς, ζητώντας από τους ενάγοντες να αγοράσουν τα εμπορεύματα αυτά. Υπό αυτές τις περιστάσεις βρίσκουν εφαρμογή τα όσα ελέχθησαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Ιωάννου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1522, όπου ο εφεσείων, όπως και εν προκειμένω, ήταν εγγυητής σε ενοικιαγορά της εταιρείας του και παράλληλα φαινόταν ως ο έμπορος. Όταν προέβαλε τη θέση ότι τα έπιπλα δεν είχαν παραδοθεί, το Ανώτατο Δικαστήριο είχε πει ότι ο ίδιος είναι που παρέστησε ότι τα έπιπλα υπήρχαν και ότι «είναι αυτή του η αναφορά που οδήγησε τους εφεσίβλητους να αποδεχθούν την εισήγηση του για χρηματοδότηση με ενοικιαγορά της συναλλαγής, σε βαθμό που θα ήταν άδικο να επιτραπεί στον εφεσείοντα να ενεργήσει με τρόπο ασυμβίβαστο προς την ως άνω συμπεριφορά του.» [βλ. επίσης T.J.S. Enterprises Ltd κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, Πολ. Έφ. 11538, ημ. 20.1.05]. Εν προκειμένω οι ενάγοντες έχουν προσφέρει μαρτυρία ότι στηρίχθηκαν στις διαβεβαιώσεις του πελάτη τους. Κωλύεται τώρα να ισχυρίζεται ότι τα αντικείμενα ήταν ανύπαρκτα. Προσφέροντας, εν πάση περιπτώσει, αναξιόπιστη μαρτυρία. Το γεγονός δε ότι το ποσό της χρηματοδότησης ανταποκρινόταν στις ανάγκες του εναγόμενου και δεν ήταν σε συνάρτηση με την αξία των αντικειμένων, γεγονός που θα μπορούσε υπό άλλες περιστάσεις να λειτουργήσει διαφορετικά, εξηγείται εν προκειμένω από το ότι ακριβώς η χρηματοδότηση έγινε για εξυπηρέτηση αυτών των αναγκών. Το τι, τέλος, έγινε στην υπόθεση 1036/99 δεν μπορεί να έχει καθοριστική σημασία. Ήταν ένα στοιχείο που ελήφθη υπόψη, όμως δεν μπορεί να ανατρέψει τη διαπίστωση περί αναξιόπιστης εικόνας του εναγόμενου 4. Θα ήταν άτοπο, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, να καταλήξουμε ότι, επειδή οι ενάγοντες σε μια άλλη υπόθεση στην οποία ο εναγόμενος 4 ήταν επίσης εγγυητής συνήψαν εικονική ενοικιαγορά, ενήργησαν και πάλι με τον ίδιο τρόπο ή, πολύ περισσότερο, ότι ο εναγόμενος 4 είναι τώρα αξιόπιστος. Έγινε λόγος στην πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Χίνη, αρ. αγωγής 2540/01, ημερ. 22.12.05, στην οποία έγινε διαπίστωση περί εικονικής ενοικιαγοράς. Τα γεγονότα όμως σε εκείνη την υπόθεση ήταν ουσιωδώς διαφορετικά και η διαπίστωση για την αξιοπιστία του εναγόμενου εντελώς άλλη. Κάθε υπόθεση κρίνεται με τα δικά της περιστατικά και τα νομικά σημεία που αναλόγως προκύπτουν. Κατά τ΄ άλλα οι ενάγοντες έχουν αποδείξει ότι λόγω καθυστέρησης στην πληρωμή των ενοικίων τερμάτισαν την μίσθωση με επιστολή τους ημερ. 14.10.99 (Τεκ. 5) με αναφορά στο ποσό των £5.725,93 ως καθυστερημένα μισθώματα. Το περαιτέρω υπόλοιπο κατά το χρόνο έγερσης της αγωγής ήταν £37.217,44 (βλ. Τεκ. 8). Οι ενάγοντες απαιτούν τα δύο ποσά συνολικά (£42.446,37) ως «υπόλοιπο ενοικίου και/ή αποζημιώσεις». Θα δοθεί απόφαση για τα καθυστερημένα ενοίκια αφενός και για το υπόλοιπο ως αποζημιώσεις, αφετέρου, ως επίσης και τα αιτούμενα διατάγματα για παράδοση των αντικειμένων και πώληση τους σε δημόσιο πλειστηριασμό ώστε τα έσοδα να διατεθούν για εξόφληση ή έναντι της απαίτησης για αποζημιώσεις. Ως εκ των άνω δίδεται:
(1)Απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα για: (α) £5.228,93 με τόκο 9% από της λήξης κάθε δόσης, (β) £37.217,44 με νόμιμο τόκο από 29.11.99.
(2)Διατάγματα εναντίον των εναγομένων 1 ως οι αξιώσεις υπό (Β) και (Γ) του παρακλητικού.
(3)Έξοδα εναντίον των εναγομένων αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.)................................... Τ. Θ. Οικονόμου, Α.Ε.Δ. /ΣΣΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο