← Κύπρος

Επί τοις αφορώσι τη Νίκη Χαραλάμπους, Αίτηση Πτώχευσης: 448/06, 8.1.07

Επί τοις αφορώσι τη Νίκη Χαραλάμπους, Αίτηση Πτώχευσης: 448/06, 8.1.07 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2007:A1 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΕΙΟΝ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Δικαιοδοσία Πτωχεύσεων ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γιαπανά, Ε.Δ. Αίτηση Πτώχευσης: 448/06 Επί τοις αφορώσι τη Νίκη Χαραλάμπους, εκ Λακατάμιας ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 8.1.07 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την αιτήτρια: κ. Μ. Μούρος Για την καθ' ης η αίτηση: κ. Δ. Παυλίδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 8.5.06 η αιτήτρια, εξασφάλισε εναντίον της καθ' ης η αίτηση πέραν του διατάγματος παράδοσης ισογείου κατοικίας στο Στρόβολο, και δικαστική απόφαση για το ποσό των Λ.Κ.1.100.- εντόκως με 8% από 16/11/05 πλέον το ποσό των Λ.Κ.300.- έξοδα πλέον τόκους, στην αίτηση ενοικιοστασίου με αριθμό Ε 248/

  1. Η εκτέλεση της απόφασης ανεστάλη, νοουμένου ότι η καθ' ης η αίτηση θα κατέβαλε το ποσό των Λ.Κ.50.- μηνιαίως από 1.4.06 με 5 ημέρες χάρη. Καθυστέρηση πληρωμής καθιστούσε ολόκληρο το οφειλόμενο απαιτητό. Στις 22.6.06 η αιτήτρια αποτάθηκε στον Πρωτοκολλητή για την έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης εναντίον της καθ' ης η αίτηση. Η ειδοποίηση εκδόθηκε στην υπ' αριθμό 1199/06 αίτηση. Με την επίδοση της ειδοποίησης, η καθ' ης η αίτηση αντέδρασε και την 26.6.06 καταχώρησε ένορκη δήλωση, που σύμφωνα με τους Πτωχευτικούς Θεσμούς επενεργεί ως αίτηση για ακύρωση της ειδοποίησης πτώχευσης. Στις 7.7.06 σύμφωνα με το πρακτικό του Δικαστηρίου (τεκμ. 1) η ένορκη δήλωση απεσύρθη και ο χρόνος της διάπραξης της πράξης πτώχευσης άρχισε από την ημέρα εκείνη. Στην συνέχεια η αιτήτρια, στις 31.8.06, υπέβαλε αίτηση πτώχευσης εναντίον της καθ΄ ης η αίτηση η οποία και εκδικάστηκε την 15.12.
  2. Τα πιο πάνω να σημειώσω ότι προκύπτουν μέσα από τη μαρτυρία της Γιόλης Μακρίδου, Πρωτοκολλητού στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας (Μ.Ε.1) που κατέθεσε τον πιο πάνω φάκελο της πτωχευτικής ειδοποίησης. ΄Έδωσε επίσης μαρτυρία η αιτήτρια. Βεβαίωσε το εξ αποφάσεως χρέος και ότι η καθ' ης η αίτηση δεν την πλήρωσε κανένα ποσό. ΄Ήταν επίσης η μαρτυρία της ότι η καθ' ης η αίτηση τους τελευταίους έξι μήνες διέμενε στη Λακατάμια και προηγουμένως επί δεκαετία στο Στρόβολο, της Επαρχίας Λευκωσίας. Παρόλο που προτιμά να πάρει τα χρήματα της, ως κατέθεσε αντεξεταζόμενη, η αίτηση πτώχευσης δεν αποτελεί μέτρο πίεσης εναντίον της καθ' ης η αίτηση ούτε και είναι εκβιαστική, αλλά χρειαζόταν τα χρήματα. Η καθ' ης η αίτηση παρόλο που καταχώρησε ένσταση δεν έδωσε ένορκη μαρτυρία. Στην ένορκη της δήλωση ουσιαστικά επαναλαμβάνει τους λόγους που καταγράφονται στο σώμα της ένστασης, ότι δηλαδή η διαδικασία είναι νόμω και ουσία αβάσιμη αφού στο σώμα της αίτησης δεν αναγράφεται καμιά νομική βάση ή οι θεσμοί. Επίσης ότι η αίτηση είναι καταχρηστική αφού το οφειλόμενο υπόλοιπο είναι μικρότερο και, ότι στόχος της είναι να εξασφαλίσει το χρέος με την πληρωμή σε τακτικές καταβολές σημαντικών ποσών μηνιαίως. Αρνείται τέλος ότι έγινε οποιαδήποτε πράξη πτώχευσης και ότι δεν είναι ούτε μέτρο δικαιοσύνης ούτε και επιεικές να εκδοθεί διάταγμα παραλαβής εναντίον της, γιατί το μόνο που θα επιτευχθεί είναι η καταστροφή της και η αποπληρωμή του χρέους δεν θα γίνει σε νωρίτερο χρόνο από ότι η ίδια είναι πρόθυμη να εξοφλήσει. Ο κ. Μούρος, στο τέλος της ακρόασης, εισηγήθη ότι τηρούνται όλες οι προϋποθέσεις και ότι η αιτήτρια έχει αποδείξει την υπόθεση της. Ο κ. Παυλίδης εισηγήθη ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί τόσο γιατί είναι αβάσιμη, αφού δεν στηρίζεται σε κανένα νόμο ή κανονισμό και περαιτέρω ότι είναι καταχρηστική, αφού η αιτήτρια εκείνο που θέλει δεν είναι να πτωχεύσει την καθ' ης η αίτηση, αλλά να εισπράξει το λαβείν της. Σύμφωνα με το άρθρο 6

(2)του περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ. 5 κατά την ακρόαση της αίτησης, το Δικαστήριο θα απαιτεί την απόδειξη του χρέους που οφείλεται προς τον αιτούντα πιστωτή, της επίδοσης της αίτησης και της πράξης πτώχευσης. Αν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί με τέτοια απόδειξη, τότε εκδίδει διάταγμα παραλαβής σύμφωνα με την αίτηση. Σχετικός ακόμα είναι και ο πτωχευτικός κανονισμός 60
(2)σύμφωνα με τον όποιο: «If the debtor appears to show cause against the petition, the petitioning creditor's debt, and the act of bankruptcy, or the matters notified by the debtor to be disputed, shall be proved." Από τις πιο πάνω πρόνοιες συνάγεται πως κατά την ακρόαση της αίτησης πτώχευσης, ο πιστωτής θα πρέπει να αποδείξει την ύπαρξη του χρέους, την τέλεση της πράξης πτώχευσης καθώς και την επίδοση της αίτησης στον χρεώστη. Το Δικαστήριο λόγω της φύσης της διαδικασίας και των σοβαρών επιπτώσεων που το αποτέλεσμα της επιφέρει στο πρόσωπο του χρεώστη, οφείλει να εμμένει στην αυστηρή εφαρμογή των πιο πάνω προνοιών. Είναι ακριβώς για αυτό τον λόγο που στην υπόθεση Re a Debtor (No. 591 of 1934)
(1935)All. E.R. Rep. 823, εξηγείται ότι το καθήκον του Δικαστηρίου. «The court is acting not merely inter parties but in the public interest, and, that being so, the court has a public function and duty to perform as is bound to perform.» Ως πρώτο ζήτημα που ηγέρθη, ίσως και το μοναδικό, είναι ότι η αίτηση είναι εντελώς αστήρικτη, αφού δεν αναφέρει στο σώμα της κανένα νόμο και κανονισμό επί του οποίου εδράζεται. Από την ανάγνωση του Νόμου και των σχετικών Πτωχευτικών Κανονισμών είναι φανερό ότι δεν υπάρχει η αναγκαιότητα αναφοράς ή ένθεσης των σχετικών άρθρων του Νόμου ή και των Κανονισμών. Τι ακριβώς πρέπει να περιέχει η αίτηση πτώχευσης αρκούντως περιγράφεται στους Κανονισμούς 44
(2), 46 και 50. Σύμφωνα με τους πιο πάνω κανονισμούς, θα πρέπει να περιγράφεται ο χρεώστης, η διεύθυνση του και ότι αυτός εργαζόταν ή κατοικούσε στην συγκεκριμένη αυτή διεύθυνση εντός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Θα πρέπει επίσης να υπογράφεται από το πρόσωπο που την καταχωρεί ενώπιον του Πρωτοκολλητή και να επαληθεύεται από ένορκη δήλωση από πρόσωπο που μπορεί θετικά να ορκιστεί για την αλήθεια των γεγονότων και από δική του προσωπική γνώση. Σχετικός είναι ακόμα ο Κανονισμός 7
(1)που αναφέρεται ο γενικός τίτλος των διαδικασιών που καταχωρούνται σε πτωχευτική διαδικασία. Τέλος το έντυπο αριθμός 7 που αφορά την καταχώρηση της πτωχευτικής αίτησης από τον πιστωτή, πουθενά δεν καθιστά την ένθεση των άρθρων του Νόμου ή των κανονισμών αναγκαία προς υποστήριξη της πτωχευτικής αίτησης. Εδώ κρίνω πως πρέπει να γίνει μια παρένθεση ως προς τη φύση ακριβώς της πτωχευτικής αίτησης. Σύμφωνα με το Νόμο και τους κανονισμούς η έναρξη της διαδικασίας αρχίζει με την καταχώρηση Petition. Τι ακριβώς συνιστά και τι είναι το Petition σχετικά και αρκετά κατατοπιστικά είναι αυτά που εξηγούνται στον ODGERS on Pleading and Practice 10η έκδοση σελ.
  1. «A petition is a written application, in the nature of a pleading, setting out a party's case in detail and made in open court. Formerly it might or might not have been an originating process; now it is originating only. It is only available where the Rules or a Statute expressly prescribe this method of procedure.» Περαιτέρω εξηγείται τι ακριβώς πρέπει να περιλαμβάνει, αλλά εν όψει των Πτωχευτικών Κανονισμών που ρητά προβλέπουν τι πρέπει να περιλαμβάνει η αίτηση Πτώχευσης, η περαιτέρω επέκταση στο θέμα είναι αχρείαστη. Απλώς να αναφέρω ότι είναι αυτά που προνοούνται στους Πτωχευτικούς Κανονισμούς. Να υποδείξω ότι τόσο ο περί Πτωχεύσεως Νόμος Κεφ. 5 όσο και οι Πτωχευτικοί κανονισμοί ρητά αναφέρουν ότι η διαδικασία αρχίζει με αίτηση. (Petition). Από τα πιο πάνω εξάγεται ότι η αίτηση πτώχευσης είναι εναρκτήρια διαδικασία (originating summons) ενώ σύμφωνα με τη Δ.1 Θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας: « Action» means a civil proceeding commenced by writ or in such other manner as may be prescribed by any law or rules of Court.» « Originating summons» means any summons other than a summons in a pending cause or matter.» Συνάγεται συνεπώς πως η εναρκτήρια διαδικασία (originating summons) εντάσσεται στην έννοια της αγωγής (action), σε εκείνες τις περιπτώσεις που ρητά προβλέπεται από το Νόμο ή τους Κανονισμούς. Να σημειωθεί ότι συντάσσεται καθ' ον τρόπο συντάσσεται η έκθεση απαίτησης, (βλ. Odgers ανωτέρω) και ως τέτοια, δεν αναφέρει στο σώμα της τους Νόμους και τους Κανονισμούς που στηρίζεται. (βλ. ακόμα Αίτηση 123/03 Αναφορικά με τον Χριστόδουλο Μεττή ημερ. 23.12.05). Θεωρώ πως ενισχυτικοί της φύσης και της διαδικασίας της πτωχευτικής αίτησης (Petition) είναι οι Πτωχευτικοί Κανονισμοί 16-18 κάτω από το γενικό τίτλο αιτήσεις (Applications). Σύμφωνα με τους κανονισμούς αυτούς, κάθε ενδιάμεση αίτηση σε διαδικασία πτώχευσης, θα πρέπει να αναφέρει ρητά το Νόμο και τους κανονισμούς επί των οποίων στηρίζεται, κατά αναλογία με τη Δ.48 που αφορά κάθε ενδιάμεση αίτηση σε εκκρεμούσα αγωγή. Παραπέμπω ακόμα σχετικά και στην υπόθεση Μαχλουζαρίδης v. Ιωαννίδη κ.ά [1990] 1 Α.Α.Δ.
  2. Όμως και αν ήθελε θεωρηθεί εσφαλμένη η πιο πάνω προσέγγιση, το άρθρο 102
(1)του περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ. 5 προνοεί ότι καμιά πτωχευτική διαδικασία δεν ακυρώνεται εξ αιτίας τυπικού ελαττώματος ή αντικανονικότητας, εκτός αν το Δικαστήριο θεωρεί ότι έχει δημιουργηθεί ουσιαστική αδικία (substantial injustice) από το ελάττωμα ή την αντικανονικότητα και που δεν μπορεί να διορθωθεί με οποιαδήποτε διαταγή του Δικαστηρίου. Ομοίως και ο Πτωχευτικός Κανονισμός 2 προβλέπει ότι η μη συμμόρφωση με οποιοδήποτε από τους κανονισμούς ή με κανόνα πρακτικής που ακολουθείται κατά καιρούς, δεν επιφέρει ακυρότητα στη διαδικασία εκτός αν το δικαστήριο το διατάξει και κάθε τέτοια διαδικασία μπορεί να παραμεριστεί είτε εξ' ολοκλήρου είτε μερικώς ως αντικανονική ή και να τροποποιηθεί κατά τον τρόπο και την έκταση που το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει σωστό. Είναι συνεπώς φανερό ότι και αν ακόμα χάριν πληρέστερης παρουσίασης της πτωχευτικής αίτησης θα έπρεπε να αναφερθούν οι κανονισμοί ή και ο Νόμος, και πάλι η διαδικασία δεν είναι άκυρη, εκτός και αν επιφέρει σε τέτοιο βαθμό αδικία στον καθ' ου η αίτηση, που να μην μπορεί να διορθωθεί με οποιαδήποτε διαταγή του Δικαστηρίου. Και επί του προκειμένου κρίνω πως δεν χρειάζεται οποιαδήποτε διαταγή επί τούτου, όχι μόνο γιατί δεν υπήρξε ισχυρισμός ότι προκλήθηκε κάποια αδικία στην καθ' ης η αίτηση, αλλά γιατί είναι η κρίση μου ότι εν πάση περιπτώσει δεν απαιτείται τέτοια διαταγή, αφού είναι η κατάληξη μου ότι η αίτηση είναι ορθή. Ούτε βέβαια η Δ.64 έχει σχέση, έμμεσα ο κ. Παυλίδης παρέπεμψε σε αυτή, με την έννοια ότι η αιτήτρια δεν έλαβε κανένα μέτρο να διορθώσει την παρατυπία. Και τούτο γιατί ο Πτωχευτικός Κανονισμός 188 δυνάμει του όποιου καθίστανται εφαρμόσιμοι οι κανονισμοί Πολιτικής Δικονομίας σε περίπτωση που δεν υπάρχει ειδική πρόνοια στους Πτωχευτικούς Κανονισμούς, δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής, δεδομένου του ειδικού Πτωχευτικού Κανονισμού 2, και του άρθρου 102
(1)του Νόμου. ΄Αλλωστε ως υπεδείχθη στην υπόθεση Bank for Foreign Trade of Russian Federation v. ICC Chem (UK) Ltd
(1999)1 A.A.Δ. 1728, η Δ.64 δεν έχει απολύτως καμιά σχέση με την τροποποίηση δικογράφων ή αιτήσεων, και εφαρμόζεται μόνο εκεί που δεν υπάρχει συμμόρφωση προς τους θεσμούς και στην έκταση που η ίδια καθορίζει. Εν πάση περιπτώσει ο Νόμος και οι Κανονισμοί δίνουν εξουσία στο Δικαστήριο, αν κρίνει ότι είναι αναγκαίο με την ανάλογη διαταγή να θεραπεύσει την ακυρότητα ή την αντικανονικότητα. Κάτι που εδώ και για τους λόγους που έχω εξηγήσει, κρίνω ότι δεν απαιτείται. Καταλήγω συνεπώς επί του θέματος αυτού, ότι η καταχώρηση της αίτησης είναι νομότυπη και κανονική και εντός της έννοιας και του πνεύματος του Νόμου και των Κανονισμών, και δεν απαιτείται καμιά διαταγή για τη θεραπεία της. Επανερχόμενος στα απαιτούμενα να αποδειχθούν και στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας, από την αναντίλεκτη μαρτυρία της κας Μακρίδου, Πρωτοκολλητού, όσο και από το φάκελο της πτωχευτικής ειδοποίησης (Τεκμ. 1) έχω ικανοποιηθεί και εξάγεται ως συμπέρασμα που γίνεται και ανάλογο εύρημα του Δικαστηρίου, ότι η αιτήτρια έχει εξασφαλίσει δικαστική απόφαση εναντίον της καθ' ης η αίτηση στην πιο πάνω υπόθεση για το ποσό των Λ.Κ.1,100.- πλέον τόκους και έξοδα και ότι μέχρι και την ημερομηνία καταχώρησης της αίτησης, αλλά και την ημερομηνία της ακρόασης, δεν έχει καταβληθεί κανένα ποσό. Αντίγραφο της απόφασης σημειώνω πως επισυνάπτεται και στην αίτηση πτώχευσης. Αποτελεί περαιτέρω εύρημα ότι η δικαστική απόφαση παρέμεινε απλήρωτη μετά την πάροδο των 7 ημερών από την επίδοση στην καθ' ης η αίτηση της ειδοποίησης πτώχευσης, σύμφωνα με τη διαταγή του Δικαστηρίου ημερομηνίας 7.7.06. Η περί αντιθέτου θέση της καθ' ης η αίτηση ότι το οφειλόμενο ποσό είναι μικρότερο και ότι είναι σε θέση να παράσχει ασφάλεια απορρίπτεται, τόσο γιατί δεν προωθήθηκε αφού δεν έδωσε μαρτυρία η ίδια, όσο και γιατί δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία προς αυτή την κατεύθυνση. ΄Όσον αφορά την επίδοση της αίτησης πτώχευσης αποτελεί διαπίστωση από το φάκελο της υπόθεσης ότι επιδόθηκε προσωπικά στην ίδια την καθ' ης η αίτηση, που παρουσιάστηκε μάλιστα στο Δικαστήριο και την αμφισβήτησε. Η δυνατότητα για την πιο πάνω διαδικασία παρέχεται από το άρθρο 3
(1)(g) του Νόμου, σύμφωνα με το οποίο ο χρεώστης έχει υποχρέωση να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης μέσα σε επτά ημέρες από την επίδοση της. Με την εκπνοή του χρόνου αυτού και αν το χρέος δεν πληρωθεί ή άλλως πως εξασφαλιστεί, θεωρείται ότι επέρχεται η πράξη της πτώχευσης. Από τη διάπραξη της πτώχευσης αρχίζει να μετρά ο χρόνος μέσα στον οποίο θα πρέπει ο πιστωτής να καταχωρήσει την αίτηση πτώχευσης για έκδοση εναντίον του χρεώστη διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του. Σχετικό είναι το άρθρο 5
(1)(c) του Νόμου. Από τον ενώπιον μου φάκελο της ειδοποίησης πτώχευσης αρ. 1199/06 διαπιστώνω ότι η ειδοποίηση πτώχευσης επιδόθηκε προσωπικά στη χρεώστιδα στις 23.6.06, η οποία, ως λέχθηκε, αντιδρώντας άμεσα καταχώρησε ένορκη δήλωση για τον παραμερισμό της. Η διαδικασία της ειδοποίησης πτώχευσης περατώθηκε στις 7.7.06 με την απόσυρση της ένορκης της δήλωσης, με ανάλογη διαταγή του Δικαστηρίου ότι η πράξη πτώχευσης διεπράχθη την 7.7.06. Η αναντίλεκτη μαρτυρία της αιτήτριας είναι ότι το χρέος παρέμεινε απλήρωτο και η υπό κρίσιν αίτηση καταχωρήθηκε την 31.8.06, εντός δηλαδή της περιόδου των τριών μηνών από τη διάπραξη της πράξης πτώχευσης. Ένα τελευταίο θέμα που έθεσε ο κ. Παυλίδης είναι ότι η αίτηση πτώχευσης είναι καταχρηστική. Εστίασε, αγορεύοντας την εισήγηση του ότι εκείνο που επιδιώκει η αιτήτρια είναι να εισπράξει το λαβείν της και όχι να πτωχεύσει την καθ' ης η αίτηση. Βέβαια στο σώμα της ένστασης όσο και στην ένορκη δήλωση της καθ' ης η αίτηση το θέμα τίθεται από άλλη σκοπιά, ότι δηλαδή το οφειλόμενο ποσό είναι μικρότερο, χωρίς άλλη εξειδίκευση, ισχυρισμός που εν πάση περιπτώσει παρέμεινε αναπόδεικτος. Αντίθετα και στη βάση της προσκομισθείσης μαρτυρίας, το εύρημα του Δικαστηρίου είναι ότι δεν έχει καταβληθεί κανένα ποσό έναντι του εξ αποφάσεως χρέους. Θα προχωρήσω όμως και θα εξετάσω την εισήγηση του κ. Παυλίδη. Στηρίχθηκε καθώς λέχθηκε στη μαρτυρία της αιτήτριας. Αποτελεί γεγονός ότι η αιτήτρια ρωτήθηκε αν θέλει τα χρήματα της και απάντησε καταφατικά, γιατί ως κατέθεσε τα έχει ανάγκη. Της υπεβλήθη στη συνέχεια ότι η αίτηση της αποτελεί μέτρο πίεσης και εκβιαστική ενέργεια και το αρνήθηκε. Ήταν η θέση της ότι αν δεν την πληρώσει πρέπει να πτωχεύσει. Αρνήθη ακόμα ότι η αίτηση της είναι καταχρηστική. Θα πρέπει να πω ότι δεν βρίσκω τίποτε το επιλήψιμο να θέλει η αιτήτρια τα χρήματα που της οφείλονται από το δικαστικό χρέος. Άλλωστε αυτή ήταν η ερώτηση που της τέθηκε και η πιο πάνω απάντηση της κρίνεται ως λογική και αυτονόητη. Και δεν ήταν αυτό το ζητούμενο. Αντίθετα, υπήρχε πλήρης άρνηση της ότι ενέργησε καταχρηστικά ή και εκβιαστικά. ΄Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Ζήνων Μερκής ν. Intertobocco (Cyprus) Ltd Πολιτική ΄Έφεση αρ. 131/05 ημερ. 8.9.06 με αναφορά στην υπόθεση London Clubs Ltd κα ν. Παπαδοπούλου
(2002)1 Α.Α.Δ. 1699 δεν βρισκόμαστε σε προσπάθεια εξαναγκασμού και καταπίεσης, που είναι έξω από τη διαδικασία που αποβλέπει στη διασφάλιση της περιουσίας του χρεώστη υπέρ όλων των πιστωτών του, όπου αποδοκιμάστηκε ως καταχρηστική η χρησιμοποίηση της διαδικασίας της πτώχευσης, κατ' επανάληψη, με επακόλουθο την στο μεταξύ συμφωνία του χρεώστη να δεχθεί διάταγμα αυξημένων μηνιαίων δόσεων στα πλαίσια παράλληλης διαδικασίας. Εσωτερικός έλεγχος ελατηρίων, ως υπεδείχθη, δεν ασκείται και δεν είναι με αναφορά σε τέτοια ελατήρια αλλά στον τρόπο χρησιμοποίησης των διαδικασιών που παραπέμπει η πιο πάνω απόφαση. (βλ. ακόμα Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 522). Στην παρούσα αίτηση αλλά και από την ενώπιον μου μαρτυρία δεν έχει προκύψει κάποιο στοιχείο, ως προς τη χρήση άλλων ή παράλληλων δικαστικών διαδικασιών από την αιτήτρια, που να συνιστούν ή να μπορούσαν να θεωρηθούν ότι αποτελούν κατάχρηση. ΄Έπεται ότι η εισήγηση δεν μπορεί να ευσταθήσει. Στη βάση συνεπώς όλων των ενώπιον μου τεθέντων στοιχείων καταλήγω ότι οι προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 6
(2)του Νόμου και ο Πτωχευτικός Κανονισμός 60
(2)έχουν ικανοποιηθεί. Ως αποτέλεσμα εκδίδεται διάταγμα παραλαβής εναντίον της χρεώστιδας Νίκης Χαραλάμπους, από τη Λευκωσία. Αντίγραφο του διατάγματος να επιδοθεί στη χρεώστιδα η οποία και διατάσσεται όπως παρουσιαστεί αμέσως στον Επίσημο Παραλήπτη για τα περαιτέρω. Ο Επίσημος Παραλήπτης διορίζεται Παραλήπτης και διαχειριστής της περιουσίας της. Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται προς όφελος της αιτήτριας και θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα πληρωθούν από την περιουσία με τη σειρά που ο Νόμος ορίζει. (Υπ.) Ν. Γιαπανάς, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.