← Κύπρος

ΛΑΪΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ (ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΙΣ) ΛΤΔ ν. D A KORONIDES ENTERPRISES LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 541/02, 28  Νοεμβρίου 2006

ΛΑΪΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ (ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΙΣ) ΛΤΔ ν. D A KORONIDES ENTERPRISES LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 541/02, 28 Νοεμβρίου 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2006:A43 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ (ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΗ ΛΑΡΝΑΚΑ) ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κληρίδη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 541/02 Μεταξύ: ΛΑΪΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ (ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΙΣ) ΛΤΔ, εκ Λευκωσίας Εναγόντων και

  1. D. A. KORONIDES ENTERPRISES LTD, εκ Παραλιμνίου
  2. Μαρία Γεωργίου Σιαπαχτά σύζυγος Φλώρου Ανδρέα Κωμοδρόμου, εκ Παραλιμνίου
  3. Διγενής Κορονίδης, εκ Παραλιμνίου
  4. Ανδρούλλα Κορονίδου, εκ Παραλιμνίου Εναγομένων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ : 28 Νοεμβρίου 2006 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα: κ. Α. Ζαχαρίου Για τους Εναγομένους: κ. Α. Μαθηκολώνης Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αντιδικία στην παρούσα αγωγή και οι εκατέρωθεν διϊστάμενες θέσεις που έχουν προβάλει οι διάδικοι, εντάσσουν την αγωγή σε μιά σειρά παρόμοιων υποθέσεων που έχουν καταχωρηθεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας-Αμμοχώστου στις οποίες και εγείρεται το ίδιο κεντρικό θέμα προς δικαστική απόφανση, δηλαδή : Κατά πόσο συμφωνία ενοικιαγοράς αντικειμένων στην οποία οι διάδικοι ήσαν συμβαλλόμενοι είναι γνήσια, ή αντίθετα είναι εικονική και ψεύτικη και αν ναι, ποιες θα πρέπει να είναι οι επιπτώσεις από το γεγονός τούτο. Η ενάγουσα, η οποία είναι χρηματοδοτικός οργανισμός του ομίλου της Λαϊκής Τράπεζας, επικαλείται συμφωνία ενοικιαγοράς ημερ. 21.4.2000 με την οποία ενοικίασε στην εναγόμενη 1 υπό την εγγύηση των εναγομένων 2, 3 και 4 και με δικαίωμα αγοράς διάφορα μηχανήματα. Η συμπεφωνημένη τιμή ενοικιαγοράς ήταν ΛΚ 80.000, τα δικαιώματα ενοικιαγοράς ήταν ΛΚ 32.000 και τα δικαιώματα αγοράς ΛΚ
  5. Με συμπληρωματική συμφωνία ίδιας ημερομηνίας, το συνολικά πληρωτέο ποσό μειώθηκε από ΛΚ 111.010 σε ΛΚ 108.170 λόγω μείωσης του χρόνου αποπληρωμής. Διαζευκτικά προς αυτό τον ισχυρισμό, η ενάγουσα περαιτέρω ισχυρίζεται ότι με την συμφωνία της 21.4.2000 παρεχώρησε στην εναγομένη 1 πιστωτικές διευκολύνσεις ύψους ΛΚ 108.170 και/ή ΛΚ 80.000 με τους ίδιους όρους αποπληρωμής. Προς περαιτέρω εξασφάλιση της πληρωμής των συμφωνηθέντων ποσών, η εναγομένη 2 ενέγραψε υποθήκη ακινήτου προς όφελος της ενάγουσας. Σύμφωνα πάντα με την ΄Εκθεση Απαίτησης, οι εναγόμενοι καθυστερούν την πληρωμή συνολικού ποσού ΛΚ 46.305 για τούτο και η ενάγουσα τερμάτισε τη συμφωνία στις 3.10.2001 και ολόκληρο το οφειλόμενο υπόλοιπο του συμφωνηθέντος τιμήματος ανέρχεται σε ΛΚ 108.
  6. Διεκδικεί δε η ενάγουσα εναντίον των εναγομένων την καταβολή προς αυτήν των προαναφερθέντων ποσών, δυνάμει εναλλακτικών νομικών βάσεων, ήτοι: α. Ποσό ΛΚ 108.70 σαν υπόλοιπο ενοικίου λόγω παράβασης συμφωνίας ενοικιαγοράς, πλέον τόκους και σχετικά διατάγματα για παράδοση των αντικειμένων, πώληση τους με πλειστηριασμό κλπ., β. Σε περίπτωση που η συμφωνία ενοικιαγοράς ήθελε κηρυχθεί άκυρη, διεκδικεί η ενάγουσα το ποσό των ΛΚ 80.000 μείον γενόμενες πληρωμές ΛΚ 2.500, ήτοι ΛΚ 77.500 πλέον νόμιμο τόκο, σαν αποκατάσταση και/ή αποζημίωση για ποσά που οι εναγόμενοι έχουν προσπορισθεί χωρίς χαριστική αιτία ή όφελος από άκυρη σύμβαση, ή διαζευκτικά, γ. Το ποσό των ΛΚ 77.500 πλέον τόκο, σύμφωνα με τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού, της αρχής money had and received, ή υποχρεώσεις αποκατάστασης. Με την μακροσκελή τους κοινή ΄Εκθεση Υπεράσπισης, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η εναγομένη 1 εταιρεία είχε ζητήσει από τη Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ δάνειο ύψους ΛΚ 200.000, αίτημα το οποίο εγκρίθηκε μεν, πλήν όμως, όπως τους λέχθηκε, αυτό θα έπρεπε να παραχωρηθεί όχι μέσω της τράπεζας, αλλά μέσω της θυγατρικής της εταιρείας, της Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις Λτδ), δηλαδή της ενάγουσας. Αναγκάσθηκε έτσι η εναγομένη 1 να αποδεχθεί αυτή τη διευθέτηση και κατόπιν υπόδειξης της τράπεζας και της ενάγουσας, καταρτίστηκαν τρία συνολικά εικονικά ή και ψεύτικα συμβόλαια ενοικιαγοράς μέσω των οποίων η ενάγουσα θα παραχωρούσε στην εναγομένη 1 το αιτηθέν ποσό των ΛΚ 200.
  7. Τα συμβόλαια υπογράφηκαν εν λευκώ από μέρους της εναγομένης 1 και το μεν ένα αφορά την παρούσα αγωγή, τα δε άλλα δύο είναι αντικείμενα των αγωγών αρ. 542/02 και 543/02 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Σύμφωνα πάντα με την ΄Εκθεση Υπεράσπισης, η κατάρτιση της επίδικης συμφωνίας έγινε στα πλαίσια παράνομης, δόλιας και κακόπιστης πρακτικής της ενάγουσας σε συνεννόηση με την τράπεζα για επιβολή στους πελάτες της δανειοδοτήσεως μέσω εικονικών ενοικιαγορών με σκοπό την πραγματοποίηση υπέρμετρων και/ή παράνομων κερδών και επιβολή επαχθών όρων. Περαιτέρω, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η επίδικη συμφωνία καταρτίστηκε καθ΄ υπέρβαση (ultra vires) των σκοπών του Ιδρυτικού και Καταστατικού της εναγομένης 1 εταιρείας. ΄Οτι οι ενάγοντες, αξιοποιώντας τη δεσπόζουσα θέση την οποία κατείχαν έναντι των πελατών τους, παραχωρούσαν δάνεια με τον εικονικό αυτό τρόπο, παραβιάζοντας ή παρακάμπτοντας πρόνοιες της νομοθεσίας και οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας αναφορικά με χρέωση τόκων και συναφών χρεώσεων. Με βάση αυτούς τους ισχυρισμούς, οι εναγόμενοι εισηγούνται ότι η επίδικη συναλλαγή ήταν παράνομη, άκυρη και ανεφάρμοστη και συνακόλουθα και οι συμφωνίες εγγύησης καθώς και η εγγραφείσα υποθήκη, αφού αυτές οι συμφωνίες δεν εξασφαλίζουν οποιοδήποτε νόμιμο χρέος. Εγείρουν δε οι εναγόμενοι Ανταπαίτηση με την οποία επιζητούν την έκδοση δηλώσεων και διαταγμάτων ως προς την ακυρότητα της επίδικης συμφωνίας και των εξασφαλίσεων. Τα ουσιώδη γεγονότα προς υποστήριξη των αξιώσεων της ενάγουσας, έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ο ΜΕ1 Παν. Πατσιάς, διευθυντής του υποκαταστήματος της ενάγουσας στο Παραλίμνι και υπεύθυνος Παρακολούθησης Συμβολαίων. Η κατάθεση του έγινε υπό μορφή τόσο γραπτής δήλωσης, όσο και δια ζώσης και στο πλαίσιο της μαρτυρίας του κατατέθηκαν, χωρίς ένσταση και σημειώθηκαν σαν τεκμήρια, 13 συνολικά έγγραφα. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, οι εναγόμενοι επισκέφθηκαν το υποκατάστημα τους ζητώντας χρηματοδότηση πέριξ των ΛΚ 80.
  8. ΄Οταν τους εξηγήθηκε ότι η ενάγουσα είναι οργανισμός που ασχολείται με ενοικιαγορές, οπότε θα μπορούσε να χρηματοδοτήσει περιουσία τους με τη μορφή ενοικιαγοράς με λογικά ποσά και ανάλογες εξασφαλίσεις, οι εναγόμενοι αποδέχθηκαν και ζήτησαν να προβεί η ενάγουσα σε ενοικιαγορά των επίδικων μηχανημάτων-ιδιοκτησίας τους. Παρουσίασαν τα τιμολόγια αγοράς των μηχανημάτων από τον εισαγωγέα (τεκμήριο 1), επιβεβαιώθηκε η ορθότητα της αξίας τους και η κυριότητα σ΄ αυτά της εναγομένης 1, οπότε και ετοιμάστηκε και υπογράφηκε το συμβόλαιο - τεκμήριο 1 με ημερομηνία 21.4.
  9. Σύμφωνα πάντα με το μάρτυρα, επειδή γνώριζαν ότι οι εναγόμενοι είναι αξιόχρεοι και επειδή η συναλλαγή θα εξασφαλιζόταν με την υποθήκευση ακινήτου από την εναγομένη 2, η ενάγουσα δεν προχώρησε σε έλεγχο των μηχανημάτων, αφού είχε τις διαβεβαιώσεις των εναγομένων, τις εγγυήσεις και εξασφαλίσεις τους και το τιμολόγιο του εισαγωγέα. Τα χρήματα, δηλαδή ποσό ΛΚ 80.000, παραχωρήθηκαν στην εναγομένη 1 αφού κατατέθηκαν στον λογαριασμό τους και αυτοί τα εισέπραξαν. Οι εναγόμενοι όμως αρνούνται να πληρώσουν το ως άνω χρέος τους μαζί με ΛΚ 28.035 χρεωθέντα δικαιώματα ενοικιαγοράς, τόκους και έξοδα εκτίμησης, πλην κάποιων πληρωμών στις οποίες είχαν προβεί. Κατά την αντεξέταση υποβλήθηκε στον μάρτυρα σειρά ερωτήσεων αναφορικά με σχέση και/ή σύμπραξη της Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας στην επίδικη συναλλαγή. Υποβλήθηκε σ΄ αυτόν ότι αρχές Απριλίου 2000, η εναγόμενη 1, είχε ζητήσει δάνειο ύψους ΛΚ 80.000 από την Λαϊκή Τράπεζα για εξοπλισμό του υδατόπαρκου της που θα αγόραζε από την Ινδία, δηλαδή για να πληρώσει για τον εξοπλισμό αυτό που είχε παραγγείλει. Και ότι στις 21.4.2000 τα μηχανήματα αυτά δεν είχαν έρθει ακόμα στην Κύπρο. Ο μάρτυρας απάντησε ότι οι εναγόμενοι ήρθαν και ζήτησαν χρηματοδοτήσεις, η ενάγουσα δεν προβαίνει σε δανειοδοτήσεις, και στο τιμολόγιο αγοράς των εμπορευμάτων, η ίδια η ενάγουσα 1 δηλώνει ότι τα παρέλαβε, αφού υπογράφει σαν παραλήπτης. Η εναγομένη 1, δεν ανάφερε ότι ήθελαν χρηματοδότηση για να πληρώσουν τα εμπορεύματα, αλλά ότι αυτά ήταν δικά τους, ξοφλημένα και στην κατοχή τους. Με την υπογραφή δε της επίδικης συμφωνίας, ιδιοκτήτρια των εμπορευμάτων κατέστη η ενάγουσα. Σε σχέση με την υποθήκευση ακινήτων η ενάγουσα εξασφάλισε έκθεση εκτίμησης της αξίας των ενυπόθηκων ακινήτων από τον οίκο Αντ. Λοϊζου & Συνεργάτες (τεκμήρια 13 και 9) από την οποία διαφάνηκε ότι η αγοραία αξία των ακινήτων ήταν ΛΚ 400.000 και η καταναγκαστική τους αξία ΛΚ 300.
  10. Ο ΜΕ1 δέχθηκε ότι συνολικά η ενάγουσα 1 ήταν ΛΚ 200.000 που χρειαζόταν, γι΄ αυτό και το υποκατάστημα του είχε πάρει έγκριση για χρηματοδότηση ποσού αυτού του ύψους στη βάση βέβαια και της εκτίμησης του ακινήτου. Δύο άλλα συμβόλαια είχαν ετοιμασθεί (τεκμήρια 15 και 17) για ενοικιαγορά αντικειμένων ύψους ΛΚ 80.000 και ΛΚ 40.000 αντίστοιχα. Αυτά φέρουν ημερομηνία 19.7.
  11. Κατά την ημερομηνία αυτή οπότε πληρώθηκαν τα δύο ποσά, τα αντικείμενα στα οποία αυτά αναφέρονται είχαν παραληφθεί. Σύμφωνα πάντα με τον ίδιο μάρτυρα, η εναγομένη 1 του επέδειξε το έγγραφο «waybill» της ίδιας, ότι τα είχε παραλάβει από τον εισαγωγέα. Στη δική του μαρτυρία εκ μέρους των εναγομένων, ο διευθυντής και μέτοχος της εναγομένης 1 - εναγόμενος 3 Διγενής Κορονίδης (ΜΥ1), πρόβαλε την εκδοχή ότι είχε απευθυνθεί στην Λαϊκή Τράπεζα κατά τα τέλη Μαρτίου 2000, ζητώντας δάνειο για να πληρώσει εξοπλισμό που θα εισήγαγε από την Ινδία. Του ζητήθηκαν τίτλοι ακινήτων τους οποίους και έδωσε και γύρω στις 10 Απριλίου κάποιος κ. Φυλακτού του ζήτησε και συναντήθηκαν οπότε του είπε ότι το αίτημα του έγινε αποδεκτό, αλλά τα χρήματα θα τα έπαιρνε από την ενάγουσα - Λαϊκή (Χρηματοδοτήσεις) και ότι συνεννοήθηκε σχετικά με τον ΜΕ1-Πατσιά. Επισκέφθηκε τότε στα γραφεία της ενάγουσας στο Παραλίμνι τον ΜΕ1, ο οποίος του ζήτησε τιμολόγιο για τον εξοπλισμό που θα εισήγαγε. Εφ΄ όσον τα αντικείμενα δεν είχαν ακόμα εισαχθεί, του ζήτησε να παρουσιάσει ένα εικονικό τιμολόγιο που θα έγραφε ότι η αξία τους ήταν περίπου ΛΚ 80.
  12. Αυτό ήταν το ποσό το οποίο η εναγομένη 1 είχε άμεση ανάγκη ενώ τα υπόλοιπα χρήματα θα στέλλονταν στην Ινδία μέσω πίστωσης. Ο ΜΥ1 πήγε τότε στον εισαγωγέα Samar Trading Ltd, μέσω του οποίου θα εισήγοντο τα αντικείμενα, ο οποίος και του έδωσε ένα εικονικό τιμολόγιο το οποίο υπόγραψε μόνο ο ίδιος ο μάρτυρας, όχι και ο εισαγωγέας. Τα παρέδωσε στην ενάγουσα, έγιναν οι προετοιμασίες και ειδοποιήθηκε στις 14 Απριλίου να πάει με την σύζυγο του και την κουνιάδα του (εναγόμενες 4 και 2) για να υπογράψουν. Εκεί υπόγραψαν τρία συμβόλαια, δύο για ΛΚ 80.000 και ένα για ΛΚ 40.000 τα οποία και ο ΜΕ1 του έδωσε να τα πάρει στον ΄Εφορο Χαρτοσήμων για χαρτοσήμανση. Τα αντικείμενα θα έφθαναν στην Κύπρο τον Ιούνιο και το γνώριζε αυτό η ενάγουσα και η τράπεζα, αφού θα ανοίγονταν πιστωτικές επιστολές μέσω της. Μετά τη χαρτοσήμανση, ο ΜΥ1 παρέδωσε τα συμβόλαια στον ΜΕ1, στις 19 Απριλίου, όπως θυμόταν, οπότε και έγινε κατάθεση του ποσού των ΛΚ 80.000 στον λογαριασμό της ενάγουσας. Ρωτήθηκε κατά την αντεξέταση ο ΜΥ1 γιατί, όπως λέγει, πήγε στην ενάγουσα όταν τον έστειλαν από την Λαϊκή Τράπεζα και θα έπαιρνε έτσι πιο βραχυπρόθεσμα χρηματοδότηση με ψηλότερο τόκο. Ο μάρτυρας απάντησε ότι επείγετο να εξασφαλίσει τον εξοπλισμό για να ανοίξει την επιχείρηση του, ήταν ζήτημα ζωής ή θανάτου. Γι΄ αυτό αποδέκτηκε, και θα αποδεχόταν οτιδήποτε του εζητείτο, όπως είπε, ακόμα και τόκο με επιτόκιο προς 100%. Όταν πήρε τα χρήματα της εναγομένης, στην αρχή πλήρωνε τις δόσεις που υποχρεούτο, μετά όμως ανέκυψαν δυσκολίες επειδή η αποπληρωμή ήταν βραχυπρόθεσμη, ο τόκος ψηλός και ο τουρισμός σημείωσε πτώση. Επίσης εκ μέρους των εναγομένων κατάθεσε και ο κ. Λ. Παπαλλής, λογιστής-ελεγκτής (ΜΥ2). Με βάση τα δεδομένα τα οποία παρατίθενται στο επίδικο συμβόλαιο-τεκμήριο 1, ο μάρτυρας προέβηκε σε κάποιους υπολογισμούς ως προς τόκους και με δύο εναλλακτικές εκδοχές: α. ΄Οτι η αποπληρωμή του ποσού των ΛΚ 80.000 θα γινόταν αφού πρώτα εξοφλείτο ολόκληρο το κεφάλαιο και μετά οι τόκοι. β. ΄Οτι η αποπληρωμή θα γινόταν αφού οι πληρωμές καταλογίζονταν πρώτα έναντι των τόκων και ακολούθως ό,τι περίσσευε καταλογιζόταν για αποπληρωμή του κεφαλαίου. Στην πρώτη περίπτωση η επιβάρυνση του πελάτη είναι 21.02% ενώ στη δεύτερη είναι 13,72%. Επεξηγώντας την μέθοδο την οποία ακολούθησε, ο μάρτυρας είπε ότι θεώρησε τα δικαιώματα ενοικιαγοράς σαν επιτόκιο κατά την συμφωνία ωσάν να ήταν «δάνειο ενοικιαγοράς». Αναφερόμενος δε στα ποσοστά επιβάρυνσης στα οποία είχε καταλήξει ως προς τις δύο προαναφερθείσες εναλλακτικές περιπτώσεις, ο μάρτυρας είπε ότι έκανε λάθος και τα συμπερασματικά αποτελέσματα πρέπει να είναι τα αντίστροφα. Ερωτηθείς δε ο μάρτυρας ως προς το εάν διαφοροποιείται η κατάσταση στην περίπτωση μή πληρωμής των δόσεων, απάντησε ότι οι υπολογισμοί του έγιναν στη βάση ότι οι δόσεις θα πληρώνονταν κανονικά. Εάν δεν επληρώνετο καμιά δόση το ποσοστό επιτοκίου θα ήταν 7.75% και όχι όπως το υπολόγισε ο ίδιος. ΄Αλλος λογιστής-ελεγκτής ο οποίος κατάθεσε εκ μέρους των εναγομένων, ήταν ο ΜΥ3 Κυριάκος Γεωργίου. Σ΄ αυτό τον μάρτυρα είχε ανατεθεί η εκπόνηση μελέτης ως προς το ποσοστό επιβάρυνσης το οποίο έφερε η επίδικη συμφωνία ενοικιαγοράς - Τεκμήριο . Στην έκθεση του την οποία παρουσίασε στο Δικαστήριο (Τεκμήριο 22), ο μάρτυρας προέβηκε στον υπολογισμό του επιτοκίου για το χρηματοδοτηθέν ποσό των ΛΚ80.000, με βάση τρία εναλλακτικά σενάρια και κατάληξε σε τρία διαφορετικά αποτελέσματα, στη βάση πάντα της αποπληρωμής του ποσού με 60 δόσεις για ποσό ύψους ΛΚ1.850.00 η κάθε μια. Σύμφωνα με το πρώτο σενάριο, εάν η κεφαλαιοποίηση τόκου γίνεται μηνιαία και η δόση καταλογίζεται προς αποπληρωμή πρώτα των τόκων και το όποιο υπόλοιπο καταλογίζεται προς αποπληρωμή του κεφαλαίου, τότε το συνολικό ποσό των τόκων ανέρχεται σε ΛΚ31.000.00 και το επιτόκιο σε 13,73%. Σύμφωνα με το δεύτερο σενάριο, εάν ολόκληρο το ποσό κάθε δόσης καταλογίζεται έναντι των τόκων, τότε το συνολικό ποσό των τόκων ανέρχεται και πάλι σε ΛΚ31.000.00, με υπολογιζόμενο όμως επιτόκιο που ανέρχεται σε 21,02%. Στο τρίτο εναλλακτικό σενάριο, με τα ίδια πάντα σταθερά δεδομένα, εάν επρόκειτο για δανειοδότηση του ποσού των ΛΚ80.000 με επιτόκιο 9% και μηνιαία κεφαλαιοποίηση τόκων, το συνολικό ποσό των τόκων είναι ΛΚ17.061.
  13. Επομένως, συγκρίνοντας το ποσό το οποίο θα έπρεπε να καταβάλει ο πελάτης στην περίπτωση σύναψης δανείου ΛΚ80.000 με επιτόκιο 9%, (ΛΚ17.061.16) σε σχέση με την επιβάρυνση που καταβάλλει στην περίπτωση ενοικιαγοράς για αντικείμενα ίδιας αξίας (ΛΚ31.000.00), υπάρχει σημαντική διαφορά ύψους ΛΚ13.938.83 με την οποία ο πελάτης επιπρόσθετα επιβαρύνεται στην περίπτωση της ενοικιαγοράς. ΄Οπως ο μάρτυρας κατέθεσε στην αντεξέταση, είναι βέβαια δύο διαφορετικά πράγματα η χρέωση τόκου για δάνειο και η χρέωση δικαιωμάτων σε συμφωνία ενοικιαγοράς, πλην όμως και οι δύο περιπτώσεις συνιστούν τρόπο χρηματοδότησης του πελάτη και φέρουν ένα κόστος. Οι υπολογισμοί δε στους οποίους προέβηκε, έγιναν στη βάση του δεδομένου ότι όλες οι προβλεπόμενες δόσεις θα πληρώνονταν όπως προνοείτο στη συμφωνία. Στην τελική του αγόρευση ο κ. Μαθηκολώνης για τους εναγομένους αναφέρθηκε και παρέπεμψε σε σωρεία στοιχείων και γεγονότων, η ύπαρξη των οποίων αποδεικνύει, κατά την εισήγηση του, την εικονικότητα της επίδικης συναλλαγής. Αυτά τα στοιχεία και γεγονότα παρατίθενται σε δύο έγγραφα τα οποία ο συνήγορος παρουσίασε («Β» και «Γ» αντίστοιχα») και δεν θα τα επαναλάβω εδώ, παρά μόνο θα αναφερθώ σ΄ αυτά εκεί όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο. Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε ο κ. Μαθηκολώνης στην εισήγηση του, σύμφωνα με την οποία, για να κριθεί το θέμα της εικονικότητας της συναλλαγής, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει, όχι μόνο την επίδικη σύμβαση ενοικιαγοράς μεμονωμένα, αλλά μαζί με τις άλλες δύο συμβάσεις που είχαν συνάψει οι εναγόμενοι. Συμβάσεις οι οποίες είναι κατά την άποψη του άρρηκτα συνυφασμένες και συνδεδεμένες με την επίδικη, τόσο από απόψεως χρόνου όσο και σκοπού και τρόπου κατάρτισης. Ιδιαίτερη δε σημασία έχει, η χρονολογική εξέλιξη των πραγμάτων, όπως αυτή διαφάνηκε μέσα από τη δοθείσα μαρτυρία και μέσω της οποίας επιβεβαιώνεται ότι οι εναγόμενοι είπαν την αλήθεια. Αναλύοντας την επί του θέματος νομολογία, ο ίδιος συνήγορος εισηγήθηκε πως όταν ένα συμβόλαιο δεν παρουσιάζει την πραγματική εικόνα της συναλλαγής, όπως εδώ, τότε η συναλλαγή θεωρείται νομικά, εικονική. Αναφέρθηκε επίσης σε αντιφατικότητα στη μαρτυρία των εναγόντων σε διάφορα σημεία της όπως π.χ. ότι ενώ ο ΜΕ1 κατάθεσε από τη μια ότι οι εναγόμενοι ήθελαν χρήματα και γι΄ αυτό διάθεσαν για χρηματοδότηση τα αντικείμενα, από την άλλη κατάθεσε ότι οι εναγόμενοι ήθελαν τα χρήματα για να αγοράσουν σχετικό εξοπλισμό. Τα αντικείμενα δε, ούτε υπήρχαν, αφού τελικά δεν εισήχθηκαν από το εξωτερικό, ούτε τα είδαν ποτέ οι ενάγοντες. Εάν δε το Δικαστήριο καταλήξει σε εύρημα ότι η επίδικη ενοικιαγορά ήταν εικονική, θα πρέπει αυτή να κηρυχθεί παράνομη και άκυρη διότι δεν έγινε για κανένα άλλο σκοπό, παρά για να καταστεί δυνατή η χρέωση τόκων με επιτόκιο πέραν του επιτρεπόμενου ορίου του 9%. Επιπρόσθετα, δεν ενέχει σημασία το εάν οι εναγόμενοι πήραν ή όχι τα χρήματα της ενοικιαγοράς και το όποιο όφελος είχαν απ΄ αυτήν. Σημασία έχει η δόλια, παράνομη συμπεριφορά των εναγόντων και η προσπάθεια συγκάλυψης της με τον έμμεσο τρόπο που επέλεξαν. Στη δική του αγόρευση, ο κ. Ζαχαρίου για τους ενάγοντες, με παραπομπή στη νομολογία, υπέβαλε κυρίως ότι εκείνο που πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη σε τέτοιες περιπτώσεις είναι το δεδομένο νομικό περιεχόμενο του εγγράφου και αν αυτό συμβιβάζεται προς τη φύση που οι διάδικοι προσδίδουν στη συμφωνία. Ακόμα και αν η επίδικη συναλλαγή μπορούσε να θεωρηθεί παράνομη λόγω της περί Τόκου νομοθεσίας, αυτό δεν θα οδηγούσε σε ακυρότητα της παρά μόνο αδυναμία απόδοσης του ποσοστού υπέρβασης ή των παρουσιασθέντων σαν δικαιωμάτων ενοικιαγοράς. Υπάρχουν δε στο δικόγραφο των εναγόντων διαζευκτικές βάσεις αγωγής με βάση τις οποίες θα μπορούσαν οι ενάγοντες να επιτύχουν στις χρηματικές και άλλες αξιώσεις τους, σύμφωνα με τη νομολογία. Σύμφωνα πάντα με το συνήγορο των εναγόντων, αυτοί δεν είχαν καμμιά υποχρέωση να προσκομίσουν μαρτυρία για να αποδείξουν ότι δεν ευσταθεί η εκδοχή της εικονικότητας. Είναι δε ακόμα αδιάφορο το εάν τα αντικείμενα χρηματοδοτηθούν για ποσά που δεν ανταποκρίνονται επακριβώς προς την δεδηλωμένη αξία τους όπως επίσης δεν θα έκανε διαφορά το εάν πράγματι ένας κερδοσκοπικός οργανισμός όπως είναι μια τράπεζα, αντί για δανειοδότηση, παραπέμπει ένα πελάτη σε ενοικιαγορά, χωρίς αυτός να είναι υπόχρεος να αποδεχθεί τον εναλλακτικό αυτό τρόπο χρηματοδότησης. Στην επίδικη δε συναλλαγή, τα αντικείμενα που προσφέρθηκαν για χρηματοδότηση και συγκεκριμένα ήσαν και υπαρκτά, με βάση τιμολόγιο που παρουσίασαν οι εναγόμενοι, ενώ η μή υπογραφή του και από τον προμηθευτή δεν ενέχει καμμιά σημασία. Οι άλλες δύο συναλλαγές ενοικιαγοράς στις οποίες έδωσε έμφαση ο συνήγορος των εναγομένων, είναι άσχετες, όπως υπέβαλε ο κ. Ζαχαρίου και έγιναν για να εξασφαλισθούν χρήματα για πληρωμή πιστωτικών επιστολών που ανοίχθηκαν προς όφελος των εναγομένων για να καταστεί δυνατή η εισαγωγή στην Κύπρο παραγγελθέντων απ΄ αυτούς αντικειμένων. Αυτά ήσαν σε συνοπτική μορφή, τα κύρια σημεία μαρτυρίας και οι εκατέρωθεν θέσεις που πρόβαλαν στο Δικαστήριο οι διάδικοι. ΄Οπως είναι φανερό, εκείνο που προέχει για διακρίβωση, που είναι συνάμα και το προεξάρχον -κεντρικό επίδικο θέμα, είναι το ποια ήταν στην παρούσα περίπτωση η επακριβής και πραγματική φύση της επίδικης συναλλαγής. Η επακριβής - πραγματική φύση της συναλλαγής Το βασικό ερώτημα που τίθεται εδώ προς απάντηση, είναι κατά πόσο η επίδικη συναλλαγή συνιστούσε μια πραγματική, νόμιμη και εφαρμόσιμη συμφωνία ενοικιαγοράς ή αντίθετα επρόκειτο για μια εικονική και ψεύτικη συναλλαγή συγκεκαλυμμένου δανείου με επαχθείς και παράνομους όρους, χρησιμοποιώντας ανύπαρκτα αντικείμενα. Για να απαντηθεί αυτό το ερώτημα, θα πρέπει πρώτα να διακριβωθεί το πραγματικό υπόβαθρο γεγονότων επί των οποίων εδράζεται η συναλλαγή. Πλείστα από τα βασικά αυτά γεγονότα είναι είτε αδιαμφισβήτητα, είτε κοινά αποδεκτά, ή αντικειμενικά διαπιστώσιμα. Μεταξύ αυτών, είναι και το γεγονός ότι η εναγόμενη 1, η οποία διεξάγει επιχείρηση υδατόπαρκου - λούνα παρκ, χρειαζόταν συνολική χρηματοδότηση ποσού ΛΚ 200.000 και όχι μόνο ΛΚ 80.000 που αφορά την επίδικη συμφωνία. Είναι γι΄ αυτό το λόγο που καταρτίσθηκαν τελικά και υπογράφηκαν τρία συμβόλαια, δηλαδή πέραν του επίδικου που ήταν για ΛΚ 80.000, άλλο ένα για Λ.Κ. 80.000 και ένα τρίτο για ΛΚ 40.
  14. Αποδέχομαι προς τούτο, τη μαρτυρία του ΜΥ 1 Δ. Κορονίδη και την σχετική παραδοχή αυτού του γεγονότος στην οποία είχε προβεί ο ΜΕ 1 Π. Πατσιάς. Η ύπαρξη των τριών αυτών συμφωνιών επιμαρτυρείται εξ΄ άλλου και από τα έγγραφα στα οποία αυτές ενσωματώνονται (τεκμήρια 1, 15, 17 και 18). Αποδέχομαι επίσης από τη μαρτυρία του ΜΥ1, την εκδοχή του σύμφωνα με την οποία για την χρηματοδότηση της εταιρείας του, είχε πρώτα απευθυνθεί στην Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα, η οποία όμως τον παρέπεμψε στην ενάγουσα Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ. Εκεί, του εξηγήθηκε ότι χρηματοδότηση τους για το ποσό που επιθυμούσε θα μπορούσε μόνο να γίνει με συμφωνία ενοικιαγοράς. Με τη διάθεση δηλαδή προς την ενάγουσα αντικειμένων ανάλογης αξίας που ανήκαν στην εναγομένη 1 και την αποπληρωμή της αξίας τους από την εναγομένη 1 υπό μορφή ενοικίου και τελικά την επανάκτηση τους ασκώντας δικαίωμα αγοράς. Επιπρόσθετα, ζητήθηκε εξασφάλιση με υποθήκευση ακίνητης περιουσίας, ο εκπρόσωπος της εναγομένης 1 εταιρείας συμφώνησε και έτσι προχώρησε η μηχανιστική διαδικασία εφαρμογής των συμφωνηθέντων. Ζητήθηκε από την εναγομένη 1 να προσφέρει προς τούτο κινητή περιουσία που της ανήκε καθώς επίσης και ακίνητη περιουσία ικανοποιητικής αξίας. Η εναγομένη 1 υπέδειξε προς υποθήκευση δύο ακίνητα που ανήκουν στην εναγομένη
  15. Η ενάγουσα ζήτησε από τον οίκο εκτιμητών ακινήτων Αντώνης Λοϊζου και Συνεργάτες, εκτίμηση της αξίας των ακινήτων. Στο σημείο τούτο παρεμβάλλω πως προβλήθηκε η θέση από πλευράς των εναγομένων ότι δεν ήταν η ενάγουσα που ζήτησε την εκτίμηση, αλλά η Λαϊκή Τράπεζα. Αυτή η θέση δεν υποστηρίκτηκε από καμμιά άλλη μαρτυρία, ενώ η ίδια η ΄Εκθεση Εκτίμησης που κατατέθηκε στο Δικαστήριο (Τεκμήριο 13) καταδεικνύει το αντίθετο. Η ΄Εκθεση, που φέρει ημερομηνία 3.4.2000 δεν απευθύνεται στην Λαϊκή Τράπεζα Λτδ αλλά στον «Διευθυντή Λαϊκής Τράπεζας Λτδ Χρηματοδοτήσεις Παραλίμνι. Διά προσ. κ. Πανίκο Πατσιά». Απευθυνόταν δηλαδή στον ενάγοντα χρηματοδοτικό οργανισμό και θα ερχόταν στην προσοχή του κ. Πατσιά, δηλαδή του ΜΕ
  16. Η εκτίμηση ανέβαζε την αξία των ακινήτων σε ΛΚ 400.00 (αγοραία) και σε ΛΚ 300.000 (καταναγκαστική). Ως προς τον εξοπλισμό ο οποίος θα αποτελούσε το αντικείμενο της συμφωνίας ενοικιαγοράς, ζήτησε η ενάγουσα από την εναγομένη 1 να της παράσχει κατάλογο των αντικειμένων που θα τελούσαν υπό χρηματοδότηση και ένδειξη ως προς την υπολογιζόμενη αξία τους. Η εναγομένη 1 τότε εξασφάλισε ένα τιμολόγιο ημ. 12.4.2000 από την εταιρεία Samar Trading Ltd (Τεκμήριο 4) με το οποίο πιστοποιείται ότι 17 συνολικά μηχανήματα μεταξύ των οποίων αντλιοκινούμενες βάρκες, ηλεκτρικά αυτοκινητάκια και ένα τραίνο με 4 βαγόνια παραλήφθηκαν από την εναγομένη
  17. Δίδεται στο τιμολόγιο λεπτομερής περιγραφή ενός εκάστου μηχανήματος, ξεχωριστή αξία του και η συνολική αξία των μηχανημάτων που ήταν ΛΚ 84.520 περιλαμβανομένου ΦΠΑ. Το τιμολόγιο φέρεται να εκδόθηκε από την εταιρεία Samar η οποία εισήγαγε τα μηχανήματα στην Κύπρο, είναι αριθμημένο και αναγράφονται σε αυτό όλα τα στοιχεία εκείνης της εταιρείας όπως τηλέφωνα, αρ. μητρώου ΦΠΑ κλπ. Υπογράφεται δε στη θέση «Παραλήπτης» των αντικειμένων, από την εναγομένη 1 και φέρει την σφραγίδα της. ΄Οπως έχει προαναφερθεί, στη μαρτυρία του ο διευθυντής της εναγομένης 1, ΜΥ 1, αποποιήθηκε την κυριότητα και ύπαρξη των αντικειμένων εκείνων, λέγοντας ότι επρόκειτο για εξοπλισμό που δεν είχε ακόμα εισαχθεί, είχε παραγγελθεί αλλά δεν εισήχθη, και ότι του ζητήθηκε από τον ΜΕ1 να του παρουσιάσει ένα εικονικό τιμολόγιο με αντικείμενα αξίας περίπου ΛΚ 80.
  18. Εξασφάλισε τότε από την Samar Ltd το Τεκμήριο 4 που ήταν εικονικό και το παρουσίασε. Στη βάση δε αυτού του τιμολογίου αναγράφηκε και ταυτόσημη περιγραφή των υπό χρηματοδότηση αντικειμένων στη Συμφωνία Ενοικιαγοράς - Τεκμήριο
  19. Τη θέση αυτή απέρριψε ο ΜΕ 1 Πατσιάς. Σε σχέση με το κεφαλαιώδους σημασίας αυτό το ζήτημα παρατηρώ τα εξής: Εντυπωσιάζει πραγματικά η ευκολία και η άνεση με την οποία εκπρόσωπος μιας εταιρείας που διεξάγει επιχειρηματικές δραστηριότητες, παραδέχεται ενόρκως και ανερυθριάστως ότι προκειμένου να εξασφάλιζε τη χρηματοδότηση που επεδίωκε και ψεύτικα τιμολόγια εξασφάλιζε και ψεύτικα τιμολόγια παρουσίαζε και ψευδώς παρίστανε την εταιρεία του σαν ιδιοκτήτρια αντικειμένων που δεν είχε ποτέ παραλάβει. Και ακόμα ότι υπέγραφε τη Συμφωνία Ενοικιαγοράς - Τεκμήριο 1, ψευδώς δηλώνοντας σαν μισθωτής ότι παρέλαβε τα εμπορεύματα κλπ. ΄Ενα άτομο που προβαίνει σε τόσα ψεύδη, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, για να αποκομίσει ουσιαστική χρηματοδότηση, έρχεται τώρα και καλεί το Δικαστήριο να πιστέψει σαν αληθινό ένα βασικό ισχυρισμό του, ότι δηλαδή εψεύδετο κατά τον ουσιώδη χρόνο που προέβαινε σε γραπτές δηλώσεις και διαβεβαιώσεις, θέτοντας τη σφραγίδα της εταιρείας του. Και επιχειρεί βέβαια τούτο, τώρα που καλείται να αναλάβει τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από συμφωνίες που βασίστηκαν στις δικές του πράξεις και δηλώσεις. Ο ισχυρισμός του ΜΥ 1 σύμφωνα με τον οποίο είναι ο διευθυντής των εναγόντων ΜΕ 1 ή άλλο πρόσωπο εκ μέρους τους που τον προέτρεψε να εξασφαλίσει τιμολόγιο για εμπορεύματα που δεν ήταν στην κατοχή του δεν με έπεισε για την αλήθεια του. Ούτε με έπεισε ο ισχυρισμός του ότι ο ΜΕ1 και μέσω του οι ενάγοντες, γνώριζαν και δέχθηκαν ότι τα αντικείμενα δεν υπήρχαν στην κυριότητα της εναγομένης
  20. Αποδέχομαι προς τούτο την εκδοχή του ΜΕ1 Πατσιά σύμφωνα με τον οποίο, ναι, ζήτησε από τον ΜΥ1 να του παρουσιάσει στοιχεία για την ύπαρξη των προτεινόμενων για χρηματοδότηση αντικειμένων και ο ΜΥ1 εξασφάλισε και του παρουσίασε το τιμολόγιο - τεκμήριο 4 χωρίς ποτέ να του αναφέρει ότι δεν είχε στην κατοχή του τέτοια αντικείμενα. Βρισκόμενος σ΄ αυτό το σημείο προβαίνω και σε ένα συναφές εύρημα σύμφωνα με το οποίο τα αντικείμενα που περιγράφηκαν στο τεκμήριο 4 και απετέλεσαν το αντικείμενο της επίδικης ενοικιαγοράς παρουσιάστηκαν πράγματι σαν υπαρκτά και προσφέρθηκαν από την εναγομένη 1 για την εξασφάλιση χρηματοδότησης ΛΚ 80.000 μέσω ενοικιαγοράς, ενώ τα αντικείμενα των δύο άλλων συμφωνιών θα εχρησιμοποιούντο για εξασφάλιση πόρων προς χρηματοδότηση της πληρωμής τους στο εξωτερικό για να εισαχθούν στην Κύπρο. Ως προς την επίδικη συμφωνία, αποδέχομαι τις θέσεις που πρόβαλε ο ΜΕ1, ο οποίος μου φάνηκε ειλικρινής και θετικός. Για την ύπαρξη δηλαδή των επίδικων αντικειμένων είχε η ενάγουσα στα χέρια της τιμολόγιο που προερχόταν από τον εισαγωγέα τους, ανυπόγραφο από τον ίδιο αλλά υπογραμμένο και σφραγισμένο από την εναγομένη 1 σαν παραλήπτρια. ΄Εγινε αρκετός λόγος για το γεγονός ότι το τιμολόγιο - τεκμήριο 4 δεν έφερε και την υπογραφή του εισαγωγέα. Αλλά θα έφερε την υπογραφή του για ποιο λόγο; ΄Ηταν τιμολόγιο με το οποίο επιστοποιείτο η παραλαβή των περιγραφομένων αντικειμένων και η αναλυτική και συνολική αξία τους και εκείνο που ενδιαφέρει ήταν όχι η επιμαρτύρηση ότι εισήχθησαν από τον εισαγωγέα, ή η δήλωση του ότι τα παράδωσε στην εναγομένη. Εκείνο που ενδιέφερε την ενάγουσα ήταν να επιμαρτυρούσε το έγγραφο ότι τα αντικείμενα εκείνα είχαν πράγματι παραληφθεί από την ενάγουσα και επομένως βρίσκονταν στην κυριότητα της, και ότι άξιζαν περίπου όσα ζητούσε ο μισθωτής να πληρώσει η ενάγουσα. Υπενθυμίζεται δε ότι η ενάγουσα είναι περαιτέρω εξασφαλισμένη και με υποθήκευση ακινήτου μεγαλύτερης αξίας και με προσωπικές εγγυήσεις φυσικών προσώπων, γεγονός που εξηγεί το γιατί να μην επιδιώξει να επιθεωρήσει και η ίδια τα αντικείμενα ή να προβεί σε δική της εκτίμηση ως προς την αξία τους. Είναι λοιπόν το εύρημα μου ότι η ενάγουσα μέσω των εκπροσώπων της, δεν προέτρεψαν την εναγομένη 1 να εξασφαλίσει και να παρουσιάσει ψεύτικα πιστοποιητικά - τιμολόγια για ανύπαρκτα αντικείμενα, αλλ' η εναγομένη 1 ήταν που δήλωσε παραλήπτρια και ιδιοκτήτρια των αντικειμένων παρουσιάζοντας προς τούτο, το τιμολόγιο-τεκμήριο 4 και ακολούθως υπογράφοντας τις σχετικές δηλώσεις στην επίδικη σύμβαση ενώ η ενάγουσα δεν θεώρησε αναγκαίο να τα αμφισβητήσει ή διερευνήσει περαιτέρω. Το ίδιο το γεγονός ότι η εναγομένη 1 είχε πράγματι παραγγείλει εκείνα τα αντικείμενα εκείνης της αξίας, το δέχθηκε και ο εκπρόσωπος της. Το εάν τη δεδομένη ημέρα όμως τα είχε ήδη παραλάβει ή όχι, αν ακύρωσε σε κάποιο στάδιο την παραγγελία, αυτό δεν είναι καθαρό. ΄Ομως η ενάγουσα είχε κάθε δικαίωμα να βασισθεί και βασίσθηκε, στις παραστάσεις στις οποίες προέβηκε η εναγομένη 1 και στα έγγραφα που υπέγραφε ή παρουσίασε, έστω και αν τώρα λέγει η δεύτερη ότι ήταν πλαστά και ψεύτικα και επικαλείται η ίδια την χάλκευση τους για να απεκδυθεί των υποχρεώσεων της. Σε σχέση με αυτή τη πτυχή της υπόθεσης η οποία αφορά στην πραγματική ανυπαρξία ή μη των επίδικων αντικειμένων, θα πρέπει να παρατηρήσω τα εξής: Ενώπιον του Δικαστηρίου ενόρκως ο ΜΥ1, διευθυντής της εναγομένης 1, προέβηκε σε κάποιες παραδοχές, μπροστά στις οποίες το Δικαστήριο δεν μπορεί να παραμείνει απαθές. Πρόκειται για θέματα στα οποία θα πρέπει να γίνει αστυνομική διερεύνηση για εξέταση της πιθανότητας διάπραξης ποινικών αδικημάτων. Θα δώσω επομένως καθηκόντως οδηγίες όπως αντίγραφα της παρούσας απόφασης και των σχετικών πρακτικών που έχουν τηρηθεί κατά την λήψη της μαρτυρίας του ΜΥ1, αποσταλούν στον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας προς διερεύνηση σε σχέση με τα ακόλουθα θέματα : α. Την ένορκη παραδοχή αξιωματούχου της εναγομένης 1 εταιρείας σύμφωνα με την οποία εξασφάλισε τιμολόγιο άλλης εταιρείας εισαγωγών στο οποίο έθεσε την υπογραφή του και την σφραγίδα της εταιρείας σαν Παραλήπτης αντικειμένων αξίας ΛΚ 84.520 στις 12.4.2000, ενώ δεν είχε παραλάβει τέτοια αντικείμενα τότε και/ή ποτέ (Τεκμήριο 4). β. Την ένορκη παραδοχή του ίδιου αξιωματούχου της εναγομένης 1 εταιρείας ότι η εξασφάλιση και η υπογραφή του ίδιου εγγράφου με ψευδή στοιχεία, έγινε προς το σκοπό της χρησιμοποίησης του για την χρηματοδότηση με τη μέθοδο της Ενοικιαγοράς από την ενάγουσα με μισθούμενα αντικείμενα εκείνα τα οποία, κατά τη μαρτυρία του, ψευδώς παρέστησε ότι κατείχε. γ. Την ένορκη παραδοχή του ιδίου αξιωματούχου ότι συνήψε την επίδικη συμφωνία ενοικιαγοράς (Τεκμήριο 1) υπογράφοντας και θέτοντας τη σφραγίδα της εναγομένης 1 εταιρείας κάτω από «Δηλώσεις και Διαβεβαιώσεις του Μισθωτή», δηλώνοντας μεταξύ άλλων ότι παρέλαβε τα αντικείμενα και ότι ήσαν κατάλληλα και καλώντας την ενάγουσα να τα αγοράσει και να τον αφήσει να τα κατέχει, ενώ, όπως κατάθεσε στο Δικαστήριο, γνώριζε ότι αυτή η δήλωση δεν ήταν αληθής και με βάση την οποία επιτεύχθηκε η χρηματοδότηση της εναγομένης 1 εταιρείας με το ποσό των ΛΚ 80.
  21. Επανερχόμενος στα γεγονότα της αγωγής και τα προαναφερθέντα ευρήματα μου, συμπεραίνω τα εξής: Κατ΄ αρχήν, ως προς το βάρος της απόδειξης των γεγονότων που συνθέτουν το θέμα της γνησιότητας και/ή εγκυρότητας της επίδικης συμφωνίας, αυτό το θέμα έχει ξεκαθαρίσει με παλαιότερες αλλά και με πρόσφατες αποφάσεις του Εφετείου. Παραπέμπω σχετικά στην πολύ πρόσφατη απόφαση στην Πολ. ΄Εφεση αρ. 12211 ημ. 8.9.06 - Ανδρούλλα Κωνσταντίνου κ.άλλου ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ. Επιβεβαιώνοντας προηγούμενη νομολογία, το Εφετείο, παρέθεσε και τις ακόλουθες αρχές οι οποίες τυγχάνουν εφαρμογής σε τέτοιας φύσεως υποθέσεις: α. Ο χρηματοδοτικός οργανισμός έχει το βάρος να αποδείξει την έγκυρη κατάρτιση της ενοικιαγοράς σύμφωνα με το Νόμο. β. Για τον πιο πάνω σκοπό ο οργανισμός οφείλει να αποδείξει τη γραπτή σύμβαση και τις περιστάσεις υπογραφής της, σύμβαση η οποία αναφέρεται σε αντικείμενα υπαρκτά και τα οποία ο μισθωτής δηλώνει ότι τα παράλαβε και βρίσκονταν σε καλή κατάσταση. γ. Δεν είναι η υποχρέωση του οργανισμού να καλέσει μάρτυρες πρόσωπα για να αποδείξει ότι τα αντικείμενα ήσαν πράγματι υπαρκτά, όπως τους προμηθευτές των αντικειμένων και άλλους για να αντικρούσουν τον ισχυρισμό του μισθωτή περί εικονικότητας τους. Ο ισχυρισμός αυτός, εγειρόμενος από τον μισθωτή, θέτει σ΄ αυτόν και το ανάλογο βάρος να το αποδείξει. (Βλπ. επίσης T.J.S. Enterprises Ltd κ.ά ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ. Πολ. ΄Εφεση 11538 ημ. 20.1.05 και Barclays Bank Plc. κ.ά. ν. J.G.L. (Constr.) Ltd κ.ά.

(2000)1 ΑΑΔ 1726). Ως προς την εισήγηση εκ μέρους των εναγομένων σύμφωνα με την οποία η ανυπαρξία Εμπόρου καθάπτεται της εγκυρότητας της επίδικης συμφωνίας ή συνηγορεί υπέρ της διάγνωσης εικονικότητας της συναλλαγής, και αυτό το θέμα απαντάται από την προαναφερθείσα απόφαση στην Πολ. ΄Εφεση 12211. Τόσο σε εκείνη την περίπτωση, όσο και εδώ, δεν παρευεβλήθη στη συναλλαγή ενοικιαγοράς έμπορος ο οποίος πωλούσε τα αντικείμενα και το σχετικό μέρος της σύμβασης που αναφέρεται στη «Δήλωση Εμπόρου» παρέμεινε κενό. Το Εφετείο απέρριψε εισήγηση ότι και αυτό το γεγονός έτεινε να αποδείξει την εικονικότητα-ακύρωση της συναλλαγής, επιβεβαιώνοντας ότι μιά σύμβαση ενοικιαγοράς δεν πρέπει υποχρεωτικά να είναι τριμερής, περιλαμβάνουσα έμπορο, χρηματοδότη και μισθωτή. Η ύπαρξη και του εμπόρου, όπως τονίστηκε, υποδηλώνει απλώς το σύνηθες, πλην όμως δεν αποκλείεται τα αντικείμενα να ανήκουν αρχικά στον ίδιο τον ενοικιαγοραστή. ΄Οπως εξάλλου είχε επιβεβαιωθεί και στην προηγούμενη απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Κωνσταντίνου κ.ά.
(2001)1 ΑΑΔ 1432 στη σελ. 1437, δεν υπάρχει οτιδήποτε που να εμποδίζει ιδιοκτήτη π.χ. οχήματος από του να το πωλήσει σε χρηματοδοτικό οργανισμό, να εισπράξει το τίμημα και να το επιστρέψει με δόσεις. Και νοουμένου ότι η πώληση είναι γνήσια και όχι πλασματική, απολήγει ισχυρή η σύμβαση ενοικιαγοράς που την ακολουθεί, όσο και αν ο στόχος ήταν, σε τελική ανάλυση, ο δανεισμός χρημάτων με ασφάλεια το αντικείμενο της πώλησης - ενοικιαγοράς (βλπ. επίσης Eastern Distributors Ltd n. Goldring
(1957)2 All E.R. 524, Kingsley v. Sterling Industrial Securities Ltd
(1966)2 All E.R. 413). Ως προς την πραγματική φύση της συναλλαγής έχω παραθέσει προηγουμένως τη δοθείσα μαρτυρία, έγγραφη και προφορική. ΄Ολα τα σχετικά έγγραφα, δηλαδή η ίδια η «Συμφωνία Ενοικιαγοράς» (Τεκμήριο 1) το τιμολόγιο αντικειμένων (Τεκμήριο 4) οι αποσταλείσες επιστολές και οι καταστάσεις λογαριασμού είναι ξεκάθαρες και συνεπείς προς ένα πράγμα: ΄Οτι συνήφθη μεταξύ των συμβαλλομένων μια συμφωνία ενοικιαγοράς με χρηματοδότηση η οποία εξασφαλίστηκε με την κυριότητα επί των δηλωθέντων αντικειμένων και με υποθήκευση ακινήτου και με τη μίσθωση των αντικειμένων προς την εναγομένη 1 με δικαίωμα αγοράς των αντικειμένων που αρχικά τους ανήκαν, άμα τη εξοφλήσει του παρασχεθέντος ποσού. Παρά την φαινομενική αυτή πειστικότητα ως προς το είδος της συναλλαγής, κατά την εκδίκαση της αγωγής, έγινε πολλή ενασχόληση με λήψη εξωγενούς μαρτυρίας που αφορούσε στις συνθήκες που προηγήθηκαν της σύναψης της συμφωνίας και αυτών που την περιβάλλουν. Αυτή η πτυχή μαρτυρίας έγινε παραδεκτή ενόψει του βασικού ισχυρισμού των εναγομένων ότι παρά την εξωτερική εμφάνιση της, η επίδικη συμφωνία ήταν εν τούτοις πλασματική και όχι αποκαλυπτική της συναλλαγής (Polykarpou v. Polykarpou
(1982)1 CLR 182). ΄Οπως είχε λεχθεί και στην υπόθεση Θεολόγου κ.ά. ν. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσης Λτδ
(1998)1 ΑΑΔ 407, προς το σκοπό διακρίβωσης της έννοιας την οποία μεταδίδει το κείμενο μιας συμφωνίας στο μέσο λογικό άνθρωπο, μπορεί να εμπλουτισθεί η γνώση, με την αποκάλυψη του υπόβαθρου της συμφωνίας. Συνοψίζοντας τα κύρια ευρήματα μου στην παρούσα αγωγή, καταλήγω στο ότι πράγματι η εναγομένη 1 εταιρεία χρειαζόταν χρηματοδότηση συνολικού ύψους £200.000 περίπου και γι΄ αυτό απευθύνθηκε στην Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ για δανειοδότηση. Η Τράπεζα μέσω εκπροσώπου της ο οποίος ασχολείτο με τους λογαριασμούς της εναγομένης 1, διερεύνησε κατά πόσο υπήρχε η δυνατότητα καλής εξασφάλισης με υποθήκευση ακίνητης περιουσίας. Τελικά όμως, η Λαϊκή Τράπεζα παρέπεμψε την εναγομένη 1 στην ενάγουσα Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, έτσι ώστε αντί δανείου από την τράπεζα, να διευθετήσει την εξασφάλιση της χρηματοδότησης που ήθελε, με την μέθοδο της ενοικιαγοράς αντικειμένων. Κατά το στάδιο εκείνο, η εναγομένη 1 επειγόταν να εξασφαλίσει σε πρώτο στάδιο ποσό £80.000 περίπου για να πληρώσει για εξοπλισμό της επιχείρησης υδατόπαρκου - λούνα παρκ που λειτουργούσε. Η εναγομένη 1 μέσω του διευθυντού της πάντα ΜΥ1, χωρίς καμμιά πίεση ή δισταγμό επισκέφθηκε τα γραφεία της ενάγουσας για να διευθετήσει συναλλαγή ενοικιαγοράς με πλήρη επίγνωση, όπως και ο εκπρόσωπος της παραδέχθηκε, ότι με αυτό τον τρόπο αντί βραχυπρόθεσμου δανείου με το κρατούν επιτόκιο, θα συνήπτε μια πιο βραχυπρόθεσμη συμφωνία μίσθωσης με ψηλότερο κόστος υπό μορφή δικαιωμάτων αντί τόκου. Όπως ο ίδιος ο εκπρόσωπος δήλωσε, επειδή επείγετο, ευχαρίστως θα συνήπτε αυτή τη συμφωνία ακόμα και αν του εζητείτο τελικά να επιβαρυνθεί με κόστος 100% υπό μορφή είτε τόκου είτε δικαιωμάτων. Καταρτίστηκε έτσι η επίδικη συμφωνία ενοκιαγοράς-Τεκμήριο 1 η οποία υπογράφηκε εκ μέρους της εναγομένης 1 εταιρείας σαν μισθωτή και από τους εναγομένους 2, 3 και 4 σαν εγγυητών. Περαιτέρω και για καλύτερη εξασφάλιση των εναγόντων, η εναγομένη 2 προέβηκε στην υποθήκευση των δύο ακινήτων, λεπτομέρειες των οποίων παρατίθενται στην ΄Εκθεση Απαίτησης. Κατά παράβαση όμως των συμφωνηθέντων όρων πληρωμής, η εναγομένη 1 καθυστέρησε την πληρωμή συνολικού ποσού εκ £46.305, οπότε οι ενάγοντες με επιστολή των δικηγόρων τους ημερ. 3.10.01 τερμάτισαν την σύμβαση και κάλεσαν τους εναγομένους να καταβάλουν το υπόλοιπο του ενοικίου που ανερχόταν σε £108.170 πλέον τόκους. Εφαρμοζομένων των πιο πάνω αρχών οι οποίες προκύπτουν από τη νομολογία, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι οι ενάγοντες προέβηκαν στον καταρτισμό μιας καθ΄ όλα νόμιμης συμφωνίας για ενοικιαγορά χρησιμοποιώντας την αποδεκτή μέθοδο της αγοράς-χρηματοδότησης-μίσθωσης των αντικειμένων που περιγράφονται στη συμφωνία και με τους όρους οι οποίοι επίσης παρατίθενται σ΄ αυτήν. Οι ενάγοντες βασίστηκαν προς τούτο, στις διαβεβαιώσεις της εναγομένης 1 για την κυριότητα, το είδος και την αξία των χρηματοδοτηθέντων αντικειμένων και σχετικό τιμολόγιο παραλαβής το οποίο η δεύτερη παρουσίασε στους πρώτους. Η μαρτυρία της εναγομένης 1 περί ανυπαρξίας των αντικειμένων, δεν μπορεί να τους βοηθήσει τώρα και αν γίνει ακόμα πιστευτή, δεδομένου ότι οι ενάγοντες είχαν το δικαίωμα εύλογα να βασισθούν στις διαβεβαιώσεις της εναγομένης 1 και δεν είχαν την υποχρέωση να αποδείξουν στο Δικαστήριο την πραγματική ύπαρξη των αντικειμένων. Επομένως, η επίδικη συναλλαγή θεωρείται και είναι νομικά γνήσια όσο και αν στόχος ήταν, σε τελική ανάλυση, ο δανεισμός χρημάτων με ασφάλεια τα αντικείμενα της πώλησης-ενοικιαγοράς (Βλπ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα ν. (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Κωνσταντίνου κ.ά (ανωτέρω σελ. 1436-7). Η νομιμότητα-εγκυρότητα των χρεώσεων στις οποίες προέβηκε η ενάγουσα. ΄Εχω παραθέσει προηγουμένως τις θέσεις τις οποίες πρόβαλαν στο Δικαστήριο οι δύο μάρτυρες των εναγομένων ΜΥ2 Λ. Παπαλλής και ΜΥ3 Κ. Γεωργίου. Σε σχέση με τη μαρτυρία αυτών των μαρτύρων οι οποίοι είναι λογιστές, θα πρέπει να παρατηρήσω τα εξής: Κατ΄ αρχή και οι δύο μάρτυρες προέβηκαν στους υπολογισμούς και σενάρια τα οποία παρέθεσαν στις εκθέσεις τους και ανέλυσαν στο Δικαστήριο, βασιζόμενοι σε μια ουσιώδη προκείμενη: ΄Οτι δηλαδή ο μισθωτής στη συμφωνία (εδώ η εναγομένη 1) προέβαινε στην κανονική και ανελλιπή αποπληρωμή όλων των μηνιαίων πληρωμών, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης. ΄Ομως, είναι κοινά παραδεκτό ότι κάτι τέτοιο δεν έγινε στην πραγματικότητα. Έχει επίσης αναγνωρισθεί από τους λογιστές - μάρτυρες, ότι αυτό το στοιχείο, αν λαμβανόταν υπόψη, θα έκανε ουσιαστική διαφορά στους υπολογισμούς τους και στο αποτέλεσμα τους. Περαιτέρω, όπως διαφάνηκε από τη μαρτυρία του ΜΥ2, ο μάρτυρας εκ παραδρομής, παρέθεσε στις δύο μελέτες του - Τεκμήρια 20 και 21 λανθασμένα συμπεράσματα, δηλαδή τα αντίστροφα ήσαν σωστά με βάση τα δεδομένα της μιας έναντι της άλλης έκθεσης. ΄Ομως το πιο ουσιώδες αρνητικό σημείο το οποίο εξουδετερώνει την αξία της μαρτυρίας των δύο αυτών μαρτύρων, είναι το ότι και οι δύο προβαίνουν σε συγκρίσεις οικονομικών επιβαρύνσεων με τις οποίες χρεώνεται ένας πελάτης, μεταχειριζόμενοι την επίδικη συναλλαγή ως να ήταν σύναψη δανείου. Με αυτό σαν δεδομένο, συγκρίνουν την περίπτωση με εκείνη του δανείου με το ανώτατο επιτρεπόμενο τότε επιτόκιο του 9% ετήσια για να καταλήξουν σε συμπέρασμα ότι με την επιλεγείσα μέθοδο συναλλαγής παρατηρείται μεγάλη υπέρβαση του ανωτάτου ορίου η οποία και ποικίλλει σε βαθμό, ανάλογα με το εάν οι πληρωμές λογίζονται από τους ενάγοντες πρώτα έναντι των τόκων ή αντίθετα πρώτα έναντι του κεφαλαίου. Πληρωμές, οι οποίες βέβαια, εκτός από κάποιες αρχικές, δεν έγιναν ποτέ. Και με υπολογιζόμενο τόκο και επιτόκιο, ως προς την επίδικη συναλλαγή, που ουδέποτε υπήρξε, αφού σε μια συμφωνία ενοικιαγοράς ούτε ετήσιο επιτόκιο χρεώνεται ούτε περιοδικός τόκος. Υπάρχουν άλλου είδους συμφωνηθείσες επιβαρύνσεις υπό μορφή δικαιωμάτων κλπ, χωρίς καθοριζόμενο ανώτατο όριο από το νόμο. Επομένως, αυτού του είδους η μαρτυρία όπως δηλαδή η μαρτυρία των ΜΥ2 και ΜΥ3, θα ήταν ίσως χρήσιμη μόνο στην περίπτωση κατά την οποία ένα Δικαστήριο κατέληγε σε εύρημα και/ή συμπέρασμα ότι η ίδια η επίδικη συμφωνία ήταν παράνομη ή αντέβαινε προς αναγνωρισμένες αρχές του δικαίου των συμβάσεων επειδή, για παράδειγμα, οι εναγόμενοι δεν συνεβλήθηκαν με ελεύθερη βούληση αλλά αναγκάσθηκαν ή εξωθήθηκαν με καταπιεστική συμπεριφορά να συμβληθούν σε συμφωνία επαχθή αντί σε συμφωνία δανείου με επιτόκιο προς 9%. Τέτοια όμως δεν είναι εδώ η περίπτωση και σίγουρα τέτοιο δεν είναι το εύρημα μου. Γι΄ αυτούς τους λόγους και δεδομένου ότι τα κατ΄ ισχυρισμό υπόλοιπα, η παράβαση σύμβασης εκ μέρους των εναγομένων και το δικαιολογημένο του τερματισμού, δεν έχουν στην ουσία τους αμφισβητηθεί, η Απαίτηση θα πρέπει να επιτύχει και η Ανταπαίτηση να απορριφθεί. Σαν αποτέλεσμα, στην Απαίτηση, εκδίδεται υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων: α. Απόφαση ως αι παράγραφοι (Δ), (Θ) και (Ι) του αιτητικού της ΄Εκθεσης Απαιτήσεως, εναντίον όλων των εναγομένων αλληλέγγυα και/ή προσωπικά. β. Διάταγμα εναντίον της εναγομένης 1 ως οι παράγραφοι (Α) και (Β) του αιτητικού της ΄Εκθεσης Απαίτησης. γ. Διάταγμα εναντίον της εναγομένης 2 ως η παράγραφος (Γ) του αιτητικού της ΄Εκθεσης Απαίτησης. Επιδικάζονται τα έξοδα της Απαίτησης υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η Ανταπαίτηση απορρίπτεται και τα έξοδα της επιδικάζονται εναντίον των εναγομένων και υπέρ των εναγόντων, όπως επίσης θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................................... Κ. Κληρίδης, Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΓΙ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.