← Κύπρος

Christakis Giovanis Co Ltd κ.α. ν. Μιχαήλ Μαννούρης κ.α., Αρ.αγωγής 795/06, 14 Ιουλίου 2006

Christakis Giovanis Co Ltd κ.α. ν. Μιχαήλ Μαννούρης κ.α., Αρ.αγωγής 795/06, 14 Ιουλίου 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2006:A32 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΗ ΛΑΡΝΑΚΑ Αρ.αγωγής 795/06 Ενώπιον: Κ.Κληρίδη, Π.Ε.Δ. Μεταξύ:

  1. Christakis Giovanis & Co Ltd από το Παραλίμνι
  2. Giovani Developers Ltd από το Παραλίμνι Ενάγουσες και
  3. Μιχαήλ Μαννούρης, από Ορόκλινη
  4. Charlotte Μαννούρης, από Ορόκλινη Εναγομένων Ημερ..: 14 Ιουλίου
  5. Αίτηση ημερ. 15.3.06 . Προσωρινό Διάταγμα Για τις ενάγουσες - αιτήτριες εταιρείες: κος Κ. Νικολαϊδης. Για τους εναγόμενους - καθ΄ ων η αίτηση: κα Μ. Κωνσταντίνου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι συναλλαγές τις οποίες είχαν οι εναγόμενοι με τις ενάγουσες εταιρείες αναπτύξεως γης σχετικά με την αγορά εξοχικών κατοικιών, οδήγησαν τελικά σε έντονες μεταξύ τους αντιπαραθέσεις και διαφορές. Οι εναγόμενοι, οι οποίοι είναι ζεύγος, αισθανόμενοι ιδιαίτερα έντονα από κάποιες πράξεις ή παραλείψεις των εναγουσών, αποδύθηκαν στη δημοσίευση με διάφορους τρόπους στοιχείων και σχολίων που αφορούν τις επαγγελματικές δραστηριότητες των δεύτερων. Οι ενάγουσες θεωρούν το περιεχόμενο των δημοσιεύσεων αυτών σαν δυσφημιστικό και /ή ζημιογόνο για τις ίδιες και τις δραστηριότητες τους και καταχώρησαν εναντίον των εναγομένων την παρούσα αγωγή. Με την αγωγή τους οι ενάγουσες αξιώνουν την καταβολή σ΄ αυτές αποζημιώσεων για δυσφήμιση και / ή ζημιογόνες ψευδολογίες καθώς και διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στους εναγόμενους να προβαίνουν στη διάδοση δυσφημιστικού για τις ίδιες υλικού με διάφορους τρόπους. Ταυτόχρονα με την καταχώρηση της αγωγής, οι ενάγουσες με σχετική μονομερή αίτηση τους ζήτησαν και εξασφάλισαν την έκδοση προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος, με το οποίοι οι εναγόμενοι 1 και 2 προσωπικά ή μέσω υπηρετών ή αντιπροσώπων τους εμποδίζονται από του να: «...... με οποιοδήποτε τρόπο δυσφημούν δι΄ επιστολών και/ή δια φυλλαδίων και/ή προφορικά και/ή μέσω του διαδικτύου την ενάγουσα για αναξιοπιστία, κακοτεχνίες στις ανεγειρόμενες από αυτούς οικοδομές και καθυστερήσεις στη συμπλήρωση και παράδοση των πωλουμένων υποστατικών ...». Μετά την επίδοση σ΄ αυτούς του παρεμπίπτοντος διατάγματος, οι εναγόμενοι υπέβαλαν ένσταση στη συνέχιση της ισχύος του και η ενδιάμεση διαδικασία οδηγήθηκε σε ακρόαση. Η αίτηση των εναγουσών εταιρειών υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του διευθυντή τους κ.Χρ.Τζιοβάννη. Σύμφωνα με τον ομνύοντα, οι ενάγουσες εταιρείες απασχολούν πέραν των 200 υπαλλήλων και έχουν ετήσιο κύκλο εργασιών πέραν των £23.000.
  6. Περί τις 7.2.03 οι εναγόμενοι αγόρασαν δύο κατοικίες στο συγκρότημα THEKLA PHASE ΙΙ στη Σωτήρα δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου. Κατά τον Ιούλιο 2004, οι ίδιοι επέδειξαν ενδιαφέρον για την αγορά άλλων 9 κατοικιών σε δύο άλλα συγκροτήματα, πληρώνοντας σαν προκαταβολή ποσό £1.000 για την καθε μια. ΄Ομως αργότερα, οι εναγόμενοι παρέλειψαν ή αρνήθηκαν να υπογράψουν συμβόλαια γι΄ αυτές τις αγορές και/ή να καταβάλουν οποιοδήποτε ποσό έναντι της αγοράς, όταν κλήθηκαν προς τούτο, ενώ σε μεταγενέστερο στάδιο επιστράφηκε σ΄ αυτούς το ποσό της προκαταβολής. Μετά τη μη υλοποίηση της δεύτερης αυτής αγοράς και για λόγους ισχυριζομένης καθυστέρησης εκ μέρους των εναγουσών για επιδιόρθωση διάφορων ισχυριζομένων κακοτεχνιών ή παραλείψεων, οι εναγόμενοι κακόβουλα άρχισαν μια εκστρατεία κατασυκοφάντησης των εναγουσών με αποστολή επιστολών, εκτύπωση, δημοσιοποίηση και κυκλοφορία δυσφημιστικού φυλλαδίου ημερ. 12.3.06, στην περιοχή Αμμοχώστου καθώς επίσης και μέσω του διαδικτύου με τη δημιουργία ιστοσελίδας με τον τίτλο "Bad Builders in Cyprus". Ενώ δε γνώριζαν και γνωρίζουν ότι οι ισχυρισμοί τους είναι αναληθείς, συκοφαντικοί και ζημιογόνοι, τους πρόβαλαν και τους προβάλλουν δημόσια με στόχο να πλήξουν το κύρος, τη φήμη και την αξιοπιστία των εναγουσών. Προκαλούν έτσι τεράστια και ανεπανόρθωτη ζημιά στις ενάγουσες, ενώ με επιστολή τους ημερ. 7.3.06 προειδοποίησαν τις ενάγουσες ότι για δύο συνεχή χρόνια θα συνεχίζουν να τις δυσφημούν ούτως ώστε να μην αγοράσει κανένας άλλος περιουσία απ΄ αυτές. Η ΄Ενσταση των εναγομένων εγείρει 11 συνολικά λόγους ΄Ενστασης, τους ακόλουθους: «
  7. Η αίτηση έχει ως βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου.
  8. Δεν αναφύεται η δικαιοδοσία του δικαστηρίου για την έκδοση του εν λόγω διατάγματος. Ουδεμία αναφορά γίνεται στο συγκεκριμένο άρθρο του Νόμου για την έκδοση διατάγματος ex-parte.
  9. Oι ενάγοντες απέκρυψαν από το Δικαστήριο ουσιαστικά γεγονότα τα οποία ενδεχομένως να επηρέαζαν την κρίση του Δικαστηρίου κατά την έκδοση του Διατάγματος. α) Οι ενάγοντες απέκρυψαν ότι η συγκεκριμένη ιστοσελίδα είναι εγγεγραμμένη στο Ηνωμένο Βασίλειο και ότι δημιουργήθηκε τον Ιούλιο του
  10. β) Οι ενάγοντες απέκρυψαν ότι έλαβαν γνώση για την ύπαρξη της συγκεκριμένης ιστοσελίδας τουλάχιστον από τον Μάϊο του
  11. γ) Απέκρυψαν από το Σεβαστό Δικαστήριο ότι θα προέβαιναν οι ίδιοι σε σχετική ανακοίνωση έκδοση με τίτλο "Press Release" για να υπερασπιστούν τους εαυτούς τους, παρέχοντας έτσι στον εαυτό τους ειδική συγκεκριμένη θεραπεία.
  12. Δεν ικανοποίησαν το κατεπείγον της υπόθεσης για υποβολή της αίτησης ex-parte.
  13. Δεν δικαιολόγησαν τους λόγους καθυστέρησης υποβολής της αίτησης τους από τον Ιούλιο 2004 ή τουλάχιστον από τον Μάϊο 2005 μέχρι τις 15 Μαρτίου 2006 και η καθυστέρηση υποβολής της αίτησης για ενδιάμεση θεραπεία είναι θνησιγενής.
  14. Δεν ικανοποίησαν τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου. Ιδιαίτερα την Τρίτη προϋπόθεση για την παροχή θεραπείας σε μεταγενέστερο στάδιο υπό μορφή αποζημιώσεων σε περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι οι Ενάγοντες θα δικαιούνται σε αποζημιώσεις.
  15. Γενικώς η αίτηση είναι ανυπόστατη από νομικής πλευράς.
  16. Τα γεγονότα τα οποία υποστηρίζουν την αίτηση δεν δικαιολογούσαν την παροχή ενδιάμεσης θεραπείας και περαιτέρω δεν δικαιολογούσαν την παροχή ενδιάμεσης θεραπείας σε αρτε ηση.
  17. Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί της παρούσας υπόθεσης και περαιτέρω στερείται δικαιοδοσίας για την έκδοση του παρόντος διατάγματος.
  18. Περαιτέρω, το ενδιάμεσο αυτό διάταγμα παραβιάζει το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου ως αυτό κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα της Δημοκρατίας και την Ευρωπαϊκή Συνθήκη Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και ουδόλως συντρέχουν οι απαραίτητες προϋποθέσεις για την έκδοση του και κατ΄ επέκταση την οριστικοποίηση του.
  19. Το διάταγμα ως έχει εκδοθεί υπόκειται σε ακύρωση και/ή είναι άκυρο και ως εκ τούτου δεν δύναται να καταστεί απόλυτο.» Η ΄Ενσταση των εναγομένων υποστηρίζεται από δύο ενόρκους δηλώσεις, μια από κάθε εναγόμενο. Στη δική του ένορκη δήλωση ο εναγόμενος 1 Μιχαήλ Μαννούρης παραθέτει σε έκταση διάφορα γεγονότα που αφορούν στις προηγηθείσες συναλλαγές μεταξύ των διαδίκων. Τα κύρια σημεία της συνοψίζονται στα ακόλουθα: Δεν είναι οι εναγόμενοι που παρέλειψαν ή αρνήθηκαν να υπογράψουν συμβόλαια για τις 10 άλλες κατοικίες. Οι εναγόμενοι ζήτησαν και με επιστολή ημερ. 28.4.04 να υπογράψουν συμβόλαια για να τα καταθέσουν στο Κτηματολόγιο ενώ προηγουμένως, χωρίς καν να υπογραφούν συμβόλαια, οι ενάγοντες αρ.1 τους ζήτησαν να προβούν σε περαιτέρω πληρωμές. Τελικά η προφορική συμφωνία για την αγορά των 10 κατοικιών ακυρώθηκε και οι προκαταβολές που πληρώθηκαν επιστράφηκαν στους εναγόμενους. Σύμφωνα με τον εναγόμενο 1 οι ενάγουσες ήταν που διέρρηξαν τη συμφωνία αγοράς των 10 κατοικιών γι΄ αυτό και οι εναγόμενοι δικαιούνται σε αποζημιώσεις και έδωσαν οδηγίες στους δικηγόρους τους για καταχώρηση αγωγής. Αυτό όμως το θέμα είναι άσχετο, διότι ουδέποτε οι εναγόμενοι είχαν την πρόθεση να δυσφημίσουν κακόβουλα οποιονδήποτε, ενώ απλά ενδιαφέρονται να αποτρέψουν την πιθανότητα να περάσουν και άλλοι αθώοι άνθρωποι τη δική τους εμπειρία, ενημερώνοντας το κοινό σχετικά. Ως προς την πρώτη οικία που αγοράστηκε στο όνομα του, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η ημερομηνία παράδοσης της με βάση τη γραπτή συμφωνία που υπόγραψε στις 4.2.03, ήταν η 31.10.03, και είχε καταβάλει γι΄ αυτήν προκαταβολή £2.
  20. ΄Ομως, κατά τον Φεβρουάριο 2004 περιήλθε στην αντίληψη του, ότι μόνο το ποσό των £2.500 ήταν διαθέσιμο στο λογαριασμό του στην Κύπρο (οι εναγόμενοι διέμεναν τότε στην Αγγλία), επειδή το υπόλοιπο αναλήφθηκε από την ενάγουσα 1 για την ισχυριζόμενη εργασία που έγινε στις κατοικίες. Κανένα από τα ποσά που καταβλήθηκαν δεν ανταποκρινόταν με την αντίστοιχη πρόοδο εργασιών των κατοικιών. Τον Απρίλιο 2004 οι ενάγουσες προσπάθησαν να πείσουν τους εναγόμενους να υπογράψουν νέα συμβόλαια στο όνομα της εταιρείας των εναγομένων με μεταγενέστερη ημερομηνία αποπεράτωσης, δηλαδή την 30.6.
  21. Τελικά η κατοικία παραδόθηκε 31.8.04 με αρκετά πράγματα λανθασμένα και σωρεία προβλημάτων και αποπερατώθηκε τον Οκτώβριο του 2005, ενώ στο ενδιάμεσο μάταια ζητούσαν οι εναγόμενοι από τις ενάγουσες να προβούν στις αναγκαίες επιδιορθώσεις. Ο ομνύων επισυνάπτει στην ένορκη του δήλωση διάφορα τεκμήρια σε σχέση με τους ισχυρισμούς του καθώς επίσης και αρκετές φωτογραφίες για να απεικονίσει κακοτεχνίες και ελλείψεις. Προσθέτει δε, ότι οι ενάγουσες, μετά που εξασφάλισαν το προσωρινό διάταγμα κυκλοφόρησαν έγγραφο με τίτλο "Press Release" που αφορούσε τους εναγόμενους 1 και 2, οι οποίοι θεωρώντας το άκρως δυσφημιστικό καταχώρησαν εναντίον των εναγουσών αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου. Στη δική της ένορκη δήλωση η εναγομένη αρ.2 Charlotte Μαννούρη, σύζυγος του εναγομένου 1, παραθέτει τους ίδιους περίπου ισχυρισμούς με εκείνους του εναγομένου 1, τους οποίους επαναλαμβάνει, επιβεβαιώνει και ενισχύει με τη δική της μαρτυρία. Κατά τη διεξαγωγή της ακρόασης της αίτησης, και οι δύο εναγόμενοι αντεξετάστηκαν επί μακρόν επί του περιεχομένου των ενόρκων τους δηλώσεων. Δεν θα παραθέσω εδώ σύνοψη των κύριων σημείων που προέκυψαν κατά την αντεξέταση, αλλά θα αναφερθώ σ΄ αυτά εκεί όπου αυτό κρίνεται σκόπιμο κατά την εξέταση επί μέρους θεμάτων που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα στο πλαίσιο της παρούσας παρεμπίπτουσας διαδικασίας. Κατά την αγόρευση του ο συνήγορος των εναγουσών αναφέρθηκε σε νομολογία η οποία σχετίζεται με περιπτώσεις δυσφήμισης και εξισορρόπησης της αναγκαιότητας για προστασία του ατόμου απ΄ αυτήν, χωρίς ανεπίτρεπτο περιορισμό του δικαιώματος ελευθερίας του λόγου και έκφρασης. Εισηγήθηκε ότι από το διαθέσιμο υλικό, διακριβώνεται η εκ πρώτης όψεως κακοβουλία των εναγομένων και η προώθηση ιδίων συμφερόντων παρά του δημοσίου συμφέροντος που επικαλούνται. Αυτό το οποίο επιδιώκουν οι ενάγουσες μέσω της παρούσας διαδικασίας, είναι να σταματήσουν με νόμιμα μέσα την εκστρατεία που ανάλαβαν οι εναγόμενοι για δυσφήμιση του ονόματος τους, αφού οι ίδιοι δηλώνουν ότι στην απουσία διατάγματος θα συνεχίσουν να προβαίνουν στις ίδιες δημοσιεύσεις. Περαιτέρω, ο ίδιος συνήγορος σχολίασε και απέρριψε ένα προς ένα τους λόγους ΄Ενστασης που προβλήθηκαν από τους εναγομένους και στους οποίους θα αναφερθώ λεπτομερώς αργότερα. Στη δική της αγόρευση, η συνήγορος των εναγομένων ανέλυσε σε έκταση τη σημασία η οποία θα πρέπει να αποδοθεί σε κάποια από τα κατατεθέντα τεκμήρια, από το περιεχόμενο των οποίων και καταδεικνύεται, κατά την εισήγηση της, η αλήθεια των βασικών ισχυρισμών των εναγομένων, τους οποίους οι ενάγουσες θεωρούν σαν δυσφημιστικούς. Περαιτέρω, όπως εισηγήθηκε, από κατατεθέντα τεκμήρια προκύπτει ότι οι εναγόμενοι λειτουργούσαν την προαναφερθείσα ιστοσελίδα τους από τον Ιούλιο 2004, οι ενάγοντες το γνώριζαν αυτό από τις 13.5.05 και κάλεσαν τους εναγόμενους να την αποσύρουν, πλην όμως κατέφυγαν στο Δικαστήριο μονομερώς ένα χρόνο αργότερα και χωρίς να αποκαλύψουν στο Δικαστήριο ότι γνώριζαν από τότε την ύπαρξη της. Η ίδια συνήγορος εισηγήθηκε ότι η παράλειψη των εναγόντων να συμπεριλάβουν στη νομική βάση της αίτησης τους και το Α.9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6 είναι μοιραία. ΄Οτι ακόμα, το λεκτικό του συντεταγμένου προσωρινού διατάγματος (drawn up order) καθιστά το διάταγμα άκυρο, καθότι όπως αναφέρει το εκδοθέν μονομερώς προσωρινό διάταγμα θα ίσχυε «μέχρι νεωτέρων διαταγών του Δικαστηρίου τούτου και ή μέχρι ακροάσεως και τελείας αποπερατώσεως της υπό του ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής...». Ως προς τις προϋποθέσεις ουσίας που πρέπει να ικανοποιούνται για έκδοση τέτοιας φύσεως διαταγμάτων, η συνήγορος εισηγήθηκε πως εδώ οποιανδήποτε ζημιά τυχόν υποστούν οι ενάγουσες, αυτή μπορεί να αποκατασταθεί με αποζημιώσεις. ΄Οτι ακόμα πολύ σπάνια μπορούν να εκδοθούν απαγορευτικά διατάγματα αυτού του τύπου, έστω ακόμα και αν πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που τίθενται από το Α.32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Νομική πτυχή της Αίτησης Θα ασχοληθώ στη συνέχεια με τη νομική πτυχή της αίτησης, παραθέτοντας τόσο τις γνωστές αρχές και προϋποθέσεις για έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων όσο και τις ειδικώτερες αρχές οι οποίες έχουν καθιερωθεί στις περιπτώσεις απαγορευτικών διαταγμάτων σε υποθέσεις δυσφήμισης. α. Γενικές αρχές έκδοσης παρεμπιπτόντων διαταγμάτων ΄Οπως είναι φανερό, εφαρμόζονται στην παρούσα διαδικασία οι προϋποθέσεις που τίθενται με το Α.32 του περί Δικαστηρίων Νόμου όπως αυτές έχουν επανειλημμένα αναλυθεί στη νομολογία (Βλ. μεταξύ άλλων Odysseos v. Pieris Estates Ltd [1976] 1 C.L.R. 38, Karydas Taxi v. Komodikis [1975] 1 C.L.R. 38, Louis Vuitton v. Δερμοσακ Λτδ κ.α. [1992] 1 (Β) Α.Α.Δ. 1453, Α/φοί Μυλωνά Α.Ε. κ.α. v. M.Avraamides & Co Ltd., Πολ.΄Εφεση 9824 ημερ. 21.9.98) Nemitsas Industries Ltd v. S. & S. Maritime Lines Ltd. and Others [1976] 1 C.L.R. 302, Constantinides v. Makriyiorghou & Another [1978] 1 C.L.R. 585, Papastratis v. Petrides [1979] 1 C.L.R. 231, M & M Transport v. Eteria Astikon Leoforion [1981] 1 C.L.R. 605, Jonitexo Ltd. v. Adidas [1984] 1 C.L.R.
  22. Tα κριτήρια και προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται σε αίτηση για διάταγμα στη βάση του Α.32 του Ν.14/60 μπορούν να συνοψιστούν στα ακόλουθα:
  23. Πρέπει να υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση κατά την δίκη.
  24. Να υπάρχει πιθανότητα ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία.
  25. Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το διάταγμα. Οι προϋποθέσεις για έκδοση διατάγματος με βάση το Α.32 του Νόμου 14/60 έχουν περαιτέρω επεξηγηθεί σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, μεταξύ των οποίων στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates & Others (ανωτέρω) και Πουργουρίδη ν. Θέμιδος Μέζου κ.α. [1994] 1 Α.Α.Δ.
  26. Η προϋπόθεση για ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη επεξηγήθηκε ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία, επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλής πιθανότητας επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο βαθμός απόδειξης που απαιτείται σε πολιτικές υποθέσεις. Απαιτείται από τον αιτητή να καταδείξει ότι έχει μια ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Η τρίτη προϋπόθεση, σύμφωνα με την οποία πρέπει να καταδειχθεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε υστερότερο στάδιο, εξετάζεται κυρίως υπό το φως του ερωτήματος κατά πόσο η απονομή αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία κάτω από τα γεγονότα κάθε υπόθεσης. Τελικά, όταν ληφθούν υπόψη όλοι οι ανωτέρω παράγοντες, το Δικαστήριο θα αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδώσει το διάταγμα. β. Ειδικότερες νομικές αρχές ως προς την έκδοση απαγορευτικών παρεμπιπτόντων διαταγμάτων σε υποθέσεις δυσφήμισης ΄Οπως συνάγεται από τη μελέτη της επί του θέματος νομολογίας και αυθεντιών, ισχύουν και εφαρμόζονται στις υποθέσεις δυσφήμισης, ιδιαίτερες και πιο αυστηρές αρχές ως προς την έκδοση ή μη παρεμπιπτόντων απαγορευτικών διαταγμάτων. Ο βασικός προς τούτο λόγος είναι προφανής και σχετίζεται βέβαια με την αναγκαιότητα διαφύλαξης και προστασίας του δικαιώματος της Ελευθερίας του Λόγου. Στην Κύπρο υπάρχει η κατοχύρωση η οποία παρέχεται από το Α.19

(1)
(2)του Συντάγματος της Δημοκρατίας, το οποίο προστατεύει το δικαίωμα ελευθερίας του λόγου και της καθ΄ οιονδήποτε τρόπο εκφράσεως και περιλαμβάνει την ελευθερία της γνώμης και της λήψης και μετάδοσης πληροφοριών και ιδεών άνευ επεμβάσεως οιασδήποτε δημόσιας αρχής. Και αυτό όμως, όπως πολλά άλλα συνταγματικά δικαιώματα, υπόκειται σε περιορισμούς. ΄Ενας απ΄ αυτούς τους περιορισμούς οι οποίοι ειδικά παρατίθενται στο εδάφιο 3 του Α.19 σαν επιτρεπτοί, είναι αυτός που θεωρείται αναγκαίος «προς προστασία της υπολήψεως ή των δικαιωμάτων άλλων». Η διστακτικότητα όμως και ιδιαίτερη φειδώ η οποία εκδηλώνεται από τα Δικαστήρια σε σχέση με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων απαγόρευσης δημοσίευσης δυσφήμισης, είναι έκδηλη μέσα από τη νομολογία και τις αυθεντίες. ΄Οπως εύστοχα εντοπίζεται και στο έγκυρο Αγγλικό σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander, 10th edn. para. 25.3, η δικαιοδοσíα έκδοσης παρεμπιπτóντων διαταγμάτων για αποτροπή δημοσíευσης δυσφημιστικών δηλώσεων, είναι από τη φύση του ένας πολύ ευαίσθητος τoμέας και πρέπει να ασκείται μόνο στις πιο ξεκάθαρες υποθέσεις (Coulson v. Coulson [1887] 3 T.L.R. 846). H διστακτικότητα έκδοσης τέτοιων διαταγμάτων είναι ριζωμένη στη σημασία η οποία αποδίδεται στο δικαίωμα ελευθερίας του λόγου. Για τούτο, τα Δικαστήρια εκδίδουν ενδιάμεσα διατάγματα μόνο εκεί όπου:
(1)η δήλωση είναι αναμφισβήτητα δυσφημιστική.
(2)δεν υπάρχει βάση να συμπεράνει κάποιος ότι η δήλωση μπορεί να είναι αληθής.
(3)δεν υπάρχει άλλη υπεράσπιση η οποία θα μπορούσε να επιτύχει.
(4)υπάρχει μαρτυρία ύπαρξης πρόθεσης επανάληψης ή δημοσίευσης της δυσφημιστικής δήλωσης. Ιδιαίτερα έντονη ήταν και η θέση του δικαστού Denning στην απόφαση στην υπόθεση Schering Chemicals Ltd v. Falkman Ltd and others [1981] 2 All E.R. 321, o oποίος διευκρίνισε ότι μόνο στις πλέον εξαιρετικές περιπτώσεις εκδίδεται ένα ενδιάμεσο απαγορευτικό διάταγμα για να εμποδίσει τη δημοσίευση λιβέλλου, όπως είναι για παράδειγμα ένας χυδαίος λίβελλος παντελώς αδικαιολόγητος, ο οποίος επιφέρει την πλέον σοβαρή βλάβη στον ενάγοντα. Με εξαίρεση μιας τέτοιας περίπτωσης, ουδέποτε εκδίδεται ενδιάμεσο διάταγμα. ΄Ολες οι ανωτέρω αρχές επικροτήθηκαν από το Κυπριακό Εφετείο στην απόφαση του στην υπόθεση C.T. Tobacco Limited v. Εκδόσεις ΑΡΚΤΙΝΟΣ κ.α. Πολ. Εφ. 11133, ημερ. 27.6.03. Μια άλλη αρχή η οποία εκπηγάζει από την προαναφερθείσα και άλλη νομολογία, είναι ότι το Δικαστήριο ουδέποτε εκδίδει ένα απαγορευτικό διάταγμα σε υπόθεση δυσφήμησης, εκεί όπου ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι τα λεχθέντα είναι αληθή και προτίθεται να τα αποδείξει. (Ηarakas & others v. Baltic Merchantile and Chipping Exchange Ltd. & another [1982] 2 All E.R. 701). To κατεπείγον της αίτησης και η ισχυριζόμενη μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων Λόγω της φύσης των νομικών αυτών ενστάσεων των εναγομένων οι οποίες, σύμφωνα με τη νομολογία θα μπορούσαν αφ΄ εαυτών να καταστούν καθοριστικές για την τύχη των αιτήσεων, θα τις εξετάσω κατά προτεραιότητα. (α) Η κατ΄ισχυρισμό μη κατάδειξη του κατεπείγοντος Το πρώτο θέμα το οποίο εγείρουν οι εναγόμενοι αναφορικά με τη μονομερή έκδοση του διατάγματος είναι, όπως έχω προαναφέρει, δικονομικής φύσεως και σχετίζεται με την παράλειψη αναφοράς στο Α.9 του Κεφ.6, στη νομική βάση της αίτησης. Ο λόγος αυτός ΄Ενστασης δεν ευσταθεί. Η απάντηση δίδεται με σαφήνεια από το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Ντίνος Μιχαηλίδης ν. Χρ.Πουργουρίδης [2001 1 Α.Α.Δ. 1263, 1268: «....... Ο πρώτος λόγος έφεσης που προβάλλεται είναι ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι είχε εξουσία να εκδώσει το επίδικο διάταγμα μονομερώς αφ΄ ης στιγμής, στη νομική βάση της αίτησης, δεν γινόταν επίκληση του άρθρου 9 του Κεφ. 6 και της Δ.48 θ.8
(1)(ss). Ο λόγος αυτός δεν ευσταθεί. Η αίτηση στηριζόταν στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και τη Δ.48 θθ.1 και 2. Με την επίκλησή τους ικανοποιήθηκε πλήρως η δικονομική επιταγή της Δ.48 θ.1 για περίληψη στη νομική βάση της αίτησης τόσο του ουσιαστικού και δικαιοδοτικού όσο και του δικονομικού πλαισίου που προσέδιδε στο Δικαστήριο την εξουσία να εκδώσει το επίδικο διάταγμα. Αφ΄ ης στιγμής, από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνόδευε την αίτηση, το στοιχείο του επείγοντος ήταν σαφές, το Δικαστήριο είχε την εξουσία να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα μονομερώς, και δη στηριζόμενο στο άρθρο 9 του Κεφ. 6, έστω και αν δεν γινόταν, όπως και δεν γινόταν, επίκλησή του στην αίτηση. Στην In re Hadjisoteriou
(1986)1 ΑΑΔ 429 αποφασίστηκε ρητά ότι η παράλειψη αναφοράς του άρθρου 9 του Κεφ. 6 στη νομική βάση μονομερούς αίτησης δεν συνιστά ουσιαστική δικονομική παρατυπία συνεπαγόμενη ακυρότητα της διαδικασίας. Η θέση αυτή δεν διαφοροποιήθηκε με την Πολιτική Έφεση 10337, Bank for Foreign Trade of Russian Federation "Vneshtorgbank" v. ICC Chemicals (UK) Ltd, 13.10.1999, την οποία επικαλέσθηκε η δικηγόρος του εφεσείοντα για να εισηγηθεί ότι ανέτρεψε σιωπηρά την In re Hadjisoteriou. Εκεί απλώς αποφασίστηκε ότι η Δ.64 εφαρμόζεται μόνο στις περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει συμμόρφωση προς τους Θεσμούς, και μόνο στην έκταση που η ίδια καθορίζει, και ότι η παράλειψη αναφοράς συγκεκριμένων άρθρων της νομοθεσίας, όπως του άρθρου 9 του Κεφ. 6, σε αίτηση βάσει της Δ.48 δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά μη συμμόρφωση προς τους Θεσμούς. Συνιστά παράλειψη στήριξης της αίτησης, που κατά τα λοιπά συμμορφώνεται προς τους Θεσμούς, σε συγκεκριμένο άρθρο της νομοθεσίας. Δεν αποφασίστηκε ότι η παράλειψη αναφοράς του άρθρου 9 του Κεφ. 6 στη νομική βάση μονομερούς αίτησης συνεπάγεται ακυρότητα της διαδικασίας ή καθιστά το τυχόν εκδοθέν διάταγμα ακυρωτέο.......». ΄Αλλη αντίρρηση των εναγομένων σε σχέση με αυτό τον ίδιο λόγο ένστασης, είναι ότι οι ενάγοντες καθυστερημένα αποτάθηκαν στο Δικαστήριο για απόδοση θεραπείας και επομένως δεν εδικαιολογείτο η μονομερής επέμβαση του Δικαστηρίου αφού δεν καταδεικνύεται το απαραίτητο στοιχείο του κατεπείγοντος. Ως προς τη νομική πτυχή αυτού του θέματος, παρατηρώ τα εξής: Πολύ διαφωτιστικές επί του θέματος είναι οι αποφάσεις του Εφετείου στις υποθέσεις Resola (Cyprus) Ltd. v. Xρήστου [1998] 1 A.A.Δ. 598 και Timberland v. Evans & Sons Ltd κ.΄Αλλων [1998] 1 A.A.Δ.
  1. ΄Οπως τονίστηκε στη σελ. 604 της πρώτης απόφασης: «..Το επείγον για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο, εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος, δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρηθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση. ΄Οπως διαπιστώνει ο Κωνσταντινίδης Δ., σε δύο αποφάσεις του - (Ιn Re Stavros Hotel Apartments Ltd. - (Aίτηση αρ. 76/94 - 29/12/94) In Re B.P. CYPRUS LTD. (Aίτηση Αρ. 143/96 - 1.8.96)), το υπαρκτό του επείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας κάτω από το ΄Αρθρο 9 του Κεφ.
  2. Στην Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ και άλλης, [1992] 1 Α.Α.Δ. 1453, σελ. 1462, τονίστηκε ότι:- «Η έκδοση προσωρινού διατάγματος εξ πάρτε, συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσο παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί.....» ( β ). Η κατ΄ισχυρισμό μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων. Ως προς το καθήκον το οποίο έχει κάθε αιτητής σε μονομερή αίτηση να προβεί σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων που περιβάλλουν το αίτημα, παραθέτω εδώ τα όσα είχαν λεχθεί από το Εφετείο στην υπόθεση United Perlite Industries Ltd. v. Sayakhat Air Company [2002] 1 A.A.Δ. 938: «Είναι νομολογημένο πως, το καθήκον για αποκάλυψη σε περιπτώσεις όπου ακούγεται μόνο η μία πλευρά και δεν δίνεται η δυνατότητα αμφισβήτησης στην άλλη, συναρτάται με την καλή πίστη που πρέπει να επιδεικνύεται κάτω από τέτοιες συνθήκες. (Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co. και άλλοι [1966] 1 Α.Α.Δ. 597). Το ουσιαστικό κριτήριο για τα γεγονότα που πρέπει να αποκαλύπτονται είναι αντικειμενικό και η πρόθεση για απόκρυψη είναι άσχετη και ούτε αποτελεί προϋπόθεση για ακύρωση του διατάγματος. Το τί θεωρείται ουσιώδες σε κάθε περίπτωση είναι οτιδήποτε άπτεται και μπορεί να επιδράσει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για τη χορήγηση ή όχι του αιτούμενου διατάγματος. (Βλ. Resola (Cyprus) Ltd v. Χάρης Χρίστου, Π.Ε. 9610, ημερ. 31.3.98). Θα παραθέσουμε μόνο δύο σχετικά αποσπάσματα από μία Αγγλική απόφαση. Στην R. v. Kensington Income Tax Comrs ex Princess Edmond de Polignac [1917] 1 KB 486, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 509: «Ιt is perfectly well settled that a person who makes an ex parte application to the Court - that is to say, in the absence of persons who will be affected by that which the Court is asked to do - is under an obligation to the Court to make the fullest possible disclosure of all material facts within his knowledge, and if he does not make that fullest possible disclosure, then he cannot obtain any advantage from the proceedings and he will be deprived of any advantage he may have already obtained by means of the order which has thus wrongly been obtained by him. That is perfectly plain and requires no authority to justify it.". Επίσης στις σελ. 91 - 92 διαβάζουμε τα ακόλουθα: "... the court will be astute to ensure that a plaintiff who obtains an injunction without full disclosure - or any ex parte order without full disclosure - is deprived of any advantage he may have derived by that breach of duty ... The rule requiring full disclosure seems to me to be one of the most fundamental importance, particularly in the context of the draconian remedy of the Mareva injunction. It is in effect, together with the Anton Piller order, one of the law´s two "nuclear" weapons. If access to such a weapon is obtained without the fullest and frankest disclosure, I have no doubt at all that it should be revoked." Επανερχόμενος στα γεγονότα της παρούσας αίτησης, παρατηρώ τα εξής: ´Eνα από τα πλέον σοβαρά θέματα, τα οποία οι ενάγουσες καταλογίζουν στους εναγομένους ότι τους δυσφημούν, είναι και η λειτουργία στο διαδίκτυο ιστοσελίδας στη διεύθυνση "www.badbuildersincyprus.com.".΄Οπως αναφέρουν στην παρα. 11 της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης τους οι ενάγουσες «ειδικά με τη δημιουργία της ιστοσελίδας, στην οποία έχουν πρόσβαση χιλιάδες άνθρωποι από όλο τον κόσμο, τα λιβελλογραφήματα των εναγομένων εναντίον των εναγουσών είναι δυνατό να έχουν μεγάλη έκταση και απήχηση.» Με την ανωτέρω, καθώς και με άλλες αναφορές στην ένορκη δήλωση, οι ενάγουσες έδωσαν καθαρά την εντύπωση ότι: α) Η πιο πάνω ιστοσελίδα έγινε ειδικά για να ασχολείται και να δυσφημεί τις ενάγουσες και, β) ότι έγινε πρόσφατα ή ότι πρόσφατα άρχισε να ασχολείται με τις ενάγουσες. ΄Ομως καμιά από τις εντυπώσεις αποδεικνύεται να είναι ορθή. ΄Οπως φαίνεται από τηλεομοιοτυπικό μήνυμα που στάληκε από τις ίδιες τις ενάγουσες προς τον εναγόμενο 1 στις 13 Μαϊου 2005 (επισύναψη στο τεκμήριο 8 στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της Ενστασης) εκείνη η ιστοσελίδα λειτουργούσε τουλάχιστο από τότε, ασχολείτο και με τις ενάγουσες και αυτό ήταν σε γνώση τους. Συγκεκριμένα, στο μήνυμα αναφερόταν, μεταξύ άλλων, από τις ενάγουσες: "On the other hand, I assume that as you promised to me personally, after we complete all the outstanding works, you will remove the website www.badbuilders.incypus.com, which has been put on line by yourself." Περαιτέρω, όπως φαίνεται στο τηλεομοιοτυπικό μήνυμα ημερ. 13.6.05,(τεκμήριο 10 στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της Ενστασης), οι ενάγουσες είχαν αναθέσει και στην Αστυνομία να ερευνήσει το θέμα της ιστοσελίδας καθότι προκαλούσε ζημιά στην εταιρεία τους. Ακόμα, όπως αποδεικνύεται από το Τεκμήριο 24 (Α) η ιστοσελίδα εκείνη είχε γίνει από τον Ιούλιο του 2004 ενώ, όπως αποδεικνύεται από το Τεκμήριο 24, η ίδια ιστοσελίδα δεν έγινε ειδικά για τις ενάγουσες ή δεν ασχολείται μόνο με τους ενάγουσες. Αυτά αποδεικνύονται και από την αδιαμφισβήτητη επί του θέματος μαρτυρία των εναγομένων κατά την αντεξέταση τους. ΄Οπως επομένως καταδεικνύεται από τα πιο πάνω στοιχεία, εκείνη η ιστοσελίδα λειτουργούσε από το 2004, ασχολείτο με διάφορα θέματα, όχι μόνο με τις ενάγουσες και τουλάχιστον από τον Ιούνιο 2005 ήταν σε γνώση των εναγουσών ότι μέσω αυτής εδημοσιοποιείτο σε ευρύ κοινό, υλικό το οποίο εθεωρούσαν οι ενάγουσες δυσφημιστικό. ΄Ομως οι ενάγουσες ούτε αποκάλυψαν αυτά τα στοιχεία, ούτε προσέφυγαν έκτοτε στο Δικαστήριο παρά μόνο μετά την παρέλευση ενός ολόκληρου περίπου χρόνου. Υπό αυτές τις περιστάσεις, καθόλου δεν εδικαιολογείτο η μονομερής προφυγή τους στο Δικαστήριο για άμεση θεραπεία και καθόλου δεν εστοιχειοθετείτο το στοιχείο του «κατεπείγοντος», που έδιδε δικαιοδοτική δυνατότητα στο Δικαστήριο να επέμβει. Περαιτέρω, αποδεικνύεται από τα πιο πάνω στοιχεία ότι οι ενάγουσες απέτυχαν να θέσουν αυτή την πραγματική εικόνα ενώπιον του Δικαστηρίου, ενώ γνώριζαν τα γεγονότα που την συνέθεταν, και έδωσαν μονομερώς μια εικόνα διαφορετική από εκείνη η οποία θα εδίδετο αν αποκάλυπταν τα γεγονότα με διαφάνεια και ειλικρίνεια. Γι΄ αυτούς τους λόγους και ανεξάρτητα από το πού οφείλεται αυτή η παράλειψη, το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να παρέμβει και να θέσει τέρμα στην ισχύ του προσωρινού διατάγματος σε σχέση με τη δημοσίευση μέσω ιστοσελίδας. Η εφαρμογή των τριών προϋποθέσεων κάτω από το Α.32
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου Επειδή κατά τους ισχυρισμούς των εναγουσών, πέραν της χρησιμοποίησης ιστοσελίδας στο διαδίκτυο, οι εναγόμενοι τους δυσφημούν μέσω φυλλαδίου, ταχυδρομείου κλπ., θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο ικανοποιούνται στην παρούσα υπόθεση οι τρεις προϋποθέσεις που τίθενται από το Α.32
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου, όπως αυτές αναλύθηκαν και επεξηγήθηκαν προηγουμένως. Η πρώτη προϋπόθεση αναμφίβολα στοιχειοθετείται, αφού με βάση τα δικόγραφα, τις ενόρκους δηλώσεις και τα κατατεθέντα τεκμήρια καταδεικνύεται η ύπαρξη ενός σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κατά τη δίκη, δηλαδή αυτού της κατά τους ισχυρισμούς των εναγόντων δυσφήμισης και/ή διάδοσης ζημιογόνων ψευδολογιών που προκαλούν μεγάλη ζημιά στο όνομα μιας γνωστής στον τομέα εργασιών της, εταιρείας. Ως προς τη δεύτερη προϋπόθεση και πάλι πιστεύω ότι αυτή ικανοποιείται εφόσον από το σύνολο του υλικού που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και από τις ίδιες τις παραδοχές των εναγομένων, είχε αναληφθεί μια προσπάθεια από μέρους των να ενημερώσουν το πλατύ κοινό ως προς ισχυριζόμενες κακοτεχνίες, σοβαρές καθυστερήσεις, αναλήψεις χρημάτων χωρίς εξουσιοδότηση και συναφείς ενέργειες από τις ενάγουσες εργοληπτικές εταιρείες. Αυτές όλες οι ενέργειες σίγουρα μπορούν να θεωρηθούν σαν δυσφημιστικές από πρόσωπα που θα γίνουν δέκτες και θα προκαλέσουν ζημιά στο όνομα των εναγουσών, αποθώντας προτιθέμενους πελάτες, όπως είναι η απερίφραστη επιδίωξη των εναγομένων. Συνιστά αναμφισβήτητη δυσφήμηση να καταλογίζονται σε μια γνωστή εργοληπτική εταιρεία όλα τα πιο πάνω, τα οποία έχουν αποδειχθεί ότι πράγματι τα καταλογίζουν οι εναγόμενοι στις ενάγουσες με τον τρόπο που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο. Το μόνο, το οποίο πιθανόν στο τέλος να βοηθήσει τους εναγόμενους είναι εάν καταφέρουν να αποδείξουν τη θέση τους ότι τα όσα καταλογίζουν στους ενάγοντες είναι αληθινά και τα όσα διαδίδουν είναι απλή ενημέρωση και δίκαια σχόλια. Ανκαι υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου υλικό σύμφωνα με το οποίο φαίνονται να αποδεικνύονται και σοβαρές καθυστερήσεις στην παράδοση έργων και κακοτεχνίες στην κατασκευή τους, πιστεύω ότι θα ήταν πρόωρο να αξιολογήσω διεξοδικά τις πιθανότητες επιτυχίας μιας τέτοιας υπεράσπισης. Υπεράσπισης, η οποία άλλωστε πρέπει να τεθεί και κάτω από το φακό των όρων των συμφωνιών μεταξύ των διαδίκων που προνοούσαν ως προς τον περιορισμό των δικαιωμάτων αγοραστών σε περιπτώσεις καθυστερήσεων, της συμπεριφοράς των συμβαλλομένων κλπ. Επί του παρόντος και βρισκόμενος στο πρωταρχικό τούτο στάδιο της διαδικασίας, δεν μπορώ παρά να συναγάγω το συμπέρασμα ότι καταδεικνύεται η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας των εναγουσών κατά τη δίκη της ουσίας της αγωγής. Ως προς την τρίτη προϋπόθεση, του κατά πόσο δηλαδή έχει καταδειχθεί ότι χωρίς την ύπαρξη του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, παρατηρώ τα εξής: ΄Οπως υποδεικνύει και η νομολογία, η ικανοποίηση αυτής της προϋπόθεσης εξετάζεται κυρίως υπό το φως του ερωτήματος κατά πόσο η απονομή αποζημιώσεων θα προσφερόταν σαν ικανοποιητική και επαρκής θεραπεία κάτω από τα γεγονότα κάθε υπόθεσης. ΄Οπως όμως τονίστηκε, μεταξύ άλλων και στην υπόθεση M. & Ch. Mitsingas Trading Ltd v. Timberland Co.
(1997)1 A.A.Δ. 1799, η έννοια της απονομής δικαιοσύνης δεν μπορεί να συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτουμένου θεραπεία. Στο σημείο τούτο διαφωνώ με την εισήγηση της συνηγόρου των εναγομένων ότι η απονομή αποζημιώσεων και η δυνατότητα τους, συνιστά εδώ μια ευχερή θεραπεία στο τέλος της δίκης. Η σπίλωση του ονόματος ενός επαγγελματία και δη ενός γνωστού εργολήπτου, είναι φυσιολογικά αναμενόμενο ότι θα προκαλέσει σ΄ αυτόν ζημιά, η οποία είναι πολύ δύσκολο να αποτιμηθεί ως προς την έκταση και ως προς τη διάρκεια της. Δεν συναρτάται δε κατ΄ ανάγκη με την οικονομική ευχέρεια του εναγομένου αφού από τη φύση της είναι δύσκολα υπολογίσιμη. Η απώλεια πελατών, η διάρκεια της απώλειας, το ύψος της ζημιάς από την απώλεια του κέρδους που χάνεται σε αντίθεση με το κόστος κλπ., όλοι αυτοί είναι παράγοντες που δύσκολα σταθμίζονται, αν σταθμίζονται. Υπό αυτές τις περιστάσεις, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση του Α.32
(1)του νόμου. Το ζήτημα κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να παραμείνει σε ισχύ το διάταγμα Θα εξετάσω τελικά κατά πόσο είναι υπό τις περιστάσεις δίκαιο ή πρόσφορο να συνεχίσει να ισχύει το εκδοθέν διάταγμα υπό το φως όλων των στοιχείων που τέθηκαν και συζητήθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου (Akis Express v. Aris Express [1998] 1 A.A.Δ. 149, Bacardi v. Vinco [1996] 1 Α.Α.Δ. 788). Πέραν των νομικών αρχών τις οποίες παρέθεσα προηγουμένως σαν προσιδιάζουσες στις ευαίσθητες περιπτώσεις προσωρινών διαταγμάτων αποτροπής δυσφήμισης, ιδιαίτερα διαφωτιστικά επί του θέματος είναι και τα όσα επιβεβαιώθηκαν από το Κυπριακό Εφετείο στην προαναφερθείσα υπόθεση C.T.Tobacco Ltd στις σελ. 7 - 9 και 11. Παραπέμποντας στη σχετική νομολογία και αυθεντίες, το Εφετείο επικύρωσε την απόφαση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου να ακυρώσει εκδοθέν προσωρινό διάταγμα σε υπόθεση δυσφήμισης, επειδή αυτό υπαγόρευε η πλάστιγγα της ευχέρειας, παρά το ότι ικανοποιούνταν οι τρεις προϋποθέσεις του Α.32 του περί Δικαστηρίων νόμου. Ιδιαίτερη μνεία έγινε σε απόσπασμα από το σύγγραμμα των Harris, O´Boyle and Warbrick "Law of the European Convention on Human Rights". Σύμφωνα με τούτο, η εκ των προτέρων λογοκρισία αποδοκιμάζεται ιδιαίτερα γιατί παρεμποδίζει τη μετάδοση πληροφοριών και ιδεών σε εκείνους που επιθυμούν να τις δεχθούν και να σχηματίσουν τις δικές τους απόψεις γι΄ αυτές και επειδή εμποδίζει το δικαίωμα της απόδειξης της αλήθειας που βρίσκεται πίσω από το δικαίωμα. ΄Οπως έχει αναφερθεί προηγουμένως, πέραν της ιδιαίτερης ευαισθησίας και σχεδόν απαγορευτικής διστακτικότητας των Δικαστηρίων να εκδίδουν τέτοιου είδους προσωρινά διατάγματα, ακόμα πιο απόλυτη παρουσιάζεται η νομολογία εκεί όπου ο εναγόμενος εγείρει προς υπεράσπιση του θέμα απόδειξης της αλήθειας των όσων ισχυρίζεται. Και στην παρούσα, υπό εξέταση περίπτωση, αυτός είναι ο κεντρικός άξονας της υπεράσπισης των εναγομένων και των στοιχείων τα οποία έχουν θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου. Από το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, έχω τελικά καταλήξει στο συμπέρασμα, ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια, ότι η πλάστιγγα θα πρέπει να κλίνει υπέρ της άρσης του απαγορευτικού διατάγματος. Σ΄ αυτή την τελική κρίση έχουν παίξει σημαντικό ρόλο τα επί μέρους ακόλουθα σημεία: α. Η γενική διστακτικότητα έκδοσης τέτοιων διαταγμάτων εκτός σε εξαιρετικές περιπτώσεις μεταξύ των οποίων δεν φαίνεται να συγκαταλέγεται η παρούσα β. Το γεγονός ότι έκδηλη είναι η προσπάθεια των εναγομένων να υπερασπισθούν εγείροντας θέμα δικαιολογημένων ενημερωτικών σχολίων και αλήθειας των όσων ισχυρίζονται. γ. Το γεγονός ότι, όπως προκύπτει από τα παρατεθέντα στοιχεία, υπάρχουν καλοί λόγοι για τους οποίους οι δηλώσεις των εναγομένων μπορεί να αποδειχθούν αληθείς. δ. Το γεγονός ότι αρκετοί από τους πιο βασικούς ισχυρισμούς των εναγομένων έχουν ήδη αποδειχθεί αληθείς, ανεξάρτητα από τις νομικές επιπτώσεις τις οποίες πιθανόν να ενέχουν. ΄Εχει αποδειχθεί για παράδειγμα η υπέρμετρη καθυστέρηση στην παράδοση κατοικιών, όπως καταλογίζουν οι εναγόμενοι. ΄Εχει αποδειχθεί η ύπαρξη σημαντικού αριθμού κακοτεχνιών και ελλείψεων ακόμα και μετά την παράδοση των κατοικιών. Αυτά τα γεγονότα τα δήλωσε σαν παραδεκτά και ο συνήγορος των εναγουσών. ΄Εχουν παρουσιαστεί στοιχεία, σύμφωνα με τα οποία κατόπιν μεταφοράς χρημάτων από το λογαριασμό των εναγομένων, παρέμεινε οφειλόμενο προς τους ενάγοντες ποσό χρημάτων που φαινόταν δυσανάλογα μικρό σε συσχετισμό με την πρόοδο των εργασιών. ΄Ολα τα πιο πάνω δεδομένα είναι θέματα τα οποία προφανώς ενδιαφέρουν μεγάλη μερίδα του αγοραστικού κοινού, το οποίο μέσα στα πλαίσια του νόμου, έχει το δικαίωμα πληροφόρησης. Ανεξάρτητα από τα όποια κίνητρα από τα οποία δυνατόν να ελαύνονται οι εναγόμενοι, αποφάσισαν να κοινοποιήσουν κάποια θέματα τα οποία ισχυρίζονται ότι αληθώς εβίωσαν. Πήραν στους ώμους τους το δικαίωμα της έκφρασης αλλά συνάμα και τις υποχρεώσεις που συνεπάγεται η ευθύνη που ανάλαβαν. Η υπεράσπιση την οποία εγείρουν για την απόδειξη της αλήθειας των λεγομένων τους, μετατοπίζει σ΄ αυτούς το βάρος της απόδειξης και δεν επαφίεται πλέον στις ενάγουσες να αποδείξουν το ψεύδος τους. (Beevis v. Dawson [1957] 1 Q.B.D. 195.) ΄Οπως ορθά διαπιστώνεται και στο Αγγλικό σύγγραμμα Salmond on the Law of Torts 10th Edn. p.160, η πορεία αυτή την οποία επιλέγει ένας εναγόμενος είναι επικίνδυνη. Η ανεπιτυχής προσπάθεια θεμελίωσης της αλήθειας μπορεί να θεωρηθεί σαν επιβαρυντικός παράγοντας της αρχικής ζημιογόνας πράξης της δημοσίευσης. Θα πρόσθετα δε ότι το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση επανάληψης των ίδιων ή παρόμοιων ισχυρισμών μεταγενέστερα. ΄Ομως, πιστεύω ότι δεν θα ήταν ορθό ή δίκαιο να απαγορευθεί εκ των προτέρων η ενασχόληση με τα επίδικα θέματα όσο σκληρή και αν παρουσιάζεται, περιορίζοντας υπό τις προαναφερθείσες περιστάσεις το δικαίωμα ελευθερίας του λόγου και έκφρασης, λόγω του κινδύνου διάπραξης του αστικού αδικήματος της δυσφήμισης. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η αίτηση απορρίπτεται και το προσωρινό διάταγμα που είχε εκδοθεί στις 16.3.06 παύει να ισχύει. Ως προς τα έξοδα, αφού έλαβα υπόψη από τη μια την έκβαση της αίτησης ενώ από την άλλη έλαβα υπόψη τα ευαίσθητα και οριακά θέματα που θίγηκαν κατά την ακρόαση και το γεγονός ότι οι ενάγουσες ικανοποίησαν τις βασικές προϋποθέσεις έκδοσης διατάγματος, αποφάσισα όπως τα έξοδα της αίτησης όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της δίκης, είναι έξοδα στο αποτέλεσμα της αγωγής, αλλά σε καμιά περίπτωση εναντίον των εναγομένων. Μια τέτοια πρωτόδικη διαταγή για παρόμοιους λόγους, είχε επικυρωθεί από το Εφετείο στην προαναφερθείσα απόφαση του στην υπόθεση C.T. Tobacco ανωτέρω. Διατάσσεται ανάλογα. (Υπ.).......................... Κ.Κληρίδης Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΚΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.