Κωστάκη Μουτσουρή κ.α. ν. ΛΑΙΚΗ ΥΠΕΡΑΓΟΡΑ ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ ΛΤΔ, Αρ. αγωγής 162/04, 23.5.2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2006:A25 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΗ ΛΑΡΝΑΚΑ Ενώπιον: Κ. Κληρίδη, Π.Ε.Δ. Αρ. αγωγής 162/04 Μεταξύ:
(1992)1 ΑΑΔ 836). Εξετάζοντας το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης στην παρούσα αγωγή, αμέσως διαπιστώνεται ότι σ΄ αυτή δεν προβάλλεται κανένα στοιχείο και κανένας ισχυρισμός περί ύπαρξης άλλης ή παράλληλης συμφωνίας ή συμφωνίας εγγύησης. Οι ενάγοντες στην παράγραφο 4 της Απαίτησης τους επικαλούνται τη γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 20.8.99 μεταξύ των διαδίκων και αναφέρονται με γενικότητα στις βασικές πρόνοιες της. Ακολούθως, στην παράγραφο 5 της Απαίτησης, οι ενάγοντες παραθέτουν το περιεχόμενο συγκεκριμένων όρων της Συμφωνίας. Επιφυλάσσουν δε το δικαίωμα τους, όπως λέγουν στην παράγραφο 12, να αναφερθούν στους υπόλοιπους όρους της γραπτής συμφωνίας, κατά την δικάσιμο. Είναι επομένως φανερό ότι οι ενάγοντες επικαλούνται για προώθηση της αξίωσης τους στην αγωγή, μόνο την γραπτή συμφωνία μεταξύ των διαδίκων και την ορθή ερμηνεία των συμφωνηθέντων όρων της. Υπό αυτές τις συνθήκες, οποιοσδήποτε άλλος ισχυρισμός ο οποίος τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω της προφορικής μαρτυρίας του Μ.Ε. 2 περί παράλληλης συμφωνίας ή εγγύησης από οποιονδήποτε, δεν θα μπορούσε να εξεταστεί από το Δικαστήριο. Εκείνο το οποίο επομένως θα πρέπει να εξετασθεί και αποφασισθεί είναι το κατά πόσο η αξίωση των εναγόντων μπορεί να ευσταθήσει, με βάση την γραπτή συμφωνία των διαδίκων - Τεκμήριο 1 και τις πρόνοιες της, ορθά ερμηνευόμενες. Κάτι το οποίο θα πρέπει κατ΄ αρχήν να διευκρινισθεί, είναι ότι η αναφορά στην παράγραφο 4 της Έκθεσης Απαίτησης σύμφωνα με την οποία οι ενάγοντες πώλησαν στην εναγόμενη τις μετοχές τους στην Υπεραγορά Ωμέγα Λτδ αντί του συμφωνημένου τιμήματος £1.220.000, παραχωρώντας σ΄ αυτούς 610.000 νέες μετοχές της εναγόμενης, δεν είναι ακριβές. Όπως ρητά αναφέρεται στην παράγραφο 3.1 της Συμφωνίας, το τίμημα πωλήσεως των πωλούμενων μετοχών των εναγόντων θα ήταν «το καθαρό θετικό υπόλοιπο στον ισολογισμό πώλησης» και το πως θα καταρτιζόταν ο ισολογισμός πώλησης προβλεπόταν λεπτομερώς στην παράγραφο 2.2.2 της συμφωνίας. Αυτό ήταν το τίμημα πώλησης, πλην όμως είναι γεγονός ότι υπήρχε πρόνοια στην παράγραφο 3.2 της συμφωνίας για πληρωμή από την εναγόμενη προς τους ενάγοντες «έναντι του τιμήματος πώλησης». Συγκεκριμένα, η παράγραφος 3.2 που είναι και το επίμαχο μέρος της Συμφωνίας τεκμήριο 1, προέβλεπε τα ακόλουθα― « 3.
- Έναντι του τιμήματος πωλήσεως οι Αγοραστές θα παραχωρήσουν στους Πωλητές, 610.000 (Εξακόσιες δέκα χιλιάδες) νέες μετοχές, πλήρως αποπληρωμένες, λογιζόμενης, για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, συμφωνημένης αξίας Λ.Κ. 2.00 ανά μετοχή, δηλαδή συνολικά Λ.Κ. 1.220.
- (ένα εκατομμύριο διακόσιες είκοσι χιλιάδες). » Πιστεύω ότι το λεκτικό της πιο πάνω επίμαχης πρόνοιας της συμφωνίας είναι τόσο καθαρό και εύληπτο, ώστε δεν χρειάζεται η εφαρμογή οποιωνδήποτε κανόνων ερμηνείας για να αποδοθεί σ΄ αυτό η ορθή κατάσταση πραγμάτων και η πρόθεση των συμβαλλομένων. Τα μόνα συμπεράσματα τα οποία μπορεί εύλογα να εξαχθούν από την ανάγνωση του κειμένου των όρων 3.1 και 3.2 της Συμφωνίας, είναι τα εξής:
- Το συνολικό τίμημα πώλησης των μετοχών των εναγόντων στην επιχείρηση υπεραγοράς δεν διευκρινίζεται ή συμφωνείται στη συμφωνία καθότι ο τρόπος και η μέθοδος υπολογισμού του θα ήταν το αποτέλεσμα καταγραφής περιουσιακών στοιχείων, υπολογισμού αξιών ενεργητικού και παθητικού κλπ. Συμφωνήθηκε μεν λεπτομερώς ο τρόπος και η μέθοδος εξεύρεσης του ποσού του τιμήματος, όχι όμως το ύψος του.
- Λόγω ακριβώς αυτής της πρόσκαιρης αβεβαιότητας ως προς την αποκρυστάλλωση του ακριβούς ποσού του τιμήματος πώλησης, η εναγομένη αποδέχθηκε όπως καταβάλει προς τους ενάγοντες ένα ποσό χρημάτων έναντι του τιμήματος πώλησης. Αυτό το ποσό που θα εδίδετο «έναντι», δηλαδή μέχρι του καθορισμού του επακριβούς τιμήματος πώλησης, συμφωνήθηκε ότι θα ήταν ποσό ύψους £1.220.
- Είναι επίσης φανερό ότι συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων διαδίκων ότι το ποσό το οποίο θα εδίδετο έναντι του τιμήματος πώλησης, δεν θα εδίδετο σε χρήμα. Η εναγόμενη δηλαδή δεν θα έδιδε προς τους ενάγοντες ποσό £1.220.000 σε μετρητά, η επιταγή ή άλλο διαπραγματεύσιμο έγγραφο. Ρητά ήταν που συμφωνήθηκε ότι προς ικανοποίηση της υποχρέωσης της εναγομένης να πληρώσει έναντι του τιμήματος, θα παραχωρούσε προς αυτούς αντί χρήματα, κινητές αξίες της εταιρείας της, εισηγμένες στο Χ.Α.Κ.
- Όπως καθαρά συμφώνησαν στην παράγραφο 3.2 , οι μετοχές που θα παραχωρούσε η εναγομένη, θα έπρεπε ασφαλώς να ικανοποιήσουν τις ακόλουθες προϋποθέσεις: α. Να είναι πλήρως αποπληρωμένες και, β. Η συνολική αξία τους, όταν υπογραφόταν η συμφωνία, να ανερχόταν σε £1.220.000, δηλαδή στο ύψος του συμφωνηθέντος ποσού που θα εδίδετο έναντι του τιμήματος και αντί χρημάτων.
- Για να εξευρεθεί και συμφωνηθεί ο επακριβής αριθμός των μετοχών της εναγομένης που θα παραχωρούνταν στους ενάγοντες αντί του ποσού των £1.220.000, θα έπρεπε ασφαλώς να είναι γνωστή και συμφωνημένη η αξία, μιάς εκάστης μετοχής της εναγομένης εταιρείας. Όπως είναι φανερό από την παράγραφο 3.2 της συμφωνίας, οι συμβαλλόμενοι συμφώνησαν και ως προς αυτό το στοιχείο. Ανεξάρτητα από την όποια τιμή της μετοχής στην αγορά τη συγκεκριμένη ημερομηνία της υπογραφής της συμφωνίας, οι συμβαλλόμενοι συμφώνησαν ότι για σκοπούς της δικής τους συμφωνίας η τιμή θα λογιζόταν σε £2.00 ανά μετοχή. Τα υπόλοιπα είναι θέμα αριθμητικής. Εφ΄όσον δηλαδή η εναγομένη θα παραχωρούσε μετοχές της συνολικής αξίας £1.220.000 και εφόσον η τιμή κάθε μετοχής συμφωνήθηκε ότι ανερχόταν σε £2.00, τότε ο συνολικός αριθμός των μετοχών που θα παραχωρούνταν στους ενάγοντες θα ήταν : 1.220.00 ÷ 2 = 610.000 μετοχές.
- Με την παραχώρηση άρα συνολικού αριθμού 610.000 πλήρως αποπληρωμένων μετοχών της, η εναγομένη θα εκτελούσε την υποχρέωση της προς τους ενάγοντες δυνάμει της παρα. 3.2 της Συμφωνίας. Κατά τη δεδομένη στιγμή της παραχώρησης των 610.000 μετοχών αντί χρημάτων, η εναγομένη εκτελούσε την υποχρέωση της να έδιδε έναντι του τιμήματος πώλησης, ποσό £1.220.000 με τον υπαλλακτικό, συμφωνηθέντα τρόπο της παραχώρησης μετοχών ίσης και συμφωνηθείσας αξίας. Από τη στιγμή που οι ενάγοντες αποδέχθηκαν όπως λάβουν αντί χρημάτων, μετοχές ίσης αξίας και τις πήραν, η πιθανή πτώση της αξίας εκείνων των μετοχών μεταγενέστερα ασφαλώς δεν θα κατατρέχει την εναγομένη σαν επ΄ αόριστο υπεύθυνη να καλύψει την όποια διαφορά. ΄Οπως κατά παρόμοιο τρόπο, η πιθανή άνοδος της αξίας εκείνων των μετοχών δεν θα δημιουργούσε στους ενάγοντες την υποχρέωση να επιστρέψουν προς την εναγόμενη οποιοδήποτε ποσό κατά το οποίο η συνολική αξία των μετοχών τους θα υπερέβαινε το ποσό των £1.220.
- Υπό κανονικές συνθήκες και στην απουσία οποιωνδήποτε απαγορευτικών όρων στη Συμφωνία, οι ενάγοντες θα μπορούσαν κατά την ίδια ημέρα της παραχώρησης των μετοχών σ΄ αυτούς, να τις πωλούσαν και να εισέπρατταν το συμφωνηθέν ποσό του £1.220.000 ή και περισσότερο. Οι ενάγοντες όμως δεσμεύονταν από τον όρο στην παρα. 7.5 της Συμφωνίας σύμφωνα με τον οποίο αναλάμβαναν όπως μη πωλήσουν μετοχές μέχρι την 1.3.2000, ενώ μετέπειτα θα μπορούσαν να το πράξουν σταδιακά. Πήραν έτσι ένα κίνδυνο καθ΄ότι όταν θα εδικαιούντο να πωλήσουν μετοχές, η αξία τους θα μπορούσε να είχε πέσει, όπως και έγινε. ΄Ομως από την άλλη, θα μπορούσε να είχε ανέλθει η αξία τους. Αποδέχθηκαν και ανάλαβαν αυτό τον κίνδυνο υπογράφοντας τη Συμφωνία. Ο σχετικός δε όρος στη Συμφωνία μπορεί να λεχθεί ότι ούτε παράλογος ήταν ούτε παράνομος. Εν πάση όμως περιπτώσει, κανένας ισχυρισμός δεν τέθηκε στην αγωγή ότι οι ενάγοντες υπέγραψαν κατόπιν αθέμιτης πίεσης, πλάνης, λάθους ή σαν αποτέλεσμα οποιασδήποτε επιλήψιμης συμπεριφοράς ή ενέργειας η οποία θα εδικαιολογούσε την ακύρωση ή παράκαμψη εκείνου του όρου. Ούτε και ότι ο όρος εκείνος ήταν αφ΄εαυτού καταπιεστικός, άδικος ή άλλως πως απαράδεκτος και ότι η συμπερίληψη του προκάλεσε στους ενάγοντες ζημιά. Η δε εκδοχή στη μαρτυρία του Μ.Ε.2 ότι τελικά οι ενάγοντες υπέγραψαν αποδεχόμενοι και τον όρο εκείνο με την προφορική εγγύηση του προέδρου της εναγομένης ως προς την αξία της μετοχής, δεν έχει δικογραφηθεί. Υπό αυτές τις συνθήκες δεν φαίνεται να εγείρεται θέμα υποχρέωσης της εναγομένης να αποπληρώσει ή να συμπληρώσει σε χρήμα την παραχώρηση των μετοχών της και αναπόφευκτα η αγωγή απορρίπτεται. Ακολουθώντας το αποτέλεσμα, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της εναγομένης όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ....................... Κ.Κληρίδης Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΚΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο