← Κύπρος

BARBARA JANET MELIS ν. ΔΡ. ΑΝΔΡΕΑ ΜΕΛΗ, Αίτηση Αρ. : 683/2006, 31 Ιανουαρίου, 2007

BARBARA JANET MELIS ν. ΔΡ. ΑΝΔΡΕΑ ΜΕΛΗ, Αίτηση Αρ. : 683/2006, 31 Ιανουαρίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2007:A10 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χ. Σολομωνίδη, Α.Ε.Δ. Αίτηση Αρ. : 683/2006 Αναφορικά με τον Περί Αμοιβαίας Εκτέλεσης Ορισμένων Αποφάσεων Δικαστηρίων της Κοινοπολιτείας Νόμο, Κεφ. 10 (όπως τροποποιήθηκε από τον Ν. 130(Ι)/2000) και Αναφορικά με τον περί Πολιτικής Δικονομίας (Αμοιβαία Εκτέλεση Αποφάσεων) Νόμο, Κεφ. 7 Αναφορικά με τους Περί Αλλοδαπών Αποφάσεων (Αμοιβαία Εκτέλεση) Κανονισμούς, Κεφ. 16 και Αναφορικά με το Διάταγμα του Αγγλικού Δικαστηρίου Swindon County Court που εκδόθηκε στην υπ΄ αρ. SN03D00535 αίτηση ΄The marriage of Mrs. Barbara Janet Melis and Dr. Andreas Melis΄ στις 25 Οκτωβρίου 2005 _ _ _ _ _ _ Μεταξύ: BARBARA JANET MELIS, από την Αγγλία Αιτήτριας και ΔΡ. ΑΝΔΡΕΑ ΜΕΛΗ, από τη Λευκωσία Καθ΄ ου η Αίτηση _ _ _ _ _ _ ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡ. 30.8.2006 για παραμερισμό και/ή ακύρωση της εγγραφής στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας του Διατάγματος του Αγγλικού Δικαστηρίου Swindon County Court, ημερ. 25.10.05, του Πιστοποιητικού Εξόδων, ημερ. 20.4.06, εκδοθέντος δυνάμει του εν λόγω Διατάγματος καθώς και του Διατάγματος εγγραφής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ημερ. 21.6.06 Ημερομηνία: 31 Ιανουαρίου, 2007 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ Για τον Αιτητή/Καθ΄ ου η Αίτηση στην κυρίως αίτηση: κ. Κύπρος Ιωαννίδης. Για την Καθ΄ ης η Αίτηση/Αιτήτρια στην κυρίως αίτηση: κ. Γεωργία Χρυσοστομίδου για κ.κ. Δρ. Κ. Χρυσοστομίδης & Σία. _ _ _ _ _ _ Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 21.6.2006, μετά από μονομερή αίτηση της κ. Barbara Janet Melis, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας διέταξε την εγγραφή του Διατάγματος ημερ. 25.10.2005 του αγγλικού Δικαστηρίου Swindon County Court («το Διάταγμα») το οποίο εκδόθηκε στα πλαίσια της αίτησης υπ΄ αρ. SN03D00535. Στις 21.6.2006 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας επίσης διέταξε την εγγραφή πιστοποιητικού εξόδων ημερ. 20.4.2006 («το Πιστοποιητικό Εξόδων») το οποίο εκδόθηκε δυνάμει του Διατάγματος. Η υπό εξέταση αίτηση στρέφεται κατά της εγγραφής του Διατάγματος και του Πιστοποιητικού Εξόδων, στηρίζεται δε στους περί Αλλοδαπών Αποφάσεων (Αμοιβαία Εκτέλεση) Κανονισμούς, Κεφ. 16, Κανονισμό 10, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, θ.2, στον περί Αμοιβαίας Εκτέλεσης Ορισμένων Αποφάσεων Δικαστηρίων της Κοινοπολιτείας Νόμο, Κεφ. 10 (όπως τροποποιήθηκε από το Ν.103(Ι)/2000άρθρα 3

(2), 4
(1)και
(2), 6
(1)(α)(i) και 78 και την πρακτική και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση στηρίζεται σε γεγονότα που εμφαίνονται τόσο στο φάκελο του Δικαστηρίου όπως και σε γεγονότα τα οποία εκτίθενται στις ένορκες δηλώσεις του Αιτητή Ανδρέα Μελή από τη Λευκωσία και του Peter Burgess solicitor από το Λονδίνο Ηνωμένου Βασιλείου, ημερ. 30.8.2006 και 23.8.2006 αντίστοιχα, που επισυνάπτονται στην αίτηση. Η Καθ΄ ης η Αίτηση καταχώρισε στις 13.11.2006 ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης στην αίτηση. Η ένσταση της Καθ΄ ης η Αίτηση στηρίζεται σε γεγονότα και έγγραφα που περιέχονται στον σχετικό με την υπόθεση φάκελο του Δικαστηρίου ως επίσης και στην ένορκη δήλωση του John Ker-Reid, Barrister-at-Law από το Λονδίνο Ηνωμένου Βασιλείου. Οι συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι: «(Α) Το διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερ. 21.6.2006 που εκδόθηκε στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτηση, εξεδόθη νομότυπα και/ή ορθά και/ή σύμφωνα με το περιεχόμενο και τις προϋποθέσεις του περί Αμοιβαίας Εκτέλεσης Ορισμένων Αποφάσεων Δικαστηρίων της Κοινοπολιτείας Νόμου, Κεφ. 10 (όπως τροποποιήθηκε από το Ν.130(Ι)/2000και/ή των Περί Αλλοδαπών Αποφάσεων (Αμοιβαία Εκτέλεση Κανονισμούς, Κεφ. 16 και/ή των σχετικών επί του θέματος διαδικαστικών κανονισμών. (Β) Ειδικότερα και άνευ επηρεασμού της γενικότητας του λόγου ένστασης που εκτίθεται στην πιο πάνω παράγραφο (Α), στην παρούσα υπόθεση δεν υφίσταται οποιοσδήποτε από τους λόγους που θέτει το άρθρο 6
(1)του περί Αμοιβαίας Εκτέλεσης Ορισμένων Αποφάσεων Δικαστηρίων της Κοινοπολιτείας Νόμου, Κεφ. 10 (όπως τροποποιήθηκε από το Ν.130(Ι)/2000για τον παραμερισμό της εγγραφής της απόφασης. (Γ) Ειδικότερα και άνευ επηρεασμού της γενικότητας του λόγου ένστασης που περιγράφεται στην πιο πάνω παράγραφο (Β), με το επίδικο Διάταγμα ημερ. 25.10.2005 που εκδόθηκε στα πλαίσια της υπ΄ αριθμόν SN03D00535 αίτησης (καθώς και με το Πιστοποιητικό Εξόδων ημερ. 20.4.2005 που εκδόθηκε δυνάμει και/ή κατ΄ εφαρμογήν αυτού), το Αγγλικό Δικαστήριο Swindon County Court τελειωτικά, τελεσίδικα και κατόπιν διεξαγωγής πλήρους ακροαματικής διαδικασίας, αποφάσισε και/ή καθόρισε και/ή προέβη σε τελικό εύρημα ότι, μεταξύ άλλων, ο Αιτητής υποχρεούται να καταβάλει προς την Καθ΄ ης η Αίτηση το χρηματικό ποσό των £170.000,00 καθώς επίσης να παρέχει στην Καθ΄ ης η Αίτηση κάλυψη αναφορικά με τον κοινό τραπεζικό λογαριασμό των διαδίκων. Σε καμία περίπτωση δεν ήταν και/ή δεν είναι νομικά και/ή πρακτικά δυνατή η αμφισβήτηση και/ή οποιαδήποτε τροποποίηση και/ή αναθεώρηση του πιο πάνω Διατάγματος, παρά το γεγονός ότι είναι δυνατή η προσφυγή της Καθ΄ ης η Αίτηση στο ίδιο Δικαστήριο σε περίπτωση μη συμμόρφωσης του Αιτητή προς τις πρόνοιες του εν λόγω Διατάγματος. (Δ) Διαζευκτικά, και αν ακόμα θεωρηθεί ότι με βάση την αυστηρή και/ή γραμματική ερμηνεία του Διατάγματος ημερ. 25.10.2005 του Αγγλικού Δικαστηρίου Swindon County Court, τυχόν απαιτήσεις της Καθ΄ ης η Αίτηση εναντίον του Αιτητή οι οποίες ταυτίζονται ή σχετίζονται καθ΄ οιονδήποτε τρόπο με το αντικείμενο του εν λόγω Διατάγματος ημερ. 25.10.2005 έχουν παραμείνει ανοικτές, εντούτοις ο σκοπός και/ή το πνεύμα του εν λόγω Διατάγματος ημερ. 25.10.2005 του Αγγλικού Δικαστηρίου Swindon County Court οδηγούν αβίαστα στο συμπέρασμα ότι στην ουσία τους, οι επίδικες για τη συγκεκριμένα διαδικασία διαφορές των διαδίκων επιλύθηκαν και αποφασίσθηκαν τελειωτικά και τελεσίδικα. (Ε) Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά, το Δικαστήριο, κατά την άσκηση των εξουσιών και/ή της διακριτικής ευχέρειας που του παρέχει ο περί Αμοιβαίας Εκτέλεσης Ορισμένων Αποφάσεων Δικαστηρίων της Κοινοπολιτείας Νόμος, Κεφ. 10 (όπως τροποποιήθηκε από το Ν. 130(Ι/2000) και ειδικότερα το Άρθρο 4
(5)αυτού, δύναται να διατάξει την εγγραφή του Διατάγματος ημερ. 25.10.2005 του Αγγλικού Δικαστηρίου Swindon County Court μόνο κατά την έκταση που αυτό επιβάλλει στον Αιτητή την υποχρέωση να καταβάλει στην Καθ΄ ης η Αίτηση, μέχρι τις 4:00 μ.μ. στις 25.4.2006, το ποσό των £170.000,00, καθώς επίσης δύναται να διατάξει την εγγραφή του Πιστοποιητικού Εξόδων ημερ. 20.4.2006, που εκδόθηκε δυνάμει και/ή κατ΄ εφαρμογήν αυτού, κατά την έκταση που αυτό επιβάλλει στον Αιτητή την υποχρέωση να καταβάλει στην Καθ΄ ης η Αίτηση, κατά ή πριν την 15.5.2006, το ποσό των £20.349.26, πλέον τόκους επί των πιο πάνω 2 (δύο) ποσών. (ΣΤ) Το Δικαστήριο οφείλει, σύμφωνα με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης και της επιείκειας (equity) όπως και κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, να μην επιτρέψει στον Αιτητή να χρησιμοποιήσει τη δική του παρακοή και/ή περιφρόνηση και/ή παραγνώριση και/ή παράκαμψη και/ή έλλειψη συμμόρφωσης με το Διάταγμα ημερ. 25.10.2005 του Αγγλικού Δικαστηρίου Swindon County Court, για να δικαιολογήσει την αποφυγή εγγραφής μιας καθ΄ όλα νόμιμης, έγκυρης, τελεσίδικης και αδιαμφισβήτητης απόφασης που λήφθηκε εναντίον του και με αυτό τον τρόπο να καρπούται προς ίδιον όφελος τα αποτελέσματα της δικής του παρανομίας.» Από τα όσα εκτίθενται στην επίδικη αίτηση (και επισυνημμένες ένορκες δηλώσεις) και την επιχειρηματολογία του κ. Ιωαννίδη προκύπτει σαφώς ότι ο αιτούμενος παραμερισμός βασίζεται εξ ολοκλήρου στο επιχείρημα ότι το επίδικο Διάταγμα του Αγγλικού Δικαστηρίου δεν είναι τελεσίδικο. Είναι γεγονός ότι το Κεφ. 10 εφαρμόζεται μόνο αν η απόφαση για την οποία επιδιώκεται η εγγραφή είναι «τελεσίδικη όσον αφορά τους διαδίκους» (άρθρο 3
(2)(α) του Κεφ. 10). Το Κεφ. 10 όμως δεν περιέχει ερμηνεία του όρου «τελεσίδικη απόφαση». Στην παρα. 1015 των Halsbury´s Laws of England, Fourth Edition (Reissue), Τόμος 8
(1), (Κεφ. (iv) ΄Enforcement of Foreign Judgments in Personam΄), σε σχέση με την έννοια της τελεσιδικίας αναφέρονται τα εξής: «Judgment must be final and conclusive. In order to be enforceable, a judgment must finally and conclusively determine the rights and liabilities of the parties to it so as to be res judicata in the country where it was pronounced. A judgment is not final and conclusive if the court which has pronounced it has power to rescind or vary it subsequently ... A judgment may be final and conclusive even before it can be enforced by execution in the foreign country. The judgment must be final in the particular court in which it was pronounced, but it does not cease to be final merely because it may be the subject of an appeal to a higher court, or because an appeal is actually pending ...» Για σκοπούς διαμόρφωσης μιας πλήρους εικόνας της έννοιας της «τελεσιδικίας» μιας απόφασης, παραπέμπω στην απόφαση της Βουλής των Λόρδων του Ηνωμένου Βασιλείου στην αγγλική υπόθεση Nouvion v. Freeman
(1889), 15 A.C. 1, H.L. Στην απόφαση του, ο Lord Herschell αναφέρει τα εξής (σελ. 8-9 της απόφασης): «Now, my Lords, there can be no doubt that in the courts of this country effect will be given to a foreign judgment ... such judgment being final and conclusive ... in order to establish that such a judgment has been pronounced it must be shown that in the Court by which it was pronounced it conclusively, finally and forever established the existence of the debt of which it is sought to be made conclusive evidence in this country, so as make it res judicata between the parties ...» Ο Lord Watson, στην ίδια υπόθεση, αναφέρει τα εξής (σελ. 13): «... but no decision has been cited to the effect that an English court is bound to give effect to a foreign decree which is liable to be abrogated or varied by the same court which issued it ... in order to its receiving effect here, a foreign decree need not be final in the sense that it cannot be made the subject of appeal to a higher court; but it must be final and unalterable in the Court which pronounced it; ...» Ο Lord Bramwell περιέγραψε ως εξής μια απόφαση η οποία στερείται της απαιτούμενης τελεσιδικίας (σελ. 14-15): «... this is what I may call, for want of a better expression, a defeasible judgment - that is to say, the defendants who are subject to the order that execution may issue, may take proceedings which would have the effect of defeating or nullifying or making an end of the judgment or order which has been pronounced ...» «How can it be said that there is a legal obligation on the part of a man to pay a debt who has a right to say ´I owe none, and no judgment was established against me that I do?´ I cannot see . There is an essential difference, therefore, between the case where a court of competent jurisdiction has entertained all the controversies between the parties which they could and chose to raise, and come to a conclusion, which is presumed to be accurate, and this case, where there is no ground for saying that all possible controversies between the parties have been decided.» Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω αποσπάσματα αλλά και από σωρεία αποφάσεων των Κυπριακών Δικαστηρίων, προτού καταστεί μια απόφαση τελεσίδικη, θα πρέπει να έχουν εξαντληθεί όλα τα περιθώρια αναθεώρησης ή τροποποίησης της, ως προς την ουσία της (on the merits΄). Θα πρέπει δηλαδή να έχει δημιουργηθεί δεδικασμένο και να τίθεται σε εφαρμογή η αρχή res judicata. Ενδεικτικά, παραπέμπω στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Παπαδόπουλος ν. Οργ. Χρημ. Στέγης,
(1998)3 Α.Α.Δ. 608 όπου στη σελίδα 614 λέχθηκαν τα εξής: «Ας σημειωθεί ότι οι αρχές που διέπουν το δεδικασμένο στο αστικό δίκαιο δεν αφίστανται εκείνων που ισχύουν για τη διοικητική δικαιοσύνη: Pieris v. The Republic
(1983)3 CLR 1054 και Κλεάνθης Ηλία Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(1995)3 ΑΑΔ
  1. Όπως όμως επισημαίνεται στην Pieris, ΄... in both fields there must be an adjudication on the merits ...΄ Πρόσφατα ο Πικής Π., που είχε εκδώσει την ομόφωνη απόφαση της Ολομέλειας του Δικαστηρίου στην Pieris, συνόψισε στην πρόσφατη απόφαση του στην προσφ. αρ. 515/93 Μιχαλάκης Ραφτόπουλος ν. Δημοκρατίας ημερ. 19/1/98 ως εξής τη βασική αρχή που διέπει το δεδικασμένο: «Προϋπόθεση για τη γένεση δέσμευσης αποτελεί η κρίση επί της ουσίας της διαφοράς, αναγκαία για την επίλυση του επίδικου θέματος . Δέσμευση προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου ως προς τα ουσιώδη γεγονότα εκείνα στα οποία θεμελιώνεται η απόφαση του ...» Είναι επίσης σημαντικό να διασαφηνισθεί το πρίσμα υπό το οποίο το Δικαστήριο θα πρέπει να προσεγγίσει τη μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων που έχει κατατεθεί ενώπιον του. Πρώτον, η ερμηνεία ενός κειμένου, όπως π.χ. μιας δικαστικής απόφασης, αλλοδαπής ή μη, δεν αποτελεί ζήτημα για το οποίο πρέπει απαραίτητα να προσαχθεί μαρτυρία ειδικού. Σύμφωνα με το σύγγραμμα «Η Απόδειξη» (Γ.Π. Κακογιάννη, 1983), σελ. 678: «υπάρχουν όμως μερικά ζητήματα, όπως η συνηθισμένη έννοια μιας λέξης ... στα οποία μαρτυρία από πραγματογνώμονα είναι ανεπίτρεπτη εφόσο το δικαστήριο είναι εξίσου καλά εφοδιασμένο όπως ο μάρτυρας να βγάλει τα σωστά συμπεράσματα. Πάνω σε τέτοια ζητήματα δεν μπαίνει ζήτημα ειδικών γνώσεων.» Περαιτέρω, εκτός εάν το ημεδαπό Δικαστήριο κληθεί να ερμηνεύσει μια απόφαση με βάση κάποιους κανόνες ερμηνείας που εφαρμόζονται από αλλοδαπό δίκαιο (οπότε θα πρέπει να προσαχθεί η κατάλληλη μαρτυρία για τους εν λόγω κανόνες ερμηνείας), αυτό θα προχωρήσει σε ερμηνεία του σχετικού κειμένου κατ΄ εφαρμογήν των κανόνων ερμηνείας που ακολουθούνται από τα δικαστήρια της χώρας εγγραφής, δηλαδή των Κυπριακών κανόνων ερμηνείας (βλ. Cheshire & North´s Private International Law, Thirteenth Edition, σελ. 100: ΄Unless the foreign law with which a case may be connected is pleaded by the party relying thereon, then it is assumed that it is the same as English law΄.) Σύμφωνα δε με τους κανόνες της ορθής ερμηνείας που ακολουθούνται από τα Κυπριακά Δικαστήρια, «η πλέον πρόσφορος μέθοδος είναι αυτή της γραμματικής ερμηνείας. Αποδίδεται στις λέξεις και φράσεις του κειμένου η συνήθως κοινή έννοια. Η τελεολογική μέθοδος ερμηνείας επιτρέπει, οποτεδήποτε το κείμενο παρέχει την ευχέρεια, την απόδοση της ερμηνείας εκείνης που αποτελεσματικότερα προωθεί την ευόδωση των κατά τα άλλα έκδηλων σκοπών του. Δεν καθιστά όμως εφικτή, ούτε επιτρέπει την απόκλιση από της ρητές διατάξεις ή την μεταβολή του κειμένου. Το σχετικό επίσης κείμενο εξετάζεται σαν σύνολο. Δεν μπορεί να δοθεί διαφορετική ερμηνεία αν οι πρόνοιες του είναι σαφείς.» [βλ., την απόφαση του Κρονίδη Δ., στην υπόθεση αρ. 848/97, Νικόλα Τζιούβα ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω
  2. Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού και
  3. Διευθυντή Ανώτερης και Ανώτατης Εκπαίδευσης, ημερ. 23.11.1999.] Εν όψει των πιο πάνω, το Δικαστήριο θα πρέπει: (α) Σε πρώτο στάδιο να προβεί το ίδιο σε ερμηνεία του επίδικου Διατάγματος. (β) Εάν και εφόσον η «συνήθως κοινή έννοια» του εν λόγω κειμένου δεν παρέχει ευχέρεια διασαφήνισης της πραγματικής έννοιας του, θα πρέπει το Δικαστήριο να διερευνήσει τους σκοπούς και τις περιστάσεις του κειμένου υπό το πρίσμα όλων των σχετικών με την εν λόγω απόφαση συνθηκών και παραγόντων, ούτως ώστε να διαπιστωθεί εάν πράγματι αυτή είναι ή όχι τελεσίδικη. Η διασαφήνιση του ζητήματος απαιτεί την κατάλληλη γνώση αλλά και την κατάλληλη πείρα αναφορικά με τον τρόπο εφαρμογής, ερμηνείας και γενικότερα αντιμετώπισης του επίδικου Διατάγματος από τα δικαστήρια του Ηνωμένου Βασιλείου. Συνεπώς, η αξιολόγηση της μαρτυρίας των δύο εμπειρογνωμόνων στην παρούσα αίτηση θα πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να γίνει με τον τρόπο που μόλις έχω περιγράψει. Ταυτόχρονα, θα πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη ότι η απάντηση στο ερώτημα κατά πόσο η φύση και οι περιστάσεις γύρω από την έκδοση του επίδικου Διατάγματος προσδίδουν σε αυτό την απαιτούμενη για τους σκοπούς του Κεφ. 10 τελεσιδικία (βλ. (β) ανωτέρω), προϋποθέτει ακαδημαϊκά προσόντα, αλλά πάνω από όλα θα πρέπει να κριθεί με βάση την ανάλογη πείρα των δύο εμπειρογνωμόνων σε δικαστικές διαδικασίες στα πλαίσια των οποίων λαμβάνονται διατάγματα όπως το επίδικο. Σύμφωνα με τον Δικαστή Αρτεμίδη στην υπόθεση Θεοσκέπαστη Φαρμ ν. Δημοκρατίας
(1990)1 Α.Α.Δ. 984, σελ. 988: «Η εμπειρογνωμοσύνη πάνω σε ένα θέμα δεν βασίζεται μόνο στα ακαδημαϊκά προσόντα αλλά και στην πραγματική εμπειρία που αποκτάται πάνω σε αυτά.» Να σημειωθεί ότι, πουθενά στην ένορκη δήλωση του Burgess δεν γίνεται αναφορά είτε στα ακαδημαϊκά του προσόντα είτε στην έκταση της πείρας που αυτός έχει στον τομέα του οικογενειακού δικαίου, του οποίου ισχυρίζεται ότι είναι ειδικός, παρά μόνο αναφέρει ότι είναι δικηγόρος-solicitor που εργοδοτείται στο τμήμα οικογενειακού δικαίου του αγγλικού δικηγορικού γραφείου Withers, καθώς επίσης ότι είναι μέλος του ΄Resolution΄, πρώην Solicitors Family Law Association΄, δικηγορικού συλλόγου με μέλη δικηγόρους οι οποίοι ειδικεύονται στο οικογενειακό δίκαιο. Δεν μας αναφέρει πόσα είναι τα απαιτούμενα χρόνια της ειδίκευσης για την ένταξη ενός δικηγόρου στον εν λόγω δικηγορικό σύλλογο. Αντίθετα, στην πρώτη παράγραφο της ένορκης δήλωσης του Ker-Reid, γίνεται λεπτομερής αναφορά τόσο στα ακαδημαϊκά όσο και στα επαγγελματικά προσόντα που αυτός κατέχει. Συγκεκριμένα, αξίζει να σημειωθεί ότι ο Ker-Reid είναι απόφοιτος νομικής (BA) του αγγλικού πανεπιστημίου του Cambridge, με μεταπτυχιακό δίπλωμα (ΜΑ) του ίδιο πανεπιστημίου, και είναι barrister (κάτι το οποίο αναπόφευκτα σημαίνει ότι ο Ker-Reid έχει μεγαλύτερη πείρα στον δικαστηριακό τομέα του δικαίου) και μέλος του Family Law Bar Association. Επιπλέον, αναφέρει ότι η πείρα του στο δικηγορικό επάγγελμα μέχρι σήμερα έχει διάρκεια 32 ολόκληρα χρόνια και ότι αυτός είναι επικεφαλής ομάδας 37 δικηγόρων που ειδικεύονται στο οικογενειακό δίκαιο. Η πιο πάνω σαφής διάσταση και διαφοροποίηση μεταξύ των δύο εμπειρογνωμόνων, τόσο ως προς τα ακαδημαϊκά προσόντα αλλά όσο και ως προς την επαγγελματική τους πείρα θα πρέπει, κατά τη γνώμη μου να ληφθεί σοβαρά υπόψη από το Δικαστήριο σε σχέση με τη βαρύτητα που τελικά θα δώσει στα συμπεράσματα του καθενός. Στο προοίμιο του επίδικου Διατάγματος που είναι το Τεκμ. «Α» στην ένορκη δήλωση της Ελένης Χρυσοστομίδου που συνόδευε την αίτηση της Καθ΄ ης η Αίτηση για την εγγραφή του στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας ημερ. 15.6.2006 (και η μετάφραση του οποίου επισυνάπτεται ως Τεκμ. «Β» στην ίδια ένορκη δήλωση) αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Αφού ακούσθηκαν οι δικηγόροι της Ενάγουσας και ο Εναγόμενος αυτοπροσώπως, Αφού λήφθηκε η μαρτυρία των διαδίκων, Αφού αναγνώσθηκαν οι δικαστικοί φάκελοι και τα έγγραφα που παρασχέθηκαν ...» Με άλλα λόγια και όπως προκύπτει σαφώς και απεριφράστως από το εν λόγω απόσπασμα, το επίδικο Διάταγμα εξεδόθη κατόπιν διεξαγωγής πλήρους ακροαματικής διαδικασίας. Με την πιο πάνω διαπίστωση συμφωνούν μεταξύ τους και οι δύο εμπειρογνώμονες που κατέθεσαν στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Στην παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης του, ο Burgess πολύ βοηθητικά αναφέρει ότι μια διαδικασία αυτής της φύσης (όπως αυτή ορίζεται από το ίδιο το Δικαστήριο) διαιρείται σε τρία κύρια στάδια ή τρεις κύριες ακροάσεις ενώπιον του Δικαστηρίου: «The first is a directions appointment, the second is a ΄without prejudice΄ hearing where a judge will give an opinion in an attempt to steer the parties towards settlement. The third and final hearing is a trial where the issues will be resolved by a judge having heard evidence from the parties and any other relevant witnesses of fact ..." Στην παράγραφο 5 της ένορκης του δήλωσης, ο Burgess καταλήγει ως εξής: «The Οrder is an Order granting ancillary relief to the Wife following a final hearing at which both parties were represented by Counsel.» O Ker-Reid αναφέρει, στις παραγράφους 11 και 12 της δικής του ένορκης δήλωσης, τα εξής: «
  1. The case was heard as a contested trial ΄on taking evidence from the parties΄ on oral and written evidence.΄
  2. An agreement or "Consent Order" did not determine the case. English law has developed jurisprudence about attacking "consent orders". None of it applies in this case.» Προκύπτει, λοιπόν, σαφώς, ότι στο επίδικο Διάταγμα το Αγγλικό Δικαστήριο κατέληξε σε απόφαση επί όλων των αντικρουομένων επιχειρημάτων που είχαν θέσει (και που θα μπορούσαν να είχαν θέσει) τα μέρη στην ενώπιον του πλήρη ακροαματική διαδικασία. Κατά τη γνώμη μου αυτό από μόνο του δημιουργεί ένα ισχυρό τεκμήριο ότι το Αγγλικό Δικαστήριο προέβη σε ευρήματα ως προς τα ουσιώδη γεγονότα και άρα δημιούργησε δεδικασμένο, σύμφωνα με τις αποφάσεις Nouvion και Παπαδόπουλος (ανωτέρω). Διατηρώ την άποψη ότι, με το επίδικο Διάταγμα, το Αγγλικό Δικαστήριο αποφάσισε κατά τρόπο αναντίλεκτο, τελικό και πολύ απλό ότι ο Αιτητής όφειλε, μέχρι τις 4:00 μ.μ. στις 25.4.2006, να καταβάλει στην Καθ΄ ης η Αίτηση το ποσό των £170.000,00 (βλ. παρα. 1 του επίδικου Διατάγματος). Κατά παρόμοιο τρόπο, διέταξε όπως ο Αιτητής καταβάλει όλα τα έξοδα της Καθ΄ ης η Αίτηση, πλην £500, όπως αυτά θα υπολογίζονταν, και έχουν ήδη υπολογισθεί, από το Αγγλικό Δικαστήριο. Ταυτόχρονα, το Αγγλικό Δικαστήριο αποφάσισε, με τον ίδιο τρόπο, ότι ο Αιτητής έχει την υποχρέωση να παρέχει κάλυψη στην Αιτήτρια αναφορικά με τον κοινό χρεωστικό λογαριασμό στη Λαϊκή Τράπεζα. Με βάση τα πιο πάνω, είμαι της γνώμης ότι το Αγγλικό Δικαστήριο τελεσίδικα, τελικά και δια παντός καθόρισε την ύπαρξη ενός χρέους το οποίο οφείλεται από τον Αιτητή προς την Καθ΄ ης η Αίτηση και το οποίο θα έπρεπε να καταβληθεί από τον Αιτητή μέχρι συγκεκριμένη ώρα συγκεκριμένης ημερομηνίας. Το ίδιο ισχύει και για την υποχρέωση παροχής κάλυψης και τα έξοδα. Από τη στιγμή που καθορίστηκε η ύπαρξη υποχρέωσης καταβολής καθορισμένου ποσού χρημάτων και παροχής κάλυψης, δηλαδή από την ημερομηνία έκδοσης του επίδικου Διατάγματος, δεν ήταν ούτε και είναι νομικά δυνατή η αναθεώρηση ή τροποποίηση τους από το ίδιο Αγγλικό Δικαστήριο, καθ΄ οιονδήποτε τρόπο, από τα μέρη, τουλάχιστον ως προς την ουσία τους. Δεν υφίσταται οποιαδήποτε νομική οδός (άλλη από αυτήν της έφεσης, σύμφωνα με τους σχετικούς Αγγλικούς κανόνες και χρονοδιαγράμματα για την καταχώριση της) για να γίνει κάτι τέτοιο. Ο Αιτητής δεν έχει ούτε είχε καθ΄ οιονδήποτε χρόνο μετά την ημερομηνία έκδοσης του επίδικου Διατάγματος, την ευχέρεια [για να χρησιμοποιήσω τα εύστοχα σχόλια του Lord Bramwell στην υπόθεση Nouvion (ανωτέρω)] να ισχυρισθεί ότι δεν υφίστανται οι εν λόγω υποχρεώσεις του. Ο Αιτητής είχε την ευκαιρία να παρουσιάσει τυχόν επιχειρήματα ενάντια στην επιβολή των εν λόγω υποχρεώσεων κατά την διεξαγωγή της δίκης η οποία οδήγησε στην έκδοση του επίδικου Διατάγματος. Έκτοτε, το δικαίωμα αυτό έχει λήξει. Περαιτέρω επιβεβαίωση της σαφούς γραμματικής ερμηνείας των καίριων παραγράφων του επίδικου Διατάγματος περιέχεται στην παράγραφο 10 της ένορκης δήλωσης Ker-Reid στην οποία αναφέρονται τα εξής: «The Order does not say "subject to Decree Absolute" and therefore the strong inference is that the Order was capable of being a final order and given effect from the date on the face of the order.» Συνεπώς, είμαι της άποψης ότι το επίδικο Διάταγμα είναι σαφώς τελεσίδικο ως προς την ουσία της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων. Στην ένορκη δήλωση του η οποία συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση ο Αιτητής αναφέρει τα ακόλουθα: «
  3. Αντιλαμβάνομαι περαιτέρω ότι για τους σκοπούς του εν λόγω Νόμου απόφαση του Δικαστηρίου δεν λογίζεται ως τελεσίδικη όπου το Δικαστήριο που την εξέδωσε διατηρεί το δικαίωμα να την τροποποιήσει ή να την αναθεωρήσει μετά από αίτηση των μερών.
  4. Aναφορικά με την απόφαση του Swindon County Court, όπως αναφέρω πιο πάνω, υπάρχει ρητή πρόνοια εντός της απόφασης που επιτρέπει την αίτηση για διαφοροποίηση της στην παράγραφο 6.» Ο Αιτητής φαίνεται να ισχυρίζεται ότι, λόγω της διατύπωσης της παραγράφου 6 του επίδικου Διατάγματος, αυτό δεν είναι τελεσίδικο για σκοπούς του Κεφ.
  5. Όπως έχω ήδη επεξηγήσει, μια απόφαση είναι τελεσίδικη εάν έχει αποφασισθεί τελειωτικά η ουσία της επίδικης διαφοράς (΄merits΄). Αντίθετα, η σαφής γραμματική ερμηνεία της εν λόγω παραγράφου 6 του επίδικου Διατάγματος κάθε άλλο παρά οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το Αγγλικό Δικαστήριο έχει δώσει στα μέρη δικαίωμα προσφυγής στο ίδιο Δικαστήριο επί της ουσίας της μεταξύ τους διαφοράς. Με την εν λόγω ρήτρα το Αγγλικό Δικαστήριο καθόρισε περιοριστικά τις περιπτώσεις όπου είναι δυνατή η προσφυγή ενώπιον του από τα μέρη στη διαφορά και αυτές δεν περιλαμβάνουν την προσβολή των οποιωνδήποτε ουσιωδών ευρημάτων του: «There be liberty to apply as to implementation and the said indemnity only.» Σε μετάφραση: «
  6. Υπάρχει δυνατότητα αίτησης μόνο για εφαρμογή των πιο πάνω προνοιών και σχετικά με την προαναφερθείσα κάλυψη.» Η ορθή, κατά την άποψη μου, ερμηνεία της εν λόγω παραγράφου, επιβεβαιώνεται και από τον Ker-Reid, στην παράγραφο 18 της ένορκης δήλωσης του: «The ΄liberty to apply΄ provisions were meant, as is the practice, to allow the Court to make administrative or consequential directions or fine tune details for the practical impact of the order, without affecting the substance of the order which would not be revisited.» Άλλωστε, το ίδιο υποστηρίζει και ο Burgess στη δική του ένορκη δήλωση, όπου στην παράγραφο 10 αναφέρει τα εξής: «However, on reading paragraph 6, it seems likely that the underlying intention of the Order was that the Wife's claims would be dismissed outright and that she would only be entitled to make an application in relation to the Order as to implementation or if she were pursued by the Bank under the indemnity.» Με βάση τη μόνη (και όχι απλώς πιθανή, όπως φαίνεται να εισηγείται ο Burgess) και ορθή κατά τη γνώμη μου ερμηνεία της παραγράφου 6 του επίδικου Διατάγματος το επίδικο Διάταγμα χαρακτηρίζεται από αδιαμφισβήτητη τελεσιδικία και κατά συνέπεια αυτό είναι δυνατό να αποτελέσει το αντικείμενο εγγραφής και εκτέλεσης ενώπιον των Κυπριακών Δικαστηρίων. Να σημειωθεί ότι ο Burgess κατά την σύντομη περιγραφή του περιεχομένου του επίδικου διατάγματος, παραλείπει να αναφερθεί στο γεγονός ότι, σύμφωνα με την παράγραφο 6 του εν λόγω διατάγματος, «υπάρχει δυνατότητα αίτησης μόνο για εφαρμογή των πιο πάνω προνοιών και σχετικά με την προαναφερθείσα κάλυψη» (΄there be liberty to apply as to implementation and the said indemnity only΄), δηλαδή παραγνωρίζει τη λέξη «μόνο». Έτσι λοιπόν, ο σχετικός ισχυρισμός του Αιτητή απορρίπτεται ως παντελώς αβάσιμος. Το δεύτερο (και δεσπόζον) επιχείρημα που προβάλλεται εκ μέρους του Αιτητή αφορά τη διατύπωση και ερμηνεία των προνοιών της ρήτρας 2 του επίδικου Διατάγματος. Το σχετικό επιχείρημα που προβάλλεται εκ μέρους του Αιτητή μπορεί να συνοψισθεί ως εξής:
  7. Στο προοίμιο του επίδικου Διατάγματος, γίνεται μια διακήρυξη (΄recital΄) ότι ο Αιτητής θα παρέχει πλήρη και αποτελεσματική κάλυψη έναντι κάθε ευθύνης αναφορικά με τον κοινό λογαριασμό των διαδίκων στη Λαϊκή Τράπεζα.
  8. Η εν λόγω υποχρέωση δεν μπορεί να τύχει της «άμεσης» ή της «τελικής» συμμόρφωσης αλλά μάλλον είναι συνεχιζόμενης φύσης υποχρέωση. Με άλλα λόγια, ο Αιτητής ανέλαβε υποχρέωση να παρέχει κάλυψη στην Καθ΄ ης η Αίτηση εάν η Τράπεζα την «κυνηγήσει» για οποιοδήποτε χρέος που προκύπτει από τον σχετικό κοινό λογαριασμό. Ο Αιτητής δεν είναι σε θέση να συμμορφωθεί με την εν λόγω υποχρέωση εκτός εάν και εφόσον δεν υπάρχει πιθανότητα η Καθ΄ ης η Αίτηση να υπέχει πλήρη ή μερική ευθύνη για το εν λόγω τραπεζικό χρέος (βλ. παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης του Burgess). Ο κοινός λογαριασμός των διαδίκων στη Λαϊκή Τράπεζα παρουσίαζε στις 29.8.2005 χρεωστικό υπόλοιπο Λ.Κ. 23.697,92 και από την εν λόγω ημερομηνία δεν έχει καταβληθεί έναντι της οφειλής οποιοδήποτε ποσό (βλ. παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης του Αιτητή).
  9. Σύμφωνα με τη ρήτρα απόρριψης, «(α)φού καταβληθεί το πιο πάνω ποσό των £170.000,00 και υπάρξει συμμόρφωση με την κάλυψη έναντι ευθύνης αναφορικά με τον κοινό λογαριασμό στη Λαϊκή Τράπεζα, οι απαιτήσεις των μερών για οικονομική παροχή, διαμοιρασμό σύνταξης και διατάγματα προσαρμογής περιουσίας, θεωρούνται απορριφθείσες και κανένα μέρος δεν θα δικαιούται να καταχωρίσει οποιαδήποτε περαιτέρω ή άλλη αίτηση σχετικά με το γάμο τους δυνάμει του Matrimonial Causes Act του 1973, άρθρα 23(i)(a) ή (b).»
  10. Εφόσον δεν έχει υπάρξει συμμόρφωση με την εν λόγω υποχρέωση παροχής κάλυψης και εν όψει του ότι, σύμφωνα με την εν λόγω ρήτρα 2, η κάλυψη αποτελεί προϋπόθεση απόρριψης των απαιτήσεων της Καθ΄ ης η Αίτηση, τυπικά οι απαιτήσεις της Καθ΄ ης η Αίτηση δεν έχουν απορριφθεί (βλ. παράγραφο 10 της ένορκης δήλωσης του Burgess).
  11. Το επίδικο Διάταγμα δεν είναι τελικό και τελεσίδικο, με την έννοια ότι οι απαιτήσεις της Καθ΄ ης η Αίτηση θα είναι ακόμη ανοικτές και θα μπορούσε να προσφύγει στο Αγγλικό Δικαστήριο με αίτηση να τροποποιήσει τις απαιτήσεις της οποτεδήποτε. Αυτό θα σήμαινε ότι τα μέρη θα άρχιζαν τη διαδικασία από την αρχή και να συμπληρώσουν τη διαδικασία αποκάλυψης ξανά και να διεξάγουν τα τρία στάδια/ ακροάσεις εκτός εάν έφθαναν σε συμβιβασμό. Έχω την άποψη ότι η επιχειρηματολογία αυτή στερείται οποιουδήποτε νομικού και/ή λογικού ερείσματος και θα πρέπει να απορριφθεί στην ολότητά της για τους πιο κάτω λόγους: (α) Η αυστηρή γραμματική διατύπωση της ρήτρας απόρριψης έχει σαν αποτέλεσμα να αφήνει τις διαφορές μεταξύ των διαδίκων τυπικά, όχι ουσιαστικά, ανοικτές σε περίπτωση που δεν υπάρξει συμμόρφωση με την κάλυψη. Όσον αφορά το συγκεκριμένο σημείο, υπάρχει συμφωνία ανάμεσα στους Burgess και Ker-Reid. Ενδεικτικά ο Burgess αναφέρει (παρα. 9 της ένορκης δήλωσης του): «As long as that indemnity is continuing technically the Wife's claims have not been dismissed because the contingency has not been complied with. This therefore entitles her, by the letter of the Order, to reopen her claims by way of application to the Court.» Στην παράγραφο 23 της δικής του ένορκης δήλωσης, ο Ker-Reid επισημαίνει τα ακόλουθα: «The drafting of the dismissal leaves the formal dismissal of the proceedings in abeyance until the lump sum is paid. Taking that alone, the proceedings are not formally dismissed.» Με άλλα λόγια, τυπικά δεν έχει ολοκληρωθεί η απόρριψη των απαιτήσεων των μερών εφόσον το ίδιο το ποσό των £170.000,00 δεν έχει καταβληθεί από τον Αιτητή. (β) Τυχόν υιοθέτηση μιας αυστηρά γραμματικής ερμηνείας της ρήτρας 2 θα ερχόταν σε σύγκρουση με την βασική και πραγματική πρόθεση και το πνεύμα του επίδικου Διατάγματος, η οποία και το οποίο ήταν όπως όλες οι απαιτήσεις που αναφέρονται στην εν λόγω ρήτρα 2 θεωρηθούν ως απορριφθείσες μόλις υπάρξει συμμόρφωση με την υποχρέωση καταβολής του ποσού των £170.000,00, ενώ η υποχρέωση κάλυψης να λειτουργήσει ανεξάρτητα. Συνεπώς, και αν ακόμη η διατύπωση της εν λόγω ρήτρας υστερεί συντακτικά, το ουσιαστικό της νόημα είναι σαφές. Η πάνω θέση υποστηρίζεται ομόφωνα και από τους δύο πραγματογνώμονες που έχουν καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου. O Burgess στην παρα. 10 της ένορκης δήλωσης του αναφέρει τα ακόλουθα: «However, on reading paragraph 6, it seems likely that the underlying intention of the Order was that the Wife΄s claims would only be dismissed outright and that she would only be entitled to make an application in relation to the Order as to implementation or if she were pursued by the Bank under the indemnity. If this was the intention, the drafting of paragraph 2 is flawed as her claims have not been properly dismissed. Therefore while the spirit of the Order is that she has no comeback except in relation to the indemnity, the letter of it indicates that she could come back in relation to any point in the Order at any time.» Ο Ker-Reid στην παρα. 17 της ένορκης δήλωσης του αναφέρει τα εξής: «Paragraph 2, is as Mr. Burgess rightly says, "flawed" in that it carries down the indemnity from being a non-executor part of the preamble into a pre-condition of the dismissal. What may have been intended was that the claims would be dismissed on payment of the lump sum and the indemnity should operate as a freestanding obligation of the Husband. Sometimes agreements or undertakings are made pre-conditions of dismissal - the final and full discharge of a debt required within a short term, for example. I have never seen an order drafted with a continuing "keep indemnified" clause, such a domestic joint mortgage, as a pre-condition of a dismissal. I do not see it as impossible to persuade the Court in Swindon to look again at the drafting (not the substance) of the Order when it appears that a drafting error may have produced an unintended result, under the liberty to apply ...» Στην παράγραφο 21 της ένορκης δήλωσης του, ο Ker-Reid σημειώνει και τα εξής: «The Order is meant to be final. It would be a ΄final order΄ for the purposes of the family proceedings rules on appeal. Apart from administrative tuning on the liberty to apply provision in paragraph 6 the order is meant to be a conclusive determination as between the parties ...» Κατά τη γνώμη μου το Δικαστήριο θα πρέπει να υιοθετήσει την πιο πάνω θέση, την οποία άλλωστε διατυπώνουν και οι δύο πραγματογνώμονες στις ένορκες τους δηλώσεις χωρίς καμία απολύτως διάσταση ή διαφοροποίηση απόψεων - με άλλα λόγια, η συντακτική διατύπωση της εν λόγω ρήτρας δεν αντικατοπτρίζει το πνεύμα ούτε και συνάδει με την πιο πιθανή (κατά την άποψη των δύο νομικών) πρόθεση του Διατάγματος του Αγγλικού Δικαστηρίου. Αυτό προκύπτει όχι μόνο από τις υπόλοιπες πρόνοιες του επίδικου Διατάγματος (ειδικότερα την ρήτρα 6 αυτού), αλλά και από μια αξιολόγηση ειδικών η οποία στηρίζεται πάνω από όλα στην εφαρμογή πρακτικής γνώσης και πείρας. Είναι αξιοσημείωτη η επισήμανση του Ker-Reid και στην παράγραφο 23 της ένορκης του δήλωσης ότι: «the withholding of the dismissal until payment is meant, of course, to put pressure on Husbands such as this to pay up and be then free of further investigation or liability - obtaining what is known as a ΄clean break΄.» Συμπληρώνω ότι, κατά την γνώμη μου και όπως φανερώνει αυτή η επισήμανση, σκοπός της ρήτρας απόρριψης δεν είναι να αφαιρέσει από την τελεσιδικία των ευρημάτων που περιέχονται στο επίδικο Διάταγμα αλλά να ασκήσει κάποια πίεση στον σύζυγο να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις που αυτό επιβάλλει. (γ) Μια αυστηρά γραμματική ερμηνεία της ρήτρας 2 δεν θα συναρτάτο ούτε με την ερμηνεία που θα απέδιδαν σε αυτή τα αγγλικά Δικαστήρια, αλλά ούτε και με την εφαρμογή της στην πράξη. Έστω και αν ήθελε θεωρηθεί από το Δικαστήριο ότι σύμφωνα με το αυστηρό γράμμα της σχετικής ρήτρας, το επίδικο Διάταγμα δεν είναι τελικό και τελεσίδικο, με την έννοια ότι οι απαιτήσεις της Καθ΄ ης η Αίτηση παραμένουν ανοικτές ενόσω ο Αιτητής δεν συμμορφώνεται με την υποχρέωση κάλυψης, στην πράξη τα Δικαστήρια του Ηνωμένου Βασιλείου κάθε άλλο παρά θα έδιδαν στην Καθ΄ ης η Αίτηση ένα απεριόριστο δικαίωμα προσφυγής στο ίδιο Αγγλικό Δικαστήριο για την αναθεώρηση ή έστω την τροποποίηση των ουσιαστικών προνοιών του. Ο ίδιος ο Burgess, στο τέλος της παραγράφου 10 της ένορκης δήλωσης του, αναφέρει ότι το πιο πιθανόν είναι ότι στην πράξη το Δικαστήριο θα περιόριζε τυχόν μελλοντικές απαιτήσεις σε εκείνες που αφορούν την ενδεχόμενη ευθύνη της Καθ΄ ης η Αίτηση προς την τράπεζα (χωρίς όμως, φυσιολογικά, να είναι σε θέση ο Burgess να εγγυηθεί κάτι τέτοιο). Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό κείμενο: «In practice, the Court would be likely to confine any future claim to the extent of the Wife΄s actual liability to the bank, but that cannot be guaranteed.» Ο Ker-Reid στη δική του ανάλυση περιγράφει με σαφήνεια εκείνες τις περιπτώσεις στις οποίες, κατά τη δική του εκτίμηση, το Αγγλικό Δικαστήριο θα δεχόταν αίτηση ενώπιον του σε σχέση με το επίδικο Διάταγμα. Φαίνεται ξεκάθαρα ότι, σύμφωνα με τη δική του εκτίμηση, σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσαν τα μέρη να επανανοίξουν τις μεταξύ τους απαιτήσεις επί της ουσίας: Πρώτον, το Αγγλικό Δικαστήριο θα μπορούσε να εκδικάσει αίτηση της Καθ΄ ης η Αίτηση αναφορικά με την εκτέλεση του καθορισμένου ποσού του Διατάγματος. Παραπέμπω στην παρα. 20 της ένορκης δήλωσης του Ker-Reid όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «In practical terms and in a practical response the Court of England would simply adjudicate on enforcement of the lump sum ... because the substance of the order, the amount of the lump sum, has been decided.» Δεύτερον, σε περίπτωση που η Τράπεζα άρχιζε δικαστικές διαδικασίες εναντίον της Καθ΄ ης η Αίτηση σχετικά με τον κοινό τραπεζικό λογαριασμό, η Καθ΄ ης η Αίτηση θα μπορούσε να προσφύγει εναντίον του Αιτητή προς εκτέλεση της υποχρέωσης του για παροχή κάλυψης. Παραπέμπω στην παρα. 20 της ένορκης δήλωσης του Ker-Reid όπου επισημαίνονται τα εξής: «The issues about the indemnity would be received according to how they arose ... If the bank took proceedings the Wife would most probably have a claim against the Husband on the indemnity.» Κατά τα άλλα, και εκτός από τις πιο πάνω περιπτώσεις που αφορούν την εκτέλεση των υποχρεώσεων του Αιτητή δυνάμει του επίδικου Διατάγματος, το Αγγλικό Δικαστήριο δεν θα επανάνοιγε την υπόθεση επί της ουσίας της αλλά θα επέλεγε την οδό που είναι η πιο δίκαιη για τις δύο πλευρές εάν και εφόσον τα πράγματα εξελιχθούν κατά τρόπο που δεν συνάδει με την πρόθεση του επίδικου Διατάγματος. Σχετική είναι η παρα. 24 της ένορκης δήλωσης του Ker-Reid η οποία έχει ως εξής: «The Wife in this case has 2 routes - enforcement or re-opening. The Court, in practice, will look to the route that does the best justice between the parties when matters turn out to be not what was intended by the order. The order was, in my view, final and conclusive of the issues between the parties in the ancillary relief proceedings - only the Husband´s default has imposed the requirement to choose enforcement or re-application by the Wife.» Όσο για την δυνατότητα του ιδίου του Αιτητή να επανανοίξει την υπόθεση επί της ουσίας της, ο Ker-Reid, στις παρα. 24 και 25 της ένορκης δήλωσης του, αναφέρει ότι: «Any attempt by the Husband to re-open the case, on the basis that all is still open because of his default, would, in my view, most likely fail. He would have to attack the order on some other ground such as fraud by the Wife, supervening event, or other cause so as to set aside the order or appeal out of time. None of these methods of attacking the order would undermine the nature of the order as final or conclusive.» «Strong discouragement will probably meet a party who has not exhausted enforcement unless there are real and unavoidable merits in the justice of re-opening.» Με βάση όλα τα πιο πάνω ο ισχυρισμός που προβάλλει ο Αιτητής (βλ. παρα. 11 της ένορκης δήλωσης του Burgess), ότι δηλαδή τα μέρη μπορούν, ενόσω ο Αιτητής δεν συμμορφώνεται με την υποχρέωση του για κάλυψη, να αρχίσουν τη διαδικασία από την αρχή, να διεξάγουν τη διαδικασία αποκάλυψης και γενικά να διανύσουν τα τρία στάδια που τόσο περιεκτικά συνοψίζονται στην παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης του Burgess, είναι λανθασμένος και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και στην πρακτική εφαρμογή του επίδικου Διατάγματος από τα Αγγλικά Δικαστήρια. Περαιτέρω, όπως έχει ήδη διαφανεί, το συμπέρασμα της παραγράφου 11 της ένορκης δήλωσης του Burgess είναι παντελώς αβάσιμο καθ΄ ότι δεν βρίσκει έρεισμα και είναι στην ουσία αντιφατικό με τις παρατηρήσεις στις οποίες προβαίνει στις προηγούμενες παραγράφους της ένορκης δήλωσης του. Στην αγγλική υπόθεση Tallina Laevauhisus (A/S) v. Estonian State S.S. Line [1947] 80 LI. L. Rep. 99, λέχθηκαν τα εξής: «The witness, however expert in the foreign law, cannot prevent the court using its common sense; and the court can reject his evidence if he says something patently absurd, or something inconsistent with the rest of his evidence ...» Το εν λόγω απόσπασμα υιοθετήθηκε από το δικό μας Εφετείο στην υπόθεση Bank of Scotland v. Geodrill Ltd. κ.ά.
(1993)1 A.A.Δ. 753,
  1. Αντίθετα, τα συμπεράσματα του Ker-Reid, όπως αυτά εκτίθενται στη σελ. 11 της ένορκης δήλωσης του και τα οποία βασίζονται στις επισημάνσεις και παρατηρήσεις του Ker-Reid στις οποίες έχω αναφερθεί πιο πάνω, θα πρέπει κατά τη γνώμη μου, να υιοθετηθούν στην ολότητα τους. Τα παραθέτω αυτούσια: «
  2. The Order is a conclusive determination of all ancillary relief applications in life and death between the parties unless the Husband defaults on his obligations to pay the lump sum.
  3. The indemnity continues to protect the Wife if necessary against the Husband as her creditor pursues her. The wording was poor in Paragraph 2 and has sowed difficulty when none was intended or understood at the time. The indemnity is not likely to protect the Wife against the bank. I think the Court would be ready to take a practical view on the issue of dismissal once the lump sum had been paid and might regard the proceedings as concluded then. That can only be a provisional view, as I do not have the full picture on this bank debt.
  4. The drafting of paragraph 2 provides a choice for the Wife who has been denied her award - pursue enforcement or weigh up the merits and practicality of re-opening against a deliberate defaulter living outside the jurisdiction.
  5. The Husband would have overwhelming difficulty in persuading the Court to look at the merits again, or start proceedings over again, just because he had defaulted and there was no formal dismissal because of his own default. In reality, the order will be final and conclusive on any claims he might have.» Ο λόγος ένστασης (ΣΤ), τον οποίο έχω παραθέσει αυτούσιο πιο πάνω είναι, πιστεύω, ιδιαίτερης σημασίας. Στην παρούσα υπόθεση, οι ισχυρισμοί τους οποίους προβάλλει ο Αιτητής πάσχουν και με την εξής έννοια: Όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο Αιτητής φαίνεται να ισχυρίζεται ότι, ενόσω ο ίδιος δεν συμμορφώνεται με την υποχρέωση παροχής κάλυψης που επιβάλλει το επίδικο Διάταγμα (διότι, για παράδειγμα, ακόμη η τράπεζα δεν έχει κινήσει δικαστικές διαδικασίες για την ανάκτηση του χρέους δυνάμει του κοινού λογαριασμού), τότε δυνάμει των προνοιών της ρήτρας απόρριψης του επίδικου Διατάγματος, οι απαιτήσεις των μερών είναι ανοικτές και έτσι αυτό παραμένει μη τελεσίδικο. Άρα, μας λέγει ο Αιτητής, η εγγραφή του επίδικου Διατάγματος στα Κυπριακά Δικαστήρια θα πρέπει να ακυρωθεί και συνακόλουθα, να μην εκτελεσθεί. Θεωρώ ότι η πιο πάνω επιχειρηματολογία συνιστά μια προσπάθεια να αποφύγει ο Αιτητής τα έννομα αποτελέσματα μιας καθ΄ όλα νόμιμης και έγκυρης αλλοδαπής δικαστικής απόφασης, για λόγους που αφορούν ακριβώς την δική του μη συμμόρφωση με τις πρόνοιες της. Σύμφωνα με τα όσα ισχυρίζεται ο Αιτητής, η μη συμμόρφωση του είναι λóγος για την μη εγγραφή και συνακόλουθη εκτέλεση του επίδικου Διατάγματος. Τέτοιοι λόγοι δεν μπορούν ούτε πρέπει να τύχουν της υιοθέτησης των Κυπριακών Δικαστηρίων, μιας χώρας η οποία με νόμο επέλεξε να αναγνωρίζει και να εφαρμόζει, εντός της δικαιοδοσίας της και στα πλαίσια ενός συστήματος αμοιβαιότητας, τις αποφάσεις των Δικαστηρίων μιας άλλης χώρας, του Ηνωμένου Βασιλείου, οι οποίες κατά τεκμήριο είναι τελικές και έγκυρες εκτός εάν συντρέχει ένας από τους ειδικούς λόγους που προνοεί το Άρθρο 6 του Κεφ.
  6. Ταυτόχρονα, και κατ΄ ανάλογη εφαρμογή της καλά γνωστής αρχής του δικαίου της επιείκειας, ex turpi causa non oritur actio, το Δικαστήριο δεν θα επιτρέψει στον Αιτητή να καρπούται τα πλεονεκτήματα της δικής του μη συμμόρφωσης με τους όρους του επίδικου Διατάγματος. Παραθέτω τα ακόλουθα (εύστοχα) σχόλια του Ker-Reid από την παρα. 22 της ένορκης δήλωσης του σχετικά με το πιο πάνω σημείο, τα οποία το Δικαστήριο λαμβάνει σοβαρά υπόψη: «The problem arises because, as I understand by implication, the Husband has sought to defy the English Court, has defaulted on the order and seeks to deny the Wife her remedy under a proper and lawful order. He now looks for technical points to persuade another Court that the English jurisdiction can be defied and he can escape with the proceeds of his defiance. His argument appears to be that the order is not final because he has defaulted. And therefore it cannot be enforced against him. It is a matter for the Nicosia Court to determine whether that is an attractive argument ...» Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω κρίνω ότι τόσο το επίδικο Διάταγμα όσο και το Πιστοποιητικό Εξόδων που εκδόθηκε δυνάμει αυτού των οποίων ζητήθηκε η εγγραφή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας πληρούν και είναι απόλυτα σύμφωνα με το περιεχόμενο και τις προϋποθέσεις του Κεφ. 10 όπως έχει τροποποιηθεί και τον σχετικό Διαδικαστικό Κανονισμό (Κεφ. 16). Ο Αιτητής έχει αποτύχει να αποσείσει το βάρος της απόδειξης ότι υφίσταται οποιοσδήποτε από τους λόγους που θέτει το Άρθρο 6(Ι) του Κεφ. 10 για τον παραμερισμό της εγγραφής της πιο πάνω απόφασης του Swindon County Court. Ως αποτέλεσμα κρίνω ότι το Διάταγμα, ημερ. 21.6.06, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, για εγγραφή της εν λόγω απόφασης εξεδόθη νομότυπα και ορθά. Συνεπώς η παρούσα αίτηση, ημερ. 30.8.06, για παραμερισμό και/ή ακύρωση της εν λόγω εγγραφής απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ της Καθ΄ης η Αίτηση και σε βάρος του Αιτητή όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................. Χ. Σολομωνίδης, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΜΝ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.