← Κύπρος

Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Ειρήνης Αναστασίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 7925/05, 23.1.07

Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Ειρήνης Αναστασίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 7925/05, 23.1.07 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2007:A9 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γιαπανά, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7925/05 Μεταξύ : - Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόντων και

  1. Ειρήνης Αναστασίου
  2. Ανδρέας Αναστασίου
  3. Δημήτρης Κυριάκου Εναγομένοι ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 23.1.07 Αίτηση ημερομηνίας 16/5/06 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγοντες-αιτητές: κ. Δαμιανού Για εναγομένους - καθ' ων η αίτηση 1 και 2 : κος Γιάλλουρος Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι αιτητές την 16.5.06 υπέβαλαν αίτημα για συνοπτική απόφαση εναντίον των εναγομένων 1 και
  4. Σύμφωνα με το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, η αξίωση είναι για Λ.Κ.5.0752,40 πλέον τόκοι 12% από 25.8.05 επί ποσού Λ.Κ. 4.973.37 με κεφαλαιοποίηση δύο φορές το χρόνο. Η βάση της αγωγής είναι για τραπεζικό δάνειο που οι ενάγοντες την 25.2.94 ενέκριναν και παρείχαν στην εναγόμενη 1 για το ποσό των Λ.Κ.500.- με το άνοιγμα τρεχούμενου λογαριασμού, με την εγγύηση του εναγομένου 2, το οποίο επανεγκρίθηκε στις 5.7.
  5. Άνοιξαν τρεχούμενο λογαριασμό με αρ. 0125-11-010169 (0184-22-023859) τον οποίο οι ενάγοντες με επιστολές τους προς τους εναγομένους ημερομηνίας 5.10.01 και 15.8.05 τον τερμάτισαν. Προς επιβεβαίωση των πάνω ορκίστηκε ο Χριστόδουλος Παπαλαμπριανού, που τον επίδικο χρόνο ήταν στην υπηρεσία των εναγόντων στο τμήμα προβληματικών λογαριασμών, ως ένας εκ των υπευθύνων για την εποπτεία και την έλεγχο της κίνησης χρεωστικών λογαριασμών, μεταξύ των οποίων και ο επίδικος. Έχει στην κατοχή του τα σχετικά έγγραφα του λογαριασμού και ετοίμασε κατάσταση λογαριασμού την οποία και επισύναψε. Αναφέρει ότι εναντίον μεν της εναγομένης 1 αξιώνουν το πιο πάνω ποσό, ενώ εναντίον του εναγομένου 2 απαιτούν το ποσό των Λ.Κ.600.- με τόκο 9% από 25.2.94 μέχρι 5.10.01 και 12.8% από 6.10.01 με κεφαλαιοποίηση δύο φορές το χρόνο. Επισυνάπτει σειρά εγγράφων σχετικών με την απαίτηση των εναγόντων. Τέλος, αναφέρει ότι ως πιστεύει και τυγχάνει νομικής συμβουλής, οι εναγόμενοι δεν έχουν απολύτως καμιά υπεράσπιση και εξαιτείται απόφασης εναντίον τους. Έχω παραθέσει σε συντομία μέρος από την ένορκη δήλωση, γιατί ως ένας εκ των λόγων ένστασης είναι ότι δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου για την έκδοση συνοπτικής απόφασης. Το αίτημα στηρίζεται στη Δ.18 Θ. 1-2 και 9 (α) και στην Δ.48 Θ.1-4, 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Αναφορικά με τους όρους και τις προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιηθούν για να ενεργοποιηθεί η δικαιοδοσία της συνοπτικής απόφασης παραπέμπω στην υπόθεση Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ

(1997)1 Α.Α.Δ 782. Σημειώνω πως η αγωγή καταχωρήθηκε σε ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. Έχω μελετήσει την ένορκη δήλωση του αιτητή. Η πηγή των πληροφοριών του προέρχεται από τα σχετικά έγγραφα του λογαριασμού των εναγομένων που έχει στην κατοχή του. Στην βάση αυτών παρακολουθούσε τον λογαριασμό και ετοίμασε και επισύναψε την σχετική κατάσταση και είναι κατάλληλα εξουσιοδοτημένος απο τους ενάγοντες να προβεί στην ένορκη δήλωση. Αυτά συνιστούν στοιχεία μαρτυρίας που δεν αμφισβητήθηκαν, αφου δεν αντεξετάστηκε. Εκείνο που ουσιαστικά απαιτείται από την Δ.18 είναι η θετική επαλήθευση των γεγονότων της αξίωσης, σε συνάρτηση με δήλωση ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν απολύτως καμιά υπεράσπιση στην αγωγή. Και τούτο ως θέμα δικαιοδοσίας ( Stavrinides v. Ceskosloveneska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130 ). Στην υπόθεση Θεοδώρου κ.α ν. Τράπεζας Κύπρου Πολ. Έφεση 12059 ημερ.9.8.06 στην οποία το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης ήταν ακριβώς το ίδιο με την παρούσα κρίθηκε ότι ήταν ικανοποιητική. ( βλπ. ακόμα Γεωργίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 274). Θα πρέπει ακόμα να σημειώσω ότι στην υπόθεση Marketrends Financial Services Ltd v. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου, Πολ. Έφεση 11618 ημερ. 24.3.06 υπεδείχθη ότι η νομολογία έχει προσαρμόσει με τέτοιο τρόπο την ερμηνεία του όρου «να ορκιστεί θετικά» ώστε να ανταποκρίνεται ρεαλιστικά πρός τα σημερινά δεδομένα. Λέχθηκε ότι : « Σε υπόθεση που ορκίστηκε υπάλληλος εταιρείας εκ μέρους της, αποφασίστηκε ότι είναι αναγκαίο σε περιπτώσεις εταιρειών να ορκίζεται φυσικό πρόσωπο και έτσι στον όρο «θετική γνώση» πρέπει να δίδεται τέτοια ερμηνεία που να είναι λογική υπό τις περιστάσεις και όχι αυστηρή σε βαθμό που να δημιουργεί πρακτικές δυσκολίες και να οδηγεί σε τυχόν παράλογα αποτελέσματα. Ο υπάλληλος που ορκίστηκε στην προκειμένη υπόθεση είχε στην κατοχή του όλα τα επίδικα έγγραφα των οποίων την ορθότητα έλεγξε ο ίδιος, που είχε και την ευθύνη παρακολούθησης του σχετικού λογαριασμού.( Pathe Freres Cinema Ltd v. United Electric Theatres
(1914)K.B. 1253 ). Το αν επισύναψε ή όχι όλα τα σχετικά και αναγκαία έγγραφα, αφού τίθεται και από αυτή τη σκοπιά το ζήτημα στην ένσταση, δεν σχετίζεται με την επάρκεια και την πληρότητα της ένορκης δήλωσης, ούτε και με την ικανότητα του ομνύοντα προς ικανοποίηση της Δ.
  1. Εν όψει των πιό πάνω, καταλήγω ότι η ένορκη δήλωση ικανοποιεί πλήρως όλες τις προϋποθέσεις της Δ.
  2. Το επόμενο θέμα που πρέπει να εξεταστεί, είναι αυτό που άπτεται της ουσίας της απαίτησης και της προβαλλόμενης υπεράσπισης, που περιέχεται στις εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις. Προέκυψε ανάγκη, και ως συνάγεται από τον φάκελο της υπόθεσης οι διάδικοι με την άδεια του Δικαστηρίου, καταχώρησαν συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις. Θα προσπαθήσω, όσο γίνεται πιο συνοπτικά, να μεταφέρω την ουσία των ισχυρισμών των καθ' ων η αίτηση, αλλά και την απάντηση που δίνουν οι αιτητές. Η εναγόμενη 1 υπέβαλε αίτηση για δάνειο σε τρεχούμενο λογαριασμό ύψους Λ.Κ.500.- που εγκρίθηκε. Υπογράφτηκε για τον σκοπό αυτό συμφωνία την 25.2.
  3. Την ίδια ημερομηνία ο εναγόμενος 2 υπόγραψε ως εγγυητής της συζύγου του εναγομένης 1, για ποσό που δεν υπερβαίνει τις Λ.Κ.600.- Ο τόκος του δανείου συμφωνήθηκε τότε στο 9%. Μεταγενέστερα, στις 5 και 6.7.00 το πιο πάνω δάνειο επανεγκρίθηκε με τόκο 8% και σύμφωνα με το ανώτατο νόμιμο χρεωστικό επιτόκιο που θα ίσχυε από καιρού εις καιρό. Στις 5.10.01 οι ενάγοντες με επιστολή τους τερμάτισαν την λειτουργία του τρεχούμενου λογαριασμού και απαίτησαν εξόφληση ολόκληρου του χρεωστικού υπολοίπου. Στις 15.8.05 οι εναγόμενοι κλήθηκαν ξανά και για τελευταία φορά από τους ενάγοντες να καταβάλουν το υπόλοιπο ποσό των Λ.Κ.4.973.26 πλέον τόκους. Τα στοιχεία αυτά εξάγονται μέσα από την ένορκη δήλωση και τα τεκμήρια που επισύναψαν οι αιτητές προς υποστήριξη της αίτησης τους. Η θέση των εναγομένων είναι ότι το αρχικό ποσό του δανείου των Λ.Κ.500.- ήταν αδύνατον να καταλήξει σε ένα χρέος της τάξης του αξιούμενου ποσού. Είναι ακόμα η θέση του εναγομένου 2 ότι στις 13.2.01 ο τρεχούμενος λογαριασμός είχε πιστωτικό υπόλοιπο Λ.Κ.157.48 και συνεπώς δεν θα μπορούσε, σε μερικούς μήνες, μέχρι την ημερομηνία του τερματισμού του λογαριασμού, να δημιουργηθεί τέτοιο χρηματικό υπόλοιπο. Προβάλλει την θέση ότι υπάρχουν παράνομες χρεώσεις και τόκοι. Θέτει ακόμα ύπαρξη παράνομων τόκων επί της δικής του υποχρέωσης των Λ.Κ.600.- είτε αυτοί αφορούν από το έτος 1994 που άνοιξε ο λογαριασμός, είτε μεταγενέστερα από τον τερματισμό της συμφωνίας. Οι καθ' ων η αίτηση επισύναψαν κατάσταση λογαριασμού σύμφωνα με την οποία στις 28.2.01 ο επίδικος λογαριασμός είχε το πιο πάνω πιστωτικό υπόλοιπο. Αντέταξαν οι αιτητές με συμπληρωματική ένορκη δήλωση, ότι στις 10.10.01 ο λογαριασμός της εναγομένης χρεώθηκε με το ποσό των Λ.Κ.3.926.05 με σχετική χρεωστική σημείωση, εξ' ου και η κατακόρυφη αύξηση του χρεωστικού υπολοίπου. Επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση τόσο η χρεωστική σημείωση, όσο και κατάσταση λογαριασμού του Οκτωβρίου του
  4. Αρνούνται ακόμα ότι υπάρχουν υπερχρεώσεις στον λογαριασμό. Απαντούν επ' αυτών οι καθ' ων η αίτηση, με συμπληρωματική ένορκη δήλωση, ότι οι ενάγοντες όφειλαν να παρουσιάσουν αναλυτική κατάσταση λογαριασμού για όλη την περίοδο από την σύναψη του δανείου μέχρι και τον τερματισμό της συμφωνίας και περαιτέρω ότι η χρεωστική σημείωση, με χρέωση άλλου λογαριασμού και πίστωση του επιδίκου, αποτελεί «αλχημεία» των εναγόντων για να δικαιολογήσουν το υπόλοιπο που απαιτούν. Είναι η θέση τους ότι η χρεοπίστωση αυτή, πέραν του ότι δεν φέρει την υπογραφή της εναγόμενης 1, είναι μονομερής και αντισυμβατική εκ μέρους των εναγόντων και αποτελεί δόλια και αυθαίρετη ενέργεια, η οποία μάλιστα έγινε μετά το κλείσιμο του λογαριασμού. Προβάλλει ακόμα την θέση ότι το κενό, στην κίνηση του λογαριασμού, μεταξύ του Φεβρουαρίου του 2001 που υπήρχε πιστωτικό υπόλοιπο μέχρι και τον Οκτώβρη του 2001 παραμένει, και τούτο γιατί οι ενάγοντες δεν παρουσίασαν κάποιο υποστηρικτικό στοιχείο. Υπάρχουν ακόμα ισχυρισμοί ως προς το πότε τελικά τερματίστηκε ο επίδικος λογαριασμός και ποιος είναι τελικά αυτός, αφού στις επιστολές τερματισμού αναγράφεται άλλος από εκείνο που αναφέρουν στην έκθεση απαίτησης. Στα πιο πάνω πλαίσια οι δύο πλευρές κατά την ακρόαση της αίτησης παρέδωσαν γραπτές αγορεύσεις, επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά και αναλύοντας διεξοδικά τους πραγματικούς εκατέρωθεν ισχυρισμούς και με αναφορά σε νομολογία υποστηρίζουν τις θέσεις τους. Σύμφωνα με τη νομολογία η διαδικασία και ο μηχανισμός της συνοπτικής απόφασης είναι εξαιρετική διαδικασία στην οποία αντί να αρχίζει πρώτα η δίκη και μετά η απόφαση υπάρχει αμέσως απόφαση και μετά δίκη. (βλ. Symon & Co v. Palme´s Stores
(1903)Ltd
(1912)1 K.B.259, 266-267 ). Ως υπεδείχθη στην υπόθεση Λούκος Λτδ κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας την Ελλάδος Α.Ε. (Αρ.1)
(2001)1 Α.Α.Δ 418, με αναφορά στη CY.E.M.S. Co v. Central Co-operative Industries
(1982)1 C.L.R. 897, 902 - 905: « Συνοπτική απόφαση δεν εκδίδεται όπου προβάλλονται σχετικοί με το θέμα ισχυρισμοί που θα μπορούσαν, όσο απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας, να δικαιολογήσουν τη διεξαγωγή κανονικής δίκης..... Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Αυτή είναι η φιλοσοφία της Δ.18». Και τούτο αποκτά μεγαλύτερη σημασία σήμερα, εν' όψει της ορθής αντίληψης που έχει επικρατήσει ως προς τα δικαιώματα που έχει ο διάδικος βάσει των προνοιών του άρθρου 30 του Συντάγματος και τις ανάλογες διατάξεις της σύμβασης για την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Γι' αυτό και η συνοπτική διαδικασία κάτω από τη Δ.18 πρέπει να περιορίζεται στις περιπτώσεις όπου έκδηλα καταδεικνύεται ότι ο εναγόμενος δεν έχει καμιά υπεράσπιση στην εναντίον του αγωγή. (Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2003)1 Α.Α.Δ 1968. Οι πιό πάνω παρατηρήσεις μας φέρνουν και στην ουσία της υπεράσπισης. Το Δικαστήριο θα προβεί σε απλές διαπιστώσεις, όπως αυτές προβάλλουν από τις εκατέρωθεν θέσεις, χωρίς βέβαια εξαγωγή ευρημάτων η άλλης μορφής αξιολόγηση. Να παρεμβάλω ότι η νομολογία εναποθέτει το βάρος απόδειξης της ύπαρξης καλής υπεράσπισης στους ώμους των εναγομένων. (Παυλου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1051). Όπως εξηγείται στην υποθεση Λαζάρου κ.α ν. Μακεδόνα
(1999)1 (Β) Α.Δ..Δ. 817, όπου η υπεράσπιση μπορεί να χαρακτηριστεί ως κάτι περισσότερο απο σκιώδης αλλά λιγότερο απο πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση. Στην παρούσα υπόθεση, εξάγεται αβίαστα ότι η υπεράσπιση ουσιαστικά εστιάζεται στο ποσό της χρεωστικής σημείωσης. Αρνούνται ότι έγινε με την έγκριση ή την συγκατάθεση της εναγομένης 1 και ότι αποτελεί αυθαίρετη πράξη των εναγόντων. Ότι η χρεωστική σημείωση δεν φέρει κάποια υπογραφή της εναγομένης είναι αυταπόδεικτο από την όψη της. Απαντούν όμως έπ' αυτού οι δικηγόροι των αιτητών, ότι οι ενάγοντες είχαν τέτοιο δικαίωμα από τους όρους των σχετικών εγγράφων και συνεπώς δεν τίθεται θέμα υπογραφής της εναγομένης. Ακόμα, με αναφορά σε νομολογία, αναφέρουν ότι οι αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμών δεν αποτελούν αναγκαία γεγονότα στα οποία θεμελιώνεται το αγώγιμο δικαίωμα. Έχω μελετήσει το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων καθώς και τις γραπτές αγορεύσεις των δύο πλευρών. Ανεξάρτητα από την ύπαρξη αναγκαιότητας παρουσίασης αναλυτικών καταστάσεων του επίδικου λογαριασμού, εκείνο που κατά την αντίληψη και την κρίση μου αναδύεται ως συζητήσιμο θέμα, είναι ότι ενώ ο επίδικος λογαριασμός σύμφωνα με την επιστολή τερματισμού έκλεισε την 5.10.01, η χρεωστική σημείωση φέρεται να έγινε την ίδια ημερομηνία. Προσθέτω ακόμα το εξής σημαντικό. Ότι σύμφωνα με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση των αιτητών στην οποία επισυνάπτεται η χρεωστική σημείωση ημερομηνίας 5.10.01, ο ομνύον αναφέρει ότι ο επίδικος λογαριασμός της εναγομένης χρεώθηκε για το ποσό των Λ.Κ.3.926.05 την 10.10.01. Βεβαιώνεται μάλιστα από την επισυναφθείσα κατάσταση λογαριασμού. Όμως ο λογαριασμός αυτός, ως λέχθηκε, είχε ήδη κλείσει την 5.10.01 σύμφωνα με την επιστολή τερματισμού. Με άλλα λόγια η χρέωση του επίδικου λογαριασμού φέρεται να έγινε μετά που ο λογαριασμός έκλεισε από τους ενάγοντες. Ως υποδεικνύεται στην N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P Electronics Ltd
(1999)1 (Γ) A.Α.Δ. 1912, το κριτήριο ικανοποιείται με την παροχή λεπτομερειών από τον εναγόμενο σε λογική έκταση, γιατί αν με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς εξασφαλίζεται άδεια για υπεράσπιση, το αποτέλεσμα είναι το μέτρο να αχρηστεύεται. Θεωρώ ότι οι πιο πάνω προβαλλόμενοι ισχυρισμοί των εναγομένων, αντιπαρερχόμενος τους λοιπούς εκατέρωθεν ισχυρισμούς, συνιστούν επαρκείς λόγους υπεράσπισης για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, ώστε να δικαιολογείται το αίτημα τους να τους δοθεί το δικαίωμα να υπερασπιστούν στην αγωγή. Δεν είναι του παρόντος να χαρακτηριστεί, ούτε βέβαια να αξιολογηθεί η δυναμική αξία της υπεράσπισης, αλλά θεωρώ, εν όψει των όσων ανέφερα, ότι ο προβαλλόμενος ισχυρισμός των εναγομένων περί χρέωσης του επίδικου λογαριασμού με χρεωστική σημείωση μετά που έκλεισε ο επίδικος λογαριασμός, αναδεικνύει τέτοιας φύσης διαφορά, που κατά την κρίση μου δικαιολογεί για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, πλήρως και επαρκώς το δικαίωμα των εναγομένων να καταχωρίσουν υπεράσπιση και να διεξαχθεί δίκη επί της ουσίας. Δεδομένου ότι ο εναγόμενος 2 ενάγεται ως εγγυητής της εναγομένης 1, έστω κατα το ύψος της δικής του υποχρέωσης, θεωρώ ότι συμπλέκεται επί της ουσίας μαζί με την πρωτοφειλέτιδα, ώστε να δικαιολογείται να του παρασχεθεί το δικαίωμα να προβάλει υπεράσπιση. Εν όψει όλων των προαναφερθέντων, κρίνω ότι οι εναγόμενοι πέτυχαν να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ότι έχουν καλόπιστη υπεράσπιση στην αγωγή. Τα πιο πάνω οδηγούν στην κατάληξη ότι η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και ως εκ τούτου απορρίπτεται με έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (υπ.) Ν. Γιαπανάς, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.