← Κύπρος

RMD TOURISTIC LIMITED ν. ΑRGO TRAVEL LIMITED, Αρ.αγωγής: 949/2003, 29 Ιουνίου 2006

RMD TOURISTIC LIMITED ν. ΑRGO TRAVEL LIMITED, Αρ.αγωγής: 949/2003, 29 Ιουνίου 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2006:A30 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΗ ΛΑΡΝΑΚΑ Αρ.αγωγής: 949/2003 Ενώπιον: Κ.Κληρίδη, Π.Ε.Δ. Μεταξύ: R.M.D. TOURISTIC LIMITED από τη Λευκωσία Εναγόντων και ΑRGO TRAVEL LIMITED Εναγομένων. Ημερ..: 29 Ιουνίου 2006 Για την ενάγουσα εταιρεία: κος Aλ. Ιωαννίδης με τον κο Αναστασιάδη. Για την εναγόμενη εταιρεία: κος Αιμ. Θεοδούλου με την κα Δ. Νικολάτου. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η ενάγουσα είναι Κυπριακή εταιρεία η οποία μεταξύ άλλων διαχειρίζεται το σύμπλεγμα τουριστικών διαμερισμάτων "The Green Bungalows Hotel Apartments" (Green Bungalows) στην Αγία Νάπα. Η εναγομένη είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στο Jersey και ασχολείται μεταξύ άλλων και με τις εργασίες τουριστικών - ταξιδιωτικών πρακτόρων, περιλαμβανομένης και της διοργάνωσης περιεκτικών διακοπών από τη Μεγάλη Βρεττανία στην Κύπρο. Γραπτή συμφωνία που είχε συναφθεί μεταξύ των διαδίκων στις 11.6.02, τερματίστηκε από τους εναγομένους, όπως αυτό γίνεται σαφές με επιστολή τους ημερ. 24.4.03. Η ενάγουσα δεν αποδέκτηκε τον τερματισμό και ακολούθως καταχώρησε την παρούσα αγωγή διεκδικώντας αποζημιώσεις. Η εναγόμενη εταιρεία από την άλλη, ισχυρίζεται ότι νόμιμα είχε τερματίσει τη συμφωνία, επικαλούμενη ειδικό όρο σ΄ αυτήν, ο οποίος σύμφωνα με τη θέση της, εφαρμοζόταν στην περίπτωση. ΄Οπως προκύπτει από τα πιο πάνω εισαγωγικά στοιχεία, το κύριο επίδικο θέμα που εγείρεται για δικαστική απόφανση στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής, είναι το ζήτημα κατά πόσο η εναγομένη εταιρεία, νόμιμα και συμβατικά τερμάτισε τη συμφωνία ή όχι και ασφαλώς, σε περίπτωση που η απάντηση είναι αρνητική, σε ποιές αποζημιώσεις δικαιούται η ενάγουσα. Θα παραθέσω στη συνέχεια άλλες λεπτομέρειες που σχετίζονται με το επίδικο θέμα, όπως αυτές προκύπτουν από αδιαμφισβήτητα στοιχεία. Με την υπογραφείσα μεταξύ των διαδίκων συμφωνία (Τεκμήριο 1) η εναγομένη προκρατούσε 18 διαμερίσματα τύπου «στούντιο» και 12 ενός υπνοδωματίου στο Green Bungalows για την τουριστική περίοδο του επομένου έτους, δηλαδή μεταξύ 1.4.03 - 31.10.03. Η συνολική συμφωνηθείσα τιμή για όλα τα διαμερίσματα ανερχόταν σε £110.000. Το ποσό τούτο θα πληρωνόταν με 8 ίσες μηνιαίες δόσεις εκ £13.750 η καθεμιά, της πρώτης πληρωτέας κατά την 1.1.03. Κύριος μάρτυρας εκ μέρους της ενάγουσας ήταν ο εκ των μετόχων της εταιρείας και διευθυντής του Green Bungalows κ. Γ. Αναστασιάδης (Μ.Ε.1). ΄Οπως εξήγησε ο μάρτυρας, η κύρια πηγή εισοδημάτων της εταιρείας είναι οι ενοικιάσεις των διαμερισμάτων αλλά και οι εισπράξεις από τη διαχείριση του εστιατορίου, καφετέριας και πισίνας του συγκροτήματος. Η επίδικη συμφωνία υπογράφηκε κατά το 2002 αλλ΄ αφορούσε σε αφίξεις περιηγητών για την επομένη τουριστική περίοδο του 2003. ΄Ομως, οι εναγόμενοι απέστειλαν την επιστολή ημερ. 24.4.03 (Τεκμ.3) με την οποία ισχυρίζονταν ότι στατιστικά στοιχεία έδειχναν πτώση των κρατήσεων περιεκτικών ταξιδίων προς την Κύπρο από τη Μ. Βρεττανία και Ιρλανδία σε ποσοστό που υπερβαίνει το 15% σε σχέση με τον προηγούμενο χρόνο. Η επιστολή αναφερόταν και σε συνάντηση που είχαν οι δύο πλευρές στις 31.3.03 κατά την οποία οι εναγόμενοι είχαν πληροφορήσει τους ενάγοντες ότι η μεταξύ τους συμφωνία τερματίζεται νόμιμα και σύμφωνα με τον όρο 10 (α) της Συμφωνίας. ΄Οπως εξήγησε ο Μ.Ε.1 με τους εναγομένους είχαν προηγηθεί διάφορες τηλεφωνικές επαφές και πράγματι στις 31.3.03 είχαν και συνάντηση με εκπρόσωπο των εναγομένων στο γραφείο τους στη Λεμεσό, λόγω του ότι οι εναγόμενοι δεν είχαν καταβάλει την προνοουμενη από τη Συμφωνία πρώτη δόση των £13.750. Εκεί, η εκπρόσωπος των εναγομένων κα Tracey James ανάφερε ότι ο τουρισμός προς την Κύπρο περνούσε κάποια κρίση και ήθελαν κάποια μείωση στην τιμή του συμβολαίου. Ο μάρτυρας της είπε ότι θα συζητήσει το θέμα με τους συνεταίρους του και πράγματι, αφού το συζήτησαν απέστειλαν προς τους εναγόμενους την επιστολή ημερ. 7.4.03 (Τεκμ.2) με την οποία οι ενάγοντες εξέφραζαν την προθυμία τους να μειώσουν τη συνολική τιμή του συμβολαίου από £110.000 σε £97.500. Περαιτέρω, δήλωναν ότι σε περίπτωση κατά την οποία η αρνητική κατάσταση στον τουρισμό διαιωνιζόταν, θα ήσαν πρόθυμοι να ξανασυναντηθούν και αναθεωρήσουν την όλη κατάσταση. Οι εναγόμενοι δεν απάντησαν ποτέ στην επιστολή αυτή, και απέστειλαν την προαναφερθείσα επιστολή - Τεκμ.3. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε περαιτέρω, σε έμμεσες επιπτώσεις, τις οποίες υπέστη η εταιρεία του λόγω της ακύρωσης, επειδή στο συγκεκριμένο συγκρότημα πρόσφεραν χαμηλές τιμές διαμονής, βασιζόμενοι στα αναμενόμενα εισοδήματα τα οποία θα είχε η εταιρεία από την εκμετάλλευση των εστιατορίων, καφετέριας, μπαρ κλπ. Παρουσίασε δε ο μάρτυρας τους εξελεγμένους λογαριασμούς της ενάγουσας εταιρείας για τα έτη 2002 και 2003 για να καταδείξει αυτή την απώλεια. Κατά την αντεξέταση υποβλήθηκε στον Μ.Ε.1 ότι πριν από τη συνάντηση της 31.3.03 είχε γίνει και άλλη σημαντική συνάντηση στις 21.3.03. ΄Οτι κατ΄ εκείνη τη συνάντηση είχε συζητηθεί το γεγονός ότι δύο μέρες προηγουμένως οι Η.Π.Α. είχαν ανακοινώσει την εισβολή στο Ιράκ και οι εναγόμενοι εξέφρασαν την πρόθεση τους να τερματίσουν τη συμφωνία. Ο μάρτυρας απάντησε πως δεν θυμόταν κάτι τέτοιο αλλά δεν τέθηκε θέμα ακύρωσης. Τόσο σε αυτή όσο και άλλες συναντήσεις ή τηλεφωνικές επικοινωνίες, επέμεινε ο μάρτυρας, εσυζητούντο τρόποι να βοηθηθεί η εναγομένη να ανταπεξέλθει στις υποχρεώσεις της μειώνοντας την τιμή, και όχι να τερματισθεί η συμφωνία. ΄Οσον αφορά στο ποσοστό μείωσης των κρατήσεων, το οποίο επικαλούνται οι εναγόμενοι, ο μάρτυρας κατάθεσε ότι επανειλημμένα ζητούσε από τους εναγόμενους να του δώσουν στατιστικά στοιχεία τα οποία και ουδέποτε του έδωσαν, ενώ ο ίδιος κατείχε στατιστικά στοιχεία της Κυπριακής Δημοκρατίας τα οποία έδειχναν όχι μείωση αλλά αύξηση ύψους 7%. Η Μ.Ε.2 Φλώρα Χριστοφή, η οποία είναι υπάλληλος της εναγομένης εταιρείας εργαζόμενη στα Green Bungalows, εξήγησε στο Δικαστήριο τον τρόπο τήρησης του βιβλίου που τηρείται στο τμήμα υποδοχής (αποκαλούμενο "police book") στο οποίο γίνονται καταχωρήσεις των στοιχείων όλων των φιλοξενουμένων πελατών. Παρουσίασε δε σαν τεκμήρια τους σχετικούς τόμους αυτών των βιβλίων, οι οποίοι καλύπτουν την περίοδο Απριλίου - Οκτωβρίου 2003. Σύμφωνα πάντα με τη μάρτυρα, τα ξενοδοχειακά αυτά διαμερίσματα παραμένουν κλειστά κατά την χειμερινή περίοδο και επανανοίγουν συνήθως κατά την 1η Απριλίου κάθε χρόνου. Επειδή τα δωμάτια των μονάδων είναι έτοιμα και καθαρά για να είναι σε θέση να δεχτούν επισκέπτες απαιτείται χρόνος προετοιμασίας 3 - 4 ημερών μόνο. Οικονομικά στοιχεία κατά τις επίδικες περιόδους, αναφορικά με την εναγομένη παρουσίασε στο Δικαστήριο ο λογιστής - ελεγκτής της εναγομένης εταιρείας Μ.Ε.4 Σ. Σιόκουρος. Ο λογιστικός οίκος στον οποίο ο μάρτυρας είναι συνεταίρος, είχε ετοιμάσει τις οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας για τα έτη 2002 και 2003 (Τεκμ.13 και 14). ΄Οπως εξήγησε, οι οικονομικές καταστάσεις για το έτος 2003 δείχνουν ζημιά κατά πολύ μεγαλύτερη από τη ζημιά που είχε η εταιρεία κατά το προηγούμενο έτος 2002. Την βασική μαρτυρία για την εναγομένη εταιρεία έδωσε στο Δικαστήριο η κα Tracey James, η οποία απασχολείται στην τουριστική βιομηχανία εδώ και 22 χρόνια σε διάφορα μέρη της Ευρώπης, ενώ στην Κύπρο εδρεύει από το 1999 σαν υπεύθυνη της λειτουργίας της επιχείρησης των εναγομένων. Σύμφωνα με την εκδοχή της Μ.Υ.1, διευθετήθηκε συνάντηση με τον κ. Αναστασιάδη της ενάγουσας εταιρείας (Μ.Ε.1) στις 21.3.03 κατόπιν οδηγιών τις οποίες πήρε από τα κεντρικά γραφεία της εναγομένη στην Αγγλία για να αναθεωρήσουν τα συμβόλαια τους στην Κύπρο λόγω του πολέμου στο Ιράκ η οποία επετείνετο επειδή δεν είχε καθορισθεί συγκεκριμένη ημερομηνία. Τελικά η εισβολή έγινε στις 18 ή 19 Μαρτίου 2003. Παρόντες κατά τη συνάντηση ήταν ο κ. Αναστασιάδης, ο κ. Κ.Βλάχος διευθυντικό στέλεχος - πράκτορας της εναγομένης στην Κύπρο και ο κ.J.Colborn, βοηθός διευθυντής στην Κύπρο. Λόγω της παρατηρηθείσας πτώσης των κρατήσεων στην Κύπρο, ο σκοπός της συνάντησης ήταν να ακυρώσει τα υφιστάμενα συμβόλαια με τους ενάγοντες και να καταρτίσουν νέα συμβόλαια "allotment", δηλαδή να γίνει συμφωνία για ένα μέρος μόνο του συνολικού αριθμού των δωματίων με βάση τη μέθοδο «πώληση ή επιστροφή» (sale or return). Αυτό ήταν το μόνο θέμα το οποίο συζητήθηκε κατά τη συνάντηση και δεν τέθηκε θέμα πληρωμής από την εναγομένη οποιουδήποτε ποσού. ΄Οπως είπε η μάρτυρας, αν τους εζητείτο να πληρώσουν το ποσό που επρονοείτο στο συμβόλαιο να πληρωνόταν κατά την 1.1.03 δηλαδή £13.750 σαν την πρώτη δόση, που δεν τέθηκε τέτοιο ζήτημα, αυτός δεν θα ήταν καλός τρόπος διαπραγμάτευσης εκ μέρους της ενάγουσας. Κατά τη συνάντηση, ο κ. Αναστασιάδης ήταν ιδιαίτερα αναστατωμένος και τους ζητούσε να το ξανασκεφθούν. Εισηγήθηκε δε να επανέλθει με μια πρόταση η οποία θα ικανοποιούσε τις δύο πλευρές. Η ίδια του είπε ξανά ότι οι οδηγίες της ήταν να ακυρώσει το συμβόλαιο και για να ήταν σε θέση να πείσει τους διευθυντές της για κάτι διαφορετικό, θα έπρεπε να είχε μια πρόταση την οποία δεν θα μπορούσαν να αρνηθούν (an offer which could not be refused). Για παράδειγμα, αν γινόταν πρόταση για να κρατήσει η εναγομένη μόνο 5 - 10 δωμάτια και τα υπόλοιπα να αφεθούν σαν "allotment". Θα διατηρείτο έτσι εν ζωή η συνεργασία τους ενώ υπήρχε και η δυνατότητα στην εναγομένη να προβεί σε περισσότερες κρατήσεις κατά το καλοκαίρι του 2003. Γι΄ αυτό το λόγο, η μάρτυς έκαμε μια εισήγηση σ΄ αυτή τη βάση, όχι πρόταση όπως είπε, για την οποία ο κ. Αναστασιάδης είπε ότι δεν μπορούσε να αποφασίσει από μόνος του. Θα διαβουλευόταν με τους συνεταίρους του και είπε στη μάρτυρα να μην ανησυχεί, θα εύρισκαν μια λύση για τη συνεργασία τους. Σύμφωνα με τη μάρτυρα, κατά τη συνάντηση εκείνη δεν συμφωνήθηκε τίποτε παρά μόνο να γινόταν νέα συνάντηση σε 1 - 2 μέρες. Νέα συνάντηση έγινε πράγματι στις 31.3.03 στη Λεμεσό, την οποία και διευθέτησε η ίδια. Παρόντες στη συνάντηση εκτός από την ίδια ήταν ο κ. Αναστασιάδης και κάποιος ιδιοκτήτης άλλων διαμερισμάτων. Κατά τη συνάντηση, η μάρτυρας πίεζε για να έχει είτε απάντηση στην πρόταση της είτε μια αντιπρόταση. Ο κ. Αναστασιάδης δεν είχε δική του πρόταση αλλά διαβεβαίωνε πως δεν υπήρχε λόγος ανησυχίας, θα ερχόταν με μια καλή, λειτουργική πρόταση. Ούτε και σ΄ αυτή τη συνάντηση συζητήθηκε θέμα πληρωμής του πρώτου ποσού με βάση το συμβόλαιο. Μετά τη συνάντηση αυτή και μέχρι τις 7 Απριλίου η μάρτυς δεν πήρε καμιά πρόταση οπότε εκείνη την ημέρα εστάλη το τηλεομοιοτυπικό μήνυμα Τεκμ.2 από τους ενάγοντες. Με αυτό υποβαλλόταν η εισήγηση όπως οι ενάγοντες μειώσουν το συνολικό ποσό του συμβολαίου μεταξύ των διαδίκων από £110.000 σε £97.500. ΄Οπως είπε η μάρτυρας, δεν απάντησε σ΄ αυτό αμέσως, εφόσον θα έπρεπε να πάρει οδηγίες. Απάντησε με μήνυμα ημερ. 24.4.03 (Τεκμ.3). Με αυτό οι εναγόμενοι ανάφεραν ότι οι τελευταίες ανεξάρτητες στατιστικές οι οποίες ετοιμάστηκαν από τον οίκο «A.C.Nielson» και κυκλοφόρησαν από τον Κ.Ο.Τ. καταδεικνύουν ότι οι κρατήσεις των περιεκτικών περιηγήσεων (all inclusive tours) που αναχωρούν από τη μεγάλη Βρεττανία ή την Ιρλανδική Δημοκρατία για την Κύπρο, έχουν μειωθεί σε ποσοστό πέραν του 15% για το καλοκαίρι του 2003, σε σύγκριση με τις κρατήσεις που έγιναν, όπως αυτές καταδεικνύονται από τις ίδιες στατιστικές, για την ίδια περίοδο του προηγούμενου χρόνου. Πρόσθετε δε, ότι όπως ήδη είχαν πληροφορήσει τους ενάγοντες, κατά τη συνάντηση της 31.3.03 η συμφωνία μεταξύ των εταιρειών τους ως προς το συμβόλαιο, έγκυρα τερματίζεται σύμφωνα με τους όρους της προαναφερθείσας συμφωνίας με τη δυνατότητα η οποία παρέχεται στους εναγόμενους με τον όρο 10 (α) της συμφωνίας. Οι ενάγοντες απάντησαν με μήνυμα τους ημερ. 27.4.03 (Τεκμ.4). Χαρακτήριζαν μεταξύ άλλων τον τερματισμό της συμφωνίας σαν απαράδεκτο και ζητούσαν από τους εναγόμενους να επανεξετάσουν το θέμα. Κατά την αντεξέταση της, η μάρτυρας ρωτήθηκε και έδωσε τη δική της ερμηνεία σε διάφορους όρους, οι οποίοι χρησιμοποιήθηκαν στη μεταξύ των διαδίκων συμφωνία ή και γενικώτερα, όπως είναι οι όροι "package", "tour", "air inclusive tour", "all inclusive tour" κλπ. Ως προς την αναφορά σε στατιστικές του οίκου Nielsen που έγινε στην επιστολή τερματισμού των εναγομένων, η μάρτυς κατάθεσε πως όταν εγράφετο η επιστολή, οι εναγόμενοι δεν είχαν στα χέρια τους τη γραπτή έκθεση του οίκου. Είχαν όμως, όπως είπε, προφορική - τηλεφωνική πληροφόρηση από τον οίκο Nielsen, καθώς επίσης και στοιχεία που είχαν δημοσιευτεί σε κάποιο εβδομαδιαίο έντυπο στην Αγγλία με τίτλο "Trade Press" και σε Κυπριακές εφημερίδες. Ερωτηθείσα η μάρτυρας κατά πόσο τελικά ουδέποτε οι εναγόμενοι τερμάτισαν τη συμφωνία πριν από τις 24 Απριλίου, απάντησε ότι είχαν ενημερώσει τους ενάγοντες ότι είχαν σκοπό να τερματίσουν. Ενώ δε είχε οδηγίες στις 21 Μαρτίου να τερματίσει τη συμφωνία, δεν το έπραξε, για τους λόγους που εξήγησε, και το ίδιο έγινε και στη συνάντηση της 31 Μαρτίου. Εκ μέρους του οίκου A.C. Nielsen, ο οποίος είναι διεθνώς γνωστός οργανισμός που ασχολείται με έρευνες αγοράς, κατάθεσε ο κ.Rodger Suddaby (M.Y.2). Aπό τον οίκο του ζητήθηκε, όπως είπε, από τους εναγόμενους να τους ετοιμάσουν μια μεμονωμένη έκθεση στην οποία να φαίνονται οι κρατήσεις για διακοπές στην Κύπρο κατά την περίοδο Ιανουαρίου - Μαρτίου 2003 καθώς και συγκριτικά με την αντίστοιχη περίοδο του 2002. ΄Οπως εξήγησε, τα στοιχεία τα οποία περιλαμβάνονταν στην ΄Εκθεση - Τεκμ.10 (η οποία είχε σημειωθεί σαν τεκμήριο με την έναρξη της δίκης), περιείχε μεν ορθά αριθμητικά στοιχεία πλην όμως κατά λάθος τα στοιχεία εκείνα αναφέρονται για κρατήσεις διακοπών για όλη τη Μεσόγειο και όχι μόνο για την Κύπρο. Ετοιμάστηκε έτσι η ΄Εκθεση Τεκμ.10 Α, την οποία κατέθεσε και σημειώθηκε σαν τεκμήριο, η Μ.Υ.1. Ας σημειωθεί όμως ότι όπως διαπιστώθηκε κατά την αντεξέταση της Μ.Υ.1 και σ΄ αυτή, τη δεύτερη ΄Εκθεση παρουσιάζεται λάθος. ΄Οπως αναφέρεται σ΄ αυτήν, τα παρατιθέμενα στοιχεία περιγράφονται σαν στοιχεία για το καλοκαίρι του 2004 και όχι του 2003. Δικαιολογώντας και αυτό το λάθος, ο Μ.Υ.2 ανάφερε πως αυτό δεν επηρεάζει καθόλου τα ουσιαστικά αποτελέσματα τα οποία παραθέτει και τα οποία καταδεικνύουν μια σημαντική μείωση στις κρατήσεις για το 2003, η οποία φθάνει και το 47%. Σύμφωνα πάντα με τον ίδιο μάρτυρα, ο όρος "all inclusive tours" για σκοπούς της ΄Εκθεσης του οίκου του είναι ταυτόσημος με τον όρο "total market", ο οποίος συνίσταται από όλες τις κατηγορίες. Δηλαδή, οι όροι "all inclusive tours", "total market" "all inclusive tours", σημαίνουν ακριβώς το ίδιο πράγμα. Σε ερωτήσεις κατά την αντεξέταση, ο μάρτυρας είπε ότι της ετοιμασίας της πρώτης ΄Εκθεσης - Τεκμηρίου 10 , είχε προηγηθεί παράκληση των εναγομένων όπως τους δοθεί «προφορική έκθεση» για να καταδειχθεί πώς ήσαν οι κρατήσεις κατά τις αρχές του χρόνου. Τους δόθηκε τηλεφωνική ένδειξη ότι υπήρχε κάμψη. Μετά ζητήθηκε και δόθηκε γραπτή ΄Εκθεση. ΄Οπως εξήγησε ο μάρτυρας, συχνά τους ζητείται και δίδουν προφορικές πληροφορίες και ο οίκος του τις δίνει για να διατηρεί καλές σχέσεις με τους πελάτες του ευελπιστώντας ότι ο πελάτης θα αγοράσει μετά και ολοκληρωμένη ΄Εκθεση. Αγορεύοντας ο συνήγορος των εναγομένων, αφού ανέλυσε λεπτομερειακά τη δοθείσα μαρτυρία, εισηγήθηκε ότι βάσει ρητού και/ή εξυπακουόμενου όρου της επίδικης συμφωνίας, οι εναγόμενοι είχαν δικαίωμα τερματισμού της και το άσκησαν. Το γεγονός ότι οι εναγόμενοι δεν πλήρωσαν την πρώτη δόση που επρονοείτο στη συμφωνία κατά την 1.1.03, δεν ενέχει οποιανδήποτε σημασία, αφού οι ενάγοντες δεν ζήτησαν ποτέ γραπτά ή προφορικά την πληρωμή εκείνου του ποσού, ενώ οι συζητήσεις που είχαν τα μέρη μετά την κρίση στο Ιράκ που άρχισε γύρω στο Δεκέμβριο του 2002 δεν ασχολήθηκαν με αυτό το θέμα, αλλά με το πώς θα συνεχιζόταν η συνεργασία τους. Οι εναγόμενοι από τις 21.3.03 γνωστοποίησαν την πρόθεση τους να τερματίσουν τη συμφωνία, ενώ η προβλεπόμενη στη συμφωνία ημερομηνία αναθεώρησης (31.3.03) δεν ήταν τέτοια ώστε να παρείχε τη δυνατότητα στους εναγομένους να εξασφαλίσουν ανεξάρτητη στατιστική έρευνα. Πέραν δε τούτου ούτε οι ενάγοντες θεώρησαν την 31.3.03 σαν την τελευταία ημερομηνία, εξ΄ ου και απέστειλαν προσφορά για μείωση του συμφωνηθέντος ποσού στις 7.4.03, ενώ στο ενδιάμεσο, ζητούσαν οι ίδιοι χρόνο για να υποβάλουν εισηγήσεις και να αποφύγουν τον τερματισμό. Εάν οι εναγόμενοι τερμάτιζαν πριν από τις 7.4.03 δεν θα εδικαιολογείτο νομικά ο τερματισμός και ορθά περίμεναν μετά τις 7.4.03 για να πάρουν τα αναγκαία στοιχεία από ανεξάρτητη έρευνα και να τερματίσουν στις 24.4.03. Στη δική του αγόρευση ο συνήγορος των εναγόντων υπέβαλε ότι δύο ουσιαστικά ερωτήματα εγείρονται προς απάντηση από το Δικαστήριο, ήτοι: α. Κατά πόσο οι εναγόμενοι τερμάτισαν εντός του χρονικού πλαισίου που προέβλεπε η συμφωνία, και β. Κατά πόσο ο τερματισμός ήταν νόμιμος, δηλαδή κατά πόσο ικανοποιούνταν οι αντικειμενικές προϋποθέσεις τερματισμού. Ως προς το χρόνο του τερματισμού, η συμφωνία προέβλεπε σαν τελευταία ημερομηνία τερματισμού την 31.3.03 και αυτό φαίνεται να αποδέχονται και οι εναγόμενοι όπως προκύπτει και από την επιστολή τους ημερ. 24.4.03. Η προσπάθεια των εναγομένων να καταδείξουν ότι οι ενάγοντες με τις πράξεις και/ή τη συμπεριφορά τους κατέληξαν σε νέα συμφωνία με τους εναγόμενους και/ή ότι οι ενάγοντες κωλύονται από του να ισχυρίζονται παράνομο τερματισμό λόγω έγερσης εξ΄ υποσχέσεως κωλύματος (estoppel), δεν μπορεί να επιτύχει, εισηγήθηκε ο ίδιος συνήγορος με παραπομπή σε νομολογία και αυθεντίες. Ακόμα και αν γίνει δεκτή η θέση ότι με τη συμπεριφορά τους οι ενάγοντες παρέτειναν το χρόνο εντός του οποίου δινόταν η δυνατότητα τερματισμού, οι ίδιοι οι εναγόμενοι στην Υπεράσπιση τους ισχυρίζονται ότι η αποφυγή τερματισμού θα ήταν μέχρι την υποβολή από τους ενάγοντες νέας πρότασης. ΄Ομως, σύμφωνα με τη δοθείσα μαρτυρία αυτό έγινε στις 7.4.03, ενώ ο τερματισμός έγινε σχεδόν τρεις εβδομάδες μετά, στις 24.4.03. Ως προς το ζήτημα της νομιμότητας του τερματισμού, ο συνήγορος των εναγόντων, εισηγήθηκε ότι δεν τηρήθηκε ο σχετικός όρος στην παρα.10 της συμφωνίας, εφόσον οι εναγόμενοι είχαν το δικαίωμα τερματισμού μόνο εάν είχαν στη διάθεση τους στις 31.3.03 ανεξάρτητη στατιστική έρευνα που να έδειχνε ότι τα "air - inclusive tours" μειώθηκαν κατά 15% τουλάχιστο, ενώ οι εναγόμενοι δεν είχαν τέτοια στοιχεία στην ημερομηνία εκείνη. Εξ΄ άλλου, ο τερματισμός από τους εναγόμενους, αναφέρεται σε μειώσεις κρατήσεων "all inclusive tours" και όχι "air inclusive tours" ως η συμφωνία ενώ η ΄Εκθεση - Τεκμήριο 10 Α του οίκου Nielsen, αναφέρεται σε μείωση στην Ολική Αγορά (total market). Η δε Μ.Υ.1, όταν ρωτήθηκε κατά πόσο τερμάτισαν τη συμφωνία βασιζόμενοι σε άρθρα εφημερίδων, απάντησε πως όχι, κοίταξαν τις δικές τους κρατήσεις και έλαβαν υπόψη και την τάση της αγοράς. Ο συνήγορος των εναγομένων έθεσε επίσης υπό αμφισβήτηση την αξιοπιστία των Εκθέσεων του οίκου Nielsen (Τεκμ. 10 και 10 Α) λόγω των επανειλημμένων λαθών που έγιναν σ΄ αυτές και αφού τελικά οι περισσότερες σελίδες των εκθέσεων αυτών θα πρέπει να αγνοηθούν λόγω των εξηγήσεων που έδωσε ο Μ.Υ.2. Αυτά ήσαν συνοπτικά, τα κύρια σημεία προφορικής και έγγραφης μαρτυρίας που προσήχθη κατά τη δίκη. ΄Οπως ορθά το έθεσε ο συνήγορος των εναγόντων, ένα ερώτημα με δύο σκέλη ορθώνεται για δικαστική απάντηση: Πρόκειται για το κατά πόσο οι εναγόμενοι νόμιμα άσκησαν το δικαίωμα τερματισμού της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας, τόσο από απόψεως: α. χρόνου άσκησης του δικαιώματος β. ικανοποίησης των ουσιαστικών προϋποθέσεων για την άσκηση του, όπως αυτές προβλέπονταν στη συμφωνία. Θα πρέπει κατ΄ αρχήν στο σημείο τούτο να παραθέσω αυτούσιο το πλήρες κείμενο του όρου 10 της Συμφωνίας (Τεκμ.1), το οποίο έχει ως εξής: "10. An event of force majeure shall include any event or circumstance beyond the control of the Operator (whether or not occuming in the place where the Accommodation is situated) which has the effect of impairing or destroying the ability of the Operator to either: sell, in Great Britain or the Republic of Ireland holidays utilising the Property, or to the area where the Property situated; or to transport persons who have purchased holidays utilising the Property to the area where the Property is situated. If an event of force majeure occurs during the term of this contract, the Operator may (but shall not be bound
  2. to)by written notice (a"suspension notice") given to the Accommodation Owner suspend this contract from the date of the giving of the relevant suspension notice to the date when the event specified in the notice shall have ceased or come to an end, and during any period of suspension the Operator shall be under no obligation to make any payment whatsoever to the Accommodation Owner save in respect of accommodation provided pursuant to this agreement prior to the start of such period of suspension. Any suspension shall be without prejudice to the Accommodation Owner´s obligations to continue to prove accommodation and facilities for any of the Operator´s clients who are staying at the Accommodation when the suspension notice is given, until their departure from the Accommodation. If the event specified in a suspension notice continues for more than 1 month from the date of the giving of the notice, then the Operator may (but shall not be bound
  3. to)by written notice (a "termination notice") given to the Accommodation Owner terminate this contract. From the date of the giving of the relevant termination notice neither party shall have any liability to the other save any which arose prior to the date of suspension. On or before the 31st March immediately preceding the first validity date shown overleaf ("the review date"), the Operator may review this agreement. If, as shown by the last independently prepared statistics as available to the Operator on the review date, bookings of Air inclusive Tours departing from Great Britain or the Republic of Ireland to any one of the resort, tourist area served by the airport at which visitors to the Property normally arrive, or Country in which the Property is located have dropped by 15% or more when compared to the bookings to the same area shown by the independently prepared statistics for either: the period preceding the period covered by those available at the review date; or the same period in the preceding year, the Operator may at its option: (
  4. a)by notice to the Accommodation Owner terminate this agreement, whereupon neither party will have any liability to the other save that the Accommodation Owner shall return to the Operator any deposit or other sum paid by the Operator prior to the date of termination; or (
  5. b)by notice to the Accommodation Owner suspend the operation of this agreement for a period not exceeding two months and require the Accommodation Owner during such period of suspension to enter into discussions for the purpose of revising the terms of this agreement. If at the end of such period of suspension no agreement has been reached between the parties, then the Operator may by notice to the Accommodation Owner terminate this agreement and the provisions of (
  6. a)above shall apply to such termination". Νομιμότητα Τερματισμού σε συνάρτηση με τον χρόνο άσκησης του Επανερχόμενος στο πρώτο σκέλος του βασικού ερωτήματος το οποίο παρέθεσα προηγουμένως ως προς τη νομιμότητα του τερματισμού από απόψεως του χρόνου που ασκήθηκε αυτό το δικαίωμα, παρατηρώ τα εξής: Νομίζω πως δεν μπορεί να υπάρξει κατ΄ αρχήν διαφωνία ως προς το ότι, σύμφωνα με το καθαρό λεκτικό του όρου 10, το δικαίωμα τερματισμού που δινόταν στους εναγόμενους, θα έπρεπε να ασκηθεί κατά ή προ της 31.3.03. ΄Οπως ειδικά προνοείται στον προαναφερθέντα όρο, οι εναγόμενοι μπορούσαν να επανεξετάσουν τη συμφωνία ("review this agreement") προς το σκοπό τερματισμού ή μη, κατά ή προ της 31.3.03 και όχι αργότερα. ΄Οπως δε καθίσταται φανερό από την ίδια τη συμφωνία, η επιλογή εκείνης της ημερομηνίας σαν ύστατου χρονικού σταδίου εντός του οποίου θα υπήρχε ευχέρεια άσκησης του δικαιώματος τερματισμού, δεν ήταν τυχαία, αλλ΄ ούτε και θα πρέπει να αντικρυσθεί μεμονωμένα. Ας σημειωθεί ότι ο προαναφερθείς όρος περί του χρόνου κατά τον οποίο θα μπορούσαν οι εναγόμενοι να αναθεωρήσουν δεν αναφέρεται απλά σαν "... on or before the 31st March" αλλά: "on or before the 31st March immediately preceding the first validity date shown overleaf ...". Παραπέμπει δηλαδή ο όρος 10 στην πρώτη ημερομηνία εγκυρότητας η οποία αναγράφεται στην πρώτη σελίδα της συμφωνίας. Η δε πρώτη σελίδα της συμφωνίας - Τεκμ.1, αναφέρει σαν ημερομηνίες εγκυρότητας (ή ισχύος) της συμφωνίας την 1.4.03 και μέχρι και την 31.10.03. Συγκεκριμένα αναφέρει: "VALIDITY: FROM 01-04-03 TO: 31.10.03". Επομένως, είναι φανερό από το ίδιο το έγγραφο ότι η επίδικη συμφωνία η οποία, όπως αναγράφεται σ΄ αυτήν, υπογράφηκε στις 11.6.02 θα αποκτούσε ισχύ ή εγκυρότητα από την 1.4.03 και μέχρι την 31.10.03. Είναι γι΄ αυτό το λόγο που η όποια ευκαιρία δινόταν στους εναγόμενους να αναθεωρήσουν τα δεδομένα και να μη προχωρήσουν στην εφαρμογή των συμφωνηθέντων, έληγε κατά την αμέσως προηγούμενη της 1.4.03 ημέρα, δηλαδή στις 31.3.03. Αυτό δε είναι λογικό, αφού από τη μια τέτοιου είδους συμφωνίες θα πρέπει να συνομολογούνται από αρκετά νωρίς έτσι ώστε να γίνονται οι αναγκαίες διευθετήσεις αλλ΄ από την άλλη, επειδή μέχρι την υλοποίηση των συμφωνηθέντων παρέρχεται χρόνος πέραν των 9 μηνών και είναι πιθανόν εντός τέτοιου διαστήματος να μεσολαβήσουν νέα δεδομένα, οι εναγόμενοι είχαν την ευκαιρία να αναθεωρήσουν και να μη τεθεί σε ισχύ η συμφωνία μέχρι την υστάτη στιγμή. Μέχρι δηλαδή την 31.3.03 κατά την οποία το αργότερο θα μπορούσαν να ασκήσουν το δικαίωμα τους, άλλως η περίοδος ισχύος (validity period) της συμφωνίας θα άρχιζε να τρέχει. Επομένως όπως προκύπτει από τα ανωτέρω, οι συμβαλλόμενοι είχαν συμφωνήσει μέχρι πότε θα μπορούσαν οι εναγόμενοι να ζητήσουν την μη εφαρμογή της συμφωνίας και ο όρος αυτός ήταν ουσιώδης εφόσον θα άρχιζε από τότε η υλοποίηση των συμφωνηθέντων και η έναρξη της καλοκαιρινής περιόδου. ΄Οπως επίσης είναι φανερό από την δοθείσα μαρτυρία, οι εναγόμενοι δεν έδωσαν καμμιά ειδοποίηση τερματισμού πριν ή κατά την 31.3.03. Κατά τις δύο συναντήσεις που είχαν γίνει μεταξύ εκπροσώπων των διαδίκων κατά την 21.3.03 και κατά την 31.3.03, όπως, προκύπτει από τη μαρτυρία και της ίδιας της εκπροσώπου των εναγομένων Μ.Υ.1 T.James, ενώ είχε οδηγίες να τερματίσει τη συμφωνία, δεν το έπραξε ούτε κατά την μια ούτε κατά την άλλη συνάντηση. Καθαρή ειδοποίηση περί τερματισμού της Συμφωνίας δόθηκε με την επιστολή των εναγομένων ημερομηνίας 24 Απριλίου 2003 (Τεκμήριο 3). ΄Οπως η ίδια η επιστολή ομιλεί από μόνη της: "... As we have already informed you during our meeting of 31st March 2003, the agreement between our companies regarding the committed contract for Green Bungalows for Summer 2003 is validly terminated in accordance with the terms of the said agreement...". Εξ΄ άλλου, το γεγονός ότι η συμφωνία τερματίστηκε με την προαναφερθείσα επιστολή ημερ. 24.4.03 είναι παραδεκτό και στην ΄Εκθεση Υπεράσπισης, στην παρα. 13 της οποίας αναφέρεται ότι οι εναγόμενοι απέστειλαν στους ενάγοντες « επιστολή τερματισμού της Συμφωνίας κατά ή περί τις 24.4.03 βάσει των όρων της συμφωνίας ...». Είναι επομένως αδιαμφισβήτητο το εύρημα ότι οι εναγόμενοι δεν τερμάτισαν εντός της προνοούμενης στη συμφωνία προθεσμίας αλλά περί τις 25 ημέρες καθυστερημένα. ΄Οπως έχει προαναφερθεί, οι εναγόμενοι με την αγόρευση του συνηγόρου τους έδωσαν δύο δικαιολογίες για τις οποίες δεν τερμάτισαν εμπρόθεσμα ή έστω πριν από τις 24.4.03: 1. Διότι δεν είχαν οι εναγόμενοι προηγουμένως και δεν τους παρείχετο χρόνος να έχουν, τα αναγκαία στατιστικά στοιχεία ανεξάρτητης έρευνας, και 2. Διότι ούτε και οι ενάγοντες θεώρησαν την 31.3.03 σαν την τελευταία ημερομηνία για τερματισμό, εξ΄ ου και έστειλαν δική τους πρόταση στις 7.4.03. Νομίζω πως ούτε η μια, ούτε η άλλη δικαιολογία μπορούν νομικά να ευσταθήσουν. Ως προς την πρώτη, η απάντηση δεν μπορεί παρά να είναι απλή: Εάν ο συμβαλλόμενος στον οποίο δίδεται το δικαίωμα αναθεώρησης και τερματισμού δεν έχει στην κατοχή του στατιστικά στοιχεία που ετοιμάστηκαν από ανεξάρτητη πηγή και είναι διαθέσιμα σ΄ αυτόν κατά την ημερομηνία αναθεώρησης (as available by the operator on the review date), τότε δεν μπορεί νόμιμα να τερματίσει ποτέ. Διαφορετικά, η ημερομηνία αυτή που συνέπιπτε με την ημερομηνία έναρξης της ισχύος της όλης συμφωνίας, θα παρετείνετο μονόπλευρα και για αόριστο χρονικό διάστημα μέχρις ότου καταστεί δυνατή η εξασφάλιση στοιχείων από ένα συμβαλλόμενο. Σε σχέση με αυτό το θέμα, ο συνήγορος των εναγομένων, εισηγήθηκε ότι οι εναγόμενοι δικαιούνταν να τερματίσουν τη συμφωνία εντός ευλόγου χρόνου μετά την 31.3.03. Παρέπεμψε δε σχετικά στην υπόθεση Χαράλαμπος Αχ. Δημήτρη κ.άλλου ν. Paul Beven & άλλης [1999] 1 A.A.Δ. 663, ως προς το πώς υπολογίζεται ο εύλογος χρόνος. ΄Ομως η υπόθεση εκείνη διαφοροποιείται ως προς το πιο ουσιώδες σημείο από την παρούσα υπόθεση. Ο λόγος είναι ότι απλά, σε εκείνη την υπόθεση, σε αντίθεση με την παρούσα, δεν είχε προβλεφθεί στη συμφωνία των διαδίκων κανένας χρόνος εκπλήρωσης συμβατικών τους υποχρεώσεων. Η μεταβίβαση θα γινόταν με την εξασφάλιση της αναγκαίας άδειας από τους αλλοδαπούς εφεσίβλητους. Το πρωτόδικο δικαστήριο έκρινε πως εφόσον δεν είχε καθοριστεί στη γραπτή σύμβαση χρόνος μέσα στον οποίο θα έπρεπε οι εφεσίβλητοι να εκπληρώσουν την υποχρέωση τους και να ασκήσουν τα δικαιώματα τους για μεταβίβαση, αυτή θα έπρεπε να είχε εξασφαλιστεί μέσα σε εύλογο χρόνο. Η απόφαση αυτή επικυρώθηκε κατ΄ έφεση. Εξ΄ άλλου υπάρχουν και οι ρητές πρόνοιες του Α.46 του περί Συμβάσεων νόμου Κεφ. 149 με τις οποίες προβλέπεται ότι εντός ευλόγου χρόνου πρέπει να εκπληρωθεί μια υπόσχεση δυνάμει σύμβασης, εκεί όπου δεν ορίζεται στη σύμβαση χρόνος εκπλήρωσης. Οι εναγόμενοι περαιτέρω, εγείρουν στην υπεράσπιση τους και θέμα ότι οι ενάγοντες λόγω της συμπεριφοράς τους, είτε προέβηκαν στη σύναψη άλλης προφορικής συμφωνίας με τους εναγόμενους για αποφυγή τερματισμού της συμφωνίας μέχρι της υποβολής νέας πρότασης συνεργασίας ή επειδή κωλύονται να ισχυρίζονται παράβαση της συμφωνίας από τους εναγόμενους, αφού οι ίδιοι προέτρεψαν ή παρεκάλεσαν τους εναγόμενους να μην τερματίσουν τη σύμβαση. Σε σχέση με τους ισχυρισμούς τούτους, σχετικές είναι οι παρα. 9 - 14 της ΄Εκθεσης Υπεράσπισης. ΄Ομως οι εναγόμενοι στις παραγράφους αυτές αναφέρονται σε δύο τέτοιες εκδηλώσεις συμπεριφοράς από τους ενάγοντες, Η πρώτη αναφέρεται στη συνάντηση που έγινε πριν από την ημερομηνία αναθεώρησης (31.3.03) δηλ. στις 21.3.03, η δε δεύτερη κατ΄ αυτήν. Κατά την πρώτη, ουσιαστικά το θέμα παρέμεινε εκκρεμές μέχρι την 31.3.03, ενώ και κατά τη δεύτερη παρατάθηκε η εκκρεμότητα του θέματος μέχρι να δοθεί αναθεωρημένη πρόταση από τους ενάγοντες, η οποία δόθηκε στις 7.4.03. Σ΄ αυτό το σημείο δεν μπορώ παρά να παρεμβάλω τις εξής παρατηρήσεις: Σύμφωνα με τη μαρτυρία της Μ.Υ.1 James, οι εναγόμενοι από την πρώτη συνάντηση της 21.3.03, είχαν την πρόθεση να τερματίσουν αλλά δεν το έπραξαν, ενώ το ίδιο ισχύει και για τις 31.3.03. Κατά την άποψη μου, η όποια συμπεριφορά και αν εκδηλώθηκε από τους ενάγοντες, η οποία και με δική τους παραδοχή έτεινε υπέρ της εξεύρεσης εναλλακτικής διευθέτησης των όρων της σύμβασης, δεν ενέχει καμιά νομική σχέση ή επίπτωση αναφορικά με την μη έγκαιρη άσκηση του δικαιώματος τερματισμού από τους εναγόμενους για τους ακόλουθους λόγους: Κατ΄ αρχήν η παράταση της εκκρεμότητας από τις 21.3.03 μέχρι τις 31.3.03 ουδόλως εξουδετέρωσε ή επέδρασε στην εν γένει δυνατότητα των εναγομένων να τερματίσουν, αφού διατηρούσαν αυτό το δικαίωμα μέχρι και την 31.3.03. ΄Οπως δε κατάθεσε η Μ.Υ.1 James, το μόνο ουσιαστικά που συμφωνήθηκε στις 21.3.03, ήταν να ξανασυναντηθούν σε 1 - 2 μέρες. ΄Ομως, παρόλο ότι δεν ξανασυναντήθηκαν σε 1 - 2 μέρες, ούτε έγινε καμιά κίνηση από μέρους των εναγόντων, και πάλι οι εναγόμενοι, από μόνοι τους αυτή τη φορά απέφυγαν να τερματίσουν μέχρι τις 31.3.03 που θα εδικαιούντο. Και εκείνη, την υστάτη ακόμα στιγμή, είναι η ίδια η Μ.Υ.1 η οποία, όπως κατάθεσε, αντί τερματισμού, διευθέτησε συνάντηση με τους ενάγοντες. ΄Οπως δε είπε, ανέμενε αντιπρόταση από τους ενάγοντες κατ΄ εκείνη την ημέρα, αντιπρόταση η οποία, παρά τις πιέσεις της δεν έγινε. Παρά ταύτα, ούτε μετά την άκαρπη αυτή συνάντηση τερμάτισαν οι εναγόμενοι τη συμφωνία. Σύμφωνα δε με την ΄Εκθεση Υπεράσπισης (παρα.13) υπήρξε προφορική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων «για αποφυγή τερματισμού της Συμφωνίας μέχρι της υποβολής από μέρους των εναγόντων νέας πρότασης συνεργασίας ...». Αυτή η νέα πρόταση ήρθε στις 7.4.03 με την επιστολή των εναγόντων. Και πάλι οι εναγόμενοι, όμως, οι ίδιοι παρέτειναν την εκκρεμότητα μέχρι και την 24.4.03 για να απορρίψουν τελικά την πρόταση και να τερματίσουν τη συμφωνία. Υπό το φως των πιο πάνω, αδιαμφισβήτητων στοιχείων, δεν φαίνεται να μπορεί να στοιχειοθετηθεί εξ΄ υποσχέσεως κώλυμα (promissory estoppel), όπως αφήνεται να νοηθεί στην Υπεράσπιση. ΄Οπως είχε διατυπωθεί η βασική αυτή αρχή του δικαίου της Επιείκειας στη γνωστή υπόθεση Hughes v. Metropolitan Railway [1877] 2 App. Cas. 439, εάν ένας συμβαλλόμενος οδηγεί τον άλλο στο να θεωρήσει ότι τα αυστηρά νομικά δικαιώματα του κάτω από τη σύμβαση δεν θα ασκηθούν ή θα ανασταλούν, στο πρόσωπο εκείνο, το οποίο υπό άλλες συνθήκες θα μπορούσε να τα ασκήσει, δεν θα επιτραπεί να τα ασκήσει εάν αυτό κρίνεται σαν άδικο, υπό το φως των όσων έλαβαν χώρα μεταξύ των συμβαλλομένων. Σε σχέση, λοιπόν, με αυτή την αρχή θα πρέπει να υπενθυμιστεί ότι εδώ δεν είναι οι ενάγοντες που είχαν οποιοδήποτε δικαίωμα τερματισμού και ωθήθηκαν στη μη άσκηση του. Κατ΄ ακρίβεια οι ενάγοντες δεν είχαν κανένα νομικό δικαίωμα το οποίο απέφυγαν να ασκήσουν. Είναι οι εναγόμενοι που είχαν το δικαίωμα και απέφυγαν να το ασκήσουν, παρά το ότι οι ενάγοντες, όπως οι ίδιοι δέχονται, τίποτε το συγκεκριμένο δεν τους πρόσφεραν και ενώ κάποιες υποσχέσεις περί νέας πρότασης έγκαιρα, νέας συνάντησης κλπ. δεν τηρούνταν. Νομιμότητα του τερματισμού σε συνάρτηση με την αντικειμενική ικανοποίηση των προυποθέσεων στον όρο 10 της Συμφωνίας. ΄Ομως το πιο σοβαρό πρόβλημα των εναγομένων, που συνδέεται μεν με την μη εμπρόθεσμη άσκηση του δικαιώματος τερματισμού αλλά και με το δεύτερο θέμα, του κατά πόσο δηλαδή ικανοποιούνταν οι συμβατικές προϋποθέσεις για την άσκηση του είναι το εξής: Οι εναγόμενοι σε κανένα στάδιο πριν από τις 31.3.03 και ακόμα πριν από τις 7.4.03 δεν είχαν στη διάθεση τους στατιστικά στοιχεία που να ικανοποιούσαν τον όρο 10 της Συμφωνίας και να τους έδιδαν το δικαίωμα τερματισμού. ΄Οπως η ίδια η εκπρόσωπος των εναγομένων Μ.Υ.1 T.James παραδέχθηκε, τα μόνα στοιχεία που είχαν διαθέσιμα ήσαν κάποιες τηλεφωνικές ενδείξεις από τον οίκο A.C.Nielsen και κάποια δημοσιεύματα στο Αγγλικό έντυπο "Trade Press" και σε Κυπριακή αγγλόφωνη εφημερίδα. ΄Οπως δε με ειλικρίνεια εξήγησε η ίδια μάρτυρας, για τον τερματισμό δεν βασίστηκαν ούτε και σε αυτά τα στοιχεία των εφημερίδων, αλλά κοίταξαν τις δικές τους κρατήσεις και την τάση της αγοράς. Ούτε ακόμα και στις 24.4.03 που απεστέλλετο η επιστολή τερματισμού, είχαν οι εναγόμενοι στη διάθεση τους συγκεκριμένα στατιστικά στοιχεία. Ενώ στην ίδια την επιστολή τους επικαλούνται ανεξάρτητες στατιστικές του οίκου Nielsen, στην αντεξέταση της η Μ.Υ.1 ερωτηθείσα αν βασίστηκαν στις εκθέσεις - τεκμήρια 10 και 10 Α του οίκου εκείνου, απάντησε πως δεν είχαν την έκθεση, αλλά «στατιστικές που είχαν κυκλοφορήσει και στην Αγγλία από την "Trade Press". Δεν μπορεί δε να παραμείνει απαρατήρητη και η εισήγηση ως προς το θέμα τούτο η η οποία έγινε από το συνήγορο των εναγομένων κατά την τελική του αγόρευση, και την οποία παρέθεσα προηγουμένως. ΄Οπως απερίφραστα και έντιμα υπέβαλε ο συνήγορος: «΄Ενεκα των πιο πάνω, πολύ ορθά οι εναγόμενοι περίμεναν, μετά την επιστολή των εναγόντων της 7.4.03, να πάρουν τα αναγκαία στοιχεία από την ανεξάρτητη έρευνα (τους A.C.Nielsen στην περίπτωση μας) και μετά νόμιμα να τερματίσουν τη συμφωνία. Εάν τερμάτιζαν είτε την 21.3.03 ή την 31.3.03, δεν θα είχαν καμιά δικαιολογία γιατί κατά τις ημερομηνίες αυτές δεν υπήρχαν τα αναγκαία στοιχεία που προνοεί το άρθρο 10 της μεταξύ τους συμφωνίας ...». (Οι υπογραμμίσεις είναι του Δικαστηρίου) Αυτή η αναγνωριστική δήλωση, η οποία υποστηρίζεται πλήρως και από την προαναφερθείσα μαρτυρία, είναι μοιραία για τους εναγόμενους για δύο λόγους: α. Διότι αναγνωρίζει ότι πριν από τις 24.4.03 οι εναγόμενοι δεν είχαν κανένα πραγματικό έρεισμα να τερματίσουν νόμιμα τη συμφωνία και σίγουρα όχι κατά ή πριν τις 31.3.03 που είχαν το δικαίωμα, και β. Διότι αυτή η πραγματικότητα καθιστά εν πάση περιπτώσει τελείως ακαδημαϊκό το όλο θέμα της συμπεριφοράς των εναγόντων σε συνάρτηση με τον μη τερματισμό από τους εναγόμενους μέχρι και την 31.3.03. Δηλαδή, το εάν οι ενάγοντες έδιδαν υποσχέσεις ή προέτρεπαν τους εναγομένους ή συμφωνούσαν με αυτούς να μη τερματίσουν οι εναγόμενοι τη συμφωνία, είναι στοιχείο τελείως άσχετο αφού καθ΄ όλο αυτό το διάστημα οι εναγόμενοι δεν ενομιμοποιούντο εν πάση περιπτώσει να τερματίσουν, λόγω της ανυπαρξίας των απαιτουμένων στοιχείων που προβλέπονταν στην Συμφωνία. Με δεδομένο ότι οι εναγόμενοι ούτε τερμάτισαν τη συμφωνία εντός της συμφωνηθείσας περιόδου, ούτε είχαν στοιχεία τα οποία να δικαιολογούσαν μια τέτοια ενέργεια, ο καθυστερημένος τρόπος τερματισμού που επεχείρησαν στις 24.4.03, ενόψει και των όσων έχω προαναφέρει ως προς τη σημασία της προθεσμίας μέχρι 31.3.03, ήταν αντισυμβατικός και παράνομος. Προσθέτω ακόμα ότι ενόψει των όσων έχω προαναφέρει ως προς στοιχεία που ήσαν διαθέσιμα στους εναγομένους, ούτε και όταν τερμάτιζαν με την επιστολή 24.4.03, αυτά ήσαν τέτοια που να ικανοποιούσαν τον όρο 10 της συμφωνίας. Ως προς τις δύο εκθέσεις με στατιστικά στοιχεία που κατατέθηκαν και σημειώθηκαν σαν τεκμήρια 10 και 10 Α, θα ήταν παράλειψη αν δεν παρατηρούσα τα εξής: Απογοητεύει πράγματι ο ελλειπής τρόπος με τον οποίο ένας διεθνώς γνωστός, σοβαρός οίκος ερευνών αγοράς ενήργησε, στη συγκεκριμένη τουλάχιστο περίπτωση. Το πρώτο αρνητικό στοιχείο είναι η παραδεδεγμένη απόδοση προφορικών - τηλεφωνικών στοιχείων προς πιθανό πελάτη για ένα σοβαρό θέμα που προφανώς τον απασχολούσε, χωρίς έτσι να υπάρχει η δυνατότητα απόδειξης των στοιχείων που δίδονται και χωρίς εμφανή επιφύλαξη ως προς την ακρίβεια τους. Το δεύτερο αρνητικό στοιχείο είναι το εμφανέστατο λάθος το οποίο αναγράφηκε στο ουσιαστικό περιεχόμενο της επίσημης πλέον έκθεσης που ετοιμάστηκε - Τεκμήριο 10. Ζητήθηκε από τον οίκο η συλλογή και παράθεση στοιχείων για κρατήσεις προς την Κύπρο μόνο. Στην 3η σελίδα της έκθεσης όπου περιγράφονται τα περιεχόμενα της, αναφέρεται ότι στον Πίνακα 1 παρατίθενται στοιχεία κρατήσεων μόνο για την Κύπρο (Cyprus only). (Ας σημειωθεί ότι 2η σελίδα αριθμημένη δεν υπάρχει). Και όμως στον Πίνακα 1 που βρίσκεται στη σελ.5 της ΄Εκθεσης παρετίθεντο στοιχεία τα οποία έκδηλα δεν θα μπορούσαν να αναφέρονται στην Κύπρο μόνο. Δίδεται για παράδειγμα για τις κρατήσεις για το μήνα Ιανουάριο 2003, ο αριθμός 1,465.203! Πρόκειται για ένα χονδροειδέστατο λάθος αφού εάν μόνο κατά τον Ιανουάριο και μόνο από το Ηνωμένο Βασίλειο, έφθαναν στην Κύπρο περιηγητές σε αριθμό περίπου διπλάσιο από τους κατοίκους, διερωτάται κάποιος που θα μπορούσαν να φιλοξενηθούν. Σχολιάζοντας αυτό το γεγονός η Μ.Υ.1 Τ.James, είπε πως όταν το εντόπισε, επικοινώνησε με τον οίκο Nielsen, εκπρόσωπος της οποίας της της είπε πως είχαν αντιληφθεί, ότι οι ζητούμενοι αριθμοί ήσαν για το σύνολο των κρατήσεων για όλη την Ευρώπη και όχι μόνο για την Κύπρο. Και διερωτάται κάποιος: εάν έτσι είχαν αντιληφθεί, τότε γιατί στην 1η σελίδα ανέγραψαν ότι τα παρατιθέμενα στοιχεία ήταν μόνο για την Κύπρο; Σημειώνεται ακόμα ότι ο εκπρόσωπος του οίκου Μ.Υ.2 R.Suddaby, ο οποίος κλήθηκε για να αποκαταστήσει τα σφάλματα, κατάθεσε ότι τα παρατεθέντα στοιχεία δεν ήσαν ούτε για την Κύπρο, αλλ΄ ούτε για όλη την Ευρώπη, και ότι αφορούσαν όλη τη Μεσόγειο. ΄Οπως και αν έχουν τα πράγματα, το θέμα είχε συνέχεια. Η κα James ζήτησε να ετοιμαστεί από τον ίδιο οίκο και να αποσταλεί αναθεωρημένη έκθεση που αυτή τη φορά να περιέχει τα σωστά στοιχεία που ενδιαφέρουν, δηλαδή για την Κυπριακή αγορά. Αποστάληκε έτσι και παρουσιάστηκε σαν τεκμήριο 10 Α αναθεωρημένη έκθεση. Αυτή η έκθεση ενώ αποτελείται από 4 σελίδες μαζί με το εξώφυλλο, παραδόξως όλες έχουν αρίθμηση σελίδας 1 από 1 (1 οf 1). Οι αριθμοί που παρατίθενται αυτή τη φορά στον Πίνακα για κρατήσεις του καλοκαιριού 2003 και συγκριτικά του 2002, φαίνονται λογικοφανείς. ΄Ομως την αποκατάσταση αυτής της λογικοφάνειας ανέτρεψε ή εσκίασε ένα άλλο γεγονός, ασυμβίβαστο με αυτό: ΄Οπως αναφέρεται στο 2ο φύλλο της ΄Εκθεσης όπου περιγράφονται τα περιεχόμενα της, στον Πίνακα 1 α (ενώ δεν υπάρχει άλλος Πίνακας) παρατίθενται στοιχεία για το καλοκαίρι του 2004 (summer 2004) και όχι για το 2002 και 2003 που είναι το ζητούμενο. Ο Μ.Υ.2 απέδωσε αυτή τη διαφοροποίηση σε λάθος. ΄Εδωσε κάποιες εξηγήσεις και γι΄ αυτό το λάθος όπως και για άλλες διαφοροποιήσεις κυρίως εμφανισιακές μεταξύ των δύο εκθέσεων αλλ΄ επέμενε ότι αυτό που έχει σημασία είναι το αποτέλεσμα που εμφανίζεται στην τελευταία σελίδα του Τεκμ. 10 Α και που είναι 100% ακριβές. Λυπούμαι να παρατηρήσω ότι δυστυχώς δεν μπορώ να συμμεριστώ αυτή τη βεβαιότητα του Μ.Υ.2 ως προς την ακρίβεια των τελικών στοιχείων. ΄Εχω την άποψη ότι μετά τη σειρά λαθών που έχουν εντοπισθεί στα δύο έγγραφα και μετά τη συνέχιση της σύγχυσης όταν ζητήθηκε διόρθωση για σκοπούς υποβολής στοιχείων σε εκδικάζον Δικαστήριο, θα έπρεπε να είχε ασκηθεί πολύ περισσότερη προσοχή. Και θα έπρεπε οι τελικά παρατιθέμενοι ξηροί αριθμοί να τεκμηριώνονταν πλέον με άλλα συνοδευτικά στοιχεία για να πείσουν ως προς την ακρίβεια και αξιοπιστία τους. Υπάρχει ακόμα και άλλο ένα τρωτό σημείο που αφορά στην αξία ή σχετικότητα που πρέπει να αποδοθεί στα στατιστικά αυτά στοιχεία: ΄Οπως αναφέρεται στον όρο 10 της επίδικης συμφωνίας, τα στατιστικά στοιχεία τα οποία θα έπρεπε να είχαν στη διάθεση τους οι εναγόμενοι στις 31.3.03, ρητά επρονοείτο ότι αφορούσαν περιεκτικές κρατήσεις περιηγήσεων από τη Μεγάλη Βρεττανία ή τη Δημοκρατία της Ιρλανδίας (Air inclusive tours departing from Great Britain or the Republic of Ireland). Παρά τούτο όμως, ρητά είναι που αναφέρεται και στις δύο Εκθέσεις - Τεκμήρια 10 και 10Α (φύλλο αρ. 3) ότι εκείνα που αθροίζονται με τις εκθέσεις αυτού του τύπου είναι οι κρατήσεις που έγιναν στο Ηνωμένο Βασίλειο και όχι μόνο από τη Μεγάλη Βρεττανία. Ακόμα ένα αρνητικό στοιχείο ως προς την αξία των προαναφερθεισών εκθέσεων, είναι και το εξής: ΄Οπως φαίνεται από το παρατεθέν προηγουμένως απόσπασμα του όρου 10 της συμφωνίας, τα διαθέσιμα στοιχεία θα έπρεπε να αφορούσαν σε κρατήσεις για "air inclusive tours". ΄Οπως εξήγησε η Μ.Υ.1 αυτός ο ορισμός αναφέρεται σε διακοπές στις οποίες περιλαμβάνεται και το αεροπορικό εισιτήριο. ΄Ομως, στην έκθεση, Τεκμήριο 10 αναφέρεται στη σελίδα "Travel Track Technical Appendix" ότι ο παρατιθέμενος πίνακας στοιχείων αναφέρεται στη Συνολική Αγορά (Total Market), óρος ο οποίος σημαίνει: "Total Market = Packages + Accommodation only + Ticket only". Παραδόξως, στην αντίστοιχη σελίδα του Τεκμ. 10 Α που έχει την ίδια επικεφαλίδα, αναφέρεται ότι ο παρατιθέμενος σε εκείνη την έκθεση Πίνακας αναφέρεται σε "Packages & Accommodation Only" και "Includes Multi type". Δεν αναφέρεται όμως σε "Total Market" η σελίδα αυτής της έκθεσης, παρόλον ότι η επικεφαλίδα στον Πίνακα στοιχείων αναφέρεται σε "Total Market". Υπό το φως όλων των πιο πάνω παρατηρήσεων, πιστεύω ότι κανένα Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να καταλήξει σε συμπέρασμα ότι με τα πιο πάνω στοιχεία αποδεικνύεται ικανοποιητικά η ύπαρξη εκείνων των στοιχείων που απαιτείτο να υπάρχουν με βάση τον όρο 10 και πολύ περισσότερο δεν αποδεικνύεται ικανοποιητικά ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο με βάση τον όρο εκείνο ή κατά την ημερομηνία τερματισμού από τους εναγόμενους, αυτοί είχαν διαθέσιμα στην κατοχή τους τέτοια στοιχεία. Επομένως η επιχειρηθείσα διακοπή της σύμβασης και η άρνηση ακολούθως των εναγομένων να εκπληρώσουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις, ισοδυναμούσαν με διάρρηξη της σύμβασης και ανάλογο είναι το εύρημα μου. Αποζημιώσεις Με την Απαίτηση τους οι ενάγοντες αξιούν την καταβολή δύο ειδών αποζημιώσεων: α. £110.000 σαν το ποσό που όφειλαν οι εναγόμενοι να καταβάλουν με βάση τη Συμφωνία. β. Αποζημίωση ύψους £25.000 για διεκδικούμενα διαφυγόντα κέρδη. Υπενθυμίζεται ότι το συνολικό ποσό το οποίο όφειλαν οι εναγόμενοι να καταβάλουν στους ενάγοντες με την επίδικη συμφωνία - Τεκμ.1 ήταν £110.000. Το ποσό εκείνο ήταν πληρωτέο σε 8 μηνιαίες δόσεις εκ £13.750 η καθε μια, της πρώτης πληρωτέας κατά την 1.1.03, της δεύτερης κατά την 1.4.03 και των επομένων κάθε πρώτη ημέρα επομένου μήνα μέχρι και την 1.10.03. Είναι κοινά παραδεκτό ότι οι εναγόμενοι δεν πλήρωσαν κανένα ποσό προς τους ενάγοντες μέχρι τον τερματισμό, ούτε και την πρώτη δόση η οποία ήταν πληρωτέα από την 1.1.03 , χωρίς προς τούτο καμμιά δικαιολογία ή εξήγηση. Ειδικότερα όσον αφορά αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης, το είδος των γενικών αποζημιώσεων στις οποίες δικαιούται το αναίτιο μέρος εξηγούνται από το νομοθέτη στο Α.73

(1)του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149. ΄Οπως εκεί προνοείται: «73
(1)Σε περίπτωση παράβασης της σύμβασης, ο συμβαλλόμενος που ζημιώνεται από την εν λόγω παράβαση έχει δικαίωμα αποζημίωσης από τον υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο για τη ζημιά ή απώλεια που υπέστη συνεπεία αυτής, η οποία προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση ή την οποία οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συνήπτετο η σύμβαση, ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της σύμβασης ...» Η βασική αυτή, νομοθετημένη αρχή, αναλύθηκε σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Αναφέρω για παράδειγμα την απόφαση του Εφετείου στη γνωστή υπόθεση Saab & another v. The Holy Monastery of Ayios Neophytos [1982] 1 C.L.R. 499, όπου επιβεβαιώθηκαν και τα εξής στις σελ. 519 και 520: «Οι αποζημιώσεις στοχεύουν στο να αποκαταστήσουν τον διάδικο στη θέση στην οποία θα ευρίσκετο, αν δεν επεσυνέβαινε η παράβαση ..........». ΄Οπως επιβεβαιώνεται και στο σύγγραμμα Chitty on Contracts 29th Edn. pg. 1428, γίνεται διάκριση μεταξύ αξίωσης για πληρωμή οφειλομένου ποσού (χρέους) και αξίωσης για αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας. ΄Ενα χρέος συνίσταται από συγκεκριμένο ποσό χρημάτων το οποίο καθορίζεται στη συμφωνία των μερών, σαν πληρωτέο από τον ένα συμβαλλόμενο προς τον άλλο, σε αντάλλαγμα της επιτέλεσης συγκεκριμένης υποχρέωσης ή επί τη πραγματώσει ενός γεγονότος ή όρου. Περαιτέρω, είναι δυνατό, επιπρόσθετα προς το οφειλόμενο ποσό, να αξιώνονται και αποζημιώσεις για προκληθείσα απώλεια (consequential loss), ενώ το καθήκον για μετριασμό της απώλειας συνήθως δεν εφαρμόζεται. Επανερχόμενος στα γεγονότα της παρούσας αγωγής, διαπιστώνεται ότι εάν οι εναγόμενοι εφάρμοζαν τις υποχρεώσεις τους με βάση τη συμφωνία, θα κατάβαλλαν στους ενάγοντες το συμφωνηθέν ποσό των £110.
  1. Αυτό είναι επομένως το ποσό το οποίο απώλεσαν οι ενάγοντες λόγω της διάρρηξης της σύμβασης. ΄Οπως περαιτέρω επιβεβαιώνεται από τις εξελγμένες Οικονομικές Καταστάσεις της ενάγουσας εταιρείας για τα έτη 2002 και 2003 (Τεκμ. 13 και 14) το εισόδημα της εταιρείας που προερχόταν από διαμονή πελατών μειώθηκε κατά το 2003 σε σχέση με εκείνο του 2002, κατά ένα ποσό της τάξης των £74.116 (£252.422 - 178.306). Μείωση επίσης υπήρξε και στο εισόδημα πωλήσεων εστιατορίου και ποτών κατά ένα ποσό της τάξης των £27.
  2. Αυτή η κάμψη θα μπορούσε βέβαια να είχε αποδοθεί σε μια γενικότερη κάμψη της αγοράς είτε λόγω του πολέμου στο Ιράκ είτε για άλλους λόγους. ΄Ομως αυτό το ενδεχόμενο δεν φαίνεται να τεκμηριώνεται, εφόσον, όπως δείχνουν τα επίσημα στατιστικά στοιχεία που ετοιμάστηκαν από τη Στατιστική Υπηρεσία του Υπουργείου Οικονομικών (Τεκμ.20) κατά το 2003 οι αφίξεις τουριστών από το Ηνωμένο Βασίλειο όχι μόνο δεν σημείωσαν μείωση, αλλ΄ αντίθετα σημείωσαν οριακή αύξηση 0,7% σε σύγκριση με το
  3. Επίσης, οι αφίξεις από την Ιρλανδία σημείωσαν άνοδο 8,7%. Σημειώνεται ακόμα ότι σύμφωνα με θετική μαρτυρία η οποία δόθηκε από πλευράς εναγόντων αμέσως μετά τον καθυστερημένο τερματισμό της συμφωνίας από την εναγομένη, οι ενάγοντες άρχισαν αμέσως έντονες διεργασίες μέσω τουριστικών πρακτόρων τηλεφωνικά και με γραπτά μηνύματα για να εξεύρουν εναλλακτικές πηγές κάλυψης του κενού που εδημιουργείτο (βλπ. π.χ. Τεκμ.9). ΄Οπως αναμενόταν βέβαια, μια τέτοια προσπάθεια της τελευταίας στιγμής δεν είχε ιδιαίτερα αποτελέσματα. Δεν θα μπορούσε να καταλογιστεί στους ενάγοντες απραξία ή αδράνεια στο καθήκον μείωση της ζημιάς που σίγουρα θα υφίσταντο. Το θέμα βέβαια κατά πόσο ο ενάγων επέδειξε ολιγωρία στο να λάβει λογικά μέτρα για περιορισμό της ζημιάς του, είναι θέμα πραγματικό και το βάρος της απόδειξης των γεγονότων εναποτίθεται στους ώμους της άλλης πλευράς η οποία βέβαια εδώ δεν το απόσεισε (βλπ. G. Charalambus Ltd. v. Kalos Kafes Ltd κ.α. [1997] 1 Α.Α.Δ. 199 Shearman v. Folland [1950] 1 All E.R. 976 κλπ.). Οι ενάγοντες διεκδικούν περαιτέρω και αποζημιώσεις για διαφυγόντα κέρδη ύψους £25.
  4. Δικαιολογούν ουσιαστικά αυτές τις αποζημιώσεις λέγοντας ότι πλην των εσόδων της διαμονής και συμφωνηθέντων ωφελημάτων, οι ενάγοντες είχαν και άλλα ουσιαστικά κέρδη από την χρησιμοποίηση από τους ενοίκους των διαμερισμάτων, υπηρεσιών εστιατορίου, πισίνας και κυρίως του μπαρ. Αυτού του είδους τα έσοδα ανέρχονταν σε £193.739 κατά το 2002 ενώ κατά το 2003 μειώθηκαν και αυτά, ανερχόμενα σε μόνο £166.
  5. Σχετικά προς τούτο είναι και τα αριθμητικά στοιχεία στις οικονομικές καταστάσεις - τεκμήρια 13 και
  6. Σε σχέση με αυτές τις αποζημιώσεις θα πρέπει να παρατηρήσω τα εξής: Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η μη άφιξη ενός σημαντικού αριθμού πελατών στα ξενοδοχειακά διαμερίσματα των εναγόντων σίγουρα θα είχε προκαλέσει σ΄ αυτούς μια ουσιαστική απώλεια εισοδήματος. Αυτό εξήγησε στην κατάθεση του ο Μ.Ε.1 και ο Μ.Ε.4, Σ. Σιόκουρος, λογιστής της εταιρείας. ΄Οπως όμως επίσης εξήγησε ο ίδιος μάρτυρας και τα δύο πιο πάνω ποσά αντιπροσωπεύουν όχι κέρδη, αλλά έσοδα / εισπράξεις. Από τα εισοδήματα αυτά για να μπορέσει κάποιος να βρει το κέρδος που θα απεκόμιζε ο επιχειρηματίας, θα έπρεπε να αφαιρέσει όλα τα πραγματικά και άλλα έξοδα με τα οποία θα επιβαρύνετο, όπως μισθούς, αξία εδεσμάτων, ποτών κλπ.. Δυστυχώς τέτοια μαρτυρία ως προς τέτοια θέματα για να μπορέσει κάποιος να προβεί σε υπολογισμούς και καθαρά κέρδη δεν δόθηκε. Επομένως, οποιοσδήποτε υπολογισμός του Δικαστηρίου θα ήταν υπ΄ αυτές τις συνθήκες αδύνατος, αυθαίρετος και ανεπίτρεπτος. Για τούτο, η διεκδίκηση για διαφυγόντα κέρδη δεν μπορεί παρά να απορριφθεί σαν μη ικανοποιητικά αποδειχθείσα. Τελικά, για τους πιο πάνω λόγους που εξήγησα προηγουμένως, εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων για το ποσό των £110.000.00 με νόμιμο τόκο. Οι υπόλοιπες θεραπείες απορρίπτονται. Επιδικάζονται επίσης υπέρ των εναγόντων τα έξοδα της αγωγής, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στην κλίμακα στην οποία εμπίπτει το ποσό της απόφασης και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)................................ Κ.Κληρίδης Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΚΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.