← Κύπρος

Alpha Bank Ltd ν. Ηλίας Ιωάννου κ.α., Αρ. Αγωγής: 1682/06, 23.1.07

Alpha Bank Ltd ν. Ηλίας Ιωάννου κ.α., Αρ. Αγωγής: 1682/06, 23.1.07 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2007:A5 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γιαπανά, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1682/06 Μεταξύ : - Alpha Bank Ltd, πρώην Lombard Natwest Bank Ltd Εναγόντων και

  1. Ηλίας Ιωάννου
  2. Ροζμαρί Ιωάννου
  3. Πάνος Ιωάννου Εναγομένων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 23.1.07 Αίτηση ημερομηνίας 18/10/06 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγοντες-αιτητές: κος Προύντζος Για εναγόμενο - καθ' ου η αίτηση 3 : κα Α. Ιακώβου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η απαίτηση των εναγόντων, δυνάμει ειδικά οπισθογραφημένου κλητήριου εντάλματος, βασίζεται σε δάνεια που οι ενάγοντες παρείχαν στον εναγόμενο 1 με την εγγύηση του εναγομένων. Ειδικότερα και σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης στις 22.9.95 οι ενάγοντες παρείχαν στον εναγόμενο 1 πιστωτικές διευκολύνσεις υπό τύπο τρεχούμενου λογαριασμού. Επίσης ο την 22.5.02 οι ενάγοντες παρείχαν στον εναγόμενο 1 παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων υπό τύπο δανείου για το ποσό των Λ.Κ.10.000.- το επιτόκιο με βάση την συμφωνία 8.5 % το χρόνο επί ημερησίων υπολοίπων και διαιρέτη 360 ημέρες. Ο εναγόμενος 3 την 31.5.02 εγγυήθηκε τον εναγόμενο 1 για το πιο πάνω ποσό των Λ.Κ.10.000.- Την 10.5.05 οι ενάγοντες ανακάλεσαν την πίστωση και τερμάτισαν την λειτουργία του λογαριασμού που παρουσίαζε πιστωτικό υπόλοιπο Λ.Κ.5.759.99 με τόκο 11% από 1.4.05 μέχρι 9.5.05 και προς 9% από 10.5.05 μέχρι εξοφλήσεως. Επίσης ανακάλεσαν την πίστωση και τερμάτισαν την λειτουργία του λογαριασμού δανείου οι καθυστερήσεις του οποίου ανέρχονταν σε Λ.Κ.1.549.25 και με χρεωστικό υπόλοιπο Λ.Κ.9.406.31 με τόκο 8.75% από 1.1.05 μέχρι 9.5.05 και προς 15.25% από 10.5.05 μέχρι εξοφλήσεως. Με την αγωγή αξιώνονται τα πιο πάνω ποσά και τόκοι. Ο εναγόμενος 3 καταχώρησε εμφάνιση και οι ενάγοντες την 11.10.06 υπέβαλαν αίτημα για συνοπτική απόφαση εναντίον του. Ο εναγόμενος αντέδρασε και καταχώρισε ένσταση. Η αίτηση των εναγόντων υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Σάββα Άδωνη υπαλλήλου των εναγόντων, εξουσιοδοτημένου να προβεί την ένορκη δήλωση. Τον επίδικο χρόνο ήταν ένας εκ των υπευθύνων για την εποπτεία και έλεγχο της κίνησης χρεωστικών λογαριασμών μεταξύ των οποίων και οι επίδικοι τους οποίους παρακολουθούσε προσωπικά. Εργάζεται στο τμήμα δικαστικών υποθέσεων των εναγόντων και έχει προσωπική και θετική γνώση των γεγονότων. Επισυνάπτει δε σειρά εγγράφων σχετικών με την απαίτηση των εναγόντων. Τέλος, αναφέρει ότι ως πιστεύει και ως τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι τους ο εναγόμενος 3 καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης απλώς για να εκμεταλλευτεί προς όφελος του τους δικονομικούς θεσμούς και να καθυστερήσει την έκδοση απόφασης ενώ δεν έχει υπεράσπιση. Το αίτημα στηρίζεται στη Δ.18 Θ. 1 (α), 2 και 9 (α) και στην Δ.48 Θ.1-4, 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Αναφορικά με τους όρους και τις προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιηθούν για να ενεργοποιηθεί η δικαιοδοσία της συνοπτικής απόφασης παραπέμπω στην υπόθεση Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ

(1997)1 Α.Α.Δ 782. Σημειώνω πως η αγωγή καταχωρήθηκε σε ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. Έχω μελετήσει την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Η πηγή των πληροφοριών του ομνύοντα προέρχεται από τα σχετικά έγγραφα των λογαριασμών των εναγομένων που έχει στην κατοχή του. Στην βάση αυτών παρακολουθούσε τους λογαριασμούς και είναι κατάλληλα εξουσιοδοτημένος από τους ενάγοντες να προβεί στην ένορκη δήλωση. ( Θεοδώρου κ.ά ν. Τράπεζας Κύπρου Πολ. Έφεση 12059 ημερ. 9.8.06). Αυτά συνιστούν στοιχεία μαρτυρίας που δεν αμφισβητήθηκαν, αφου δεν αντεξετάστηκε. Σύμφωνα με την Δ.18 Θ.1 ο ενόρκως δηλών μεταξύ άλλων, θα πρέπει να βεβαιώνει την βάση της αγωγής και το αξιούμενο ποσό. (Verifying the cause of action, and the amount claimed). Στην προκειμένη περίπτωση ο ομνύον στην παράγραφο 3 της ένορκης του δήλωσης επαναλαμβάνει ουσιαστικά τα αξιούμενα με την αγωγή ποσά, ως η προσταγή της σχετικής Διαταγής, ότι δηλαδή το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης είναι ορθό. Εκείνο που ουσιαστικά απαιτείται από την Δ.18 είναι η θετική επαλήθευση των γεγονότων της αξίωσης, σε συνάρτηση με δήλωση ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν απολύτως καμιά υπεράσπιση στην αγωγή. Και τούτο ως θέμα δικαιοδοσίας ( Stavrinides v. Ceskosloveneska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130 ). Είναι συνεπώς η κατάληξη μου, εν όψει των πιο πάνω, ότι η ένορκη δήλωση συμμορφώνεται πλήρως και ικανοποιεί όλες τις προϋποθέσεις της Δ.18. Στην υπόθεση Θεοδώρου κ.α ν. Τράπεζας Κύπρου Πολ. Έφεση 12059 ημερ.9.8.06 στην οποία το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης ήταν ανάλογο με την παρούσα κρίθηκε ότι ήταν ικανοποιητική. ( βλπ. ακόμα Γεωργίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 274). Θα πρέπει ακόμα να σημειώσω ότι στην υπόθεση Marketrends Financial Services Ltd v. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου, Πολ. Έφεση 11618 ημερ. 24.3.06 υπεδείχθη ότι η νομολογία έχει προσαρμόσει με τέτοιο τρόπο την ερμηνεία του όρου «να ορκιστεί θετικά» ώστε να ανταποκρίνεται ρεαλιστικά προς τα σημερινά δεδομένα. Λέχθηκε ότι : « Σε υπόθεση που ορκίστηκε υπάλληλος εταιρείας εκ μέρους της, αποφασίστηκε ότι είναι αναγκαίο σε περιπτώσεις εταιρειών να ορκίζεται φυσικό πρόσωπο και έτσι στον όρο «θετική γνώση» πρέπει να δίδεται τέτοια ερμηνεία που να είναι λογική υπό τις περιστάσεις και όχι αυστηρή σε βαθμό που να δημιουργεί πρακτικές δυσκολίες και να οδηγεί σε τυχόν παράλογα αποτελέσματα. Ο υπάλληλος που ορκίστηκε στην προκειμένη υπόθεση είχε στην κατοχή του όλα τα επίδικα έγγραφα των οποίων την ορθότητα έλεγξε ο ίδιος, που είχε και την ευθύνη παρακολούθησης του σχετικού λογαριασμού.( Pathe Freres Cinema Ltd v. United Electric Theatres
(1914)K.B. 1253 ). Έχοντας συνεπώς υπόψη μου τα πιο πάνω, κρίνω ότι οι ενστάσεις του καθ' ου η αίτηση για την πληρότητα και την επάρκεια της ένορκης δήλωσης αλλά και ότι περιέχει εξ' ακοής μαρτυρία, δεν ευσταθούν. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω κατά πόσο ο εναγόμενος προβάλλει υπεράσπιση στην αξίωση των εναγόντων. Η νομολογία εναποθέτει το βάρος απόδειξης της ύπαρξης καλής υπεράσπισης στους ώμους των εναγομένων. (Παυλου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1051). Όπως εξηγείται στην υποθεση Λαζάρου κ.ά ν. Μακεδόνα
(1999)1 (Β) Α.Δ..Δ. 817, όπου η υπεράσπιση μπορεί να χαρακτηριστεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση. Η διαδικασία και ο μηχανισμός της συνοπτικής απόφασης είναι εξαιρετική διαδικασία στην οποία αντί να αρχίζει πρώτα η δίκη και μετά η απόφαση υπάρχει αμέσως απόφαση και μετά δίκη. (βλ. Symon & Co v. Palme´s Stores
(1903)Ltd
(1912)1 K.B.259, 266-267 ). Ως υπεδείχθη στην υπόθεση Λούκος Λτδ κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας την Ελλάδος Α.Ε. (Αρ.1)
(2001)1 Α.Α.Δ 418, με αναφορά στη CY.E.M.S. Co v. Central Co-operative Industries
(1982)1 C.L.R. 897, 902 - 905: « Συνοπτική απόφαση δεν εκδίδεται όπου προβάλλονται σχετικοί με το θέμα ισχυρισμοί που θα μπορούσαν, όσο απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας, να δικαιολογήσουν τη διεξαγωγή κανονικής δίκης..... Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Αυτή είναι η φιλοσοφία της Δ.18». Και τούτο αποκτά μεγαλύτερη σημασία σήμερα, εν' όψει της ορθής αντίληψης που έχει επικρατήσει ως προς τα δικαιώματα που έχει ο διάδικος βάσει των προνοιών του άρθρου 30 του Συντάγματος και τις ανάλογες διατάξεις της σύμβασης για την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Γι' αυτό και η συνοπτική διαδικασία κάτω από τη Δ.18 πρέπει να περιορίζεται στις περιπτώσεις όπου έκδηλα καταδεικνύεται ότι ο εναγόμενος δεν έχει καμιά υπεράσπιση στην εναντίον του αγωγή. (Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2003)1 Α.Α.Δ 1968.) Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει και στην υπόθεση Νεάρχου κ.ά ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 818 που γίνεται εκτενής αναφορά και σύνοψη της νομολογίας επί συνοπτικής απόφασης. Θα πρέπει ακόμα να υποδειχθεί ότι ακριβώς λόγω της φύσης της, ως κατ' εξαίρεση της συνήθους διαδικασίας μιας δίκης, ο καθ' ου η αίτηση πρέπει με την ένορκη του δήλωση να προβάλει τα στοιχεία που εδράζει την υπεράσπιση του και δεν αναμένεται ότι θα προσκομίσει την διαθέσιμη μαρτυρία. Όπως τέθηκε στην υπόθεση Ζερβός ανωτέρω : « Η ένορκη δήλωση του εφεσείοντα περιείχε τα στοιχεία στα οποία εδράζεται η υπεράσπιση που θέλει να προβάλει, και η υπό αναφορά συνοπτική διαδικασία δεν ήταν η δίκη της υπόθεσης για να προσκομίσει την μαρτυρία που διέθετε. Αυτό που αναμενόταν να δείξει ήταν πως έχει υπεράσπιση σε βαθμό που επιδεικνύεται να του επιτραπεί το δικαίωμα της προβολής της. Και βεβαίως, το κατά πόσο νομικά ευσταθεί, θα είναι το αντικείμενο της δίκης ». Στο πιό πάνω πλαίσιο θα αντικρυστεί η ένσταση του καθ' ου η αίτηση και κατ' επέκταση η προβαλλόμενη υπεράσπιση του. Ουσιαστικά και συνοψίζοντας τις υπερασπίσεις του εναγομένου όπως αυτές αναδύονται μέσα από την ένορκη του δήλωση προβάλλονται τρία θέματα. Θα προχωρήσω να τα εξετάσω ξεχωριστά. Το πρώτο αφορά το έγγραφο εγγύησης ημερομηνίας 22.9.95 που αναφέρεται στις παραγράφους 2 και 3 της έκθεσης απαίτησης. Είναι η θέση του ότι δεν γνώριζε την ύπαρξη της οφειλής αυτής την οποία και δεν είχε πρόθεση να αναλάβει. Είναι η θέση του ότι η εγγύηση που έδωσε στο δάνειο ημερ. 31.5.02 δεν μπορεί να καλύψει την προγενέστερη οφειλή του πρωτοφειλέτη, εναγομένου
  1. Η απάντηση των αιτητών επ' αυτού δίνεται μέσα από την συμπληρωματική ένορκη δήλωση που καταχώρισαν με την άδεια του δικαστηρίου. Επισύναψαν έγγραφο εγγύησης του εναγομένου 3 ημερ. 25.6.97 οπότε σύμφωνα με την θέση τους, ο εναγόμενος γνώριζε με την υπογραφή του εγγράφου αυτού τι εγγυάτο, με την έννοια ότι γνώριζε ότι εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις του εναγομένου 1 που απέρρεαν ή θα απέρρεαν από το δάνειο ημερ. 22.9.
  2. Έχω την άποψη ότι η υπεράσπιση που προβάλλει ο καθ' ου η αίτηση επί της συγκεκριμμένης εγγύησης δεν αποτελεί ούτε και συνιστά σκιώδη και αόριστη υπεράσπιση, ανεξάρτητα από την πιθανότητα επιτυχίας της. Η συγκεκριμμένη απαίτηση των εναγόντων για το ποσό των Λ.Κ.5.759.99 πλέον τους τόκους, δεν στηρίζεται επί του εγγράφου εγγύησης ημερ. 26.6.97 αλλά επί του εγγυητικού εγγράφου ημερ. 31.5.
  3. Στην πραγματικότητα καμιά αναφορά δεν γίνεται σε τέτοια εγγύηση του εναγόμενου 3 στην έκθεση απαίτησης. Αντίθετα στην παράγραφο 6 της απαίτησης ρητά αναφέρεται ότι οι υποχρεώσεις του εναγόμενου 3 πηγάζουν από το έγγραφο εγγύησης ημερ. 31.5.
  4. Ο κ. Προύντζος στην αγόρευση του αναφέρεται στους όρους του εγγράφου αυτού, κυρίως στο όρο 2, σύμφωνα με τον οποίο ο εναγόμενος 3 εγγυήθηκε « όλες τις υποχρεώσεις του πρωτοφειλέτη προς την τράπεζα, είτε οι υποχρεώσεις αυτές είναι παρούσες ή μελλοντικές, είτε κατέστησαν ή που πιθανό να καταστούν απαιτητές.........». Το θέμα όμως που εγείρει ο εναγόμενος δεν είναι οι όροι της συμφωνίας, αλλά ότι εκείνο που γνώριζε είναι ότι η εγγύηση του αναφερόταν σε δάνειο του πρωτοφειλέτη για Λ.Κ.10.000.- αποπληρωτέο με δόσεις των Λ.Κ.125.- το μήνα. Δεν πληροφορήθηκε ούτε από τους ενάγοντες ούτε και από τον εναγόμενο για την υπάρξη προγενέστερης οφειλής του εναγομένου προς την τράπεζα, την οποία δεν είχε πρόθεση να αναλάβει. Είναι ακόμα η θέση του ότι η εγγύηση που υπέγραψε δεν καλύπτει προγενέστερες οφειλές του πρωτοφειλέτη. Είναι κατά την αντίληψη μου φανερό ότι ο εναγόμενος δεν προβάλλει γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς επί του συγκεκριμμένου ζητήματος, αλλά παρουσιάζει στοιχεία που για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας κρίνω ότι είναι αρκετά αλλά και ικανοποιητικά για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί. Το δεύτερο θέμα αφορά τους τόκους αφού είναι η θέση του ότι ο συμφωνηθείς τόκος επί του δανείου που εγγυήθηκε ήταν 8.5% ετησίως. Σε συνάρτηση με αυτό προβάλλει την θέση ότι παραμένει άγνωστο πότε και με πιο ποσοστό τόκου χρέωναν το υπόλοιπο όπως και του τόκους υπερημερίας. Κατ' επέκταση τα αξιούμενα ποσά δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, δεδομένου ότι χρέωναν τους λογαριασμούς και με δικαιώματα, τέλη και άλλες επιβαρύνσεις πέραν των συμφωνηθέντων. Είναι η τελική του θέση ότι οι χρεώσεις αυτές είναι παράνομες και υπερβολικές και κατά παράβαση του Νόμου 160
(1)/99 και δεν διευκρινίζεται με αναλυτικές καταστάσεις η χρέωση των τόκων για να διαφανεί τι ποσοστό τόκου χρέωναν οι ενάγοντες. Ο κ. Προύντζος επ' αυτού του ισχυρισμού του εναγομένου παραπέμπει στην υπόθεση Νεάρχου ανωτέρω ότι δεν είχαν υποχρέωση οι αιτητές να παραθέσουν πρωτογενή μαρτυρία για την απόδειξη της αξίωσης τους, αλλά απλώς ο ομνύον να επαληθεύσει την αξίωση. Εξειδικεύεται η υπεράσπιση επί των τόκων στην ένορκη δήλωση του εναγομένου, και αναλύεται στην γραπτή αγόρευση της κας Ιακώβου εστιάζοντας το θέμα στον Νόμο 160
(1)/99. Ότι η αυθαίρετη αύξηση του επιτοκίου έγινε κατά παράβαση του Νόμου και κατ' επέκταση είναι άγνωστο αφ' ενός το πραγματικά οφειλόμενο ποσό, αλλά αυθαίρετη είναι αφ' ετέρου και η αξίωση επιτοκίου πέραν του συμφωνηθέντος 8.5%. Η θέση του κ. Προύντζου είναι ότι πρόκειται για παραπλανήσεις του εναγομένου γιατί ο Νόμος τέθηκε σε εφαρμογή την 1.1.02, και αναφέρομαι μόνο στο έγγραφο εγγύησης ημερ. 22.5.05, και ότι οι ενάγοντες στους όρους 3 και 4 είχαν δικαίωμα τροποποίησης του επιτοκίου. Είναι γεγονός ότι η αγόρευση της κας Ιακώβου επί των τόκων εγείρει το θέμα και για τα δύο δάνεια του πρωτοφειλέτη. Επί της εγγύησης του εναγομένου για το δάνειο ημερ. 22.5.02 αναφέρει ότι η αύξηση του τόκου από 8.5% που ήταν ο συμφωνηθείς τόκος σε 15.5% είναι παράνομος και αυθαίρετος. Αντίθετα η θέση του κ. Προύντζου είναι ότι η αναφορά στον πιο πάνω Νόμο είναι άσχετη και εν πάση περιπτώσει βεβαιώνει το δικαίωμα των εναγόντων να αυξάνουν τον τόκο. Σημειώνει στην αγόρευση του, ότι ο εναγόμενος δεν εγείρει θέμα ειδοποίησης ή ανατοκισμού. Για ανατοκισμό όντως δεν τίθεται θέμα, όμως δεν συμμερίζομαι την θέση του ότι δεν εγείρεται θέμα ειδοποίησης. Η παράβαση του πιο πάνω Νόμου αποτελεί ουσιαστική θέση τόσο στην ένορκη δήλωση, όσο και στην γραπτή αγόρευση της κας Ιακώβου, ανεξάρτητα αν δεν γίνεται ειδική αναφορά στην ειδοποίηση. Με βάση το άρθρο 3 (γ) του Νόμου για κάθε αλλαγή του επιτοκίου οι οφειλέτες θα πρέπει να ενημερώνονται είτε με ανακοίνωση στο τύπο, είτε με γραπτή ειδοποίηση. Ούτε στην έκθεση απαίτησης γίνεται αναφορά για τέτοια ειδοποίηση για αύξηση του συμφωνηθέντος επιτοκίου από 8.5% σε 8.75% και ακολούθως σε 15.5% αλλά ούτε και στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Η απουσία του στοιχείου αυτού δεν οδηγεί με βεβαιότητα στα αξιούμενα ποσά. Χωρίς βέβαια να αξιολογώ την υπεράσπιση που προβάλλεται επί της ουσίας του θέματος των τόκων, θεωρώ ότι για τους σκοπούς της συνοπτικής απόφασης, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ότι έκδηλα δεν υπάρχει καμιά υπεράσπιση. Κυρίως όταν δεν μπορεί να διαχωριστεί το απαιτούμενο υπόλοιπο από τους αξιούμενους τόκους, λόγω της άμεσης συνάρτησης και αλληλοεπίδρασης που ενυπάρχει μεταξύ τους. Ακόμα και στην Νεάρχου που έγινε αναφορά από τον κ. Προύντζο οι αιτητές επισύναψαν στην ένορκη δήλωση επιστολή που πληροφορούσε τον εναγόμενο για την αύξηση του επιτοκίου. Που στην παρούσα υπόθεση και από τα ενώπιον μου στοιχεία δεν φαίνεται να έγινε κάτι τέτοιο. Κατά συνέπεια το θέμα της παράνομης χρέωσης των τόκων που εγείρεται, δημιουργεί τέτοια διαφορά που δικαιολογεί το αίτημα του εναγομένου 3 να υπερασπιστεί. Τέλος προβάλλεται ότι οι παρατάσεις αποπληρωμής που έδιναν οι ενάγοντες στον εναγόμενο 1 τον απαλλάσσουν από εγγυητή του. Εν όψει των όσων έχω ήδη αναλύσει και καταλήξει, κρίνω ότι η εξέταση της θέσης αυτής δεν είναι αναγκαία. Ως υποδεικνύεται στην N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P Electronics Ltd
(1999)1 (Γ) A.Α.Δ. 1912, το κριτήριο ικανοποιείται με την παροχή λεπτομερειών από τον εναγόμενο σε λογική έκταση, γιατί αν με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς εξασφαλίζεται άδεια για υπεράσπιση, το αποτέλεσμα είναι το μέτρο να αχρηστεύεται. Θεωρώ και αυτή είναι η κατάληξη μου, ότι οι πιο πάνω προβαλλόμενοι ισχυρισμοί του εναγομένου εύλογα δημιουργούν διαφορά προς εκδίκαση, ανεξάρτητα από την πιθανότητα επιτυχίας τους, ώστε να δικαιολογούν την παροχή του δικαιώματος στον εναγόμενο 3 να προβαλει υπεράσπιση. Ως απότελεσμα, η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται προς όφελος του εναγομένου 3 και σε βάρος των εναγόντων. Θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα καταβληθούν στο τέλος της δίκης με την πλήρη αποπεράτωση της ακρόασης στην αγωγή. Υπεράσπιση θα καταχωρηθεί σύμφωνα με τους Θεσμούς. (Υπ.) Ν. Γιαπανάς, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.