← Κύπρος

ΕΠΑΥΛΙΣ ΑΓΙΟΣ ΚΟΡΝΗΛΙΟΣ ΛΤΔ ν. Κυπριακή Δημοκρατία μέσω του Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 360/03, 10.07.2006

ΕΠΑΥΛΙΣ ΑΓΙΟΣ ΚΟΡΝΗΛΙΟΣ ΛΤΔ ν. Κυπριακή Δημοκρατία μέσω του Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 360/03, 10.07.2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2006:A31 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 360/03 Μεταξύ: ΕΠΑΥΛΙΣ ΑΓΙΟΣ ΚΟΡΝΗΛΙΟΣ ΛΤΔ, από το Δασάκι Άχνας Ενάγουσα και Κυπριακή Δημοκρατία μέσω του Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας Εναγόμενης Ημερομηνία: 10.07.2006 Εμφανίσεις: Για την ενάγουσα: Δρ. Α. Ποιητής Για την εναγόμενη: κα Φ. Αγαθαγγέλου για τον Γενικό Εισαγγελέα Α Π Ο Φ Α Σ Η Η ενάγουσα αξιοί από το Δικαστήριο Δήλωση ότι είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτης και /ή δικαιούχος των τεμαχίων 687, 688, 689, 690 και 743, Φ/ΣΧ. 32/54, τοποθεσία Λουβερά, Κοινότητα Άχνας της επαρχίας Αμμοχώστου και Διάταγμα που να διατάσσει τον Διευθυντή του Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου όπως εκδώσει πιστοποιητικά εγγραφής στο όνομα της ενάγουσας για τα πιο πάνω τεμάχια γης. Αναφέρω ότι στην οπισθογράφηση απαίτησης υπάρχει διαζευκτική αξίωση για αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας για την αγορά των πιο πάνω αναφερομένων κτημάτων από την ενάγουσα εταιρεία, αξίωση η οποία τελικά θεωρώ ότι έχει εγκαταλειφθεί από την ενάγουσα αφού δεν προσήχθη καμιά μαρτυρία σχετικά. Είναι η θέση της ενάγουσας όπως παρουσιάζεται μέσα από την έκθεση απαίτησης της ότι αγόρασε τα πιο πάνω τεμάχια γης αφού κατέβαλε στην εναγόμενη το συμφωνηθέν αντίτιμο και ενέγραψε επ' ονόματι της τους τίτλους ιδιοκτησίας. Οι τίτλοι απωλέσθησαν από την ενάγουσα λόγω της τουρκικής εισβολής του

  1. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι κατέχει τα επίδικα τεμάχια γης συνεχώς και αδιαφιλονίκητα από το 1973 μέχρι σήμερα, ότι δήλωσε τα τεμάχια γης ως δική της ιδιοκτησία στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου σύμφωνα με τον περί Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμο του 1984 χωρίς οποιοδήποτε πρόσωπο και /ή η εναγόμενη να προβεί σε οποιαδήποτε ένσταση και ότι παρά το γεγονός ότι αποτάθηκε επανειλημμένα στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου για να εκδοθεί επ' ονόματι της σχετικό πιστοποιητικό εγγραφής σύμφωνα με άρθρο 10 του πιο πάνω Νόμου δεν υπήρξε καμιά θετική ανταπόκριση από την εναγόμενη. Με την υπεράσπιση της η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι ουδέποτε πώλησε και /ή μεταβίβασε επ΄ ονόματι της ενάγουσας τα επίδικα τεμάχια γης, ότι ουδέποτε καταβλήθηκε οποιοδήποτε αντίτιμο, ουδέποτε εγγράφηκαν επ' ονόματι της ενάγουσας τα επίδικα τεμάχια, ούτε και εκδόθηκαν τίτλοι ξεχωριστοί αλλά ότι πάντα τα επίδικα τεμάχια παρέμειναν εγγεγραμμένα στο όνομα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Είναι περαιτέρω η θέση της ότι η ενάγουσα προέβηκε σε δήλωση στο Κτηματολόγιο σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου του 1984 στην οποία συμπεριέλαβε τεμάχια χαλίτικης γης η οποία μέχρι σήμερα εξακολουθεί να περιλαμβάνεται στις λίστες κρατικών και χαλίτικων γαιών. Παραδέχεται ότι η ενάγουσα κατέχει τα επίδικα τεμάχια γης αλλά ισχυρίζεται ότι διερευνάται υπόθεση επέμβασης στη γη και προς τούτο έχει ανοιχθεί σχετικός φάκελος. Είναι η θέση της ότι ζητήθηκε από την ενάγουσα εταιρεία να προσκομίσει στοιχεία που να δικαιολογούν και να αποδεικνύουν τους ισχυρισμούς τους αλλά μέχρι σήμερα κανένα τέτοιο στοιχείο δεν προσκομίστηκε. Αρνείται την αξίωση της ενάγουσας και αιτείται την απόρριψη της αγωγής. Η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Εκ μέρους της ενάγουσας έδωσε μαρτυρία ο Χρίστος Χ"Πασχάλης, διευθυντής της, ενώ για την πλευρά του Γενικού Εισαγγελέα έδωσε μαρτυρία ο Λειτουργός του Κτηματολογίου Αμμοχώστου, Δημήτρης Νεοφύτου. Κατατέθηκαν επίσης εκ συμφώνου αριθμός τεκμηρίων. Ως Τεκμήριο Α κατατέθηκε το επίσημο κτηματικό σχέδιο όπου τα επίδικα τεμάχια σημειώνονται με κίτρινο χρώμα. Το Τεκμήριο Β είναι επιστολή της ενάγουσας προς τον Διευθυντή του Κτηματολογίου ημερ. 08.06.00 στην οποία ζητά από τον Διευθυντή να επιληφθεί της υπόθεσης αναφέροντας τους ισχυρισμούς του. Το Τεκμήριο Γ είναι ο τύπος Ν 298 του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας που είναι η δήλωση στην οποία προέβη ο ΜΕ1 αναφορικά με την περιουσία του στην τουρκοκρατούμενη πλέον επαρχία Αμμοχώστου στα πλαίσια του Νόμου του
  2. Το Τεκμήριο Δ είναι αντίγραφο του καταλόγου κρατικών και χαλίτικων γαιών της επαρχίας Αμμοχώστου ημερ. 18.07.59 στις οποίες συμπεριλαμβάνονται τα επίδικα ακίνητα. Το Τεκμήριο Ε είναι επιστολή του Επαρχιακού Κτηματολογικού Αμμοχώστου προς την ενάγουσα ημερ. 28.05.02 στην οποία αναφέρεται ότι το αίτημα τους για εγγραφή τμημάτων κρατικής γης επ΄ ονόματι τους απορρίπτεται λόγω έλλειψης στοιχείων. Το Τεκμήριο ΣΤ είναι επιστολή του ΜΥ1 ημερ. 21.04.05 προς τον Διοικητή Βρετανικών Βάσεων Δεκέλειας στην οποία ζητούν από τις Βρετανικές Βάσεις να ελέγξουν κατά πόσο την περίοδο 1970-1974 έδωσαν την έγκριση τους για παραχώρηση της επίδικης χαλίτικης γης στην ενάγουσα. Το Τεκμήριο Ζ είναι η απάντηση του Διοικητή των Βάσεων στην εν λόγω επιστολή ημερ. 29.04.05 στην οποία αναφέρεται ότι ο ΜΕ1 είχε ζητήσει κάποια τεμάχια γης στα οποία κατ΄ αρχήν ο Διοικητής των Βάσεων δεν είχε αντίρρηση και έστειλε την υπόθεση πίσω στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου για τα περαιτέρω. Το Τεκμήριο Η είναι επιστολή του ΜΕ1 προς τον Διοικητή Βάσεων Δεκέλειας ημερ. 19.10.67 στην οποία ζητεί να του παραχωρηθούν κάποια από τα επίδικα τεμάχια, το Τεκμήριο Θ είναι η ίδια επιστολή στην αγγλική γλώσσα ενώ το Τεκμήριο Ι είναι το σχέδιο το οποίο είχε σταλεί μαζί με την επιστολή και στο οποίο φαίνονται τα κτήματα που ζητά. Σημειώνεται ότι με την εν λόγω επιστολή ο ΜΕ1 ζητά την παραχώρηση τριών τεμαχίων κρατικής γης. Το Τεκμήριο Κ είναι η επιστολή του Διοικητή των Βάσεων ημερ. 26.03.68 προς τον ΜΕ1 στην οποία αναφέρει ότι "κατ΄ αρχήν ουδεμία ένστασις υπάρχει εκ μέρους του γραφείου τούτου, δύνασθε τώρα όπως αποταθείτε στον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Αμμοχώστου προς τον οποίο αποστέλλω αντίγραφο δια τα περαιτέρω." Το Τεκμήριο Λ είναι η εγκύκλιος ημερ. 04.07.62 αναφορικά με τις αιτήσεις για παραχώρηση κρατικής γης τα οποία βρίσκονται στις περιοχές των Βάσεων Ακρωτηρίου και Δεκέλειας και το Τεκμήριο Μ είναι επιστολή ημερ. 18.05.62 προς τους Διοικητές Βάσεων Ακρωτηρίου και Δεκέλειας για το θέμα παραχώρησης κρατικής γης. Πολύ περιληπτικά, ήταν η μαρτυρία του ΜΕ1 ότι περί τα μέσα του 1973 αγόρασε τα επίδικα κρατικά κομμάτια γης τα οποία βρίσκονται πλησίον δικών του τεμαχίων γης στα οποία έχει ανεγείρει σφαγείο, μετά από προτροπή του τότε Έπαρχου Αμμοχώστου Δημήτρη Παντελίδη όταν αντιμετώπιζε ποινική δικαστική διαδικασία από το Συμβούλιο Άχνας με την κατηγορία ότι έκτισε παράνομα σε χαλίτικη γη. Πιστεύω ότι είναι ορθό να μεταφερθεί στο σημείο αυτό αυτούσια η μαρτυρία του ενάγοντα σε σχέση με το θέμα αυτό. "Χ"Πασχάλης: ...... πήγα στο Δικαστήριο και με είδε ο τότε Έπαρχος Αμμοχώστου Δημήτρης Παντελίδης. Του είπα την ιστορία, μου είπε έλα στο γραφείο μου υπέγραψα φόρμες, δεν ήξερα τι ήταν μου είπε να τα αγοράσεις .... Δρ. Ποιητής: Τα αγόρασες; Χ"Πασχάλης: Ναι. Δρ. Ποιητής: Πότε; Χ"Πασχάλης: Μέσα του
  3. Απόδειξη ότι τα αγόρασα είναι ότι υπάρχει άδεια για κτίσιμο. Δρ. Ποιητής: Πλήρωνες ενοίκιο; Χ"Πασχάλης: Όχι μάλιστα υπάρχουν μέσα δικοί μου ενοικιαστές που δεν πληρώνουν ενοίκιο. Ο τοίχος για τον οποίο με πήραν τότε Δικαστήριο είναι ακόμα σήμερα εκεί και στέκει. Δρ. Ποιητής: Πήγες στο Κτηματολόγιο για μεταβίβαση; Χ"Πασχάλης: Ναι. Και μάλιστα τα λεφτά που πλήρωσα για τούτα ήταν περισσότερα από εκείνα που πλήρωσα για τα καλά χωράφια........." Είναι δηλαδή η θέση του ΜΕ1 ότι αγόρασε τα επίδικα ακίνητα, υπογράφοντας κάποια έντυπα που δεν ήξερε τι ήταν κατόπιν προτροπής του τότε Έπαρχου Αμμοχώστου περί τα μέσα του 1973, ότι πήγε στο Κτηματολόγιο για να γίνει μεταβίβαση τους στο όνομα της ενάγουσας και ότι πλήρωσε χρήματα για την αγορά τους. Ήταν περαιτέρω η θέση του ότι μετά την εισβολή και αφού όλοι οι τίτλοι ιδιοκτησίας που είχε για όλη του την περιουσία στην Επαρχία Αμμοχώστου που είναι μεγάλη είχαν χαθεί, πήγε στο Κτηματολόγιο Αμμοχώστου στα πλαίσια του Νόμου του 1984 και δήλωσε όλα τα κτήματα του συμπεριλαμβανομένων και των επίδικων. Αντεξεταζόμενος ρωτήθηκε γιατί στην επίδικη δήλωση που έγινε στο Κτηματολόγιο Αμμοχώστου στα πλαίσια του Νόμου του 1984 (Τεκμήριο Γ) έχει δηλώσει μόνο τα τεμάχια 688 και 687 και μάλιστα όχι ολόκληρα αλλά μέρος αυτών και όχι όλα τα επίδικα τεμάχια που διεκδικεί και ήταν η θέση του ότι όταν πήγε να τα δηλώσει έβαλε μόνο τα δύο μεγάλα κομμάτια, τα μικρά δεν τα δήλωσε και όταν του υπεβλήθη ότι δεν ισχύει αυτό που αναφέρει γιατί και αναφορικά με τα δύο τεμάχια που έχει δηλώσει διεκδικεί μόνο μέρος και όχι ολόκληρο ήταν η θέση του ότι ο ίδιος δεν έχει προβεί σε τέτοια δήλωση, αυτά τα συμπλήρωσε ο υπάλληλος του Κτηματολογίου επειδή είχε πολύ κόσμο που περίμενε για να κάνει τη δήλωση του και όταν άρχισε να δηλώνει την περιουσία του του υπεδείχθη από τον υπάλληλο εκεί να δηλώσει μόνο τα μεγάλα κομμάτια. Μετά όμως είπε ότι δεν θυμόταν όλους τους αριθμούς των κτημάτων του δήλωσε όσα θυμόταν και για τα συγκεκριμένα ήταν τα κομμάτια για τα οποία τον πήραν στο Δικαστήριο γι΄ αυτό και τα θυμόταν. Ήταν η θέση του ότι τα επίδικα κομμάτια τα είχε αγοράσει, απόδειξη γι΄ αυτό είναι ότι ουδέποτε πλήρωσε ενοίκια, είπε ότι στα κομμάτια που αγόρασε υπήρχαν παράνομες διατρήσεις που τις χρησιμοποιούσαν όσοι διέμεναν γύρω από την έπαυλη και επέφεραν ζημιά στις φυτείες του γι΄ αυτό και τα αγόρασε αλλά και μετά συνέχιζαν να του κλέβουν νερό γι΄ αυτό τηλεφωνούσε στην Αστυνομία των Βάσεων και τους συνελάμβανε. Σε ερώτηση κατά πόσο θυμόταν αν είχε τους τίτλους ιδιοκτησίας για τα επίδικα τεμάχια στα χέρια του απάντησε ότι ούτε τους τίτλους των επιδίκων ούτε τους τίτλους της άλλης του περιουσίας δεν έχει, ήταν υποθηκευμένα στην Συνεργατική της Άχνας αλλά ούτε αυτοί έχουν τίτλους. Είπε όμως ότι θυμάται σίγουρα ότι πλήρωσε και μάλιστα ακριβά δεν θυμόταν όμως αν πλήρωσε ο ίδιος ή αν είχε στείλει κάποιον άλλο εκ μέρους του να πληρώσει. Δεν θυμόταν επίσης αν πήρε απόδειξη για πληρωμή, αν πήρε, έμεινε στο Βαρώσι. Ο ΜΥ1 ανέφερε ότι όσα γνωρίζει για την παρούσα υπόθεση είναι από τους φακέλους του τμήματος του οποίου εργάζεται, από τα όσα του έχουν αναφέρει οι συνάδελφοι του και από όσα τον έχει πληροφορήσει ο Διοικητής Βάσεων Δεκέλειας στον οποίο απεύθυνε επιστολή. Ανέφερε τη διαδικασία που ακολουθείτο αν κάποιος επιθυμούσε να αγοράσει χαλίτικο κομμάτι γης το οποίο να εμπίπτει εντός της δικαιοδοσίας των Βάσεων. Η διαδικασία είναι η ακόλουθη: Ο αιτητής αποτείνετο στο Διοικητή των Βρετανικών Βάσεων για εξασφάλιση της καταρχήν έγκρισης του (με επιστολή). Στη συνέχεια ο αιτητής παρουσίαζε την επιστολή στον οικείο Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό και κατέθεσε αίτηση με πληρωμή αναγκαίων κτηματολογικών δικαιωμάτων για επιτόπια έρευνα. Η αίτηση εξεταζόταν επιτόπου και αφού εξασφαλίζονταν οι απόψεις των αρμοδίων κυβερνητικών τμημάτων καθώς και της οικείας Χωριτικής Αρχής αποστέλλετο στο Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και αυτός τη διαβίβαζε με εισηγήσεις του στον Διοικητή των Βρετανικών Βάσεων για μελέτη. Μετά το τέλος της διαδικασίας και την εξασφάλιση της τελικής έγκρισης του Διοικητή των Βρετανικών Βάσεων η εγγραφή των παραχωρηθέντων τεμαχίων επ' ονόματι των νέων ιδιοκτητών γινόταν από το οικείο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο, εκδίδονταν οι νέοι τίτλοι και καταβαλλόταν η αξία της χαλίτικης γης που αγοραζόταν από τον ιδιώτη. Σημασία έχει σύμφωνα με το μάρτυρα ότι η τελική απόφαση έπρεπε να ληφθεί από το Διοικητή των Βάσεων ο οποίος μετά έστελλε πίσω την αίτηση στο Κτηματολόγιο για να γίνει η διαδικασία εγγραφής στο όνομα του αιτητή. Όταν η διαδικασία ολοκληρωνόταν ενημερωνόταν ο Διοικητής των Βάσεων. Στην συγκεκριμένη περίπτωση ήταν η θέση του μάρτυρα ότι όταν αποτάθηκε ο ΜΕ1 στο Κτηματολόγιο του ζητήθηκε να παρουσιάσει στοιχεία που να δικαιολογούν τους ισχυρισμούς του, δεν μπόρεσε να το κάνει και έτσι το αίτημα του απερρίφθη. Όταν η υπόθεση καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο ο ίδιος αποτάθηκε στο Διοικητή των Βάσεων όπου και κατάφερε να βρει κάποια στοιχεία. Σύμφωνα με αυτά, άρχισε η διαδικασία απόκτησης των επίδικων τεμαχίων από την ενάγουσα αλλά η διαδικασία δεν φαίνεται να ολοκληρώθηκε και ανέφερε ότι εξετάζεται από το Τμήμα θέμα παράνομης επέμβασης εκ μέρους της ενάγουσας. Αντεξεταζόμενος είπε ότι με τη θέσπιση του νόμου του 1984 πολλοί πρόσφυγες ή πρόσωπα που είχαν γη στη τουρκοκρατούμενη πλέον περιοχή μετέβησαν και δήλωσαν την περιουσία τους. Αν ένα κομμάτι ήταν διαφιλονικούμενο το τμήμα δεν προέβαινε σε οποιαδήποτε διαπίστωση παρά μόνο σημείωνε ότι το κτήμα ήταν διαφιλονικούμενο. Τα συγκεκριμένα ακίνητα δεν τα διεκδικεί κανένας άλλος εκτός από την ενάγουσα. Είπε ότι το 1973 η διαδικασία έκδοσης τίτλων δεν ήταν ιδιαίτερα χρονοβόρα, εξαρτάται από την περίπτωση. Είπε ότι τα επίδικα ακίνητα συμπεριλαμβάνονται ακόμη στους καταλόγους της Κυπριακής Δημοκρατίας ως χαλίτικα αναφέροντας ότι οι κατάλογοι αυτοί έγιναν το
  4. Ανέφερε επίσης ότι η ενάγουσα δεν πλήρωνε ενοίκιο για τα επίδικα ακίνητα σύμφωνα με τα αρχεία του τμήματος του διότι η ενοικίαση, αν έγινε, θα εγίνετο από τις Βρετανικές Βάσεις και όχι από το Κτηματολόγιο. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες ενόσω έδιναν μαρτυρία και η αξιολόγηση τους δεν παρουσιάζει καμιά δυσκολία. Ο ΜΕ1 έχει πέσει σε σημαντικές αντιφάσεις στα όσα έχει αναφέρει στο Δικαστήριο αναφορικά με πολύ βασικές πτυχές της αξίωσης του. Δεν έχει αναφέρει στο Δικαστήριο όλη την αλήθεια. Αν και παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο με έντονους ισχυρισμούς ότι απέκτησε τα εν λόγω ακίνητα, οι απαντήσεις του σε σημαντικά ερωτήματα ήταν αντιφατικές όπως και αντιφατικές ήταν μερικές από τις απαντήσεις του σε σχέση με τη γραπτή μαρτυρία που κατατέθηκε εκ συμφώνου. Ξεκινώ από το ότι η βασική θέση του μάρτυρα ήταν ότι δεν είναι ο ίδιος που σκέφτηκε να αγοράσει τα επίδικα τεμάχια αλλά έτσι τον συμβούλεψε ο τότε Έπαρχος Αμμοχώστου Δ. Παντελίδης δίδοντας του μάλιστα να υπογράψει κάποιες φόρμες που ο ίδιος δεν ήξερε τι ήταν. Τέτοια έγγραφα δεν κατατέθηκαν στο Δικαστήριο αλλά αντίθετα κατατέθηκαν τα Τεκμήρια Η, Θ, Ι που είναι επιστολές του ενάγοντα προς τον Διοικητή Βάσεων στα ελληνικά και αγγλικά μαζί με τοπογραφικό σχέδιο και φέρουν ημερομηνία το 1967, πολύ προγενέστερη από τη συνάντηση του ΜΕ1 με τον Παντελίδη η οποία ήταν περί το 1970 σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΕ1, και σίγουρα όχι φόρμες. Επίσης ενώ αρχικά ο ΜΕ1 επέμενε ότι αγόρασε τα επίδικα ακίνητα και μάλιστα σε τιμή πιο ακριβή από ότι αγόρασε τα τεμάχια που ανέκαθεν ήταν δικά του και μάλιστα ότι πήγε στο Κτηματολόγιο για μεταβίβαση μετά είπε ότι μπορεί να μην πλήρωσε ο ίδιος τα χρήματα στο Κτηματολόγιο αλλά να έστειλε κάποιον άλλο εκ μέρους του αλλά δεν θυμόταν ούτε ποιον ούτε πως πλήρωσε το ποσό της αξίας τους. Όσον αφορά τους τίτλους είπε ότι πήγε στο Κτηματολόγιο για μεταβίβαση κατά την κυρίως εξέταση του αλλά στην αντεξέταση του όταν ρωτήθηκε από την συνήγορο του εναγόμενου αν θυμόταν κατά πόσο είχε τους τίτλους στα χέρια του απάντησε "ούτε γι΄ αυτά αλλά ούτε για τα κατ΄ εσάς νόμιμα είχα τίτλους, μου είπαν ότι μπορεί να τα είχε η Συνεργατική της Άχνας που ήταν υποθηκευμένα αλλά ούτε η Άχνα δεν έχει τίτλους, δεν μου έβγαλαν τίτλους έπαιρνε χρόνο." Αναφέρω ότι στο Τεκμήριο Β που είναι δική του επιστολή προς τον Διευθυντή του Κτηματολογίου ο ΜΕ1 αναφέρει "....... σε κανένα από αυτά δεν έχω τίτλους ιδιοκτησίας ούτε μου εστάλησαν ποτέ εκτός μερικών που ήταν υποθηκευμένα στην Τράπεζα Κύπρου για κάποιο δάνειο μου." Υπάρχει επίσης διάσταση στην προφορική μαρτυρία του ΜΕ1 και την αξίωση του για τα 5 τεμάχια γης ενώ στο Τεκμήριο Γ που είναι η δήλωση που έκανε αναφέρει μόνο 2 τεμάχια από τα 5 και μάλιστα όχι ολόκληρα αλλά μέρος τους ενώ από τα Τεκμήρια Ζ, Η, Θ, Ι και Κ προκύπτει ότι το αίτημα που είχε υποβάλει στις Βάσεις ήταν για 3 τεμάχια. Ούτε η μαρτυρία του γιατί δεν συμπεριλήφθηκαν στο Τεκμήριο Γ όλα τα επίδικα τεμάχια είναι πειστική. Είπε ότι υπήρχε πολύς κόσμος εκείνη την ημέρα στο Κτηματολόγιο, ότι όταν άρχισε να αναφέρει τα κτήματα του που ήταν πολλά τον πίεσαν να συντομεύει, ενώ αναφέρει όλους τους αριθμούς τεμαχίων που ήταν κατά τον ίδιο δικής του ιδιοκτησίας ανέκαθεν αναφέρει μόνο 2 από τα 5 τεμάχια που διεκδικεί και μάλιστα όχι ολόκληρα αλλά μέρος αυτών αποδίδοντας το γεγονός αυτό στο ότι του είπε ο εκεί υπάλληλος γράψε μόνο τα μεγάλα αλλά εκ των υστέρων αποδείχτηκε ότι τα 2 τεμάχια που έχει δηλώσει δηλαδή το 593 και το 688 δεν τα είχε δηλώσει ολόκληρα αλλά μόνο μέρος. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, η όλη μαρτυρία του ΜΕ1 αναφορικά με τον τρόπο απόκτησης των επιδίκων τεμαχίων κατόπιν προτροπών του Παντελίδη και μάλιστα περί το έτος 1973 καταρρίπτεται πλήρως από τα Τεκμήρια Η, Θ και Ι όπου ο ΜΕ1 υποβάλλει αίτηση στον τότε Διοικητή Βάσεων Δεκέλειας για να του παραχωρηθούν 3 τεμάχια γης από τα 5 επίδικα. Ο ΜΥ1 μου έχει αφήσει θετική εντύπωση. Ήρθε στο Δικαστήριο να πει την αλήθεια χωρίς να αποκρύψει ότι κάποιες από τις διαδικασίες όπως και τα γεγονότα δεν τα γνωρίζει από προσωπική εμπειρία και ανάμιξη στην υπόθεση αλλά προκύπτουν από τα όσα του έχουν αναφέρει είτε άλλοι συνάδελφοι του είτε οι αρμόδιοι λειτουργοί των Βάσεων με τους οποίους και είχε επικοινωνήσει. Η μαρτυρία του σε ότι αφορά τη διαδικασία που ακολουθείτο τότε όταν κάποιος ήθελε να αποκτήσει κρατική γη έμεινε αναντίλεκτη αφού δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του. Δέχτηκε ότι με το αίτημα του ΜΕ1 δεν έγινε η πιο ενδεδειγμένη έρευνα και ότι η έρευνα συμπληρώθηκε με στοιχεία των Βάσεων όταν η υπόθεση κατέληξε στο Δικαστήριο δικαιολογώντας όμως το γιατί αφού ανέφερε ότι ο ΜΕ1 δεν κατείχε κανένα στοιχείο για να βοηθήσει την υπόθεση. Το γεγονός ότι δέχτηκε ότι πολύς κόσμος πήγαινε και δήλωνε τα κτήματα του στην τουρκοκρατούμενη περιοχή μετά την θέσπιση του Νόμου του 1984 δεν υποστηρίζει ούτε δικαιολογεί τη θέση του ΜΕ1 για τις παραλείψεις του αναφορικά με τις δηλώσεις στο Τεκμήριο Γ. Ήταν η θέση του ότι μέχρι το 1973 η διαδικασία έκδοσης τίτλων δεν ήταν ιδιαίτερα χρονοβόρα και είπε ότι σε διάστημα 12 μέχρι 24 μηνών μπορούσε να εκδοθεί τίτλος ανάλογα και με την δυσκολία της υπόθεσης. Θεωρώ ότι η μαρτυρία του είναι αληθής και ότι ο μάρτυρας δεν είχε κανένα λόγο ούτε και κίνητρο να αναφέρει στο Δικαστήριο γεγονότα που να μην ανταποκρίνονται στην αλήθεια. Επίσης ο μάρτυρας με ευθύτητα παραδέχτηκε ότι η πρώτη έρευνα που έκανε το Κτηματολόγιο με βάση το αίτημα του ΜΕ1 χωρίς να εκκρεμεί η δικαστική αγωγή δεν ήταν ίσως πλήρως ολοκληρωμένη αλλά με τη δικαστική αγωγή προέβη στη δέουσα έρευνα. Με βάση τα πιο πάνω και την αξιολόγηση των μαρτύρων τα ευρήματα του Δικαστηρίου είναι ως ακολούθως. Ο ΜΕ1 εκ μέρους της ενάγουσας υπέβαλε στις 19.10.1967 αίτημα στον τότε Διοικητή των Βάσεων για να του παραχωρηθούν 3 τεμάχια κρατικής γης ως αυτά φαίνονται στο Τεκμήριο Ι, σύμφωνα με τη διαδικασία που ακολουθείτο για παρόμοια αιτήματα τότε. Ο λόγος ήταν ότι η ενάγουσα εταιρεία επιθυμούσε να ανεγείρει σφαγείο σε τεμάχια που κατείχε στο χωριό Άχνα για τα οποία είχε υποβάλει σχέδια στο Υπουργείο Γεωργίας. Στις 26.03.1968 ο τότε Διοικητής των Βάσεων με την επιστολή του Τεκμήριο Κ πληροφορεί τον ΜΕ1 ότι κατ΄ αρχήν δεν υπάρχει ένσταση στο αίτημα του και τον παραπέμπει στον Αρμόδιο Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Αμμοχώστου για τα περαιτέρω. Περί το 1969 ή 1970 το Συμβούλιο Βελτιώσεως Άχνας κατέθεσε ποινική υπόθεση εναντίον της ενάγουσας εταιρείας για παράνομη επέμβαση και ζητούσαν κατεδάφιση μέρος τοίχου του σφαγείου ο οποίος είχε κτιστεί σε κρατική γη. Η ποινική υπόθεση αποσύρθηκε, η ενάγουσα εταιρεία συνέχιζε να χρησιμοποιεί τα επίδικα τεμάχια γης τα οποία συμπεριλαμβάνονται στις λίστες των κρατικών γαιών για την επαρχία Αμμοχώστου όπως αυτές ήταν το
  5. Η διαδικασία παραχώρησης των τεμαχίων που αιτήθηκε η ενάγουσα δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Εν τω μεταξύ μεσολάβησε η τουρκική εισβολή με όλες τις γνωστές συνέπειες της. Θεσπίστηκε ο Νόμος 44/1984 με τον οποίο καλούνταν όλοι οι ιδιοκτήτες ακίνητης περιουσίας που βρισκόταν πλέον στα κατεχόμενα να την δηλώσουν. Ο ΜΕ1 εκ μέρους της ενάγουσας εταιρείας προέβηκε σε κάποιες δηλώσεις συμπεριλαμβάνοντας σε αυτές του τις δηλώσεις δύο από τα επίδικα ακίνητα και μάλιστα όχι ολόκληρα αλλά μέρος τους. Κατόπιν απέστειλε επιστολή στο Διευθυντή Κτηματολογίου ζητώντας να μεταβιβαστούν τα επίδικα τεμάχια στην ενάγουσα, επιστολή η οποία απορρίφθηκε αφού το Κτηματολόγιο δεν είχε στοιχεία που να δικαιολογούσαν το αίτημα ούτε ο ΜΕ1 μπόρεσε να προσφέρει κανένα στοιχείο προς υποστήριξη των ισχυρισμών του. Ακολούθως η ενάγουσα εταιρεία καταχώρησε την παρούσα αγωγή συνεπεία της οποίας Λειτουργός του Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου επικοινώνησε με τις Βάσεις Δεκέλειας αφού τα επίδικα τεμάχια κρατικής γης βρίσκονται στη δικαιοδοσία των Βάσεων Δεκέλειας όπου και προέκυψε το όλο ιστορικό της υπόθεσης. Σε μια αστική υπόθεση ο ενάγοντας φέρει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του. Το μέτρο είναι αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Επίσης αποτελεί πάγια νομολογημένη αρχή ότι τα δικόγραφα συνιστούν το θεμέλιο της δίκης και αποτελούν το αποκλειστικό μέσο για τον προσδιορισμών των επιδίκων θεμάτων. Η δίκη δρομολογείται όπως επιγραμματικά ανέφερε ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Βασιλειάδης στην υπόθεση Homeros Th. Kourtis and Others v. Panos K. Iasonides

(1970)1 C.L.R. 182 κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία και η δίκη διατρέχει την ίδια πορεία όπως και το τρένο κατά μήκος των προκαθορισμένων γραμμών της διαδρομής (σχετική είναι επίσης η υπόθεσης Christakis Loucaides v. C. D. Hay & Sons Ltd
(1971)1 C.L.R. 134). Οι πιο πάνω αρχές επιβεβαιώθηκαν και στην υπόθεση Γεώργιος Παπαγεωργίου ν. Λούη Κλάππα (Investments Services Ltd)
(1991)1 Α.Α.Δ. 24 όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 28: "Οι αρχές του δικονομικού δικαίου περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση όπου υπάρχει. Ο επακριβής προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων συναρτάται άμεσα με το αντιπαραθετικό σύστημα δίκης που ισχύει στο δικαιϊκό μας σύστημα και απόρροια της φυσικής δικαιοσύνης που επιβάλλει τη διασφάλιση του δικαιώματος διαδίκου για ουσιαστική ευκαιρία απάντησης στις θέσεις και ισχυρισμούς του αντιδίκου του." Η δικογραφημένη θέση της ενάγουσας είναι ότι κατά ή περί το έτος 1973 κατόπιν συμφωνία με την εναγόμενη αγόρασε από αυτή τα επίδικα τεμάχια γης αφού κατέβαλε στην εναγόμενη το συμφωνηθέν αντίτιμο και ενέγραψε επ' ονόματι της τους τίτλους ιδιοκτησίας αυτών οι οποίοι απωλέσθησαν από την ενάγουσα λόγω γης τουρκικής εισβολής του 1974. Από όλη τη μαρτυρία που έχει φανεί πιο πάνω αυτοί οι ισχυρισμοί δεν έχουν αποδειχθεί αφού ο ΜΕ1 ανέφερε τελικά ότι ουδέποτε απέκτησε τίτλους των επίδικων τεμαχίων. Περαιτέρω έχει αποδειχθεί ότι το αίτημα της ενάγουσας εταιρείας υπεβλήθη το 1967 και ήταν μόνο για 3 από τα 5 επίδικα τεμάχια αλλά όπως φάνηκε η διαδικασία ουδέποτε δεν ολοκληρώθηκε και ουδέποτε τα εν λόγω τεμάχια μεταβιβάστηκαν στο όνομα της ενάγουσας εταιρείας. Περαιτέρω ενώ στην έκθεση απαίτησης της η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι δήλωσε τα τεμάχια γης στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου στα πλαίσια του Νόμου του 1984 από το Τεκμήριο Γ προκύπτει ότι δήλωσε μόνο μέρος για 2 από τα επίδικα. Η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της ενάγουσας ήταν ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει την υπεράσπιση της εναγόμενης επειδή δεν συνάδει με το δικόγραφο της. Για να καταλήξει όμως το Δικαστήριο να εξετάσει την υπεράσπιση της εναγόμενης θα έπρεπε προηγουμένως να ικανοποιηθεί ότι η ενάγουσα απέδειξε τους ισχυρισμούς της. Κάτι τέτοιο δεν έγινε και μάλιστα είναι οι ισχυρισμοί της ενάγουσας όπως έχουν τεθεί μέσα από τη μαρτυρία του ΜΕ1 που είναι αντίθετη με τα δικόγραφα του. Ενόψει των ανωτέρω η αξίωση του ενάγοντα είναι καταδικασμένη σε αποτυχία και απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα η συνήθης διαταγή είναι ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα. Όμως όπως είναι γνωστό η επιδίκαση εξόδων είναι θέμα της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου η οποία ασκείται δικαστικά. Παραπέμπω σχετικά στο άρθρο 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου το οποίο προνοεί τα εξής: "Τα έξοδα οιασδήποτε πολιτικής διαδικασίας ή τα σχετιζόμενα προς αυτή, ενώπιον οιουδήποτε Δικαστηρίου, εκτός αν άλλως προβλέπεται υπό οιουδήποτε εκάστοτε ισχύοντος Νόμου ή δευτερογενούς νομοθεσίας, θα τελούν υπό τη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο θα έχει πλήρη εξουσία να αποφασίζει υπό τίνος κατά τίνα έκταση τα τοιαύτα έξοδα θα πληρωθούσι". Στην υπόθεση Φιλίππου ν. Φιλίππου
(1990)1 Α.Α.Δ. 890 το Ανώτατο Δικαστήριο υπογράμμισε ότι συνήθως τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της δίκης εκτός αν το Δικαστήριο ενασκώντας τη διακριτική του εξουσία και με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης κρίνει διαφορετικά. Η διακριτική όμως αυτή εξουσία πρέπει να ασκείται δικαστικά και κατά συνέπεια η άσκηση της υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο. Είναι παραδεκτό ότι τα πλείστα γεγονότα της παρούσα υπόθεσης έχουν προκύψει μετά την καταχώρηση της παρούσας αγωγής από την ενάγουσα οπόταν και οι Λειτουργοί του Κτηματολογίου απευθύνθηκαν στις Βάσεις Δεκέλειας από όπου και προέκυψαν τα πλείστα έγγραφα και στοιχεία. Υπάρχει δε η παραδοχή του ΜΥ1 ότι προηγουμένως τα αιτήματα της ενάγουσας απερρίφθησαν λόγω έλλειψης στοιχείων επειδή η ενάγουσα δεν τους προμήθευσε με οποιαδήποτε στοιχεία. Εάν το Κτηματολόγιο έκανε σωστή έρευνα από την αρχή μπορεί οι ενέργειες της ενάγουσας να ήταν διαφορετικές. Ενόψει αυτού του λόγου αποφασίζω ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια να μην επιδικάσω έξοδα υπέρ της εναγόμενης. Η αγωγή απορρίπτεται. Καμιά διαταγή για έξοδα. (Υπ.) .............................................. Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΧ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.