← Κύπρος

Κωστάκη Μουτσουρή κ.α. ν. ΛΑΙΚΗ ΥΠΕΡΑΓΟΡΑ ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ ΛΤΔ, Αρ. αγωγής 162/04, 23.5.2006

Κωστάκη Μουτσουρή κ.α. ν. ΛΑΙΚΗ ΥΠΕΡΑΓΟΡΑ ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ ΛΤΔ, Αρ. αγωγής 162/04, 23.5.2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2006:A25 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΗ ΛΑΡΝΑΚΑ Ενώπιον: Κ. Κληρίδη, Π.Ε.Δ. Αρ. αγωγής 162/04 Μεταξύ:

  1. Κωστάκη Μουτσουρή από το Παραλίμνι
  2. Μιχαήλ Μιχαήλ, από το Παραλίμνι
  3. Ανδρούλλας Μουτσουρή, από το Παραλίμνι
  4. Μάρκου Μάρκου, από τη Λάρνακα Εναγόντων και ΛΑΙΚΗ ΥΠΕΡΑΓΟΡΑ ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ ΛΤΔ Εναγομένων 23.5.2006 Για τους ενάγοντες: κος Α. Κουμής Για την εναγομένη εταιρεία: κος Λ. Χατζηπέτρου με την κα Χρ. Ιωαννίδου. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι τέσσερις ενάγοντες ήσαν οι μόνοι μέτοχοι της εταιρείας Υπεραγορά Ωμέγα Λίμιτεδ η οποία ήταν ιδιοκτήτρια κτιρίου στο οποίο στεγαζόταν υπεραγορά στο Παραλίμνι, του εξοπλισμού της και άλλων περιουσιακών στοιχείων. Η εναγόμενη είναι δημόσια εταιρεία εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου ασχολούμενη με τη διεξαγωγή εργασιών λειτουργίας υπεραγορών. Με έγγραφη συμφωνία ημερ. 20.8.99 οι ενάγοντες συμφώνησαν με την εναγομένη όπως πωλήσουν σ΄ αυτούς όλες τις μετοχές τις οποίες κατείχαν στην προαναφερθείσα εταιρεία. Το τίμημα πώλησης των μετοχών ήταν το καθαρό θετικό υπόλοιπο στον Ισολογισμό Πώλησης, δηλαδή της αξίας των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας αφαιρουμένων των χρεών της και ο τρόπος υπολογισμού του τιμήματος επρονοείτο με κάθε λεπτομέρεια στη Συμφωνία. Με την ίδια όμως τη Συμφωνία, η αγοράστρια - εναγομένη εταιρεία υποχρεούτο να παραχωρήσει προς τους ενάγοντες 610.000 νέες μετοχές της εναγομένης συμφωνημένης αξίας £2.00 ανά μετοχή, δηλαδή συνολικά £1.220.000, έναντι του τιμήματος πώλησης. Μετά την υπογραφή της συμφωνίας και την εκχώρηση των πιο πάνω μετοχών της εναγομένης προς τους ενάγοντες, οι ενάγοντες προέβησαν στην πώληση αριθμού μετοχών και όπως ισχυρίζονται στην ΄Εκθεση Απαίτησης τους, από την πώληση αυτή εισέπραξαν διάφορα ποσά τα οποία συμποσούντο σε £576.568.
  5. ΄Οπως προσθέτουν , συνεχίζουν να κατέχουν 811.674 μετοχές (μετά και τη διαίρεση της μετοχής της εναγομένης εταιρείας) με αξία (όταν καταχωρήθηκε η αγωγή) £0.14 η κάθε μετοχή. Προσθέτοντας στο ποσό που εισέπραξαν από τις πωλήσεις μετοχών (£576.568) το ποσό της αξίας των μετοχών που συνεχίζουν να κατέχουν (£113.634), οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι με αυτό τον τρόπο έλαβαν έναντι του συμφωνηθέντος τιμήματος πώλησης (£1.220.000) μόνο ένα μέρος και η εναγόμενη εταιρεία υποχρεούται να τους καταβάλει το υπόλοιπο ή τη διαφορά, που ανέρχεται σε £529.797.
  6. Είναι αυτό το ποσό με τόκο 9% από 20.8.99 που διεκδικούν με την αγωγή τους οι ενάγοντες. Με την Υπεράσπιση της η εναγόμενη εταιρεία τονίζει ιδιαίτερα ότι καμιά εγγυημένη αξία δεν διαλαμβανόταν στη Συμφωνία για την παραχώρηση των 610.000 μετοχών στους ενάγοντες. ΄Οπως ισχυρίζονται, το θέμα του πόσα τελικά εισέπραξαν οι ενάγοντες διότι πώλησαν κάποιες μετοχές τους σε συγκεκριμένη τιμή, ή το τί δεν εισέπραξαν διότι δεν πώλησαν άλλες, είναι καθαρά θέμα δικό τους. ΄Οτι δε, η εναγόμενη εκπλήρωσε την υποχρέωση της με την παραχώρηση προς τους ενάγοντες του συμφωνηθέντος αριθμού μετοχών και συνακόλουθα τίποτε δεν οφείλει προς αυτούς. Για να αποδείξουν την υπόθεση τους οι ενάγοντες κάλεσαν δύο μάρτυρες: Τον κ. Παν. Χριστοφόρου, λειτουργό στο Τμήμα Εκκαθάρισης Συναλλαγών του Χ.Α.Κ. (Μ.Ε.1) και τον ενάγοντα 1 Κ. Μουτσουρή (Μ.Ε.2). Στη μαρτυρία του ο Μ.Ε.1 έδωσε στο Δικαστήριο πληροφορίες ως προς τις πωλήσεις μετοχών στις οποίες είχαν προβεί οι ενάγοντες 1 - 4 σαν μέτοχοι στην εναγόμενη εταιρεία. Πότε δηλαδή ακριβώς προέβηκαν σε πωλήσεις, πόσες μετοχές πώλησε έκαστος και σε ποιά τιμή. Παρουσίασε επίσης στοιχεία ως προς την κίνηση της τιμής της μετοχής της εναγομένης εταιρείας κατά διάφορες περιόδους. Τα πιο πάνω στοιχεία ο λειτουργός του Χ.Α.Κ. - Μ.Ε.1 τα τεκμηρίωσε με την παρουσίαση καταστάσεων που σημειώθηκαν σαν τεκμήρια 2 -
  7. Ο Μ.Ε.2 - ενάγων αρ.1 κατάθεσε ως προς τα της υπογραφής της μεταξύ των διαδίκων Συμφωνίας - τεκμηρίου 1 κατά την 20.8.
  8. ΄Οπως είπε, ο ίδιος άρχισε να πωλεί μετοχές του στην εναγομένη εταιρεία στις 14.12.99 παρά τον απαγορευτικό όρο αρ. 7.5 της Συμφωνίας σύμφωνα με τον οποίο οι ενάγοντες δεσμεύονταν ότι δεν θα πωλούσαν μετοχές μέχρι την 1.3.
  9. ΄Οπως είπε, αυτός και άλλοι ενάγοντες άρχισαν να πωλούν μετοχές, επειδή διαφωνούσαν με τον όρο αυτό όταν υπόγραφαν τη Συμφωνία. Στην σύντομη μαρτυρία του, ο ενάγων 1 κατάθεσε περαιτέρω ότι δεν ξοφλήθηκε ολόκληρο το τίμημα πώλησης των μετοχών τους στην πωληθείσα επιχείρηση υπεραγοράς, και ότι παραμένει υπόλοιπο εκ £529.797.
  10. ΄Οταν υποβλήθηκε προς τον μάρτυρα κατά την αντεξέταση ότι κανένα ποσό δεν οφείλεται στους ενάγοντες, αυτός απάντησε ότι τους οφείλεται το υπόλοιπο διότι η τιμή ήταν συμπεφωνημένη και υπήρξε και ρητή προφορική συμφωνία και διαβεβαίωση ότι ήταν εγγυημένη η τιμή. Υπήρξε, όπως πρόσθεσε, προφορική συμφωνία με την οποία δέχθηκαν τη Συμφωνία, επειδή δεν αποδέχονταν τον όρο να μη πωλήσουν μετοχές. Επιμένοντας στην εκδοχή αυτή, ο ενάγων 1 είπε ότι η προφορική εκείνη συμφωνία έγινε στο δικηγορικό γραφείο Τ. Παπαδόπουλου μετά από 5 ώρες άκαρπων διαπραγματεύσεων λόγω των ενστάσεων των εναγόντων στη συμπερίληψη του όρου για μη πώληση μετοχών απ΄ αυτές που θα έπαιρναν από την εναγομένη εταιρεία προτού παρέλθει ένα χρονικό διάστημα. Εγγυήθηκε, όπως είπε, την τιμή της μετοχής ο ίδιος ο κ. Ορφανίδης, διευθυντής της εναγομένης όταν δεν αποδέχονταν οι ενάγοντες τη συμπερίληψη του όρου για μη πώληση μετοχών. Εκ μέρους της εναγομένης εταιρείας, κατάθεσε ο κ. Χρ. Ορφανίδης, εκτελεστικός πρόεδρος της και συνυπογράψας τη Συμφωνία - τεκμήριο
  11. Στη σύντομη κύρια εξέταση του, ο μάρτυρας αρνήθηκε ότι είχε συμφωνήσει σε οτιδήποτε άλλο πλην της γραπτής Συμφωνίας ή ότι εγγυήθηκε την τιμή της μετοχής της εταιρείας του. Η υποδιαίρεση της μετοχής έγινε κατά τον Απρίλιο 2000 για 2½ φορές. Η βασική εκδοχή στην οποία επέμεινε ο μάρτυρας κατά την αντεξέταση, ήταν ότι οι ενάγοντες αποδέχθηκαν να πληρωθούν το συμφωνηθέν ποσό των £1.220.000 σε μετοχές συμφωνηθείσας αξίας και επομένως με την απόδοση των μετοχών ξοφλήθηκε το τίμημα. ΄Οπως πρόσθεσε, αν πήγαινε προς τα πάνω η αξία της μετοχής της εναγομένης, οι ενάγοντες θα κέρδιζαν περισσότερα. Ο όρος με τον οποίο απαγορευόταν στους ενάγοντες να πωλήσουν μετοχές πριν από την παρέλευση κάποιου χρόνου, είναι, κατά τον ίδιο μάρτυρα ένας συνήθης και λογικός όρος, σε τέτοιες περιπτώσεις μεγάλων αριθμών μετοχών, ο οποίος όρος επιβάλλεται προς το σκοπό της προστασίας της τιμής της εταιρείας από τους κινδύνους που δημιουργούνται σαν αποτέλεσμα μαζικών πωλήσεων. Οι εναγόμενοι, όπως συμπλήρωσε, δέχθηκαν αυτό τον όρο με ευχαρίστηση καθότι ήταν και προς το δικό τους συμφέρον. Αγορεύοντας ο συνήγορος της εναγομένης εταιρείας, εισηγήθηκε ότι οποιαδήποτε μαρτυρία ως προς ισχυριζόμενη προφορική συμφωνία ή εγγύηση θα πρέπει να αγνοηθεί από το Δικαστήριο καθ΄ότι δεν εγείρεται τέτοιο θέμα στην ΄Εκθεση Απαίτησης. Η αξία των μετοχών συμφωνήθηκε κατά την υπογραφή της συμφωνίας και δόθηκε προς τους ενάγοντες ανάλογος αριθμός μετοχών. Εκτός δε των άλλων προβλημάτων που αντιμετωπίζει η υπόθεση των εναγόντων είναι και η πραγματική αδυναμία του Δικαστηρίου να επιδικάσει οποιεσδήποτε αποζημιώσεις, σε περίπτωση που εύρισκε ότι έχουν δίκαιο, εφόσον αυτοί συνεχίζουν να κατέχουν ακόμα ένα μεγάλο αριθμό μετοχών τις οποίες δεν πώλησαν και των οποίων η αξία υφίσταται συνεχείς διακυμάνσεις. Στη δική του τελική αγόρευση, ο συνήγορος των εναγόντων υπέβαλε ότι η αξίωση στην αγωγή προκύπτει λόγω της διαφοράς μεταξύ αφ΄ ενός της αξίας που εισέπραξαν οι ενάγοντες από πωλήσεις των μετοχών τους συν την αξία των μετοχών που διατήρησαν και αφ΄ετέρου της συμφωνηθείσας τιμής που προέβλεπε η Συμφωνία. Με βάση τη Συμφωνία, θα έπρεπε να πάρουν αξία ύψους £1.220.000 ενώ, σύμφωνα με τα μη αμφισβητηθέντα στοιχεία που παρέσχαν στο Δικαστήριο οι ενάγοντες, πήραν πολύ λιγότερα. Από την άλλη, η εναγομένη εταιρεία καθόλου δεν απέδειξε με οποιοδήποτε τρόπο ότι εξόφλησε το συμφωνηθέν τίμημα. Στην παρούσα περίπτωση ήταν ουσιώδης όρος της Συμφωνίας ο όρος με τον οποίο συμφωνήθηκε η αξία των παραχωρούμενων μετοχών στο ποσό των £2.- η καθεμιά. Και η εναγομένη παρέβη τον ουσιώδη αυτό όρο, γι΄ αυτό και θα πρέπει να καταβάλει ανάλογες αποζημιώσεις. Αυτά ήσαν τα κύρια σημεία μαρτυρίας, οι θέσεις των διαδίκων και οι βασικές παραστάσεις των συνηγόρων. Όπως διαπιστώνεται, ουσιαστική διαφωνία ως προς βασικές πτυχές μαρτυρίας, δεν υπάρχει μεταξύ των διαδίκων. Οι ενάγοντες βασίζουν την αξίωση τους σε 2 πυλώνες: α. Τις πρόνοιες της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας - Τεκμήριο 1 και ιδιαίτερα την πρόνοια της περί συμφωνημένης αξίας - τιμής της μετοχής της εναγομένης εταιρείας. β. Στην κατά τον ισχυρισμό των εναγόντων ύπαρξη προφορικής συμφωνίας και / ή ανάληψης εγγύησης ως προς την τιμή της μετοχής από την εναγόμενη , μέσω του εκτελεστικού της προέδρου. Ως προς τον δεύτερο αυτό πυλώνα στον οποίο βάσισαν την αξίωση τους οι ενάγοντες, δεν μπορεί παρά αμέσως να παρατηρήσω ότι ένας τέτοιος ισχυρισμός περί ύπαρξης παράλληλης συμφωνίας ή ανάληψης εγγυητικής υποχρέωσης, θα πρέπει να αγνοηθεί επειδή δεν καλύπτεται από τις έγγραφες προτάσεις. Όπως επανειλημμένα έχει τονισθεί στη νομολογία, οι αρχές της δικονομίας περιορίζουν αυστηρά τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται στις έγγραφες προτάσεις. Η δίκη δρομολογείται κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία και διατρέχει την ίδια πορεία όπως και το τραίνο, κατά μήκος των προτοποθετημένων σιδηρογραμμών της διαδρομής και χωρίς τη δυνατότητα εκτροπής απ΄ αυτές. (Βλ. μεταξύ άλλων: Courtis v. Iasonides

(1979)1 CLR 180, Βραχίμη ν. Κουλουμπρή
(1992)1 ΑΑΔ 836). Εξετάζοντας το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης στην παρούσα αγωγή, αμέσως διαπιστώνεται ότι σ΄ αυτή δεν προβάλλεται κανένα στοιχείο και κανένας ισχυρισμός περί ύπαρξης άλλης ή παράλληλης συμφωνίας ή συμφωνίας εγγύησης. Οι ενάγοντες στην παράγραφο 4 της Απαίτησης τους επικαλούνται τη γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 20.8.99 μεταξύ των διαδίκων και αναφέρονται με γενικότητα στις βασικές πρόνοιες της. Ακολούθως, στην παράγραφο 5 της Απαίτησης, οι ενάγοντες παραθέτουν το περιεχόμενο συγκεκριμένων όρων της Συμφωνίας. Επιφυλάσσουν δε το δικαίωμα τους, όπως λέγουν στην παράγραφο 12, να αναφερθούν στους υπόλοιπους όρους της γραπτής συμφωνίας, κατά την δικάσιμο. Είναι επομένως φανερό ότι οι ενάγοντες επικαλούνται για προώθηση της αξίωσης τους στην αγωγή, μόνο την γραπτή συμφωνία μεταξύ των διαδίκων και την ορθή ερμηνεία των συμφωνηθέντων όρων της. Υπό αυτές τις συνθήκες, οποιοσδήποτε άλλος ισχυρισμός ο οποίος τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω της προφορικής μαρτυρίας του Μ.Ε. 2 περί παράλληλης συμφωνίας ή εγγύησης από οποιονδήποτε, δεν θα μπορούσε να εξεταστεί από το Δικαστήριο. Εκείνο το οποίο επομένως θα πρέπει να εξετασθεί και αποφασισθεί είναι το κατά πόσο η αξίωση των εναγόντων μπορεί να ευσταθήσει, με βάση την γραπτή συμφωνία των διαδίκων - Τεκμήριο 1 και τις πρόνοιες της, ορθά ερμηνευόμενες. Κάτι το οποίο θα πρέπει κατ΄ αρχήν να διευκρινισθεί, είναι ότι η αναφορά στην παράγραφο 4 της Έκθεσης Απαίτησης σύμφωνα με την οποία οι ενάγοντες πώλησαν στην εναγόμενη τις μετοχές τους στην Υπεραγορά Ωμέγα Λτδ αντί του συμφωνημένου τιμήματος £1.220.000, παραχωρώντας σ΄ αυτούς 610.000 νέες μετοχές της εναγόμενης, δεν είναι ακριβές. Όπως ρητά αναφέρεται στην παράγραφο 3.1 της Συμφωνίας, το τίμημα πωλήσεως των πωλούμενων μετοχών των εναγόντων θα ήταν «το καθαρό θετικό υπόλοιπο στον ισολογισμό πώλησης» και το πως θα καταρτιζόταν ο ισολογισμός πώλησης προβλεπόταν λεπτομερώς στην παράγραφο 2.2.2 της συμφωνίας. Αυτό ήταν το τίμημα πώλησης, πλην όμως είναι γεγονός ότι υπήρχε πρόνοια στην παράγραφο 3.2 της συμφωνίας για πληρωμή από την εναγόμενη προς τους ενάγοντες «έναντι του τιμήματος πώλησης». Συγκεκριμένα, η παράγραφος 3.2 που είναι και το επίμαχο μέρος της Συμφωνίας τεκμήριο 1, προέβλεπε τα ακόλουθα― « 3.
  1. Έναντι του τιμήματος πωλήσεως οι Αγοραστές θα παραχωρήσουν στους Πωλητές, 610.000 (Εξακόσιες δέκα χιλιάδες) νέες μετοχές, πλήρως αποπληρωμένες, λογιζόμενης, για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, συμφωνημένης αξίας Λ.Κ. 2.00 ανά μετοχή, δηλαδή συνολικά Λ.Κ. 1.220.
  2. (ένα εκατομμύριο διακόσιες είκοσι χιλιάδες). » Πιστεύω ότι το λεκτικό της πιο πάνω επίμαχης πρόνοιας της συμφωνίας είναι τόσο καθαρό και εύληπτο, ώστε δεν χρειάζεται η εφαρμογή οποιωνδήποτε κανόνων ερμηνείας για να αποδοθεί σ΄ αυτό η ορθή κατάσταση πραγμάτων και η πρόθεση των συμβαλλομένων. Τα μόνα συμπεράσματα τα οποία μπορεί εύλογα να εξαχθούν από την ανάγνωση του κειμένου των όρων 3.1 και 3.2 της Συμφωνίας, είναι τα εξής:
  3. Το συνολικό τίμημα πώλησης των μετοχών των εναγόντων στην επιχείρηση υπεραγοράς δεν διευκρινίζεται ή συμφωνείται στη συμφωνία καθότι ο τρόπος και η μέθοδος υπολογισμού του θα ήταν το αποτέλεσμα καταγραφής περιουσιακών στοιχείων, υπολογισμού αξιών ενεργητικού και παθητικού κλπ. Συμφωνήθηκε μεν λεπτομερώς ο τρόπος και η μέθοδος εξεύρεσης του ποσού του τιμήματος, όχι όμως το ύψος του.
  4. Λόγω ακριβώς αυτής της πρόσκαιρης αβεβαιότητας ως προς την αποκρυστάλλωση του ακριβούς ποσού του τιμήματος πώλησης, η εναγομένη αποδέχθηκε όπως καταβάλει προς τους ενάγοντες ένα ποσό χρημάτων έναντι του τιμήματος πώλησης. Αυτό το ποσό που θα εδίδετο «έναντι», δηλαδή μέχρι του καθορισμού του επακριβούς τιμήματος πώλησης, συμφωνήθηκε ότι θα ήταν ποσό ύψους £1.220.
  5. Είναι επίσης φανερό ότι συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων διαδίκων ότι το ποσό το οποίο θα εδίδετο έναντι του τιμήματος πώλησης, δεν θα εδίδετο σε χρήμα. Η εναγόμενη δηλαδή δεν θα έδιδε προς τους ενάγοντες ποσό £1.220.000 σε μετρητά, η επιταγή ή άλλο διαπραγματεύσιμο έγγραφο. Ρητά ήταν που συμφωνήθηκε ότι προς ικανοποίηση της υποχρέωσης της εναγομένης να πληρώσει έναντι του τιμήματος, θα παραχωρούσε προς αυτούς αντί χρήματα, κινητές αξίες της εταιρείας της, εισηγμένες στο Χ.Α.Κ.
  6. Όπως καθαρά συμφώνησαν στην παράγραφο 3.2 , οι μετοχές που θα παραχωρούσε η εναγομένη, θα έπρεπε ασφαλώς να ικανοποιήσουν τις ακόλουθες προϋποθέσεις: α. Να είναι πλήρως αποπληρωμένες και, β. Η συνολική αξία τους, όταν υπογραφόταν η συμφωνία, να ανερχόταν σε £1.220.000, δηλαδή στο ύψος του συμφωνηθέντος ποσού που θα εδίδετο έναντι του τιμήματος και αντί χρημάτων.
  7. Για να εξευρεθεί και συμφωνηθεί ο επακριβής αριθμός των μετοχών της εναγομένης που θα παραχωρούνταν στους ενάγοντες αντί του ποσού των £1.220.000, θα έπρεπε ασφαλώς να είναι γνωστή και συμφωνημένη η αξία, μιάς εκάστης μετοχής της εναγομένης εταιρείας. Όπως είναι φανερό από την παράγραφο 3.2 της συμφωνίας, οι συμβαλλόμενοι συμφώνησαν και ως προς αυτό το στοιχείο. Ανεξάρτητα από την όποια τιμή της μετοχής στην αγορά τη συγκεκριμένη ημερομηνία της υπογραφής της συμφωνίας, οι συμβαλλόμενοι συμφώνησαν ότι για σκοπούς της δικής τους συμφωνίας η τιμή θα λογιζόταν σε £2.00 ανά μετοχή. Τα υπόλοιπα είναι θέμα αριθμητικής. Εφ΄όσον δηλαδή η εναγομένη θα παραχωρούσε μετοχές της συνολικής αξίας £1.220.000 και εφόσον η τιμή κάθε μετοχής συμφωνήθηκε ότι ανερχόταν σε £2.00, τότε ο συνολικός αριθμός των μετοχών που θα παραχωρούνταν στους ενάγοντες θα ήταν : 1.220.00 ÷ 2 = 610.000 μετοχές.
  8. Με την παραχώρηση άρα συνολικού αριθμού 610.000 πλήρως αποπληρωμένων μετοχών της, η εναγομένη θα εκτελούσε την υποχρέωση της προς τους ενάγοντες δυνάμει της παρα. 3.2 της Συμφωνίας. Κατά τη δεδομένη στιγμή της παραχώρησης των 610.000 μετοχών αντί χρημάτων, η εναγομένη εκτελούσε την υποχρέωση της να έδιδε έναντι του τιμήματος πώλησης, ποσό £1.220.000 με τον υπαλλακτικό, συμφωνηθέντα τρόπο της παραχώρησης μετοχών ίσης και συμφωνηθείσας αξίας. Από τη στιγμή που οι ενάγοντες αποδέχθηκαν όπως λάβουν αντί χρημάτων, μετοχές ίσης αξίας και τις πήραν, η πιθανή πτώση της αξίας εκείνων των μετοχών μεταγενέστερα ασφαλώς δεν θα κατατρέχει την εναγομένη σαν επ΄ αόριστο υπεύθυνη να καλύψει την όποια διαφορά. ΄Οπως κατά παρόμοιο τρόπο, η πιθανή άνοδος της αξίας εκείνων των μετοχών δεν θα δημιουργούσε στους ενάγοντες την υποχρέωση να επιστρέψουν προς την εναγόμενη οποιοδήποτε ποσό κατά το οποίο η συνολική αξία των μετοχών τους θα υπερέβαινε το ποσό των £1.220.
  9. Υπό κανονικές συνθήκες και στην απουσία οποιωνδήποτε απαγορευτικών όρων στη Συμφωνία, οι ενάγοντες θα μπορούσαν κατά την ίδια ημέρα της παραχώρησης των μετοχών σ΄ αυτούς, να τις πωλούσαν και να εισέπρατταν το συμφωνηθέν ποσό του £1.220.000 ή και περισσότερο. Οι ενάγοντες όμως δεσμεύονταν από τον όρο στην παρα. 7.5 της Συμφωνίας σύμφωνα με τον οποίο αναλάμβαναν όπως μη πωλήσουν μετοχές μέχρι την 1.3.2000, ενώ μετέπειτα θα μπορούσαν να το πράξουν σταδιακά. Πήραν έτσι ένα κίνδυνο καθ΄ότι όταν θα εδικαιούντο να πωλήσουν μετοχές, η αξία τους θα μπορούσε να είχε πέσει, όπως και έγινε. ΄Ομως από την άλλη, θα μπορούσε να είχε ανέλθει η αξία τους. Αποδέχθηκαν και ανάλαβαν αυτό τον κίνδυνο υπογράφοντας τη Συμφωνία. Ο σχετικός δε όρος στη Συμφωνία μπορεί να λεχθεί ότι ούτε παράλογος ήταν ούτε παράνομος. Εν πάση όμως περιπτώσει, κανένας ισχυρισμός δεν τέθηκε στην αγωγή ότι οι ενάγοντες υπέγραψαν κατόπιν αθέμιτης πίεσης, πλάνης, λάθους ή σαν αποτέλεσμα οποιασδήποτε επιλήψιμης συμπεριφοράς ή ενέργειας η οποία θα εδικαιολογούσε την ακύρωση ή παράκαμψη εκείνου του όρου. Ούτε και ότι ο όρος εκείνος ήταν αφ΄εαυτού καταπιεστικός, άδικος ή άλλως πως απαράδεκτος και ότι η συμπερίληψη του προκάλεσε στους ενάγοντες ζημιά. Η δε εκδοχή στη μαρτυρία του Μ.Ε.2 ότι τελικά οι ενάγοντες υπέγραψαν αποδεχόμενοι και τον όρο εκείνο με την προφορική εγγύηση του προέδρου της εναγομένης ως προς την αξία της μετοχής, δεν έχει δικογραφηθεί. Υπό αυτές τις συνθήκες δεν φαίνεται να εγείρεται θέμα υποχρέωσης της εναγομένης να αποπληρώσει ή να συμπληρώσει σε χρήμα την παραχώρηση των μετοχών της και αναπόφευκτα η αγωγή απορρίπτεται. Ακολουθώντας το αποτέλεσμα, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της εναγομένης όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ....................... Κ.Κληρίδης Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΚΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.