← Κύπρος

MIKHAIL KOROTKOV ν. WATERWORLD HOLDINGS LTD, Αρ. Αγωγής 569/05, 3 Οκτωβρίου, 2006

MIKHAIL KOROTKOV ν. WATERWORLD HOLDINGS LTD, Αρ. Αγωγής 569/05, 3 Οκτωβρίου, 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2006:A36 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον:- Π. Παναγή, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 569/05 Μεταξύ MIKHAIL KOROTKOV, από τη Ρωσία, Ενάγοντα Και WATERWORLD HOLDINGS LTD., από την Αγία Νάπα, Εναγόμενων Αίτηση ημερ. 7/4/2006 για ασφάλεια εξόδων Ημερομηνία: 3 Οκτωβρίου, 2006. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Εναγόμενη - Αιτήτρια: Η κα Μ. Λαζαρή για κ. Οικονόμου. Για Ενάγοντα - Καθ΄ ου η Αίτηση: Η κα Προδρόμου για τον κ. Χατζηστερκώτη. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή ο ενάγοντας αξιώνει αποζημιώσεις, γενικές και ειδικές, για σωματικές βλάβες και άλλες απώλειες που ισχυρίζεται ότι υπέστη συνεπεία ατυχήματος την ευθύνη για το οποίο αποδίδει στην εναγομένη. Σε καταχωρηθείσα Υπεράσπιση, η εναγόμενη αρνείται ότι το ατύχημα συνέβηκε με δική της υπαιτιότητα και διατείνεται, μεταξύ άλλων ότι το εν λόγω ατύχημα οφείλεται στην «αποκλειστική και/ή συντρέχουσα αμέλεια» του ενάγοντα. Με βάση ουσιαστικά τη Δ.60 θ.θ. 1, 5 και 6 η εναγόμενη επιζητεί με την παρούσα αίτηση ασφάλεια εξόδων ύψους Λ.Κ.2.726.00, ως εξειδικεύεται σε κατάλογο ο οποίος εκτίθεται στην αίτηση. Επιζητείται επίσης όπως η εκδίκαση της απαίτησης ανασταλεί μέχρις ότου παρασχεθεί η ασφάλεια εξόδων και, σε περίπτωση που αυτή δεν παρασχεθεί εντός της καθορισθείσας προθεσμίας, όπως η απαίτηση του ενάγοντα θεωρηθεί ως απορριφθείσα. Tα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται σε αυτή και είναι ουσιαστικά τα ακόλουθα: Όπως φαίνεται από το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της αγωγής, ο ενάγοντας είναι αλλοδαπός με μόνιμη ή συνήθης διαμονή στο εξωτερικό. Κατά τον επίδικο χρόνο του ατυχήματος βρισκόταν στην Κύπρο για τουρισμό. Ο ενάγοντας πιθανόν να μην βρίσκεται στη Κύπρο κατά την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης, και δεν θα βρίσκεται στην Κύπρο κατά την εκδίκαση των εξόδων που θα δικαιούται η εναγόμενη εταιρεία σε περίπτωση που η αγωγή απορριφθεί. Σε περίπτωση δε που απορριφθεί η αγωγή από το Δικαστήριο, η εναγόμενη δεν θα μπορέσει να εισπράξει τα έξοδα της. Το γεγονός ότι η εναγόμενη έχει πολύ καλή βάση υπεράσπισης αυξάνει τις πιθανότητες να απορριφθεί η αγωγή του ενάγοντα και να επιδικαστούν έξοδα εναντίον του. Με την ένσταση του, η οποία επίσης στηρίζεται στη Δ.60 αλλά και στο Άρθρο 30

(2)του Συντάγματος και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών ο ενάγοντας προβάλλει τους ακόλουθους λόγους ένστασης: «
  1. Η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη.
  2. Η αίτηση είναι καταχρηστική.
  3. Η αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική.
  4. Οι αιτητές δεν νομιμοποιούνται στις αιτούμενες θεραπείες.
  5. Η αίτηση είναι γενική και αόριστη.» Τα γεγονότα που υποστηρίζουν την ένσταση φαίνονται στο φάκελο του δικαστηρίου και στην ένορκη δήλωση της Άννας Προδρόμου, δικηγόρου, η οποία, όπως αναφέρει, έχει ως πηγή της γνώσης της πληροφορίες και έγγραφα που τις απέστειλε ο ενάγοντας καθώς και έγγραφα που υπάρχουν στο φάκελο που διατηρούν οι δικηγόροι του. Η ενόρκως δηλούσα διατείνεται ότι οι σοβαρές και μόνιμες σωματικές βλάβες που ο ενάγοντας υπέστη συνεπεία του επίδικου ατυχήματος, και οι οποίες αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης, είχαν και συνεχίζουν να έχουν πολύ σοβαρό αντίκτυπο στις επαγγελματικές δραστηριότητες του με αποτέλεσμα τα εισοδήματα του να έχουν μειωθεί σημαντικά και να είναι χαμηλά εν συγκρίσει με εκείνα που προσδοκούσε να πάρει ή έπαιρνε από τις διάφορες δραστηριότητες που είχε ως μουσικός, ηθοποιός ή και με άλλες ιδιότητες του οι οποίες αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης. Επιπλέον, ο ενάγοντας επιβαρύνθηκε με τα ιατρικά έξοδα τα οποία υπέστη λόγω του τραυματισμού του, τα οποία επίσης αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης, με περαιτέρω επιπτώσεις στα εισοδήματά του, και συνεχίζει τις θεραπείες στην πατρίδα του όπου χρειάζεται για το σκοπό αυτό ένα σεβαστό ποσό. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει περαιτέρω ότι η αγωγή είναι νομικά και ουσιαστικά βάσιμη με πολύ καλές προοπτικές επιτυχίας. Τα πραγματικά δε γεγονότα τα οποία εκτίθενται στην έκθεση απαίτησης και σε επιστολή που της έστειλε ο ενάγοντας, η οποία παρουσιάζεται στην ένορκη δήλωση (Τεκμήριο 1), θεμελιώνουν μια πολύ καλή υπόθεση επί της ουσίας αφού αυτή στηρίζεται στην αμέλεια συντήρησης των εγκαταστάσεων της εναγομένης και στον πολύ σοβαρό τραυματισμό του ενάγοντα. Περαιτέρω, λόγω της σημερινής οικονομικής κατάστασης του ενάγοντα όπως έχει εξελιχθεί μετά τη μείωση των αποδοχών του και τα ιατρικά και άλλα έξοδα που είναι αναγκαία να ξοδεύει για τη βελτίωση της υγείας του, ο ενάγοντας δεν έχει τη δυνατότητα να παράσχει οποιαδήποτε ασφάλεια εξόδων. Παρουσιάζεται ως Τεκμήριο 2 φωτοαντίγραφο τιμολογίου για ποσό δολαρίων ΗΠΑ $21.383,00 το οποίο εκδόθηκε σχετικά με τα έξοδα που δαπανήθηκαν για τις αρχικές θεραπείες του ενάγοντα στην Κύπρο. Κάνω μια παρένθεση εδώ για να επισημάνω ότι στο Τεκμήριο 1 παρουσιάζεται ότι οι δαπάνες αυτές θα καλυφθούν από ασφαλιστική εταιρεία. Η ενόρκως δηλούσα διατείνεται περαιτέρω ότι ο ενάγοντας ήδη αντιμετωπίζει μεγάλη δυσκολία σχετικά με τη δαπάνη στην οποία θα υποβληθεί για να έρθει στην Κύπρο για να καταθέσει στη δίκη. Τυχόν δε διαταγή για εξασφάλιση εξόδων θα απέκλειε την πρόσβαση του στο Δικαστήριο με αποτέλεσμα να παραμείνουν χωρίς προστασία τα δικαιώματα του. Οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις αντίστοιχες θέσεις τους παραπέμποντας και σε σχετική νομολογία. Τις έχω θέσει ενώπιον μου και θα αναφερθώ σε αυτές πιο κάτω στο βαθμό που κρίνω αναγκαίο για τους σκοπούς της απόφασης. Η μέχρι τώρα νομολογία μας αναγνωρίζει τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να διατάξει την καταβολή ασφάλειας εξόδων όταν ο ενάγοντας είναι κάτοικος εξωτερικού. Σύμφωνα με αυτή, αφού τεθεί το θεμέλιο για την άσκηση της δικαιοδοσίας με τη διαπίστωση ότι ο ενάγων έχει τη συνήθη κατοικία του στο εξωτερικό, οι παράγοντες οι οποίοι λαμβάνονται υπόψη στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι κατ' εξοχή η τυχόν κατοχή από τον ενάγοντα περιουσίας στη Δημοκρατία η οποία μπορεί να καλύψει τα οποιαδήποτε έξοδα ήθελον επιδικαστεί υπέρ του εναγομένου και η ισχύς της υπόθεσης του. Στις 21.5.2004 η Δ.60 τροποποιήθηκε ώστε να εξαιρούνται από τη σχετική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου κάτοικοι Κρατών-Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στην προκείμενη περίπτωση δεν αμφισβητείται η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να διατάξει τον ενάγοντα να παράσχει ασφάλεια εξόδων. Στην υπόθεση Sally Line Ltd v. Greenmar Navigation Ltd κ.ά
(1993)1 Α.Α.Δ.633 παρατηρείται ότι αν και ο άκαμπτος κανόνας ο οποίος διατυπώθηκε στην υπόθεση Crozat v. Brogden
(1894)2 Q.B. 30 σύμφωνα με τον οποίο ο εναγόμενος δικαιούται σε ασφάλεια των εξόδων οποτεδήποτε ενάγεται από αλλοδαπό ενάγοντα, έπαυσε να εφαρμόζεται, το Δικαστήριο συνήθως αποκλίνει υπέρ της έκδοσης διαταγής για παροχή ασφάλειας για τα έξοδα του εναγομένου αν ο ενάγων είναι αλλοδαπός και δεν έχει περιουσιακά στοιχεία στην Κύπρο δυνάμενα να εκποιηθούν για την κάλυψη των εξόδων του εναγομένου, εκτός αν οι ειδικές περιστάσεις της υπόθεσης καθιστούν άδικη την έκδοση τέτοιας διαταγής. Η έκδοση δε της αιτούμενης διαταγής είναι πάντοτε προϊόν άσκησης διακριτικής και όχι δέσμιας εξουσίας από το Δικαστήριο. Σχετικά με τη δύναμη της υπόθεσης των διαδίκων, έχει νομολογηθεί ότι το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε λεπτομερή εξέταση του θέματος. Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στην αγγλική υπόθεση Porzelack KG v. Porzelack (UK) Ltd
(1987)1 All E.R. 1074 στην οποία ο δικαστής Browne-Wilkinson V-C υπέδειξε τα εξής: « It seems to me that I have an entirely general discretion either to award or refuse security, having regard to all the circumstances of the case. However, it is clear on the authorities that, if other matters are equal, it is normally just to exercise that discretion by ordering security against a non-resident plaintiff. The question is what, in all the circumstances of the case, is the just answer. .........This is the second occasion recently on which I have had a major hearing on security for costs and in which the parties have sought to investigate in considerable detail the likelihood or otherwise of success in the action. I do not think that is a right course to adopt on an application for security for costs. The decision is necessarily made at an interlocutory stage on inadequate material and without any hearing of the evidence. A detailed examination of the possibilities of success or failure merely blows the case up into a large interlocutory hearing involving great expenditure of both money and time. Undoubtedly, if it can clearly be demonstrated that the plaintiff is likely to succeed, in the sense that there is a very high probability of success, then that is a matter that can properly be weighed in the balance. Similarly, if it can be shown that there is a very high probability that the defendant will succeed, that is a matter that can be weighed. But for myself I deplore the attempt to go into the merits of the case unless it can be clearly demonstrated one way or another that there is a high degree of probability of success or failure.»[1] Σε ό, τι αφορά την οικονομική κατάσταση του ενάγοντα, στην υπόθεση Continental Insurance Company v. O' Reagan
(1998)1 Α.Α.Δ. 1087 το Δικαστήριο, αφού αναφέρθηκε στο Άρθρο 30.2 του Συντάγματος και το Άρθρο 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών, υπέδειξε ότι η έκδοση διαταγής για εξασφάλιση εξόδων δεν πρέπει να παραγνωρίζει την οικονομική κατάσταση του προσώπου εναντίον του οποίου στρέφεται υπό την έννοια ότι δεν πρέπει η οικονομική αδυναμία ενάγοντα εκτός δικαιοδοσίας να απολήγει σε στέρηση της πρόσβασης του στο Δικαστήριο. Όπως βεβαίως θα απέληγε σε περίπτωση οικονομικής αδυναμίας ενός ενάγοντα να συμμορφωθεί με τυχόν διάταγμα για την παροχή ασφάλειας εξόδων. Στην προκείμενη περίπτωση αποτελεί κοινό τόπο ότι ο ενάγοντας είναι κάτοικος εξωτερικού και δεν έχει οποιαδήποτε περιουσία στην Κύπρο. Σε ό, τι αφορά την ισχύ της υπόθεσης της μιας ή της άλλης πλευράς, δεν μπορεί να λεχθεί με βάση το ενώπιον του Δικαστηρίου υλικό στο στάδιο αυτό ότι η μία ή η άλλη πλευρά έχει πολύ μεγάλη πιθανότητα επιτυχίας στην υπόθεση της ή ότι η ισχύς της υπόθεσης του ενάγοντα είναι τέτοια που θα πρέπει να διαταχθεί να δώσει ασφάλεια για τα έξοδα. Έγινε αρκετός λόγος αναφορικά με την οικονομική δυνατότητα του ενάγοντα να συμμορφωθεί με τυχόν διάταγμα ασφάλειας εξόδων, η δε ευπαίδευτη συνήγορος της εναγομένης επεσήμανε ότι δεν πρόκειται για περίπτωση αδιαμφισβήτητης αδυναμίας. Υποστήριξε επίσης ότι πέραν του σχετικού ισχυρισμού του ενάγοντα, δεν υπάρχουν «ενδείξεις» ότι αυτός αδυνατεί να καταβάλει το ποσό που η εναγομένη αιτείται ως ασφάλεια εξόδων αλλά αντιθέτως αυτός εργάζεται και είναι σε θέση να κερδίζει κάποια χρήματα. Αντίθετη ήταν η θέση της ευπαιδεύτου συνηγόρου του ενάγοντα η οποία υποστήριξε πως η θέση του ενάγοντα όπως εκτίθεται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση έχει παραμείνει αναντίλεκτη από την εναγομένη αφού δεν αντεξέτασε την ενόρκως δηλούσα στην ένσταση. Παρατηρώ ότι η ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης δεν παρέχει λεπτομέρειες της οικονομικής κατάστασης του ενάγοντα, των εισοδημάτων και εξόδων του, αλλά αναφέρεται κατά γενικό τρόπο στη μείωση των εισοδημάτων του και τη φύση των εξόδων που αυτός καταβάλλει μετά και λόγω του ατυχήματος. Από την άλλη το γεγονός του ατυχήματος, το οποίο ο ενάγοντας αποδίδει σε αμέλεια της εναγομένης είναι, με βάση τη δικογραφία, αδιαμφισβήτητο. Είναι με το ατύχημα αυτό που ο ενάγοντας συνδέει τη σημερινή του οικονομική αδυναμία να συμμορφωθεί με τυχόν διάταγμα του Δικαστηρίου για την παροχή ασφάλεια εξόδων. Επισημαίνεται δε ότι η εναγόμενη δεν έχει απαντήσει στους ισχυρισμούς του ενάγοντα και δεν τους έχει αμφισβητήσει με την αντεξέταση της ενόρκως δηλούσας στην ένσταση. Υπό το φως των πιο πάνω, θεωρώ ότι αν όντως ευσταθεί η εκδοχή του ενάγοντα περί αμελείας της εναγομένης θα ήταν άδικο να στερηθεί το θεμελιακό του Συνταγματικό δικαίωμα της πρόσβασης στο Δικαστήριο. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί προς όφελος του ενάγοντα. Θα ήθελα εδώ να σημειωθεί ότι δεν παραγνωρίζω τη θέση της ευπαίδευτου συνηγόρου της εναγομένης ότι ο ενάγοντας έχει επιδείξει αδιαφορία για την εξέλιξη της υπόθεσης του αφού, όπως υποστήριξε, ο ενάγοντας δεν εμφανίστηκε τις τρεις φορές που η παρούσα αίτηση ήταν ορισμένη και ο συνήγορος του, όπως αυτός ανέφερε, δεν μπόρεσε να επικοινωνήσει μαζί του. Η αδιαφορία είναι παράγοντας που μπορεί να συνεκτιμηθεί κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου[2]. Στην προκείμενη περίπτωση όμως, η θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου δεν βρίσκει έρεισμα στα πρακτικά του Δικαστηρίου. Θεωρώ δε ότι δεν θα ήταν εύλογο να μεταβεί ο ενάγοντας στην Κύπρο για τους σκοπούς της παρούσας αίτησης η οποία μάλιστα από τις τρεις φορές που ήταν ορισμένη ενώπιον του Δικαστηρίου οι δύο ήταν για οδηγίες και εκπροσωπείτο πάντοτε από το δικηγόρο του. Υπάρχει όμως και άλλος σημαντικός λόγος γιατί η αίτηση δεν μπορεί να πετύχει. Στην προκείμενη περίπτωση παρουσιάζεται ότι ο ενάγοντας είναι κάτοικος της Ρωσίας με την οποία η Δημοκρατία έχει συνάψει Συνθήκη για την Παροχή Νομικής Συνδρομής σε θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου (βλ. κυρωτικό Ν. 72/86και το άρθρο 2 του Ν. 34(ΙΙΙ)/2001 (ως τροποποιήθηκε από το Ν.41(ΙΙΙ)/2005)δυνάμει του οποίου η Συνθήκη εξακολουθεί να ισχύει μεταξύ της Δημοκρατίας και της Ρωσικής Ομοσπονδίας μέχρι να τεθεί σε ισχύ καινούργια συνθήκη). Σύμφωνα με το Άρθρο 17 της Συνθήκης, το οποίο είναι επικρατέστερο των προνοιών της Δ.60, οι πολίτες ενός Συμβαλλόμενου Μέρους οι οποίοι εμφανίζονται ενώπιον των δικαστηρίων του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους, δεν μπορούν να διαταχθούν να παράσχουν εγγύηση για τα δικαστικά έξοδα αποκλειστικά για το λόγο ότι είναι αλλοδαποί ή ότι δεν έχουν τη μόνιμη ή προσωρινή διαμονή τους στο έδαφος του Συμβαλλόμενου Μέρους ενώπιον των δικαστηρίων του οποίου εμφανίζονται. Όπως είναι η περίπτωση μας. Και για το λόγο αυτό η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Παρά την κατάληξή μου θα ήθελα να αναφερθώ σε ακόμη μια διάσταση της αίτησης η οποία δεν απασχόλησε τους συνηγόρους των διαδίκων. Αφορά στην προσέγγιση του Δικαστηρίου σε αιτήσεις όπως η παρούσα μετά την τροποποίηση της σχετικής δικονομικής πρόνοιας ώστε να εξαιρούνται από τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να διατάξει ασφάλεια εξόδων κάτοικοι των Κρατών-Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Προφανώς λόγω του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 44/2001 του Συμβουλίου για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. Το ζήτημα είχε απασχολήσει το αγγλικό Εφετείο σε σειρά υποθέσεων με αφετηρία την Nasser v. United Bank of Kuwait
(2001)W.L.R. 1868 στην οποία κατέστη σαφές ότι μετά την ενσωμάτωση των προνοιών της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και Θεμελιωδών Ελευθεριών στο αγγλικό δίκαιο, η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να διατάξει ασφάλεια εξόδων δυνάμει πρόνοιας η οποία εξαιρεί από τη δικαιοδοσία άτομα «against whom a claim can be enforced under the Brussels Conventions or the Lugano Convention» (και ως εκ τούτου κάτοικους της Ευρωπαϊκής Ένωσης), δεν πρέπει να ασκείται κατά τρόπο που γίνεται διάκριση σε βάρος μη κατοίκων της σχετικής ζώνης. Όπως αναφέρεται από το δικαστή Eady, J στην υπόθεση Prince Radu of Hohenzollern v Houston & Anor [2006] EWHC 231 (QB) μετά από αναφορά στη Nasser: «There is now no presumption that an order for security should follow from the mere fact of a litigant's residence in a non-Convention country. The court will require to be satisfied, usually on the basis of evidence, that any costs order made in favour of the defendants would not be enforceable or, at least, that enforcement would be substantially more difficult in the relevant jurisdiction and correspondingly more expensive for the defendants.» Το Άρθρο 23 της πιο πάνω Συνθήκης μεταξύ της Δημοκρατίας και της Ρωσικής Ομοσπονδίας προνοεί για την αμοιβαία αναγνώριση και εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων, όρος ο οποίος συμπεριλαμβάνει «αποφάσεις για την πληρωμή δικαστικών εξόδων». Ακόμη και στην περίπτωση που θεωρηθεί ότι η αίτηση για παροχή ασφάλειας εξόδων δεν έχει ως αποκλειστικό λόγο ότι ο ενάγοντας είναι αλλοδαπός ή ότι έχει τη συνήθη διαμονή του στο εξωτερικό, το Δικαστήριο θα πρέπει κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να λάβει υπόψη τη δυσκολία ή μη της εκτέλεσης στη Ρωσία δικαστικής απόφασης των δικαστηρίων μας για έξοδα και την όποια δαπάνη που αυτό θα συνεπάγεται. Για το ζήτημα αυτό δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Ενόψει όμως της κατάληξης μου δεν θα επεκταθώ περαιτέρω στο θέμα. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του ενάγοντα και εναντίον της εναγομένης όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της αγωγής και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)................................................ Π. Παναγή, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ. επίσης Crozat v. Brogden (πιο πάνω) [2] Βλ. O' Reagan (πιο πάνω) και Alahari v. Alia Royal Jordanian Airline
(1990)1 Α.Α.Δ. 434 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.