← Κύπρος

Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Βασίλειου Κούπα κ.α., Αρ. Αγωγής: 4162/06, 23 Ιανουαρίου, 2007

Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Βασίλειου Κούπα κ.α., Αρ. Αγωγής: 4162/06, 23 Ιανουαρίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2007:A7 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χ. Σολομωνίδη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4162/06 Μεταξύ: Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόντων και

  1. Βασίλειου Κούπα
  2. Κατερίνας Γεωργίου Ευαγγέλου
  3. Γεώργιου Ευαγγέλου
  4. Ευαγγελίας Ευαγγέλου Εναγομένων _ _ _ _ _ _ Αίτηση ημερ. 24.7.06 για συνοπτική απόφαση 23 Ιανουαρίου, 2007 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ Για Ενάγοντες/Αιτητές: κα. Π. Μιχαηλίδου για Χρυσαφίνης και Πολυβίου. Για Εναγόμενους/Καθ΄ ων η Αίτηση: κα. Β. Πέτρου Πιερίδου. _ _ _ _ _ _ Α Π Ο Φ Α Σ Η Με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα οι Ενάγοντες αξιώνουν από τους Εναγόμενους ποσό £21.922,59 πλέον τόκο 11,25% επί ποσού £21.679,33 από 5.4.06 μέχρι εξοφλήσεως με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των τόκων δύο φορές το χρόνο στις 30.6 και 31.12 ως προνοείται από το Νόμο 160(Ι)/
  5. Η πιο πάνω αξίωση των Εναγόντων εναντίον του Εναγομένου 1 είναι δυνάμει εγγράφου συμφωνίας ημερ. 5.6.01, απόφασης/έγκρισης ημερ. 2.4.02 γενομένης αποδεκτής υπό του Εναγομένου 1 την 29.4.02 για έγκριση δανείου ύψους £25.000,00 υπό την εγγύηση των Εναγομένων 2, 3 και
  6. Την καταχώριση Σημειώματος Εμφάνισης από τους Eναγόμενους ακολούθησε η παρούσα αίτηση των Eναγόντων για συνοπτική απόφαση εναντίον των πρώτων για το λόγο ότι αυτοί στερούνται υπεράσπισης. Η αίτηση στηρίζεται στη Δ.18, θθ. 1,2 και 9(α) και Δ.48, θθ. 1-4 και 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας συνοδεύεται δε από ένορκη δήλωση του Χριστόδουλου Παπαλαμπριανού, ημερ. 24.7.
  7. Ο ομνύων αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι είναι υπάλληλος των Εναγόντων/Αιτητών, έχει θετική γνώση των γεγονότων που αφορούν στην υπόθεση και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση. Καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους ήταν στην υπηρεσία των Εναγόντων στο τμήμα προβληματικών λογαριασμών (Recoveries Department) σαν ένας από τους υπεύθυνους για την εποπτεία και τον έλεγχο της κίνησης χρεωστικών λογαριασμών των πελατών στους οποίους περιλαμβάνεται και ο λογαριασμός των Εναγομένων. Στο τμήμα αυτό κατέχονται και φυλάσσονται όλα τα σχετικά έγγραφα και παρακολουθούνται οι εν λόγω λογαριασμοί. Η παρακολούθηση του λογαριασμού των Εναγομένων έχει ανατεθεί στον ενόρκως δηλούντα, ο οποίος έχει στην κατοχή του, υπό τον έλεγχο και φύλαξη του τα έγγραφα του λογαριασμού αυτού και έχει ετοιμάσει σχετική κατάσταση, την οποία προσυπογράφει με το διευθυντή του Τμήματος και επισυνάπτει ως Τεκμήριο Ζ στην ένορκη δήλωσή του. Αναφέρει επίσης ότι οι Εναγόμενοι αληθώς οφείλουν στους Ενάγοντες το ποσό των £21.922.59 πλέον τόκο 11,25% επί ποσού £21.679,33 από 5.4.06 μέχρι εξόφλησης με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των τόκων δύο φορές το χρόνο στις 30.6 και 31.12 όπως προνοείται από το Νόμο 160(Ι)/99, ο Εναγόμενος 1 δυνάμει εγγράφου συμφωνίας ημερ. 5.6.01 (Τεκμ. Α), αποδοχής έγκρισης ημερ. 2.4.02 (Τεκμ. Β), η Εναγόμενη 2 δυνάμει εγγυητηρίου εγγράφου ημερ. 29.4.02, υποθήκης ΑΥ3573/02 ημερ. 23.4.02 κατά το ήμισυ επ΄ ονόματι της εγγεγραμμένο μερίδιο και υποθήκης ΒΥ 6021/04 ημερ. 11.6.04 κατά το ήμισυ επ΄ ονόματι της εγγεγραμμένο μερίδιο, ο Εναγόμενος 3 δυνάμει εγγυητηρίου εγγράφου ημερ. 29.4.02, υποθήκης ΑΥ3573/02 ημερ. 23.4.02, κατά το β΄ ήμισυ επ΄ ονόματι του εγγεγραμμένο μερίδιο και υποθήκης ΒΥ6021/04 ημερ. 11.6.04 κατά το β΄ ήμισυ επ΄ ονόματι του εγγεγραμμένο μερίδιο, και η Εναγόμενη 4 δυνάμει εγγυητηρίου εγγράφου ημερ. 29.4.02 (Τεκμ. Γ, Δ και Ε). Ο ομνύων αναφέρει επίσης ότι για τα πιο πάνω έγγραφα (Τεκμ. Α, Β, Γ, Δ και Ε) γίνεται λεπτομερής αναφορά στην Έκθεση Απαίτησης, το περιεχόμενο της οποίας είναι ορθό. Αναφέρει επίσης ότι γνωρίζει πως το εν λόγω χρέος υφίσταται και εξακολουθεί να παραμένει απαιτητό αν και οι Εναγόμενοι εκλήθηκαν να το εξοφλήσουν με επιστολές των Εναγόντων ημερ. 5.4.06 (Τεκμ. Στ). Τέλος, αναφέρει ότι πιστεύει και τυγχάνει νομικής συμβουλής ότι οι Εναγόμενοι καμιά απολύτως υπεράσπιση έχουν στην παρούσα αγωγή και εξαιτείται την έκδοση απόφασης ως η αίτηση. Οι Εναγόμενοι καταχώρισαν ένσταση στην πιο πάνω αίτηση στηριζόμενη στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.18, θθ.1-3 και 9, Δ.48, θ.4, στο άρθρο 33

(3)του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/60), στον περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμο 93 (Ι)/96, άρθρα 5, 6, 7 και Παράρτημα, στον περί Καταναλωτικής Πίστης Νόμο 39(Ι)/01 όπως τροποποιήθηκε, στις αρχές του Δικαίου της Επιείκειας και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Στην ένσταση παρατίθενται οι συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης. Τους παραθέτω αυτούσιους: «
  1. Η αίτηση δεν πληρεί τις προϋποθέσεις της Δ.18 θ.1(α) των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας.
  2. Οι εναγόμενοι 1,2, 3 και 4 έχουν καλή υπεράσπιση και ή αποκαλύπτουν τέτοια γεγονότα που τους παρέχουν το δικαίωμα υπεράσπισης.
  3. Το αιτούμενο ποσό είναι αυθαίρετο ή και παράνομο και/ή περιλαμβάνει χρεώσεις παράνομες και αυθαίρετες.
  4. Οι συμφωνίες μεταξύ εναγόντων και εναγομένων πάσχουν και/ή είναι άκυρες και/ή καταρτίστηκαν κατά παράβαση των προνοιών της σχετικής νομοθεσίας και/ή του Ν. 93(Ι)/1996 και του 39(Ι)/
  5. Οι εναγόμενοι 2, 3 και 4 δεν έτυχαν νομικής συμβουλής ούτε τους εξηγήθηκαν οι κίνδυνοι που αναλάμβαναν με την υπογραφή των διαφόρων εγγράφων.
  6. Οι ενάγοντες δεν προειδοποίησαν ούτε προστάτευσαν τα συμφέροντα των εναγομένων 2, 3 και 4 όπως είχαν υποχρέωση.
  7. Η αίτηση παραβιάζει τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης και το άρθρο 30 του Συντάγματος.» Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση εκτίθενται στις επισυνημμένες στην ένσταση ένορκες δηλώσεις του Βασίλειου Κούπα και Γεώργιου Ευαγγέλου, ημερ. 7.11.
  8. Παραθέτω αυτούσιο το περιεχόμενο τους αρχίζοντας με την ένορκη δήλωση του πρώτου: «
  9. Είμαι ο εναγόμενος 1 στην αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, σύζυγος της εναγομένης 4 και γαμπρός των εναγομένων 2 και 3, γνωρίζω δε προσωπικά και πολύ καλά τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής και όσα πιο κάτω αναφέρω είναι ορθά και αληθινά.
  10. Γνωρίζω το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και της Έκθεσης Απαίτησης του ειδικώς οπισθογραφημένου κλητήριου εντάλματος και αρνούμαι όλους μαζί και καθένα χωριστά τους ισχυρισμούς που περιέχονται τόσον στην ένορκη δήλωση όσο και στην Έκθεση Απαίτησης, εκτός από εκείνους που πιο κάτω ρητά παραδέχομαι.
  11. Αρνούμαι τους ισχυρισμούς της παραγράφου 1 της ένορκης δήλωσης και ειδικότερα αρνούμαι ότι ο ενόρκως δηλών έχει θετική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης αυτής και ότι το Τεκμ. Ζ αποτελεί την κατάσταση του λογαριασμού μου. Το εν λόγω τεκμήριο ετοιμάστηκε ειδικά για να εμφανίζει μόνο το ισχυριζόμενο αιτούμενο υπόλοιπο χωρίς καμία αναφορά στις χρεοπιστώσεις από τις οποίες προέκυψε και κατά τρόπο που να αποκλείεται η διαφάνεια και η δυνατότητα ελέγχου.
  12. Αρνούμαι τους ισχυρισμούς της παραγράφου 2 της ένορκης δήλωσης και ειδικότερα αρνούμαι ότι οφείλω στους ενάγοντες το αιτούμενο ποσό και επιτόκιο. Όσον αφορά την αξίωση των εναγόντων για δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των τόκων 2 φορές το χρόνο είναι ισχυρισμός μου ότι το Δικαστήριο εμποδίζεται και ή στερείται εξουσίας, άρθρο 33
(3)του Ν. 14/1960, να επιδικάσει τέτοια θεραπεία.
  1. Από τους ισχυρισμούς της παραγράφου 2 της Έκθεσης Απαίτησης παραδέχομαι την υπογραφή της συμφωνίας ημερομηνίας 5.6.01 αλλά ισχυρίζομαι ότι είναι άκυρη και/ή μη δεσμευτική και χωρίς κανένα αποτέλεσμα γιατί καταρτίστηκε κατά παράβαση του Νόμου Περί Καταναλωτικής Πίστης του
  2. Χωρίς βλάβη των πιο πάνω ισχυρισμών μου παραδέχομαι την αποδοχή του ισχυριζόμενου δανείου ημερομηνίας 29.4.02 από τους ενάγοντες ποσού ΛΚ25.000,- με τη διευκρίνιση ότι το δάνειο ήταν στεγαστικό και ότι το άλλο εγκριθέν δάνειο των ΛΚ28.000,- έχει εξοφληθεί. Παραδέχομαι επίσης τον τρόπο αποπληρωμής και το ύψος του επιτοκίου ήτοι 7,25% ετησίως. Αρνούμαι κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς της παραγράφου 2(γ) και (δ) της Έκθεσης Απαίτησης. Χωρίς βλάβη των πιο πάνω και/ή περαιτέρω και/ή διαζευκτικά ισχυρίζομαι ότι και αν ακόμη η συμφωνία ημερομηνίας 5.6.01 ήταν έγκυρη και δεσμευτική, πράγμα που αρνούμαι, οι όροι των προαναφερομένων υποπαραγράφων θα πρέπει να αγνοηθούν από το Δικαστήριο γιατί αποτελούν καταχρηστική ρήτρα, βάσει του περί Καταχρηστικών ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου του 1996 και ειδικότερα του άρθρου 5 και δεν με δεσμεύουν.
  3. Είναι ισχυρισμός μου ότι οι ενάγοντες παράνομα και/ή αυθαίρετα χρέωναν το λογαριασμό μου με τόκους υπερημερίας και/ή σύνθετο και/ή επιτόκιο υψηλότερο του συμφωνηθέντος.
  4. Χωρίς βλάβη όσων πιο πάνω αναφέρω είναι ισχυρισμός μου ότι οι πρόνοιες στην συμφωνία ημερομηνίας 5.6.01 για χρέωση τόκων υπερημερίας και /ή σύνθετο τόκο και/ή επιτόκιο υψηλότερο του συμφωνηθέντος, αποτελούν ποινική ρήτρα και θα πρέπει να αγνοηθούν από το Δικαστήριο και οι χρεώσεις αυτές να αφαιρεθούν από το λογαριασμό μου.
  5. Χωρίς βλάβη και/ή περαιτέρω και/ή διαζευκτικά ουδέποτε μου κοινοποιήθηκε οποιαδήποτε αλλαγή ή μεταβολή του επιτοκίου, πλέον του γεγονότος ότι όπως είναι διατυπωμένες οι πρόνοιες περί μεταβολής του επιτοκίου και των άλλων εξόδων και επιβαρύνσεων δεν είναι με σαφήνεια κατανοητές γι΄ αυτό και πρέπει να απορριφθούν, άρθρο 7 του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμο Ν.93
(1)
  1. Αρνούμαι τους ισχυρισμούς της παραγράφου 5 της Έκθεσης Απαίτησης και περαιτέρω ισχυρίζομαι ότι οι ισχυριζόμενες εγγυήσεις και υποθηκεύσεις είναι άκυρες και/ή μη δεσμευτικές για τους εναγόμενους 2 και
  2. Για όλους τους πιο πάνω λόγους πιστεύω ότι είναι δίκαιο και εύλογο και να μου δοθεί το δικαίωμα της υπεράσπισης γι΄ αυτό ζητώ απόρριψη της αίτησης με έξοδα σε βάρος των εναγόντων.» Η ένορκη δήλωση του Γεώργιου Ευαγγέλου έχει ως εξής: «
  3. Είμαι ο εναγόμενος 3 στην αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, σύζυγος της εναγόμενης 2, πατέρας της εναγόμενης 4 κα πεθερός του εναγόμενου 1 και είμαι επίσης δεόντως εξουσιοδοτημένος από τους εναγόμενους 2 και 4 να προβώ στην παρούσα ένορκη δήλωση, γνωρίζω δε προσωπικά και πολύ καλά τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής και όσα πιο κάτω αναφέρω είναι ορθά και αληθινά.
  4. Γνωρίζω το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και της Έκθεσης Απαίτησης του ειδικώς οπισθογραφημένου κλητήριου εντάλματος και αρνούμαι όλους μαζί και καθένα χωριστά τους ισχυρισμούς που περιέχονται τόσον στην ένορκη δήλωση όσο και στην Έκθεση Απαίτησης, εκτός από εκείνους που πιο κάτω ρητά παραδέχομαι.
  5. Η σχέση μας με τον εναγόμενο 1 στην παρούσα υπόθεση δεν είναι εμπορική αλλά στενής συγγένειας.
  6. Αρνούμαι ότι οφείλουμε στους ενάγοντες το αιτούμενο ποσό και επιτόκιο και επιπλέον ισχυρίζομαι ότι οι ενάγοντες παράνομα και αυθαίρετα χρέωναν το λογαριασμό του εναγόμενου με επιτόκιο υψηλότερο του συμφωνηθέντος, με τόκους υπερημερίας και/ή με σύνθετο τόκο.
  7. Παραδεχόμαστε την υπογραφή των συμβάσεων και δηλώσεων υποθήκης και του εγγράφου της εγγύησης αλλά τα έγγραφα αυτά πάσχουν και/ή είναι άκυρα γιατί κατά την υπογραφή τους δεν είχαμε νομική συμβουλή ούτε μας εξηγήθηκαν οι κίνδυνοι που αναλαμβάναμε. Δεν μας ενημέρωσαν ούτε μας προειδοποίησαν οι ενάγοντες, όπως είχαν υποχρέωση να πράξουν βάσει του δικαίου της επιείκειας, για τους κινδύνους που διατρέχαμε να χάσουμε την ακίνητη ιδιοκτησία μας και πιο συγκεκριμένα το σπίτι μας, γιατί περί αυτού πρόκειται και να κινδυνεύουμε να βρεθούμε στους δρόμους.
  8. Χωρίς βλάβη των πιο πάνω ισχυρισμών μας και/ή περαιτέρω και/ή διαζευκτικά η εγγύηση και οι συμβάσεις υποθήκης είναι άκυρες και μη δεσμευτικές για μας γιατί είναι άκυρη η συμφωνία μεταξύ εναγόντων και εναγομένου 1 όπως ο εναγόμενος 1 λεπτομερώς αναφέρει στην ένορκη του δήλωση.
  9. Χωρίς βλάβη και/ή περαιτέρω και/ή διαζευκτικά η σύμβαση εγγύησης είναι άκυρη γιατί καταρτίστηκε προτού ο εναγόμενος 1 αποδεχτεί το ποσό του δανείου και πριν συμφωνηθούν οι όροι μεταξύ του εναγόμενου 1 και των εναγομένων και/ή προτού υπάρξει συμφωνία μεταξύ τους.
  10. Χωρίς βλάβη και/ή περαιτέρω και/ή διαζευκτικά η σύμβαση υποθήκης ημερομηνίας 23/4/2002 μεταξύ μας και των εναγόντων βάσει της οποίας αναλάβαμε να πληρώσουμε στους ενάγοντες ποσό ΛΚ53.000,- δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ουδέποτε πήραμε οποιονδήποτε ποσό χρημάτων από τους ενάγοντες για να έχουμε υποχρέωση να το επιστρέψουμε και αυτό το γνωρίζουν πολύ καλά οι ενάγοντες. Το ίδιο ακριβώς ισχύει και για την σύμβαση υποθήκης ημερομηνίας 11/6/04 για ποσό ΛΚ20.000,-.
  11. Για όλους τους πιο πάνω λόγους και για τους λόγους που αναφέρει στην ένορκη του δήλωση ο εναγόμενος 1 ζητούμε απόρριψη της αίτησης με έξοδα σε βάρος των εναγόντων.» Κατά την ακροαματική διαδικασία της αίτησης οι συνήγοροι περιορίστηκαν στις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις, και οι ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκαν. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους σε γραπτές αγορεύσεις. Η συνήγορος των Εναγόντων, αναφερόμενη στις αρχές που διέπουν αιτήσεις για συνοπτική απόφαση και στη σχετική νομολογία, υποστήριξε ότι εφόσον οι Ενάγοντες έχουν ικανοποιήσει τις τρεις προϋποθέσεις που θέτει η Δ.18 θ.1(α) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, δεδομένου ότι έχουν επιβεβαιώσει τα γεγονότα και το αξιούμενο ποσό από πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά γι' αυτά, το βάρος μετατέθηκε στους ώμους των Εναγομένων να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ότι έχουν καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή να αποκαλύψουν τέτοια γεγονότα που τους δίδουν το δικαίωμα να υπερασπιστούν. Η κα. Μιχαηλίδου υποστήριξε επίσης ότι οι Εναγόμενοι δεν απέσεισαν το βάρος καθότι οι ισχυρισμοί τους δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, είναι ασαφείς, αόριστοι και δεν τεκμηριώνονται με λεπτομέρειες. Τέλος, εισηγήθηκε ότι είναι πρέπουσα και κατάλληλη η περίπτωση για έκδοση συνοπτικής απόφασης δεδομένου ότι οι Εναγόμενοι στερούνται υπεράσπισης. Στην αγόρευση της η συνήγορος των Εναγομένων επανέλαβε τις θέσεις όπως εκτίθενται στις ένορκες δηλώσεις των Εναγομένων 1 και 3 υποστηρίζοντας ότι οι Εναγόμενοι έχουν καλή υπεράσπιση στην αγωγή επί της ουσίας και ως εκ τούτου το Δικαστήριο πρέπει να τους επιτρέψει να υπερασπιστούν. Η διά κλήσεως αίτηση για συνοπτική απόφαση και η ακολουθητέα διαδικασία ρυθμίζεται από τη Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται βέβαια σύμφωνα με τις διατάξεις της Δ.
  12. Η εξουσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης, δυνάμει της Δ.18, εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει εύλογη αμφιβολία ότι ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση και όπου είναι απρόσφορο να επιτραπεί στον εναγόμενο να υπερασπιστεί απλώς για λόγους καθυστέρησης [βλ. Jones v. Stones
(1984)A.C. 122 και Νεάρχου κ.ά ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 818]. Ο σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση είναι κυρίως η ταχύτητα. Επειδή όμως η διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπιστεί στην υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18, θθ. 1-5, όπως αυτά επεξηγήθηκαν τόσο σε αγγλική όσο και σε κυπριακή νομολογία [βλ. μεταξύ άλλων Robert v. Plant
(1895)1 Q.B. 597, το Αγγλικό Σύγγραμμα The Annual Practice 1970 σελ. 126, Kyprianides v. Ioannou
(1966)1 C.L.R. 265, Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130, Hermes Insurance v. Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Trans Middle East Trading v. Tlais
(1991)1 A.A.Δ. 239, Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. (Β) 782, R.C.K. Sports Ltd v. Persona Advert. Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 1074, Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 22, Λαζάρου κ.ά. v. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. (Β) 817 και πιο πρόσφατα Μεττή κ.ά. ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 417, Ζερβός ν. Euroinvestments Finance Ltd
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1968, SIGMA RADIO T.V. LTD. ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 408, Νεάρχου κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, (ανωτέρω) και Θεοδώρου κ.ά. ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ, Πολ. Εφ. 12059, ημερ. 8.9.06]. Τα εν λόγω κριτήρια ή προϋποθέσεις, όπως εξάγονται τόσο από το λεκτικό της Δ.18 όσο και από τις πιο πάνω αυθεντίες, συνοπτικά είναι τα ακόλουθα: (α) Ο ενάγων πρέπει να έχει καταχωρίσει και/ή να εγείρει την αγωγή του σε κλητήριο ένταλμα ειδικώς οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2, θ.6. (β) Ο εναγόμενος θα πρέπει να έχει καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης στην αγωγή. (γ) Η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης για συνοπτική απόφαση πρέπει να συμμορφώνεται προς ορισμένα κριτήρια π.χ. να είναι από τον ίδιο τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και τη βάση της αγωγής και περαιτέρω να δηλώνει ρητά ότι απ΄ ό,τι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Η μη ικανοποίηση των πιο πάνω κριτηρίων ή προϋποθέσεων από τον ενάγοντα στερεί από το Δικαστήριο τη δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση καθόσον η τήρηση τους σχετίζεται με τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου [βλ. Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S. (ανωτέρω)]. Στις περιπτώσεις όπου ο ενάγων είναι νομικό πρόσωπο τότε μπορεί να ορκιστεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από τον ενάγοντα το οποίο όμως να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει τη βάση της αγωγής και το αιτούμενο ποσό. Από πλευράς εναγομένου, εκτός το θέμα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου που μπορεί να εγερθεί σε όλες τις περιπτώσεις, και νοουμένου ότι ο ενάγων ικανοποιεί τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις, θα πρέπει και αυτός να ικανοποιήσει το Δικαστήριο, ότι (α) Έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή (β) Ότι αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που του δίδουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί ή τουλάχιστον η υπεράσπιση να μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή [βλ. Λαζάρου v. Μακεδόνας (ανωτέρω)]. Η νομολογία υποδεικνύει πως αν κριθεί ότι ο ενάγων με αυστηρή τήρηση και προσήλωση στις τεχνικές διατυπώσεις της Δ.18, θ.1, έχει ικανοποιήσει τις πιο πάνω προϋποθέσεις [βλ. N.V. Caterchef Ltd. v. P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1 A.A.Δ. (Γ) 1912] το βάρος μετατίθεται στους ώμους του εναγομένου, ο οποίος, για να εξασφαλίσει δικαίωμα υπεράσπισης θα πρέπει να παρουσιάσει λεπτομέρειες που να δείχνουν ότι υπάρχει καλόπιστη υπεράσπιση ή εγείρονται θέματα που πρέπει να εκδικαστούν ή αποκαλύπτονται γεγονότα που κρίνονται επαρκή ώστε να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει υπεράσπιση [βλ. Μεττή κ.ά. ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ (ανωτέρω), Εθνική Τράπεζα ν. Χ" Νέστορος
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 204, Καζαμίας ν. Ρωμαϊκά Κεραμουργεία
(1990)1 Α.Α.Δ. 752 και Trans Middle East Trading v. Tlais (ανωτέρω)]. Πάγια νομολογία τονίζει ότι η δικαιοδοσία δυνάμει της Δ.18 θα πρέπει να ασκείται με τη μεγαλύτερη προσοχή, ούτως ώστε διάδικος να μην αποκλείεται από την έγερση οποιασδήποτε υπεράσπισης την οποία μπορεί πράγματι να διαθέτει [βλ. μεταξύ άλλων Anglo - Italian Bank v. Wells (and Davies) 38 L.T. 197, C.A., Ford v. Harvey and Others 9 T.L.R. 328 και Simon and Co v. Palmer´s Stores
(1912)1 K.B. 259]. Συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος στερείται υπεράσπισης. Όπου παρέχονται λεπτομέρειες που δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή, όπου σε απάντηση της αξίωσης εγείρονται θέματα που θα πρέπει να εκδικαστούν ή αποκαλύπτονται γεγονότα που κρίνονται ως επαρκή να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση, τότε του παρέχεται δικαίωμα για υπεράσπιση [βλ. Trans Middle East Trading v. Tlais (ανωτέρω)]. Επίσης ο εναγόμενος πρέπει να διευκρινίσει αν η υπεράσπιση του αφορά ολόκληρο ή μέρος της απαίτησης και, αν αφορά μέρος, να καθορίζει ποιο μέρος από την απαίτηση του ενάγοντα αμφισβητεί [βλ. γενικά τη Δ.18, θ.3, και την υπόθεση Hermes Insurance v. Theodorides (ανωτέρω) σελ. 338-339 όπου φαίνονται με λεπτομέρεια τα κριτήρια τα οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να έχει υπόψη του]. Στην υπόθεση Hermes Insurance v. Theodorides (ανωτέρω) στη σελ. 338 αναφέρονται τα σημεία στα οποία, κατά την ακρόαση αίτησης για συνοπτική απόφαση, τόσο ο ενάγων, όσο και ο εναγόμενος θα πρέπει να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο. Αν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι υπάρχουν οι προϋποθέσεις που πρέπει να αποδείξει ο ενάγων εκδίδει απόφαση, ενώ αν ικανοποιηθεί ότι υπάρχουν οι προϋποθέσεις που βαρύνουν τον εναγόμενο, διατάσσει τη συνέχιση της υπόθεσης και την καταχώριση υπεράσπισης. Ο εναγόμενος θα πρέπει να δείξει είτε ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής, είτε να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρούνται ικανοποιητικά για να του παρασχεθεί το δικαίωμα να υπερασπιστεί. Το βάρος βρίσκεται επί των ώμων του εναγομένου [βλ. Kyprianides v. Ioannou (ανωτέρω)] και το Δικαστήριο θα πρέπει να καταλήξει σε σχετικό συμπέρασμα, ύστερα από ακρόαση της αίτησης για συνοπτική απόφαση [βλ. Christodoulou v. Erotocritou XXI C.L.R. 175]. Στην πρακτική είναι αρκετό για τον εναγόμενο να αποκαλύψει γεγονότα ικανά να καταδείξουν καλόπιστα την ύπαρξη δικάσιμου θέματος. Άδεια για καταχώριση εμφάνισης θα πρέπει να του παρέχεται, ακόμα κι' όταν φαίνεται ότι δεν έχει πολλές πιθανότητες επιτυχίας [βλ. Jacobs v. Booth´s Distillery Co
(1901)85 L.T. 262]. Μόνο σε καθαρές περιπτώσεις το Δικαστήριο μπορεί να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπιση του. Διαφορετική αντιμετώπιση θα συνιστούσε άρνηση δικαιοσύνης [βλ. Trans Middle East Trading v. Tlais (ανωτέρω)]. Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι η διαδικασία της συνοπτικής απόφασης είναι κατ΄ εξαίρεση διαδικασία που παρακάμπτει την κανονική διαδικασία της ακρόασης των αγωγών και αν οι συνθήκες είναι κατάλληλες, αποκλείει τον εναγόμενο από του να αμφισβητήσει την εναντίον του αξίωση. Απόφαση συνεπώς δυνάμει της Δ.18 θα πρέπει να εκδίδεται μόνο όταν υπάρχει αυστηρή συμμόρφωση με την προβλεπόμενη διαδικασία και αφού το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι δεν υπάρχει πιθανότητα ο εναγόμενος να διαθέτει υπεράσπιση ή ότι δεν έχει αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρούνται ικανά να του παράσχουν το δικαίωμα σε υπεράσπιση, καταγράφοντας συνάμα την κατάληξη του αυτή. Η συμμόρφωση με τις διαδικαστικές προϋποθέσεις της Δ.18 είναι απαραίτητη για την ύπαρξη δικαιοδοσίας. Κατά συνέπεια, εκτός αν ο ενάγων ικανοποιήσει πρώτα τις διαδικαστικές αυτές απαιτήσεις, το Δικαστήριο δεν μπορεί να προχωρήσει στην έκδοση συνοπτικής απόφασης [βλ. Μεττή κ.ά. ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ (ανωτέρω)]. Επανερχόμενος στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, προκύπτει από το φάκελο της δικογραφίας ότι οι δύο πρώτες προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιήσουν οι Ενάγοντες πληρούνται, εφόσον, αφενός μεν το κλητήριο ένταλμα που καταχωρίστηκε στις 21.6.06 είναι ειδικώς οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2, θ.6, και αφετέρου οι Εναγόμενοι έχουν καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης στις 7.7.06. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση που θα πρέπει να ικανοποιήσουν οι Ενάγοντες παρατηρώ τα ακόλουθα. Οι Ενάγοντες είναι τραπεζικός οργανισμός. Οι οργανισμοί, ως νομικές οντότητες, λειτουργούν μέσω των αξιωματούχων και υπαλλήλων τους, οι δε συναλλαγές τους εμφαίνονται, κατά κανόνα, στα διάφορα έγγραφα και άλλα βιβλία του οργανισμού. Αξιωματούχος ή υπάλληλος του οργανισμού, ανάλογα με τα καθήκοντα που ασκεί, είναι και γνώστης των συναλλαγών του οργανισμού. Γνώση αποκτάται από άμεση επαφή με τα έγγραφα του οργανισμού ή την επαγγελματική συνεργασία των υπαλλήλων του στην κανονική διεξαγωγή των εργασιών του. Προκύπτει από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση τους ότι ο ομνύων, ο οποίος είναι φυσικό πρόσωπο και ορκίζεται εκ μέρους των Εναγόντων που είναι εταιρεία, διαλαλεί την προσωπική του γνώση στα γεγονότα που αφορούν την αγωγή και την εμπλοκή του ιδίου στην εξέλιξη των γεγονότων με την παρακολούθηση της κίνησης του λογαριασμού και τη συμμετοχή του στην ετοιμασία της σχετικής κατάστασης λογαριασμού (Τεκμ. Ζ), την οποία και προσυπογράφει. Προκύπτει ότι είναι πρόσωπο ικανό μέσα στην έννοια της Δ.18, θ.1, για να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επαληθεύσει τόσο την αιτία της αγωγής όσο και το αξιούμενο ποσό, όπως και έπραξε, έχοντας επίσης υπό την κατοχή και φύλαξη του όλα τα σχετικά έγγραφα τα οποία και παρέθεσε, παρόλο ότι η παράθεση των εγγράφων είναι αχρείαστη [βλ. Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ (ανωτέρω), Παύλου ν. Οργ. Χρημ. Τραπ. Κύπρου Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. (Β) 1051 και Γεωργίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1(Α) ΑΑΔ 274]. Στην ένορκη δήλωση δηλώνεται επίσης η πίστη του ομνύοντος ότι οι Εναγόμενοι δεν έχουν υπεράσπιση στην αγωγή. Προσθέτω ακόμη ότι ο ομνύων δεν έχει αντεξετασθεί από την συνήγορο των Εναγομένων και ως εκ τούτου δεν αμφισβητήθηκαν όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωσή του. Συνεπώς ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση της Δ.18 και ως εκ τούτου το βάρος απόδειξης μετατοπίζεται στους ώμους των Εναγομένων για να πείσουν το Δικαστήριο ότι έχουν καλή υπεράσπιση επί της ουσίας. Η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως ή καλής υπεράσπισης διαδραματίζει αποφασιστικό ρόλο για την παραχώρηση άδειας καταχώρισης υπεράσπισης [(βλ. CY.E.M.S. Co. v. Central Co-Operative Industries
(1982)1 C.L.R. 897, Σωκράτους ν. Ανδρέου κ.ά
(1997)1 Α.Α.Δ. 41 και Χρίστου ν. Επιστ. Τεχν. Επιμελ. Κύπρου
(1998)1 Α.Α.Δ. 1847]. Προχωρώ τώρα στην εξέταση των λόγων ένστασης των Εναγομένων σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς που προβάλλουν στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την ένσταση. Θεωρώ ότι τα πλείστα όσων προβάλλονται στις εν λόγω ένορκες δηλώσεις έρχονται σε αντίθεση με τα έγγραφα που συνοδεύουν την ένορκη δήλωση των Εναγόντων, χωρίς βέβαια να προβαίνω, στο παρόν στάδιο, σε οποιαδήποτε αξιολόγηση της ουσίας επί της υπάρχουσας μαρτυρίας. Σε αιτήσεις αυτής της φύσης δεν είναι επιτρεπτό να αποφασίζεται η ορθότητα των ισχυριζόμενων γεγονότων πάνω σε πολύπλοκα γεγονότα ή διαφορετικές νομικές θέσεις, ούτε να προχωρεί το Δικαστήριο σε συμπεράσματα αξιολόγησης αντικρουόμενης μαρτυρίας [βλ. Γεωργίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ (ανωτέρω), Λαζάρου κ.ά. ν. Μακεδόνα (ανωτέρω), Banque de Paris et des Pays-Bas Lloyd´s Rep. 21, 23 και Bhogal v. Punjab National Bank
(1988)2 All E.R. 296, 303]. Όταν τα νομικά και πραγματικά ζητήματα επιτρέπουν στο Δικαστήριο τη διαμόρφωση άποψης χωρίς περαιτέρω διευκρίνιση, τότε εκδίδεται απόφαση εφόσον ο εναγόμενος δεν κατορθώσει να το ικανοποιήσει ότι έχει καλή υπεράσπιση [βλ. R.C.K. Sports Ltd v. Persona Advert. Ltd (ανωτέρω) και Αυγουστή κ.ά. ν. Πίριλλου
(1997)1 Α.Α.Δ. 5]. Ο πρώτος λόγος ένστασης είναι ότι δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει η Δ.18. Σε σχέση με αυτό στην παρα. 3 της ένορκης δήλωσης του Εναγομένου 1 που συνοδεύει την ένσταση ο Εναγόμενος 1 προσβάλλει τη θετική γνώση του κ. Παπαλαμπριανού καθώς επίσης και την ορθότητα του επίδικου λογαριασμού ο οποίος επισυνάπτεται στην αίτηση ως Τεκμ. Ζ. Είμαι της άποψης ότι, ενόψει των όσων έχω αναφέρει πιο πάνω, σαφώς προκύπτει ξεκάθαρη απαίτηση εναντίον των Εναγομένων. Είναι νομολογημένο ότι σε περιπτώσεις λογαριασμών μακροχρόνιας διάρκειας και μεγάλης διακίνησης όπου ο πελάτης ενημερώνεται με περιοδικές καταστάσεις, θα ήταν αχρείαστο και πρακτικά δύσκολο να δίδονται στην ένορκη δήλωση τα κατά καιρούς επικρατούντα στοιχεία και υπόλοιπα λογαριασμού [βλ. Phillips v. Phillips
(1878)4 Q.B.D. 431]. Aναλυτικές καταστάσεις λογαριασμών δεν θεωρούνται αναγκαία γεγονότα στα οποία θεμελιούται το αγώγιμο δικαίωμα [βλ. Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ (ανωτέρω)]. Αντίθετα, είναι λεπτομερές αποδεικτικό υλικό το οποίο προσκομίζεται κατά τη δίκη ή την απόδειξη για να αποδειχθεί η ορθότητα των αναφερομένων ποσών και υπολοίπων. Με τον δεύτερο λόγο ένστασης οι Εναγόμενοι υποστηρίζουν ότι έχουν πολύ καλή υπεράσπιση. Στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την ένσταση γίνεται μόνο ασαφής, αόριστη και ατεκμηρίωτη αναφορά περί τούτου. Η γενική και χωρίς παράθεση στοιχείων άρνηση ενός εναγομένου προσκρούει τόσο στο λεκτικό της Δ.18 όσο και στη νομολογιακή αρχή ότι η ένσταση θα πρέπει να εμπεριέχει λεπτομερώς τις θέσεις του εναγομένου (condescend upon particulars). Ενόψει της έλλειψης παροχής επαρκών λεπτομερειών από τους Εναγόμενους κρίνω ότι αυτοί δεν έχουν αποσείσει το βάρος που οι ίδιοι αποκλειστικά φέρουν για την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως ή καλής υπεράσπισης. Ο τρίτος λόγος ένστασης είναι ότι το διεκδικούμενο ποσό είναι αυθαίρετο και/ή παράνομο και/ή περιλαμβάνει ανεπίτρεπτες χρεώσεις. Στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την ένσταση επαναλαμβάνεται ο ισχυρισμός αυτός χωρίς σαφήνεια, αόριστα και χωρίς καμιά περαιτέρω παράθεση λεπτομέρειας ή εξειδίκευσης. Είναι νομολογημένο ότι η παράθεση γενικών και ασαφών ισχυρισμών δεν συνάδει με καλόπιστη υπεράσπιση [βλ. Αυγουστή κ.ά. ν. Πίριλλου (ανωτέρω)]. Οι Εναγόμενοι ήταν υποχρεωμένοι να αποκαλύψουν την υπεράσπιση τους πλαισιούμενη από λεπτομέρειες και γεγονότα που να την υποστηρίζουν και όχι υπό μορφή γενικών και αόριστων ισχυρισμών [βλ. Hermes Insurance v. Theodorides (ανωτέρω)]. Οι Εναγόμενοι δεν εξηγούν γιατί οι χρεώσεις αυτές είναι ανεπίτρεπτες. Ως εκ τούτου οι πιο πάνω ισχυρισμοί τους δεν συνάδουν με καλόπιστη υπεράσπιση [βλ. Hermes Insurance v. Theodorides (ανωτέρω)]. Στο τέλος της ημέρας, η θέση των Εναγομένων απολήγει να είναι όχι η καθόλου αμφισβήτηση της υποχρέωσης τους αλλά η αμφισβήτηση του ακριβούς ποσού που οφείλουν. Οι Εναγόμενοι θα έπρεπε με δικά τους επαρκή στοιχεία και λεπτομέρειες να προσδιορίσουν ποιο θα έπρεπε να ήταν το ύψος του οφειλομένου προς τους Ενάγοντες ποσού αφού το βάρος για τα όσα ισχυρίζονται εμπίπτει στους ώμους τους. Ενώ οι Εναγόμενοι αρνούνται ουσιαστικά την οφειλή επειδή αυτή είναι απόληξη κατ΄ ισχυρισμό ανεπίτρεπτων ή παράνομων χρεώσεων δεν εξηγούν γιατί οι χρεώσεις αυτές είναι ανεπίτρεπτες και γιατί οι Ενάγοντες δεν είχαν δικαίωμα να τις επιβάλουν. Δεν αναφέρουν σε ποια νομοθεσία αντίκεινται αυτές οι χρεώσεις και ο τοκισμός τους. Ως εκ τούτου, χωρίς οποιαδήποτε απόδειξη περί του αντιθέτου, και ο τρίτος λόγος ένστασης παραμένει ατεκμηρίωτος και ανυπόστατος και απορρίπτεται. Όσον αφορά τον τέταρτο λόγο ένστασης έχει κατ΄ επανάληψη νομολογηθεί ότι η έγερση νομικών θεμάτων ουδόλως αποτελεί λόγο ο οποίος να δίδει στους Εναγομένους δικαίωμα υπεράσπισης αν τα θέματα είναι τέτοια που μπορούν να αποφασιστούν σε αυτό το στάδιο [βλ. R.C.K. Sports Ltd v. Persona Advert. Ltd (ανωτέρω)]. Περαιτέρω αν οι Εναγόμενοι ήθελαν και πάλι με σοβαρότητα να θέσουν τους εν λόγω ισχυρισμούς δεν θα κατέφευγαν σε διαζευκτικούς και γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς. Το Δικαστήριο καλείται να μαντέψει ποια είναι αυτά τα άρθρα της σχετικής αυτής νομοθεσίας, πώς επηρεάζουν τις εν λόγω συμφωνίες και κατ΄ επέκταση να αποφασίσει κατά πόσο καθιστούν αυτές είτε άκυρες είτε παράνομες είτε κατά παράβαση της ισχυριζόμενης σχετικής νομοθεσίας. Ο πέμπτος και έκτος λόγος ένστασης είναι ότι οι Εναγόμενοι 2, 3, και 4 δεν έτυχαν νομικής συμβουλής ούτε τους εξηγήθηκαν οι κίνδυνοι που αναλάμβαναν με την παράθεση της υπογραφής τους. Στο σημείο αυτό επαναλαμβάνω όσα έχω ήδη αναφέρει περί γενικότητας και αοριστίας και τονίζω ότι, όπως προκύπτει από τα διάφορα τεκμήρια που συνοδεύουν την αίτηση, οι όροι των εγγυήσεων είχαν επεξηγηθεί στους Εναγομένους 2, 3, και 4 και ότι οι εν λόγω εγγυήσεις είναι καθ΄ όλα έγκυρες και ορθές. Από τη μια οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 παραδέχονται την υπογραφή συμφωνίας εγγύησης και, χωρίς να παραθέτουν με σαφή λεπτομέρεια γιατί αυτές οι συμβάσεις μπορεί να έχουν καταστεί άκυρες, ισχυρίζονται ότι αυτή η συμφωνία πάσχει και/ή είναι άκυρη αφού δεν είχαν οποιαδήποτε νομική συμβουλή. Εάν οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 επικαλούνται την υπεράσπιση του «non est factum» τότε αυτή δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην προκειμένη περίπτωση. Ο όρος υπό τον τίτλο «ΠΡΟΣΟΧΗ» επί του εγγυητηρίου εγγράφου ξεκάθαρα προειδοποιεί ότι με την παραχώρηση της εγγύησης είναι δυνατόν να βρεθούν εξ΄ ολοκλήρου υπεύθυνοι για τις υποχρεώσεις του πρωτοφειλέτη. Οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 συνεφώνησαν παραθέτοντας την υπογραφή τους. Περαιτέρω παραπέμπω στην παρότρυνση η οποία αναφέρει ότι θα ήταν καλό όπως, προτού υπογράψουν το παρόν έγγραφο, συμβουλευτούν δικηγόρο. Το ίδιο βέβαια ισχύει και όσον αφορά το έγγραφο υποθήκης ημερ. 23.4.02. Ως εκ τούτου οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 κωλύονται από του να εγείρουν ισχυρισμούς ως η παράγραφος 4 της ένορκης δήλωσης τους. Σύμφωνα με την υπόθεση Cyprus Devel. Bank v. Kyriacou
(1989)1 C.L.R. 96, ο γενικός κανόνας είναι ότι κάποιος είναι δεσμευμένος από τους όρους του εγγράφου που έχει υπογράψει έστω και εάν δεν το διάβασε και δεν το κατανόησε. Η υπεράσπιση του non est factum μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί να επιτύχει, ήτοι, ο εναγόμενος πρέπει να αποδείξει ότι: (α) υπήρξε αθέμιτος επηρεασμός από τον ενάγοντα ή από κάποιο πρόσωπο που ενεργούσε ως αντιπρόσωπος του τελευταίου, (β) ο ίδιος επέδειξε εύλογη φροντίδα και επιμέλεια κάτω από τις περιστάσεις σε σχέση με την πράξη, και (γ) στην περίπτωση που κάποιος πιστωτής ή προτιθέμενος δανειστής επιθυμεί την προστασία μιας εγγύησης από τρίτο πρόσωπο και οι περιστάσεις είναι τέτοιες που θα αναμένετο από τον πιστωτή να έχει επιρροή σε αυτό το τρίτο πρόσωπο, ο πιστωτής πρέπει, για δική του προστασία, να επιμένει όπως το τρίτο πρόσωπο έχει ανεξάρτητη νομική συμβουλή. Στη συνέχεια θα ήθελα να αναφερθώ και να παραπέμψω στο Τεκμ. Β της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση για συνοπτική απόφαση, και ειδικότερα στον όρο 3 και την επιφύλαξη αυτού, ήτοι ότι η τράπεζα θα έχει το δικαίωμα οποτεδήποτε αποφασίσει να αυξομειώνει το ποσοστό επιτοκίου που αναφέρεται πιο πάνω, μέσα στα όρια του νομίμου επιτοκίου που ισχύει κάθε φορά με γραπτή ειδοποίηση προς τον χρεώστη. Επίσης παραπέμπω στο Τεκμ. ΣΤ της αίτησης προς τον Εναγόμενο 1 ημερ. 5.4.06 όπου εμφανώς φαίνεται στο τέλος της δεύτερης παραγράφου ότι ο τόκος υπερημερίας έχει κοινοποιηθεί στον χρεώστη. Επομένως οι Ενάγοντες σαφώς και νομιμοποιούνται στην αύξηση επιτοκίου. Όσον αφορά το παράπονο για παράνομη χρέωση τόκου πέραν του 8% ετησίως, δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής μας ο περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμος του 99 (Ν. 160
(1)/99). Επομένως μπορεί η συμφωνία να αναφέρεται σε τόκο 8,75% ετησίως αλλά υπάρχει και η επιφύλαξη στον όρο 3, ως αναφέρθηκε ανωτέρω, στον οποίο ο Εναγόμενος 1 συμφώνησε και είχε παραθέσει την υπογραφή του επί των επιδίκων εγγράφων και ουδεμία αμφισβήτηση υπάρχει της εν λόγω υπογραφής. Ως εκ τούτου, ακόμα και αν θεωρηθεί ότι ο εν λόγω όρος αποτελεί ποινική ή καταχρηστική ρήτρα ο Εναγόμενος 1 δεν νομιμοποιείται από του να εγείρει τέτοια υπεράσπιση (estopped by deed). Περαιτέρω και όσον αφορά συγκεκριμένα το άρθρο 7 του Νόμου 93(Ι)/96 το οποίον επικαλείται ο Εναγόμενος και αυτός ο λόγος υπόκειται σε απόρριψη αφού οι Ενάγοντες καθ΄ όλο τον ουσιώδη χρόνο διασφάλισαν όπως οι όροι των συμβάσεων διατυπωθούν και μάλιστα διατυπώθηκαν στους Εναγομένους με σαφή και κατανοητό τρόπο. Περαιτέρω ο Εναγόμενος 1 αμφισβητεί τον χρεωθέν τόκο επί του αξιούμενου ποσού και επικαλείται ότι ο όρος 3 της σύμβασης είναι καταχρηστικός με την έννοια του Ν. 93(Ι)/96, παραγνωρίζει όμως η τοποθέτηση αυτή τις πρόνοιες της παραγράφου 2(β) του Πίνακα του Νόμου όπου εξαιρούνται από την εμβέλεια του νόμου όροι για μονομερή τροποποίηση επιτοκίου από προμηθευτές χρηματοοικονομικών υπηρεσιών χωρίς προειδοποίηση εφόσον συντρέχει βάσιμος λόγος, με προϋπόθεση ότι το άλλο συμβαλλόμενο μέρος θα ειδοποιηθεί πάραυτα. Ο όρος 3 της σύμβασης βρίσκεται μέσα στα πλαίσια αυτής της διάταξης. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς της παραγράφου 9 της ένορκης δήλωσης του Εναγομένου 1 πρόκειται για γενικούς αόριστους διαζευκτικούς και ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς οι οποίοι πρέπει να απορριφθούν. Οι εν λόγω εγγυήσεις καθώς και υποθήκες είναι καθ΄ όλα έγκυρες και δεσμευτικές αφού υπάρχει η διασύνδεση τους με το ποσό που αξιώνεται και ουδεμία αμφισβήτηση υπάρχει επί της παράθεσης της υπογραφής των Εναγομένων 2 και 3. Επιπλέον οι εν λόγω συμβάσεις και δηλώσεις υποθηκεύσεως ακινήτων έχουν υπογραφεί από τους διαδίκους οι οποίοι έχουν συμφωνήσει ότι αποδέχονται τις εν λόγω υποθήκες και οι ίδιοι ζητούν προς όφελος της Τράπεζας εγγραφή των εν λόγω υποθηκών στα Βιβλία του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας. Επιπλέον παραπέμπω στους όρους 2, 3 και 4 των εγγράφων υποθήκης καθώς επίσης και στα επισυνημμένα πιστοποιητικά ακίνητης ιδιοκτησίας τα οποία βρίσκονται κατατεθειμένα ενώπιον μου και τα οποία καταρρίπτουν τους εν λόγω ισχυρισμούς περί ακυρότητος της υποθήκης. Επιπλέον σημειώνεται ότι κανένας από τους Εναγομένους, αν και θέτουν ισχυρισμούς περί άκυρης υποθήκης, δεν έχει προσκομίσει οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου που να δείχνει θετικά ότι οι ίδιοι οι Εναγόμενοι ζήτησαν, σε οποιοδήποτε στάδιο, την ακύρωση της σύμβασης. Είμαι της άποψης ότι μια ακυρώσιμη σύμβαση είναι καθ΄ όλα δεσμευτική και παράγει νόμιμα αποτελέσματα μέχρις ότου το μέρος κατ΄ επιλογή του οποίου η σύμβαση είναι ακυρώσιμη προβεί στην ακύρωση της [βλ. άρθρο 19
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149]. Στην απουσία ισχυρισμού ότι υπήρξε τέτοια ενέργεια το κύρος της σύμβασης παραμένει ανεπηρέαστο. Οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 στην παράγραφο 3 της ένορκης τους δήλωσης του Εναγομένου 3 αρνούνται το αξιούμενο ποσό λόγω ισχυριζόμενων παράνομων και/ή αυθαίρετων χρεώσεων. Επαναλαμβάνω τα όσα ανέφερα σε σχέση με τους ισχυρισμούς του Εναγομένου 1 στην ένορκη δήλωση του για το ίδιο θέμα. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς της παραγράφου 5 της ένορκης δήλωσης του Εναγομένου 3 επαναλαμβάνω την απάντηση που έδωσα στους ισχυρισμούς του Εναγομένου 1 στην παράγραφο 9 της ένορκης δήλωσης του. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς οι οποίοι αναφέρονται στις παραγράφους 6 και 7 της ένορκης δήλωσης του Εναγομένου 3 αναφέρω ότι τόσο η συμφωνία εγγύησης όσο και οι δηλώσεις υποθηκεύσεων υπεγράφησαν και/ή παρεχωρήθησαν στην Τράπεζα επειδή ο Εναγόμενος 1 έχει ζητήσει από την Τράπεζα να παρέχει και/ή συνεχίσει να παρέχει τραπεζικές διευκολύνσεις για τόση περίοδο όση η Τράπεζα ήθελε αποφασίσει κατά την κρίση της. Παραπέμπω δε στη σύμβαση και δήλωση υποθηκεύσεως ακινήτου ημερ. 23.4.02 καθώς και 11.6.04 όπου ρητά αναφέρεται και οι Εναγόμενοι έχουν παραθέσει την υπογραφή τους ότι οι εν λόγω υποθήκες παραχωρούνται για καλύτερη εξασφάλιση πληρωμής του πιο πάνω αναφερόμενου ποσού ήτοι £53.000,00 και £20,000,00 αντίστοιχα. Η δε παράγραφος 3 των εν λόγω εγγράφων προβλέπει ότι οι εν λόγω εγγυήσεις είναι συνεχείς και δεν θα τερματίζονται παρά μόνο αφού περάσουν 7 ημέρες μετά που θα λάβει η τράπεζα γραπτή ειδοποίηση για την πρόθεση του εγγυητή να τερματίσει τις εν λόγω εγγυήσεις. Καμιά τέτοια ειδοποίηση δεν έχει δοθεί προς την Τράπεζα αλλά ούτε και βρίσκεται ενώπιον μου ούτως ώστε να επαληθεύσει τους ισχυρισμούς περί ακυρότητας και/ή μη δεσμευτικότητας των επίδικων εγγυήσεων. Περαιτέρω και εις απάντηση των ισχυρισμών των παραγράφων 7 και 8 της ένορκης δήλωσης του Εναγομένου 3 παραπέμπω στην υπόθεση Archbold Investments Ltd κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ, Πολ. Εφ. 111/05, ημερ. 30.10.06, και ειδικότερα στις σελ. 5, 10 και 11 αυτής. Στην υπόθεση αυτή το Εφετείο αποφάσισε ότι οι Εναγόμενοι με την εναπόθεση της υπογραφής τους επί των εν λόγω εγγράφων εγγύησης αναγνωρίζουν εγγράφως ότι υφίστατο μεταξύ τους και της Τράπεζας συμβατική σχέση και δηλώνουν ότι στη βάση αυτής της σχέσης ή και της συνέχισης και διατήρησης συμβατικών σχέσεων μεταξύ τους ουσιαστικά παραχωρούν στους Ενάγοντες το δικαίωμα για δέσμευση και συνακόλουθα χρήση του προϊόντος οποιουδήποτε πιστωτικού λογαριασμού ή κατάθεσης τους προς εξόφληση των χρεών τους. Η συμφωνία θεωρήθηκε αρκούντως δεσμευτική για τα μέρη και δεν απαιτείτο η σύναψη οποιασδήποτε νέας συμφωνίας για τη δέσμευση κάθε φορά και άλλης εμπρόθεσμης κατάθεσης των Εναγομένων 2 και 3 όταν αυτό γινόταν από τους Ενάγοντες με την ευκαιρία της αύξησης του ορίου τρεχουμένου. Εξάλλου οι Εναγόμενοι δεν έχουν προσκομίσει οποιαδήποτε απόδειξη εξοφλητική σε σχέση με τις υποχρεώσεις τους προς την Τράπεζα η οποία ενδεχομένως να τους απάλλασσε από τις υποχρεώσεις τους και/ή να δικαιολογούσε τη σύναψη νέας εγγύησης από μέρους τους. Ως εκ τούτου τόσο οι συμβάσεις εγγύησης όσο και οι δηλώσεις υποθήκευσης ήταν και παραμένουν δεσμευτικές. Επισημαίνω ότι οι εγγυητές έχουν παραθέσει την υπογραφή τους και ουδεμία αμφισβήτηση υπάρχει των εν λόγω υπογραφών. Επισημαίνω επίσης ότι οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 έχουν συμφωνήσει ότι θα είναι υπεύθυνοι για το τελικό υπόλοιπο που δυνατόν να καταστεί πληρωτέο προς την τράπεζα (όρος 4). Περαιτέρω παραπέμπω στον όρο 14 της εγγύησης όπου αναφέρεται ότι η εγγύηση των Εναγομένων θα θεωρείται τελεσίδικη μαρτυρία όσον αφορά το ποσό των υποχρεώσεων του πρωτοφειλέτη προς την τράπεζα. Τέλος ως έβδομος λόγος ένστασης αναφέρεται η παραβίαση κανόνων φυσικής δικαιοσύνης καθώς επίσης και του Άρθρου 30 του Συντάγματος το οποίο διασφαλίζει το δικαίωμα κάθε προσώπου να προσφύγει στο Δικαστήριο και να παρουσιάσει σε ακρόαση τις θέσεις του. Είναι ορθό και δίκαιο να λεχθεί ότι το Δικαστήριο οφείλει με πολλή προσοχή και περίσκεψη να αντιμετωπίζει ένα αίτημα για συνοπτική απόφαση. Από την άλλη όμως δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής μας ότι η Δ.18, θ.1, δεν θα πρέπει κατ΄ ουδένα λόγο να απολήγει σε μια διακοσμητική διάταξη που στην ουσία να περιπίπτει σε αχρησία. Ενόψει των όσων προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω κρίνω ότι οι Εναγόμενοι δεν έχουν ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχουν καλή υπεράσπιση και ως εκ τούτου εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα ως η παρα. 9(α) της Έκθεσης Απαίτησης πλέον τα έξοδα της αγωγής, περιλαμβανομένων και των εξόδων της παρούσας αίτησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Περαιτέρω εκδίδεται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων 2 και 3 διάταγμα ως η παρα. 9(β) της Έκθεσης Απαίτησης. (Υπ.) ............ Χ. Σολομωνίδης, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΜΝ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.