GIOVANI DEVELOPERS LTD ν. Χαράλαμπου Χατζηαναστάση (άλλως Χαμπή ή και Τσιάρλη Ξύδια), Αρ. Αγωγής: 670 /06, 1 Δεκεμβρίου 2006 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2006:A44 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ (ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΗ ΛΑΡΝΑΚΑ) ΕΝΩΠΙΟΝ: K. Κληρίδη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 670 /06 Μεταξύ: GIOVANI DEVELOPERS LTD Ενάγουσας και Χαράλαμπου Χατζηαναστάση (άλλως Χαμπή ή και Τσιάρλη Ξύδια) Αντωνάκη Θεοδούλου Εναγομένων Αίτηση ημ. 6.11.06 για έκδοση Προσωρινού Διατάγματος Ημερομηνία : 1 Δεκεμβρίου 2006 Εμφανίσεις : Για την Ενάγουσα-Αιτήτρια: κ. Γ. Πιττάτζης Για τους Εναγομένους 1 και 2-Καθ΄ων η αίτηση: κ. Χ. Κυριακίδης με κ. Μ. Κυριακίδη ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα εταιρεία ανάπτυξης γης, επικαλείται την ύπαρξη προφορικής συμφωνίας για την πώληση προς αυτήν δύο τεμαχίων γης στην Αγία Νάπα, το ένα από τα οποία ανήκει εξ΄ ολοκλήρου στον εναγόμενο 1, ενώ το δεύτερο ανήκει εξ΄ ημίσεως στους εναγομένους 1 και
- Με την παρούσα δε ενδιάμεση διαδικασία, η ενάγουσα επιζητεί την έκδοση προσωρινού διατάγματος με το οποίο να απαγορεύεται στους εναγομένους όπως επιβαρύνουν, υποθηκεύσουν ή αποξενώσουν τα ακίνητα, μέχρι την εκδίκαση και πλήρη αποπεράτωση της αγωγής. Σε ένορκη δήλωση του διευθυντή της ενάγουσας κ. Χρ. Τζιοβάνη, η οποία συνοδεύει την αίτηση, αναφέρεται ότι κατόπιν διαβουλεύσεων και διαπραγματεύσεων μεταξύ του ιδίου και των εναγομένων, οι δεύτεροι συμφώνησαν κατά ή περί τις 14.8.06 να πωλήσουν τα ακίνητα στην ενάγουσα για συνολικό ποσό £1,530.000 πληρωτέο ως εξής: (α) £50.000 προκαταβολή (β) Το υπόλοιπο £1,480.000 εντός 45 ημερών και ταυτόχρονα με τη μεταβίβαση των ακινήτων στην ενάγουσα. Είχε περαιτέρω συμφωνηθεί, σύμφωνα πάντα με τον ομνύοντα, ότι στο μεσοδιάστημα οι εναγόμενοι θα κατάβαλλαν οποιαδήποτε οφειλόμενα ποσά για φόρους, τέλη κλπ, ώστε να είναι δυνατή η μεταβίβαση, για την ημερομηνία της οποίας θα ενημέρωναν την ενάγουσα. Την ίδια ημερομηνία, 14.8.06, η ενάγουσα εξέδωσε και παρέδωσε στον εναγόμενο 1 επιταγή της Ελληνικής Τράπεζας για το ποσό των £50.000 σαν συμφωνηθείσα προκαταβολή. Φωτοαντίγραφο της επιταγής επισυνάπτεται. Λίγες όμως μέρες αργότερα, οι εναγόμενοι πληροφόρησαν την ενάγουσα ότι άλλαξαν γνώμη και δεν θα πωλούσαν τα ακίνητα, ενώ η ενάγουσα πληροφορήθηκε ότι στην πραγματικότητα εδιαπραγματεύοντο ψηλότερη τιμή με άλλο υποψήφιο αγοραστή. Ο ομνύων υπολογίζει την αξία των εν λόγω ακινήτων κατά τον χρόνο διάρρηξης της συμφωνίας σε £2,000.000 και συνακόλουθα την ζημιά που υπέστη η ενάγουσα, στη διαφορά από τη συμφωνηθείσα τιμή δηλαδή σε ποσό £470.
- Περαιτέρω, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα, αυτή είχε ετοιμάσει και σχέδια και οικονομικές αναλύσεις, σύμφωνα με τις οποίες από την αξιοποίηση των ακινήτων, θα είχε κέρδος που ανέρχεται σε τουλάχιστον £800.000 και οι εναγόμενοι είχαν συμφωνήσει την πώληση μαζί και των δύο ακινήτων για κοινή και ενιαία ανάπτυξη τους. Τώρα δε, υπάρχει ορατός κίνδυνος και δεδηλωμένη πρόθεση αποξένωσης των ακινήτων από τους εναγομένους, με επακόλουθο κατά το τέλος της δίκης να μην υπάρχει αντικείμενο ή περιουσία για εκτέλεση δικαστικής απόφασης προς όφελος της ενάγουσας. Με την ΄Ενσταση που καταχώρησαν, οι εναγόμενοι εγείρουν διάφορους λόγους για τους οποίους κατά τη δική τους θέση δεν πρέπει να επιτύχει η αίτηση, οι οποίοι λόγοι εστιάζονται κυρίως στη βασική τους εισήγηση ότι δεν ικανοποιούνται οι απαραίτητες προϋποθέσεις για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Η ΄Ενσταση υποστηρίζεται από δύο ενόρκους δηλώσεις, μια από κάθε εναγόμενο. Στη δική του ένορκη δήλωση ο εναγόμενος 1 αρνείται κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς εκ μέρους της ενάγουσας και κυρίως το ότι συνήφθη μεταξύ τους συμφωνία πώλησης. Δέχεται ότι εξέφρασε πράγματι την πρόθεση του να πωλήσει τα ακίνητα-ιδιοκτησίας του, αλλά προσθέτει ότι απαιτούσε όπως η προκαταβολή που θα καταβαλλόταν θα έπρεπε να ήταν ύψους περί τις £250.000 ώστε να καλύπτει τους πληρωτέους φόρους, ότι οποιαδήποτε συμφωνία θα πρέπει να γινόταν γραπτώς και ότι θα συμβουλευόταν προηγουμένως τον δικηγόρο και τον λογιστή του. Ο διευθυντής της ενάγουσας του είπε ότι προσφέρει για τα ακίνητα £1,530.000, ο ίδιος του είπε ότι δεν ενδιαφέρεται, οπότε ο πρώτος του είπε να του δώσει 3-4 μέρες να το σκεφθεί. ΄Οταν ο εναγόμενος 1 του είπε πως δεν μπορούσε να δεσμευθεί, τότε ο διευθυντής της ενάγουσας συμπλήρωσε και του παρέδωσε μια επιταγή για £50.000 λέγοντας του να την κρατά σαν ένδειξη του ότι ενδιαφέρεται σοβαρά και του ζήτησε να του υποσχεθεί ότι δεν θα συζητούσε με άλλο μέχρι να επανέλθει σε 3-4 μέρες. Ο εναγόμενος 1 του είπε ότι θα περίμενε για 3-4 μέρες. ΄Ομως η ενάγουσα δεν έδωσε συνέχεια, παρά μετά από δύο εβδομάδες οπότε και επανήλθε για να ξανασυζητήσουν το θέμα ο διευθυντής της ενάγουσας, αλλά ο εναγόμενος 1 του είπε ότι το θέμα είχε λήξει. Σε άλλα στοιχεία της ένορκης δήλωσης του εναγομένου 1 θα αναφερθώ αργότερα, εξετάζοντας τις προϋποθέσεις για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Στη δική του ένορκη δήλωση, ο εναγόμενος 2 ουσιαστικά παραθέτει στοιχεία και τεκμήρια για κατάρριψη του ισχυρισμού που προβάλλεται εκ μέρους της ενάγουσας περί αδυναμίας του να ικανοποιήσει οποιαδήποτε τυχόν χρηματική απόφαση ήθελε εκδοθεί εναντίον του. Στα κύρια σημεία των αγορεύσεων των συνηγόρων των δύο πλευρών θα αναφερθώ εκεί όπου αυτό κρίνεται σκόπιμο κατά την εφαρμογή των νομικών και νομολογιακών αρχών στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Νομική πτυχή της Αίτησης. ΄Οπως είναι φανερό, εφαρμόζονται στην παρούσα διαδικασία οι προϋποθέσεις που τίθενται με το Α.32 του περί Δικαστηρίων Νόμου όπως αυτές έχουν επανειλημμένα αναλυθεί στη νομολογία (Βλ. μεταξύ άλλων Odysseos v. Pieris Estates Ltd [1976] 1 C.L.R. 38, Karydas Taxi v. Komodikis [1975] 1 C.L.R. 38, Louis Vuitton v. Δερμοσακ Λτδ κ.α. [1992] 1 (Β) Α.Α.Δ. 1453, Α/φοί Μυλωνά Α.Ε. κ.α. v. M.Avraamides & Co Ltd., Πολ.΄Εφεση 9824 ημερ. 21.9.98) Nemitsas Industries Ltd v. S. & S. Maritime Lines Ltd. and Others [1976] 1 C.L.R. 302, Constantinides v. Makriyiorghou & Another [1978] 1 C.L.R. 585, Papastratis v. Petrides [1979] 1 C.L.R. 231, M & M Transport v. Eteria Astikon Leoforion [1981] 1 C.L.R. 605, Jonitexo Ltd. v. Adidas [1984] 1 C.L.R.
- Tα κριτήρια και προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται σε αίτηση για διάταγμα στη βάση του Α.32 του Ν.14/60 μπορούν να συνοψιστούν στα ακόλουθα:
- Πρέπει να υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση κατά την δίκη.
- Να υπάρχει πιθανότητα ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία.
- Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το διάταγμα. Οι προϋποθέσεις για έκδοση διατάγματος με βάση το Α.32 του Νόμου 14/60 έχουν περαιτέρω επεξηγηθεί σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, μεταξύ των οποίων στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates & Others (ανωτέρω) και Πουργουρίδη ν. Θέμιδος Μέζου κ.α. [1994] 1 Α.Α.Δ.
- Η προϋπόθεση για ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη επεξηγήθηκε ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία, επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλής πιθανότητας επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο βαθμός απόδειξης που απαιτείται σε πολιτικές υποθέσεις. Απαιτείται από τον αιτητή να καταδείξει ότι έχει μια ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Η τρίτη προϋπόθεση, σύμφωνα με την οποία πρέπει να καταδειχθεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε υστερότερο στάδιο, εξετάζεται κυρίως υπό το φως του ερωτήματος κατά πόσο η απονομή αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία κάτω από τα γεγονότα κάθε υπόθεσης. Τελικά, όταν ληφθούν υπόψη όλοι οι ανωτέρω παράγοντες, το Δικαστήριο θα αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδώσει το διάταγμα. Εκτός από το Α.32 του περί Δικαστηρίων Νόμου η αίτηση βασίζεται και στo ΄Αρθρo 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.
- Σύμφωνα με το Α.5
(1)του Κεφ. 6, το Δικαστήριο δύναται να διατάξει τον εναγόμενο όπως μη αποξενώσει, τόση από την ακίνητη περιουσία η οποία είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του, όση κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου θα ήταν αρκετή για να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντα και τα έξοδα της αγωγής. Το άρθρο 5
(2)του Κεφ. 6 θέτει τα κριτήρια και τις προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιούνται προτού εκδοθεί το Διάταγμα ως εξής: «
(2)No such order shall be made unless it appears to the Court that the Plaintiff has a good cause of action and that by the sale or transfer of the property to any third person it is probable that the Plaintiff may be hindered in obtaining satisfaction of the judgment of the Court if given in his favour.» Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις που περιέχονται στο άρθρο 5 του Κεφ. 6 δεν μπορούν να εξετάζονται ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του ΄Αρθρου 32 του Νόμου 14/60. Στην υπόθεση Lakatamitis v. Theodorou
(1983)1 C.L.R. 520 ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Τριανταφυλλίδης αφού υιοθέτησε απόσπασμα από την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231 που αφορούσε τη σχέση μεταξύ του άρθρου 4 του Κεφ. 6 και του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 ανάφερε στη σελ. 524 (supra): « Applying the above dictum, by analogy, to section 5 of the Cap. 6 and section 32 of Law 14/60 we find confirmation for our already stated view that it is possible to make under section 32 of Law 14/60 an order such as that envisaged by section 5 of Cap. 6. But, in making such an order under s. 32, the specific creteria laid down in section 5, should be also, taken into account in so far as they do not coincide with the criteria set out in the said section 32.» Επανερχόμενος στα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα ενδιάμεση διαδικασία, παρατηρώ τα εξής: Κατ΄ αρχήν, με βάση την ΄Εκθεση Απαίτησης και τα άλλα στοιχεία που βρίσκονται στο φάκελο της αγωγής, διαπιστώνεται η ύπαρξη ενός σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη και ικανοποιείται έτσι η πρώτη προϋπόθεση του Α.32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και του Α.5
(2)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου. Ως προς τη δεύτερη προϋπόθεση του Α.32, διαπιστώνονται τα ακόλουθα: Κατ΄ αρχήν είναι φανερό και παραδεκτό από πλευράς ενάγουσας ότι δεν τίθεται θέμα ειδικής εκτέλεσης της προφορικής συμφωνίας την οποία επικαλείται, εφ΄ όσον εμφανώς δεν ικανοποιούνται εδώ οι προϋποθέσεις που τίθενται από τον περί Πώλησης Γης (Ειδική Εκτέλεση) νόμο Κεφ.232 όπως τροποποιήθηκε. Επομένως τα δύο ακίνητα που περιγράφονται στην αίτηση δεν μπορούν να θεωρούνται σαν ''επίδικα'', με την έννοια ότι επιδιώκεται μέσω της αίτησης η διαφύλαξη τους σαν αντικειμένου της αγωγής με απώτερο σκοπό την απόδοση τους στην ενάγουσα σε περίπτωση επιτυχίας της στην αγωγή. Αυτό στο οποίο στοχεύει η αίτηση είναι ουσιαστικά η διατήρηση και διαφύλαξη περιουσιακών στοιχείων που αποδεδειγμένα ανήκουν στους εναγομένους, έτσι ώστε εάν τελικά η ενάγουσα επιτύχει στην απαίτηση της για αποζημιώσεις, να υφίσταται μέχρι το τέλος, η δυνατότητα εκτέλεσης μιας τέτοιας απόφασης. Είναι λοιπόν η θέση των εναγομένων, ότι με τα στοιχεία τα οποία έχει θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου η ενάγουσα δεν καταδεικνύει ότι μπορεί να επιτύχει στις διεκδικήσεις της για οποιεσδήποτε αποζημιώσεις. Και δεν το καταδεικνύει εφ΄ όσον δεν παρέσχε οποιαδήποτε στοιχεία από τα οποία να αποκαλύπτεται η διαφορά αξίας των δύο ακινήτων μεταξύ της ημερομηνίας που κατά τον ισχυρισμό έγινε η προφορική συμφωνία και της ημερομηνίας κατά την οποία κατά τον ισχυρισμό έγινε η παράβαση, ημερομηνίας η οποία εν πάση περιπτώσει δεν διευκρινίζεται. Εξίσου ατεκμηρίωτη παραμένει, σύμφωνα πάντα με τον συνήγορο των εναγομένων και η αξίωση για επιφορά ζημιάς λόγω μή πραγματοποίησης σχεδίων ανάπτυξης των ακινήτων. Λεπτομερή και τεκμηριωμένα στοιχεία ως προς προετοιμασία ανάπτυξης δεν έχουν δοθεί ενώ δεν υπάρχει μαρτυρία ότι οι λεπτομέρειες τέτοιας πρόθεσης της ενάγουσας κατέστησαν γνωστές στους εναγομένους έτσι ώστε να ικανοποιούνται οι απαιτήσεις της νομολογίας ως προς το απομεμακρυσμένο τέτοιου είδους ζημιάς. Σε σχέση με αυτό το θέμα και το ερώτημα κατά πόσο ικανοποιείται εδώ η δεύτερη προϋπόθεση του Α.32
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου, παρατηρώ τα εξής: ΄Οσον αφορά αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης, το είδος των γενικών αποζημιώσεων στις οποίες δικαιούται το αναίτιο μέρος εξηγούνται από το νομοθέτη στο Α.73
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149. ΄Οπως εκεί προνοείται: «73
(1)Σε περίπτωση παράβασης της σύμβασης, ο συμβαλλόμενος που ζημιώνεται από την εν λόγω παράβαση έχει δικαίωμα αποζημίωσης από τον υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο για τη ζημιά ή απώλεια που υπέστη συνεπεία αυτής, η οποία προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση ή την οποία οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συνήπτετο η σύμβαση, ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της σύμβασης ...» Η βασική αυτή, νομοθετημένη αρχή, αναλύθηκε σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ειδικότερα για την περίπτωση γενικών αποζημιώσεων λόγω παράβασης σύμβασης αγοραπωλησίας ακινήτου με την άρνηση μεταβίβασης, καθιερώθηκε νομολογιακά μια βασική παράμετρος του υπολογισμού των αποζημιώσεων προς όφελος του αναίτιου συμβαλλόμενου. Αναφέρω για παράδειγμα την απόφαση του Εφετείου στη γνωστή υπόθεση Saab & another v. The Holy Monastery of Ayios Neophytos [1982] 1 C.L.R. 499, όπου επιβεβαιώθηκαν και τα εξής στις σελ. 519 και 520: «....Οι αποζημιώσεις στοχεύουν στο να αποκαταστήσουν τον διάδικο στη θέση στην οποία θα ευρίσκετο, αν δεν επεσυνέβαινε η παράβαση ................................................................................. ...΄Ετσι, υπό κανονικές συνθήκες οι αποζημιώσεις υπολογίζονται ως κατά την ημερομηνία της παράβασης και στην περίπτωση σύμβασης πώλησης, παίρνουν τη μορφή της διαφοράς μεταξύ του τιμήματος της σύμβασης για την πωλούμενη περιουσία κατά τον χρόνο σύναψης της συμφωνίας και της αξίας της περιουσίας κατά τον χρόνο της παράβασης ....». Είναι επομένως σαφές τόσο από τον ίδιο το νόμο, όσο και από τη νομολογία, ότι οι γενικές αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης πώλησης γης υπολογίζονται και απονέμονται με τον πιο πάνω τρόπο. Ως προς την αξία των ακινήτων κατά την ημερομηνία της κατ΄ ισχυρισμό σύναψης της προφορικής συμφωνίας, αυτό το στοιχείο δεν παρουσιάζει δυσκολία. Ο λόγος είναι βέβαια ότι τυγχάνει η θέση της ενάγουσας ότι η συμφωνηθείσα τιμή ήταν £1.530,000 και επομένως αυτό είναι ένα δεδομένο. Ως προς την παράμετρο όμως της αξίας των ακινήτων κατά την ημερομηνία της κατ΄ ισχυρισμό παράβασης της σύμβασης, η ενάγουσα προβαίνει στους εξής ισχυρισμούς: Κατά πρώτον, ότι η παράβαση έγινε λίγες μέρες μετά την συναλλαγή η οποία είχε γίνει στις 14.8.06, (βλπ. παρ. 9 της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης) και κατά δεύτερο, ότι η αξία των ακινήτων κατά τον χρόνο της διάρρηξης ήταν £2,000.000 (βλπ. παρ. 13 της ίδια ένορκης δήλωσης). Ισχυρίζεται συνακόλουθα η ενάγουσα ότι υπέστη ζημιά λόγω διαφοράς στην αξία, ύψους £470.
- Είναι όμως χαρακτηριστικό ότι η ενάγουσα δεν αιτιολογεί καθόλου το πως υπολογίζει την τιμή των ακινήτων στο ποσό των £2.000,
- Ούτε και βέβαια επισυνάπτει οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο, όπως είναι κάποια έκθεση εκτίμησης αξίας των ακινήτων, κάποια μαρτυρία ενός προσοντούχου ή εμπειρικού εμπειρογνώμονα. Ούτε ο ίδιος ο ομνύων είναι ή παρουσιάζεται να είναι πρόσωπο το οποίο μπορεί να υπολογίζει τις αξίες ακινήτων. Αντιλαμβάνομαι βέβαια τη σύμφυτη δυσχέρεια την οποία αντιμετώπιζε η ενάγουσα όταν απευθυνόταν στο Δικαστήριο επειγόντως, ζητώντας θεραπεία υπό περιστάσεις οι οποίες δεν θα επέτρεπαν την ετοιμασία και υποβολή έκθεση εκτίμησης. ΄Ομως εδώ, οι εναγόμενοι αμφισβήτησαν τα δοθέντα απ΄ αυτήν στοιχεία, παρουσίασαν δικά τους και η ενάγουσα ενώ το γνώριζε, δεν προέβηκε σε οποιανδήποτε ενέργεια. Επομένως τελικά, ο ισχυρισμός της περί ύπαρξης οποιασδήποτε διαφοράς στην αξία των ακινήτων, σε διάστημα μάλιστα μόνο μερικών ημερών, παρέμεινε αόριστος και τελείως ατεκμηρίωτος. Το ίδιο αόριστος και ατεκμηρίωτος παρέμεινε ο ισχυρισμός της περί απώλειας λόγω της μη δυνατότητας που της παρεχόταν για ανάπτυξη των ακινήτων. Καμμιά λεπτομερής αναφορά γι΄ αυτό τον ισχυρισμό δεν δόθηκε και κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν παρουσιάστηκε που να τεκμηριώνει ένα τέτοιο ισχυρισμό. Ούτε και δίδεται στην ένορκη δήλωση οποιαδήποτε μαρτυρία σύμφωνα με την οποία το είδος, η έκταση και η φύση της ανάπτυξης κατέστησαν γνωστά στους εναγομένους, έτσι ώστε να είχαν επίγνωση της ζημιάς που θα επροκαλείτο στην ενάγουσα εάν εκείνοι παρέβαιναν τη συμφωνία. (Βλπ. Chitty on Contracts 24th Edn. paras 1574-75). Η απλή αναφορά σ΄ αυτήν ότι οι εναγόμενοι κατέστησαν σαφές ότι ήθελαν να αποκτήσουν και τα δύο ακίνητα μαζί ώστε να προχωρήσουν σε ενιαία ανάπτυξη, σίγουρα δεν είναι αρκετή. Μια τέτοιου είδους επομένως ζημιά την οποία επικαλείται ένας διάδικος θεωρείται απομεμακρυσμένη, αν δεν στοιχειοθετείται από την ανωτέρω περιρρέουσα μαρτυρία. Υπό αυτές τις συνθήκες, δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω με τη θέση του συνηγόρου των εναγομένων ότι δεν ικανοποιείται η δεύτερη προϋπόθεση του Α.32
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου. Θα προχωρήσω εν τούτοις να εξετάσω κατά πόσο στοιχειοθετείται και η τρίτη προϋπόθεση του Α.32
(1), και συνάμα η δεύτερη προϋπόθεση του Α.5
(2)του περί Πολιτικής Δικονομίας νόμου, Κεφ. 6, αφού οι δύο αυτές προϋποθέσεις είναι ουσιαστικά κοινές (βλπ. μεταξύ άλλων Ρένα Αριστοτέλους Λτδ κ.ά ν. Benflect Enterprises Ltd κ.ά., Πολ. Εφ. 12144, ημερ. 27.3.06). ΄Οπως λέχθηκε και στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Phasarias (Automative Centre) Ltd v. Σκυροποιϊα ''Λεωνίκ'' Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 785, εκείνο το οποίο λαμβάνεται εδώ υπόψη, είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η τυχόν αποξένωση ή επιβάρυνση του ακινήτου, στην ικανοποίηση χρηματικής απόφασης που ενδεχομένως να εκδοθεί η όπως αναφέρεται στην Τσολάκκης κ.ά. ν. Στυλιανίδη
(1992)1 ΑΑΔ 782, εκείνο που απαιτείται είναι η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίων στην ικανοποίηση τέτοιας απόφασης. Σε σχέση με την προϋπόθεση αυτή, η ενάγουσα, επισείει τον κίνδυνο πρόκλησης ενός τέτοιου ενδεχομένου, παραθέτοντας τις πληροφορίες της για τη διεξαγωγή διαπραγματεύσεων των εναγομένων με τρίτα πρόσωπα για πώληση σ΄ αυτούς των ακινήτων. Και ισχυρίζεται ότι σε τέτοια περίπτωση θα χαθεί το αντικείμενο της δίκης, ή περιουσία που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για εκτέλεση και ικανοποίηση ενδεχόμενης απόφασης υπέρ της. Και αυτοί οι ισχυρισμοί όμως της ενάγουσας παραμένουν ατεκμηρίωτοι και ουσιαστικά παραπέμπουν στο ζητούμενο, χωρίς στοιχεία. Από την άλλη, οι εναγόμενοι επισυνάπτουν στις ενόρκους δηλώσεις τους συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία που προέρχονται από το Κτηματολόγιο και από ειδικούς εκτιμητές από τα οποία καταδεικνύεται ικανοποιητικά η φερεγγυότητα των εναγομένων και η δυνατότητα τους να ανταποκριθούν προς τις οικονομικές υποχρεώσεις οποιασδήποτε χρηματικής απόφασης ήθελε εκδοθεί εναντίον τους. Αυτά δε τα στοιχεία δεν έχουν αμφισβητηθεί με οποιονδήποτε τρόπο από την ενάγουσα. Γι΄ αυτούς τους λόγους, δεν φαίνεται να ικανοποιεί η ενάγουσα ούτε και την τρίτη προϋπόθεση του Α.32
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου και τη δεύτερη του Α.5
(2)του Κεφ. 6. Αναπόφευκτα έτσι, η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Ακολουθώντας δε το αποτέλεσμα, τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων 1 και 2 όπως θα υπολογιστούν στο τέλος της αγωγής από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................................. Κ. Κληρίδης, Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΓΙ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο