Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Πόλυ Ευαγγελίδη, Αρ. Αγωγής: 5823/06, 23.1.07 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2007:A8 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γιαπανά, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5823/06 Μεταξύ : - Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόντων και Πόλυ Ευαγγελίδη Εναγομένου ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 23.1.07 Αίτηση ημερομηνίας 16/10/06 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγοντες-αιτητές: κα Σπύρου Για εναγόμένο - καθ' ου η αίτηση : κος Νεοφύτου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η απαίτηση των εναγόντων, δυνάμει ειδικά οπισθογραφημένου κλητήριου εντάλματος, βασίζεται σε λογαριασμό πιστωτικής κάρτας που κατόπιν αίτησης του εναγομένου την 12.4.01, οι ενάγοντες εξέδωσαν και την απέστειλαν στον εναγόμενο. Άνοιξαν δε προς τούτο λογαριασμό με αριθμό 0108-09-
- Στις 24.8.06 ο λογαριασμός παρουσίαζε υπόλοιπο Λ.Κ.1.516,30 πλέον τόκους 14% από 24.8.06 επί ποσού Λ.Κ.1.484.
- Στις 13.6.06 λόγω υπέρβασης και καθυστερήσεων στον πιο πάνω λογαριασμό, οι ενάγοντες τον τερμάτισαν και ζήτησαν επιστροφή της κάρτας και πληρωμής του οφειλόμενου ποσού. Ο εναγόμενος καταχώρησε εμφάνιση και οι ενάγοντες την 16.10.06 υπέβαλαν αίτημα για συνοπτική απόφαση εναντίον του. Ο εναγόμενος αντέδρασε και καταχώρισε ένσταση. Η απαίτηση των εναγόντων επιβεβαιώνεται από τον Χριστόδουλο Παπαλαμπριανού, που ορκίστηκε προς υποστήριξη της αίτησης. Τον επίδικο χρόνο ήταν στην υπηρεσία των εναγόντων στο τμήμα προβληματικών λογαριασμών, ως ένας εκ των υπευθύνων για την εποπτεία και την έλεγχο της κίνησης χρεωστικών λογαριασμών, μεταξύ των οποίων και ο επίδικος. Έχει στην κατοχή του τα σχετικά έγγραφα του λογαριασμού και ετοίμασε κατάσταση λογαριασμού την οποία και επισύναψε. Προς επιβεβαίωση επισυνάπτει σειρά εγγράφων σχετικών με την απαίτηση των εναγόντων. Τέλος, αναφέρει ότι ως πιστεύει και τυγχάνει νομικής συμβουλής, ο εναγόμενος δεν έχει απολύτως καμιά υπεράσπιση και εξαιτείται απόφασης εναντίον του. Το αίτημα στηρίζεται στη Δ.18 Θ. 1-2 και 9 (α) και στην Δ.48 Θ.1-4, 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Αναφορικά με τους όρους και τις προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιηθούν για να ενεργοποιηθεί η δικαιοδοσία της συνοπτικής απόφασης παραπέμπω στην υπόθεση Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ 782. Σημειώνω πως η αγωγή καταχωρήθηκε σε ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. Έχω μελετήσει την ένορκη δήλωση του αιτητή. Η πηγή των πληροφοριών του προέρχεται από τα σχετικά έγγραφα του λογαριασμού του εναγομένου που έχει στην κατοχή του. Στην βάση αυτών παρακολουθούσε τον λογαριασμό και ετοίμασε και επισύναψε την σχετική κατάσταση και είναι κατάλληλα εξουσιοδοτημένος από τους ενάγοντες να προβεί στην ένορκη δήλωση. ( βλ. Θεοδώρου κ.ά ν. Τράπεζας Κύπρου Πολ. Έφεση 12059 ημερ.9.8.06) Αυτά συνιστούν στοιχεία μαρτυρίας που δεν αμφισβητήθηκαν, αφου δεν αντεξετάστηκε. Σημειώνω ότι δεν τίθεται θέμα στην ένσταση ως προς την επάρκεια και την πληρότητα της ένορκης δήλωσης. Το μόνο ζήτημα που εγείρεται με την γραπτή αγόρευση του δικηγόρου του καθ' ου η αίτηση, είναι ότι δεν είναι επιτρεπτό ο ομνύων να κάμνει αναφορά σε δικόγραφα και η ακρόαση γίνεται αυστηρά μέσα από όσα αναφέρονται στην αίτηση και την ένσταση. Έχω μελετήσει την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Ο ομνύον στην παράγραφο 2 της ένορκης δήλωσης αναφέρει ποια είναι τα οφειλόμενα ποσά και προσθέτει, « ως περί τούτων λεπτομερής αναφορά γίνεται στην έκθεση απαίτησης της ως άνω αγωγής το περιεχόμενο της οποίας είναι ορθό.». Σύμφωνα με την Δ.18 Θ.1 ο ενόρκως δηλών μεταξύ άλλων, θα πρέπει να βεβαιώνει την βάση της αγωγής και το αξιούμενο ποσό. (Verifying the cause of action, and the amount claimed). Στην προκειμένη περίπτωση ο ομνύον, πέραν της λεπτομερούς αναφοράς του στα αξιούμενα ποσά, βεβαιώνει, ως η προσταγή της σχετικής Διαταγής, ότι το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης είναι ορθό. Εκείνο που ουσιαστικά απαιτείται από την Δ.18 είναι η θετική επαλήθευση των γεγονότων της αξίωσης, σε συνάρτηση με δήλωση ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν απολύτως καμιά υπεράσπιση στην αγωγή. Και τούτο ως θέμα δικαιοδοσίας ( Stavrinides v. Ceskosloveneska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130 ). Είναι συνεπώς η κατάληξη μου, εν όψει των πιο πάνω, ότι η ένορκη δήλωση συμμορφώνεται πλήρως και ικανοποιεί όλες τις προϋποθέσεις της Δ.18. Έχω εξετάσει την ένορκη δήλωση του εναγομένου και την προβαλλόμενη υπεράσπιση που περιέχεται σε αυτή. Έχω διαπιστώσει ότι τόσο οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί, όσο η γραπτή αγόρευση του δικηγόρου του, ουσιαστικά αναφέρονται σε θέματα που δεν έχουν σχέση με την απαίτηση των εναγόντων. Έτσι για παράδειγμα γίνεται εκτεταμένη αναφορά σε εγγυήσεις και υποθήκες, χωρίς όμως να τίθεται ή και να υπάρχει τέτοιο θέμα στην απαίτηση των εναγόντων. Γίνεται ακόμα γενικά και αόριστα αναφορά ότι η επίδικη συμφωνία μαζί με παρόμοιες άλλες καταρτίστηκαν εικονικά, στο πλαίσιο της πολιτικής και πρακτικής των εναγόντων και της Τράπεζας Κύπρου, που είναι η ιθύνουσα εταιρεία στον Οργανισμό στον οποίο ανήκουν και οι ενάγοντες, να προωθούν και να καταρτίζουν εικονικά συμβόλαια, χρεώνοντας κεφαλαιοποιημένους τόκους υπό μορφή δήθεν δικαιωμάτων ενοικιαγοράς ή και δήθεν μισθωμάτων ή και ενοικίων, που στην πραγματικότητα αποτελούν κεφαλαιοποιημένους τόκους που παραβιάζουν την Περί Τόκου Νομοθεσία. Και τούτο ως μέσο δανειοδότησης. Σημειώνω ότι τα πιο πάνω αποτελούν ένα μικρό μέρος από την παράγραφο 3 Α (δ) της ένορκης δήλωσης του καθ' ου η αίτηση. Στην παράγραφο δε 3 Α (στ) αναφέρει ότι η επίδικη συμφωνία καταρτίστηκε εικονικά σε γνώση και των δύο πλευρών, και ακόμα, ότι το συγκεκριμένο δάνειο ήταν το μέσο για να αγοράζει ο εναγόμενος μετοχές κατόπιν εισήγησης των εναγόντων, παραβιάζοντας με αυτό τον τρόπο τις οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας. Όλοι οι υπόλοιποι ισχυρισμοί ουσιαστικά επαναλαμβάνουν τα πιο πάνω καθώς και την γνώση των εναγόντων για την εικονικότητα του δανείου, και ότι η συμφωνία έγινε για την αγορά, από τον εναγόμενο, μετοχών στο Χ.Α.Κ κατά παράβαση των οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας και της Περί Τόκου Νομοθεσίας. Με άλλα λόγια όλη η φιλοσοφία της ένορκης δήλωσης του καθ' ου η αίτηση και κατ' επέκταση της προβαλλόμενης υπεράσπισης, στηρίζεται ως εάν η απαίτηση των εναγόντων βασιζόταν σε χρηματοδότηση με εγγυήσεις. Εδώ όμως ως λέχθηκε, πρόκειται για υπέρβαση λογαριασμού πιστωτικής κάρτας, Visa Card (Platinum) και όχι βέβαια για οποιαδήποτε χρηματοδότηση με μισθώματα ή ενοίκια. Η αναφορά δε του καθ ου' η αίτηση στον Οργανισμό, ως ενάγοντα, που ανήκει στην Τράπεζα Κύπρου, όπως και σε υποθήκες και εγγυήσεις, επιβεβαιώνει την άποψη, ότι η ένορκη δήλωση σαφώς παραπέμπει και αναφέρεται σε άλλες ενδεχομένως συμφωνίες μεταξύ του εναγομένου και του Οργανισμού, ως αντιλαμβάνομαι Χρηματοδότησης, πλην όμως δεν σχετίζονται με το επίδικο θέμα. Αλλά και αν ακόμα ήθελε θεωρηθεί ότι μέρος της υπεράσπισης που προβάλλεται στην ένορκη δήλωση αφορά το επίδικο θέμα, και τούτο μόνο στο βαθμό που αφορά την αγορά μετοχών, σημειώνω ότι εν πάση περιπτώσει η επίδικη πιστωτική κάρτα εκδόθηκε με αίτηση και υπογραφή του ιδίου του εναγομένου, ως καταδεικνύεται από το σχετικό έγγραφο που επισύναψαν οι αιτητές. Ο εναγόμενος, θα μπορούσε, αν αυτό είναι το θέμα, να προσκομίσει καταστάσεις από τον λογαριασμό της επίδικης κάρτας και ότι πράγματι με αυτή αγόραζε μετοχές. Και να εξηγήσει βεβαίως και να αναφέρει, γιατί και για ποιούς λόγους αυτό συνιστά παρανομία. Ως προς το θέμα των παράνομων τόκων, η διασύνδεση τους γίνεται σε σχέση με μισθώματα και ενοίκια που δεν είναι η παρούσα περίπτωση. Σύμφωνα με τη νομολογία η διαδικασία και ο μηχανισμός της συνοπτικής απόφασης είναι εξαιρετική διαδικασία στην οποία αντί να αρχίζει πρώτα η δίκη και μετά η απόφαση υπάρχει αμέσως απόφαση και μετά δίκη. (βλ. Symon & Co v. Palme´s Stores
(1903)Ltd
(1912)1 K.B.259, 266-267 ). Ως υπεδείχθη στην υπόθεση Λούκος Λτδ κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας την Ελλάδος Α.Ε. (Αρ.1)
(2001)1 Α.Α.Δ 418, με αναφορά στη CY.E.M.S. Co v. Central Co-operative Industries
(1982)1 C.L.R. 897, 902 - 905: « Συνοπτική απόφαση δεν εκδίδεται όπου προβάλλονται σχετικοί με το θέμα ισχυρισμοί που θα μπορούσαν, όσο απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας, να δικαιολογήσουν τη διεξαγωγή κανονικής δίκης..... Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Αυτή είναι η φιλοσοφία της Δ.18». Και τούτο αποκτά μεγαλύτερη σημασία σήμερα, εν' όψει της ορθής αντίληψης που έχει επικρατήσει ως προς τα δικαιώματα που έχει ο διάδικος βάσει των προνοιών του άρθρου 30 του Συντάγματος και τις ανάλογες διατάξεις της σύμβασης για την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Γι' αυτό και η συνοπτική διαδικασία κάτω από τη Δ.18 πρέπει να περιορίζεται στις περιπτώσεις όπου έκδηλα καταδεικνύεται ότι ο εναγόμενος δεν έχει καμιά υπεράσπιση στην εναντίον του αγωγή. (Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2003)1 Α.Α.Δ 1968. Η νομολογία εναποθέτει το βάρος απόδειξης της ύπαρξης καλής υπεράσπισης στους ώμους των εναγομένων. (Παυλου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1051). Όπως εξηγείται στην υποθεση Λαζάρου κ.ά ν. Μακεδόνα
(1999)1 (Β) Α.Δ..Δ. 817, όπου η υπεράσπιση μπορεί να χαρακτηριστεί ως κάτι περισσότερο απο σκιώδης αλλά λιγότερο απο πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση. Στην παρούσα υπόθεση, εκείνο που αβίαστα εξάγεται μέσα από τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς του καθ' ου η αίτηση είναι ότι υπεράσπιση, για αυτό που είναι το επίδικο θέμα με την αγωγή, δηλαδή υπόλοιπο λογαριασμού πιστωτικής κάρτας, δεν υπάρχει. Ως υποδεικνύεται στην N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P Electronics Ltd
(1999)1 (Γ) A.Α.Δ. 1912, το κριτήριο ικανοποιείται με την παροχή λεπτομερειών από τον εναγόμενο σε λογική έκταση, γιατί αν με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς εξασφαλίζεται άδεια για υπεράσπιση, το αποτέλεσμα είναι το μέτρο να αχρηστεύεται. Θεωρώ και αυτή είναι η κατάληξη μου, ότι οι πιο πάνω προβαλλόμενοι ισχυρισμοί του εναγομένου δεν προβάλλουν καμιά υπεράσπιση. Ως απότελεσμα, εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγομένου ως η απαίτηση. Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται προς όφελος των εναγόντων και σε βάρος του εναγομένου. Θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) Ν. Γιαπανάς, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο