← Κύπρος

Μαγδαληνή Θεοδούλου Καλογήρου ν. A ZAKHEOS ESTATES LIMITED κ.α., Αγωγή αρ. 411/02, 21.6.06

Μαγδαληνή Θεοδούλου Καλογήρου ν. A ZAKHEOS ESTATES LIMITED κ.α., Αγωγή αρ. 411/02, 21.6.06 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2006:A28 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΗ ΛΑΡΝΑΚΑ Αγωγή αρ. 411/02 Ενώπιον: Κ.Κληρίδη, Π.Ε.Δ. Μεταξύ: Μαγδαληνή Θεοδούλου Καλογήρου, εκ Φρενάρου Ενάγουσας και

  1. A. ZAKHEOS ESTATES LIMITED, c/o Επίσημος Παραλήπτης, από τη Λάρνακα
  2. Επίσημος Παραλήπτης, ως εκκαθαριστής της περιουσίας της εταιρείας A. ZAKHEOS ESTATES LIMITED Εναγομένων Ημερ. 21.6.06 Για τον εναγόμενο 2 - αιτητή: κος Α. Ιντιάνος Για την ενάγουσα - καθ΄ ης η αίτηση: κος Γ. Πιττάτζης Αίτηση ημερ. 3.3.06 για τροποποίηση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η δίκη στην παρούσα αγωγή είχε φθάσει στο τελικό της στάδιο και ο εναγόμενος 2 επρόκειτο να συμπληρώσει την υπόθεση του. Στο ύστατο όμως τούτο στάδιο, υπέβαλε αίτημα για τροποποίηση της ΄Εκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης του, αίτημα στο οποίο ενέστη έντονα η πλευρά της ενάγουσας. ΄Οπως συνάγεται από την ΄Εκθεση Απαίτησης της, η ενάγουσα ήταν ιδιοκτήτρια κατά το ½ τριών τεμαχίων γης στο χωριό Σωτήρα και κατά το 1986 δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου τα είχε πωλήσει στην εναγομένη 1 εταιρεία η οποία τελεί τώρα υπό εκκαθάριση. Η εναγομένη 1 παρέλειψε να συμμορφωθεί προς τον συμφωνηθέντα τρόπο αποπληρωμής του τιμήματος πώλησης, οπότε η ενάγουσα τερμάτισε τη συμφωνία κατά το
  3. Καταχώρησε την παρούσα αγωγή με την οποία διεκδικεί, μεταξύ άλλων, Δήλωση του Δικαστηρίου ότι παραμένει ιδιοκτήτρια, Διάταγμα διατάττον την ακύρωση της συμφωνίας πώλησης, Διάταγμα απαγόρευσης επέμβασης σ΄ αυτό και Γενικές Αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας. Με την Υπεράσπιση του ο εναγόμενος 2 - εκκαθαριστής της εναγομένης 1 εταιρείας, αν και παραδέχεται ότι σημειώθηκε κάποια καθυστέρηση στις συμφωνηθείσες πληρωμές έναντι του τιμήματος, ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα τις αποδεχόταν επί σειρά ετών και τελικά παρέμεινε οφειλόμενο μόνο ένα μικρό ποσό έναντι των τόκων που υπολογίζει σε £759.00 περίπου. ΄Οτι περαιτέρω, με τη συμπεριφορά της η ενάγουσα είχε παραιτηθεί των αυστηρών δικαιωμάτων της και/ή ότι η όποια παράβαση υπό μορφή καθυστέρησης καταβολής μικρού ποσού από την εναγομένη 1, δεν δικαιολογούσε ή νομιμοποιούσε τον τερματισμό της συμφωνίας. Επειδή δε η ενάγουσα παρέλειψε να εμφανισθεί στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο στις 20.12.02 για να μεταβιβάσει τα ακίνητα, όπως είχε κληθεί από την εναγομένη 1, είναι ένοχη παράβασης συμφωνίας. Βασιζόμενος δε σ΄ αυτές τις θέσεις, ο εναγόμενος 2 προβάλλει Ανταπαίτηση με την οποία διεκδικεί κυρίως Διάταγμα Ειδικής Εκτέλεσης της συμφωνίας ή Γενικές Αποζημιώσεις λόγω διάρρηξης συμφωνίας και επιστροφή του ποσού των £43.000 με τόκο, ποσό που κατέβαλε δηλαδή η εναγόμενη 1 έναντι του τιμήματος. Με την έναρξη της δίκης, οι συνήγοροι των δύο πλευρών προέβηκαν στην δήλωση κοινά παραδεκτών γεγονότων και κατάθεση τεκμηρίων. Η πλευρά της ενάγουσας δήλωσε μετά την καταγραφή των παραδεκτών γεγονότων, ότι δεν επρόκειτο να προσκομίσει οποιανδήποτε προφορική ή άλλη μαρτυρία. Η πλευρά του εναγομένου 2 κάλεσε σαν μάρτυρα τον ίδιο τον εναγόμενο 2 κ.Κ.Φραντζή, εκκαθαριστή της εναγόμενης 1 εταιρείας, ο οποίος και έδωσε προφορική μαρτυρία. Ακολούθως εκδήλωσε την πρόθεση να κλείσει την υπόθεση της καλώντας ένα ακόμα μάρτυρα, εκτιμητή αξίας ακινήτων για το θέμα των αποζημιώσεων που αξιούνται στην Ανταπαίτηση. Επειδή, όμως, όπως δηλώθηκε από τον συνήγορο του εναγομένου 2 διαπιστώθηκε η αναγκαιότητα όπως τροποποιηθεί το δικόγραφο του, η δίκη διακόπηκε και υποβλήθηκε η παρούσα αίτηση για τροποποίηση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Με αυτήν, πέραν από κάποιες, τυπικής φύσεως διορθωτικές αλλαγές όπως στα κτηματολογικά στοιχεία των πωληθέντων ακινήτων, επιδιώκεται η προσθήκη κάποιων στοιχείων στην Υπεράσπιση και μιας αξίωσης στην Ανταπαίτηση που σχετίζονται με τις Γενικές Αποζημιώσεις. Συγκεκριμένα, επιδιώκεται η προσθήκη στην Υπεράσπιση μιας παραγράφου με την οποία συγκεκριμενοποιείται ο ισχυρισμός ότι ο τερματισμός της συμφωνίας στον οποίο είχε προβεί η ενάγουσα στις 20.10.95 και ο οποίος συνιστά, κατά τον εναγόμενο 2 παράβαση της συμφωνίας, οδηγεί στην καταχώρηση Ανταπαίτησης με την οποία επιζητείται ειδική εκτέλεση και/ή γενικές αποζημιώσεις που υπολογίζονται σε £104.000, ποσό που αντιπροσωπεύει τη διαφορά του τιμήματος πώλησης από την αξία της περιουσίας κατά την ημερομηνία παράβασης. Περαιτέρω, ο εναγόμενος 2 επιδιώκει την προσθήκη στην υπεράσπιση και μιας άλλης συγκεκριμενοποίησης του τί θα ακολουθήσει στην Ανταπαίτηση. Μετά τον δεύτερο ισχυρισμό του ότι η συμπεριφορά της ενάγουσας με το να παραλείψει να εμφανιστεί στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο στις 20.12.02 επίσης ισοδυναμούσε με διάρρηξη της συμφωνίας κατ΄ εκείνη την ημερομηνία και για τούτο εγείρει Ανταπαίτηση, επιδιώκει να προσθέσει και τα ακόλουθα: ΄Οτι θα ζητήσει γενικές αποζημιώσεις που υπέστη, οι οποίες εδώ ανέρχονται σε £296.000 και αντιπροσωπεύουν τη διαφορά αξίας μεταξύ του τιμήματος πώλησης από την αξία της περιουσίας στις 20.12.
  4. Τελικά δε, ο εναγόμενος 2 επιδιώκει την εισαγωγή στην Ανταπαίτηση του νέας παραγράφου με την οποία εγείρεται αξίωση. Με αυτήν ανταπαιτεί απονομή ποσού £104.000 ως αναφέρεται ανωτέρω και/ή άλλου ποσού £296.00 ως επίσης αναφέρεται ανωτέρω, λόγω των ισχυριζομένων παραβάσεων της συμφωνίας από την ενάγουσα. Αγορεύοντας υπέρ της έγκρισης του αιτήματος για τις προτεινόμενες τροποποιήσεις, ο κ.Ιντιάνος αναφέρθηκε αναλυτικά στις γενικές νομικές αρχές οι οποίες διέπουν το θέμα, όπως αυτές εκπηγάζουν από τη νομολογία. ΄Εδωσε έμφαση στη θέση του ότι πρόκειται περί καλόπιστης παράλειψης να συμπεριλαμβάνονταν τα πιο πάνω θέματα στην Υπεράσπιση ενώ ήταν καθαρή η πρόθεση διεκδίκησης γενικών αποζημιώσεων στην Ανταπαίτηση. Εισηγήθηκε πως είναι προφανές ότι, εάν εγκριθεί το αίτημα και τροποποιηθούν τα δικόγραφα, ενδεχόμενα να απαιτηθεί η επανάκληση μάρτυρα για περαιτέρω αντεξέταση και της ενάγουσας η οποία δεν είχε μέχρι τώρα δώσει μαρτυρία, για να το πράξει. Αυτό όμως δεν θα πρέπει να σταθεί εμπόδιο στην τοποθέτηση των πραγμάτων στη σωστή τους βάση ενώ η ενάγουσα μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα. Δεν πρόκειται να προκληθεί αδικία στην πλευρά της ενάγουσας, εάν εγκριθεί το αίτημα, ενώ σίγουρα θα προκληθεί στον εναγόμενο 2 εάν δεν του επιτραπεί η συμπερίληψη των προαναφερθέντων στοιχείων. Διαφωνώντας έντονα προς το αίτημα, ο κ.Πιττάτζης για την ενάγουσα τόνισε ιδιαίτερα τις αναμενόμενες επιπτώσεις από τυχόν έγκριση του αιτήματος. Επιπτώσεις οι οποίες θα ισοδυναμούν ουσιαστικά με εξ υπαρχής εκδίκαση της όλης υπόθεσης. Η ενάγουσα, εξήγησε, χειρίστηκε την όλη υπόθεση της και προέβηκε σε δήλωση παραδεκτών γεγονότων παραλείποντας να παρουσιάσει μαρτυρία, βασιζόμενη πάνω στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση, ως είχαν. Τώρα, τα πάντα διαφοροποιούνται. Θα πρέπει να αποσυρθούν παραδεκτά γεγονότα, μάρτυρες που δεν κλήθηκαν να κληθούν, άλλως να επανακληθεί κλπ. ΄Ολα αυτά θα προκαλέσουν αναστάτωση και αδικία στην ενάγουσα, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί με έξοδα. Η όλη δίκη διεξήχθη στη βάση ότι εάν αποδεικνύετο ότι η ενάγουσα είχε διαρρήξει τη συμφωνία, τότε εζητείτο απ΄ αυτήν να επιστρέψει μόνο το καταβληθέν ποσό των £43.000 πλέον τόκους, ενώ τώρα τα πάντα ανατρέπονται. Εφ΄ όσον δεν εδικογραφούντο από της πλευράς του εναγόμενου 2 γενικές αποζημιώσεις πέραν των £43.000 που καταβλήθηκαν, η όλη δίκη αφέθη να εξελιχθεί ανάλογα. Εξέτασα με προσοχή τα θέματα τα οποία αναφύονται στο πλαίσιο της παρούσας αίτησης. ΄Ελαβα ιδιαίτερα υπόψη τη φύση των αιτουμένων τροποποιήσεων, το στάδιο στο οποίο το αίτημα υποβάλλεται και τις αναμενόμενες επιπτώσεις από την ενδεχόμενη έγκριση του. Οι αρχές που διέπουν το θέμα είναι καλά γνωστές και έχουν εκτεθεί επανειλημμένα σε μεγάλο αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Τις λαμβάνω υπόψη, χωρίς να τις παραθέσω εδώ, παραπέμποντας δειγματοληπτικά στις αποφάσεις στις υποθέσεις SABA & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents

(1994)1 Α.Α.Δ. 426, Ταξί Κυριάκος Λτδ. v. Α. Παύλου [1995] 1 A.A.Δ. 560, Astor Manufacturing & Exporting Co. κ.ά. v. A.G.Leventis κ.α. [1993] 1 Α.Α.Δ. 726, Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου [1991] 1 Α.Α.Δ. 934 κλπ.). Επανερχόμενος στα γεγονότα που συνθέτουν το αίτημα στην υπό εξέταση περίπτωση, θα πρέπει να παρατηρήσω τα εξής: Δεν μπορώ να συμφωνήσω με την πλευρά της ενάγουσας ότι η όλη δίκη διεξήχθη στη βάση ότι οι μόνες γενικές αποζημιώσεις που δικογραφούνται στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση είναι η αξίωση για επιστροφή του πληρωθέντος ποσού των £43.
  1. Επανειλημμένα αναφέρεται στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ΄Ενστασης ότι «με βάση τη δικογραφημένη θέση της υπεράσπισης δεν επροβάλλετο ισχυρισμός για ζημιά από τη διάρρηξη πέραν του αξιούμενου ποσού των £43.000 του τιμήματος και τόκων ...». Αυτή δε τη θέση επίσης πρόβαλε επανειλημμένα και ο συνήγορος της ενάγουσας και φαίνεται ότι την αποδέχθηκε και ο συνήγορος του εναγομένου
  2. ΄Ομως αυτή η θέση δεν είναι ορθή. Τόσο στο κυρίως σώμα της Υπεράσπισης, όσο και στην Ανταπαίτηση εγείρονται ισχυρισμοί σύμφωνα με τους οποίους η ενάγουσα σε δύο περιγραφόμενες περιπτώσεις προέβηκε σε διάρρηξη της συμφωνίας. Στην πρώτη περίπτωση αναφέρεται ρητά στην παρα 5(β) της Υπεράσπισης ότι, για τους λόγους που εκεί εξηγούνται, δεν εδικαιολογείτο η από μέρους της ενάγουσας καταγγελία και τερματισμός της συμφωνίας. ΄Οτι ο τερματισμός που επιχειρήθηκε στις 20.10.95, ήταν παράνομος ή αδικαιολόγητος και ότι επομένως «αυτό το γεγονός, αποτελεί διάρρηξη και/ή παράβαση της συμφωνίας εκ μέρους της ενάγουσας.» Ακόμα δε πιο συγκεκριμένα, στην παρα 5(γ) που ακολουθεί, ειδικά αναφέρεται ότι η ενάγουσα διέρρηξε και/ή παρέβη τη συμφωνία και ως εκ τούτου ο εναγόμενος 2 «εγείρει Ανταπαίτηση ως κατωτέρω». Στην δεύτερη περίπτωση, ρητά αναφέρεται στην παρα 6(β) της Υπεράσπισης ότι η ενάγουσα, όταν παρέλειψε να παρουσιαστεί στο Επαρχιακό Κτηματολογικό γραφείο στις 20.12.02 και δεν προέβηκε στη μεταβίβαση, κατ΄ αυτό τον τρόπο παρέβη και/ή διέρρηξε και πάλι, τη συμφωνία και ως εκ τούτου ο εναγόμενος 2 «εγείρει εναντίον της, Ανταπαίτηση ως κατωτέρω». ΄Οπως συνάγεται από τις πιο πάνω αποσπασματικές αναφορές μέσα στο κυρίως σώμα της Υπεράσπισης ειδικά καταλογίζεται στην ενάγουσα συμπεριφορά η οποία ισοδυναμεί κατά τον ισχυρισμό με διάρρηξη της συμφωνίας,δίδονται στοιχεία χρόνου, τρόπου και τόπου διάρρηξης και αναφέρεται ότι εξ αιτίας αυτών των διαρρήξεων εγείρεται ακολούθως Ανταπαίτηση. Και πράγματι, στην Ανταπαίτηση, αφού υιοθετούνται και επαναλαμβάνονται εκεί οι ισχυρισμοί στις παρα. 2.7 της Υπεράσπίσης «που αποτελούν τη βάση των γεγονότων της Ανταπαίτησης ...» ανταπαιτεί ο εναγόμενος 2, μεταξύ άλλων, ως ακολούθως: «Α. ..... Β. ..... Γ. Γενικές αποζημιώσεις εναντίον της ενάγουσας λόγω διάρρηξης και/ή παράβασης του πωλητηρίου εγγράφου ημερ. 20.4.86, ως λεπτομερώς αναφέρεται στις παραγράφους 5 και 6 ανωτέρω. Περαιτέρω, διαζευκτικώς και/ή άνευ βλάβης των ανωτέρω. Δ. Επιστροφή του ποσού των £43.000 με τόκο 9% επί του κάθε ποσού που πληρώθηκε .................». Υπό το φως των προαναφερθέντων, ξενίζει η θέση ότι με την Ανταπαίτηση εδίδετο η εικόνα ότι μόνο η επιστροφή του ποσού των £43.000 εδιεκδικείτο στην Ανταπαίτηση. ΄Η έστω ότι μόνο αυτό το ποσό μπορούσε να διεκδικηθεί διότι για τις απαιτούμενες γενικές αποζημιώσεις δεν υπήρχε διαθέσιμο δικογραφημένο υλικό. Το υλικό που είχε τεθεί στην υπεράσπιση και υιοθετήθηκε στην Ανταπαίτηση σαν βάση Ανταπαίτησης γενικών αποζημιώσεων, παρουσιάζεται να είναι επαρκές. Υπενθυμίζεται ότι αναφερόμαστε σε Γενικές και όχι Ειδικές αποζημιώσεις στις δεύτερες από τις οποίες ισχύουν οι αυστηροί κανόνες δικογράφησης. Το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα Mc Gregor on Damages 15th edn. pg. 1119, είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικό και παραθέτω σε μετάφραση κάποια χρήσιμα σημεία απ΄ αυτό: « . Εξετάζοντας το πώς ο ενάγων θα πρέπει να χειριστεί το θέμα αποζημιώσεων στην ΄Εκθεση Απαίτησης του, θα πρέπει να γίνεται μια βασική διάκριση μεταξύ των γενικών αποζημιώσεων και των ειδικών αποζημιώσεων. Οι γενικές αποζημιώσεις συνίστανται από όλα τα είδη απώλειας για τα οποία δεν απαιτείται από τον ενάγοντα να τα συγκεκριμενοποιήσει στα δικόγραφα του έτσι ώστε να επιτραπεί η απόδειξη τους και ο επιδικασμός τους κατά τη δίκη. Οι ειδικές αποζημιώσεις συνίστανται από όλα τα είδη απώλειας τα οποία πρέπει να συγκεκριμενοποιούνται για να είναι δυνατό να αποδειχθούν και να επιδικαστούν ...». Και στη σελ. 1121 του ίδιου συγγράμματος: «.Εάν ένα είδος αποζημίωσης είναι γενικό για σκοπούς απόδειξης διότι συνάγεται ή τεκμαίρεται από το Δικαστήριο, a fortiori θα είναι γενικές αποζημιώσεις για σκοπούς δικογράφησης, εφόσον εκείνο το οποίο ο νόμος δέχεται να συνάγεται ή τεκμαίρεται προς όφελος του ενάγοντα, αποκλείει τον εναγόμενο από του να ισχυρισθεί ότι τέθηκε προ εκπλήξεως κατά τη δίκη ...». Ειδικότερα όσον αφορά αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης, το είδος των γενικών αποζημιώσεων στις οποίες δικαιούται το αναίτιο μέρος εξηγούνται από το νομοθέτη στο Α.73
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149. ΄Οπως εκεί προνοείται: «73
(1)Σε περίπτωση παράβασης της σύμβασης, ο συμβαλλόμενος που ζημιώνεται από την εν λόγω παράβαση έχει δικαίωμα αποζημίωσης από τον υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο για τη ζημιά ή απώλεια που υπέστη συνεπεία αυτής, η οποία προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση ή την οποία οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συνήπτετο η σύμβαση, ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της σύμβασης ...» Η βασική αυτή, νομοθετημένη αρχή, αναλύθηκε σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ειδικότερα για την περίπτωση γενικών αποζημιώσεων λόγω παράβασης σύμβασης αγοραπωλησίας ακινήτου με την άρνηση μεταβίβασης, καθιερώθηκε νομολογιακά μια βασική παράμετρος του υπολογισμού των αποζημιώσεων προς όφελος του αναίτιου συμβαλλόμενου. Αναφέρω για παράδειγμα την απόφαση του Εφετείου στη γνωστή υπόθεση Saab & another v. The Holy Monastery of Ayios Neophytos [1982] 1 C.L.R. 499, όπου επιβεβαιώθηκαν και τα εξής στις σελ. 519 και 520: «....Οι αποζημιώσεις στοχεύουν στο να αποκαταστήσουν τον διάδικο στη θέση στην οποία θα ευρίσκετο, αν δεν επεσυνέβαινε η παράβαση .................» ...΄Ετσι, υπό κανονικές συνθήκες οι αποζημιώσεις υπολογίζονται ως κατά την ημερομηνία της παράβασης και στην περίπτωση σύμβασης πώλησης, παίρνουν τη μορφή της διαφοράς μεταξύ του τιμήματος της σύμβασης για την πωλούμενη περιουσία κατά τον χρόνο σύναψης της συμφωνίας και της αξίας της περιουσίας κατά τον χρόνο της παράβασης ....». Είναι επομένως σαφές τόσο από τον ίδιο το νόμο, όσο και από τη νομολογία, ότι οι γενικές αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης πώλησης γης υπολογίζονται και απονέμονται με τον πιο πάνω τρόπο και δεν χρειάζεται να αναφερθεί αυτό ειδικά στην Απαίτηση ή Ανταπαίτηση αφού συνάγεται ή τεκμαίρεται. Το σε ποιο ακριβώς ποσό αποζημιώσεων τελικά δικαιούται το αναίτιο μέρος ή ποιό ποσό ακριβώς απαιτείται όπως δικογραφείται, είναι θέμα μαρτυρίας - απόδειξης, το οποίο αποδεικνύεται κατά τη δίκη. Επομένως, το αίτημα για τροποποίηση για να καταστεί δυνατή η προσθήκη των στοιχείων εξειδίκευσης των γενικών αποζημιώσεων κρίνεται σαν αχρείαστο. Στο σύγγραμμα The Annual Practice 1966 Vol. I σελ. 459 - 460, ρητά αναφέρεται ότι το Δικαστήριο θα πρέπει, εκτός των άλλων, να εξετάζει και την αναγκαιότητα των προτεινόμενων τροποποιήσεων: μια αχρείαστη τροποποίηση δεν πρέπει να επιτρέπεται (Durham v. Robertson [1898] 1 Q.B. 774). Για όλους τους ανωτέρω λόγους, το αίτημα τροποποίησης απορρίπτεται σαν αχρείαστο ως προς τις θεραπείες στις παρα. (Γ), (Δ) και (ΣΤ). Ως προς τις λοιπές θεραπείες στις παρα. (Α), (Β) και (Ε) της αίτησης παρατηρώ τα εξής: Οι προτεινόμενες αυτές τροποποιήσεις είναι τυπικής φύσεως. Με την πρώτη επιδιώκεται η εισαγωγή στο δικόγραφο των νέων κτηματολογικών στοιχείων των επίδικων ακινήτων. Αυτή η τροποποίηση είναι μεν τυπικής φύσεως, συνάμα όμως είναι απαραίτητη έτσι ώστε η απόληξη της όλης διαδικασίας στο τέλος της δίκης να είναι λυσιτελής σε σχέση με ακίνητα των οποίων τα κτηματολογικά στοιχεία είναι ακριβή και ορθά, προς αποφυγή άλλων περιπλοκών. Οι άλλες δύο προτεινόμενες τροποποιήσεις αναφέρονται καθαρά σε περίπτωση γραφικού λάθους. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση κρίνεται σαν δικαιολογημένη μόνο σε σχέση με τις παρα.(Α), (Β) και (Ε) και σαν αδικαιολόγητη σε σχέση με τις παρα. (Γ), (Δ) και (ΣΤ) του αιτητικού. Επιτρέπεται η τροποποίηση της ΄Εκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης ως αι παρα. (Α), (Β) και (Ε) του αιτητικού της αίτησης. Οι υπόλοιπες θεραπείες απορρίπτονται. Τα έξοδα της αίτησης και οποιαδήποτε έξοδα χάνονται λόγω της τροποποίησης επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγόμενου 2 όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα προχωρήσω να δώσω οδηγίες για καταχώρηση τροποποιημένων δικογράφων. (Υπ).................... Κ.Κληρίδης Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΚΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.