Χριστόφορος Μαυρομάτης ν. Ειρήνη Ιορδάνους Κυριάκου, Αρ. Αγωγής: 7267/03, 31.1.07 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2007:A11 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γιαπανά, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7267/03 Μεταξύ :- Χριστόφορος Μαυρομάτης Ενάγοντα και Ειρήνη Ιορδάνους Κυριάκου Εναγομένης Αίτηση: Υπό της Εναγομένης - Αιτήτριας ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 31.1.07 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την εναγομένη - αιτήτρια : κα Ρούσου Για τον ενάγοντα - καθ' ου η αίτηση: κα. Γεωργιάδου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Για να μπορούν να γίνουν κατανοητά τα προδικαστικά θέματα που ήγειρε η πλευρά της εναγομένης, είναι αναγκαία η αναφορά την έκθεση απαιτήσεως του ενάγοντα. Περιληπτικά και σύμφωνα με την έκθεση απαιτήσεως, οι διάδικοι των οποίων ο γάμος διαλύθηκε το 1999, με αγωγή στο Οικογενειακό Δικαστήριο διευθέτησαν τις περιουσιακές τους διαφορές στην αίτηση με αριθμό 30/
- Στις 19.12.01 επετεύχθη συμβιβασμός με τον οποίο η εναγομένη ανέλαβε να καταβάλει το ποσό των Λ.Κ.16.000.- πλέον Λ.Κ.500.- δικηγορικά έξοδα και ο ενάγοντας να εγγράψει στο όνομα της το ¼ μερίδιο ενός οικοπέδου στο Γέρι. Στην απόφαση υπήρξαν τέσσερις δηλώσεις που έγιναν κανόνες Δικαστηρίου. Σύμφωνα με την παράγραφο 8 της έκθεσης απαιτήσεως στην δήλωση με στοιχείο Β ρητά αναφέρεται ότι το ποσό των Λ.Κ.5.400.- δεν λήφθηκε υπόψη για την επίτευξη του συμβιβασμού και ο ενάγοντας διατηρούσε ακέραιο το δικαίωμα του να αποταθεί για την λήψη του προσφυγικού επιδόματος. Ο ενάγων το 2001 αποτάθηκε στην Υπηρεσία Μερίμνης για νέο βοήθημα. Απερρίφθη όμως γιατί είχε βοηθηθεί με το σχέδιο αυτοστέγασης σε ιδιόκτητο οικόπεδο και επειδή στο σπίτι που έκτισαν παρόλο που διαμένει η πρώην σύζυγος του - η εναγομένη - δεν μπορεί η έγκριση ημερομηνίας 6.9.93 να μεταβιβαστεί στο όνομα της γιατί δεν είναι εκτοπισθείσα. Τέλος ότι μόνο μία βοήθεια παραχωρείται σε κάθε άτομο. Εδώ να παρεμβάλω, ότι σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 4 της έκθεσης απαίτησης, ο ενάγων ως πρόσφυγας εδικαιούτο χρηματοδότηση για ανέγερση οικίας, την οποία και έλαβε ύψους Λ.Κ.5.400.- Την χρησιμοποίησε για την οικοδόμηση οικίας σε οικόπεδο στο χωριό Γέρι που ανήκε κατά ¼ στον ίδιο και κατά ¾ στην τότε σύζυγο του εναγομένη. Πρόκειται, ως αντιλαμβάνομαι, για το πιο πάνω ακίνητο που αποτέλεσε μέρος του συμβιβασμού. Ως αποτέλεσμα της πιο πάνω απάντησης της Υπηρεσίας Μερίμνης ο ενάγων ζήτησε από την εναγομένη να του καταβάλει το πιο πάνω ποσό, γιατί ποτέ δεν συμφωνήθηκε να συμπεριληφθεί στον συμβιβασμό που επιτεύχθηκε στην αίτηση του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Η εναγομένη αρνήθηκε να καταβάλλει το ποσό και έτσι κατέστησε τον εαυτό της πλουσιότερο σε βάρος του εναγομένου. Αναφέρει ακόμα στην παράγραφο 13 της έκθεσης απαιτήσεως ότι η εναγομένη κατά παράβαση του Κανόνα του Δικαστηρίου αρνείται να του επιστρέψει το ποσό των Λ.Κ.5.400.- το οποίο και απαιτεί με την αγωγή. Η εναγομένη με την παράγραφο 1 της υπεράσπισης της εγείρει προδικαστικές ενστάσεις και ζητά την απόρριψη της αγωγής και ισχυρίζεται ότι : α) Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας είναι αναρμόδιο και/ ή στερείται δικαιοδοσίας προκειμένου να προβεί στην εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης γιατί το θέμα είναι αρμοδιότητα του Οικογενειακού Δικαστηρίου, β) η απαίτηση του ενάγοντα είναι παραγραμμένη και γ) υπάρχει δεδικασμένο με την απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου στην αίτηση περιουσιακών διαφορών αρ. 30/
- Την 6.9.06 ο εναγόμενος υπέβαλε την υπό κρίσιν αίτηση, όπως το νομικό σημείο που ηγέρθη στην παράγραφο 1 της υπεράσπισης προδικαστεί και/ ή αποφασιστεί υπό του Δικαστηρίου πριν την ακρόαση της αγωγής. Η αίτηση δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, και σύμφωνα με τα γεγονότα που υπάρχουν στο σώμα της ένστασης, είναι ότι το εγερθέν σημείο θέτει εκτός συζητήσεως ολόκληρη την αγωγή. Κατεχωρήθη ένσταση από τον ενάγοντα, συνοδευόμενη με ένορκη δήλωση. Ουσιαστικά προβάλλει την θέση ότι δεν υπάρχουν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα γεγονότα της υπόθεσης και κυρίως η απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου, ούτε η αλληλογραφία και ότι αυτά θα διαφανούν στην ακρόαση της αγωγής. Οι δικηγόροι υιοθέτησαν τις εκατέρωθεν θέσεις που προβάλλονται στην αίτηση και την ένσταση. Η αίτηση στηρίζεται στην Δ.27 Θ.1,
- Ως συνάγεται μέσα από την αποκρυσταλλωμένη επί του θέματος νομολογία, το Δικαστήριο έχει διακριτική εξουσία στο κατά πόσο θα παραπέμψει ένα τέτοιο θέμα - νομικό σημείο - προς απόφαση πριν από την ακρόαση της κυρίως αγωγής. ( Hambou v. Thoma
(1987)1 C.L.R 370). Εκείνο που το Δικαστήριο θα πρέπει πρώτα να αποφασίσει είναι αν το προτεινόμενο θέμα για ξεχωριστή δίκη είναι όντως κατάλληλο ως νομικό σημείο. Και είναι ως τέτοιο, αν η εκδίκαση του θα αποφασίσει και την τύχη ολόκληρης της υπόθεσης, χωρίς την ανάγκη ακρόασης της αγωγής. Ως εξηγείται στο Annual Practice 1958 σελ. 571-572 που αφορα την Ο. 25 r.2 και 3 που είναι η αντίστοιχη με την Δ.27 Θ.1 και 2 : « The order should not be made in respect of matters which by reason of the obscurity either of the facts or the law ought to be decided at the trial; only in respect of matters which no further light would thrown at the trial» Και αυτό χάριν εξοικονόμησης χρόνου και δαπάνης. Στην παρούσα αίτηση, τίθεται μεταξύ άλλων και θέμα δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Είναι καλά νομολογημένο πως όταν τίθεται ένα τέτοιο θέμα, το βάθρο για την εξέταση του είναι η διαφορά όπως καθορίζεται στο δικόγραφο το οποίο και προσδιορίζει το επίδικο θέμα και ότι τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι εκείνα που συνθέτουν την απαίτηση, αποκλειστική πηγή αναζήτησης της οποίας είναι η έκθεση απαιτήσεως. ( Κωνσταντίνου ν. Κωνσταντίνου
(2004)1 Α.Α.Δ. 1192. Στην υπόθεση Paikkos v. Kontemeniotis
(1989)1 C.L.R. 50, υπεδείχθη ότι ο ρόλος του Δικαστηρίου δεν είναι να αποφασίζει αφηρημένα νομικά ζητήματα, αλλά νομικά ζητήματα όταν αυτά εγείρονται μεταξύ των μερών σαν αποτέλεσμα συγκεκριμένης πραγματικής κατάστασης. Αυτονόητο, ότι ως λέχθηκε και στην υπόθεση Λανίτη Λτδ κ.ά ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1991)1 Α.Α.Δ. 225 η διαδικασία της Δ.27 αποτελεί εξαιρετικό μέτρο και μόνο εφόσον τα γεγονότα είναι αδιαμφισβήτητα και παραδεκτά και νοουμένου ότι το συζητούμενο θέμα αποκρυσταλλώνεται σε καθαρά νομικό θέμα, η λύση του οποίου μπορεί να επιδιωχθεί με την ίδια ευχέρεια σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας και θα επηρεάσει την έκβαση της δίκης. Και τούτο να σημειώσω, ότι αποκτά μεγαλύτερη σημασία σήμερα, εν' όψει της ορθής αντίληψης που έχει επικρατήσει ως προς τα δικαιώματα που έχει ο διάδικος βάσει των προνοιών του άρθρου 30 του Συντάγματος και τις ανάλογες διατάξεις της σύμβασης για την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Για να μπορούσαν να αποφασιστούν οι υπό στοιχείο β και γ προδικαστικές ενστάσεις, θα έπρεπε ως κατ΄ ελάχιστον απαραίτητη προϋπόθεση, να υπήρχε ενώπιον του Δικαστηρίου η απόφαση και οι Κανόνες του Οικογενειακού Δικαστηρίου στην αίτηση αρ. 30/99. Δεν νομίζω ότι χρειάζεται να λεχθούν πολλά για την διαφορά που υπάρχει μεταξύ μιας απόφασης του Δικαστηρίου και ενός κανόνος επί Δικαστηρίω. Ο κανόνας του Δικαστηρίου υπερκαλύπτει το αγώγιμο δικαίωμα, που αποτέλεσε τη βάση της αγωγής η οποία συνεβιβάσθη και η διάρρηξη της νέας συμφωνίας στοιχειοθετεί νέο αγώγιμο δικαίωμα για την αναζήτηση θεραπείας απο το Δικαστήριο. Το θέμα το πραγματεύονται εν εκτάσει οι υποθέσεις Μούκτου κ.ά ν. Χείμαρου
(2001)1 Α.Α.Δ. 1794 καθώς Απαισιώτη ν. Ραγιά
(1993)1 Α.Α.Δ. 882. Σημαντική ως προς την υπό κρίσιν αίτηση, με βάση πάντα τα δικόγραφα, είναι και η υπόθεση Green v. Rozen and others
(1955)2 ALL.E.R. 797. Δεν θα επεκταθώ όμως περισσότερο γιατί κρίνω πως στο παρόν στάδιο δεν χρειάζεται. Στην έκθεση απαιτήσεως, στην μεν παράγραφο 7 γίνεται αναφορά περί επίτευξης συμβιβασμού μεταξύ των διαδίκων, χωρις οποιαδήποτε άλλη διευκρίνηση περί τούτου. Στην δε παράγραφο 8 συμπλέκονται οι τέσσερεις Κανόνες του Δικαστηρίου με την Δικαστική απόφαση. Όπως επί λέξει τίθεται » Στην πιο πάνω απόφαση υπήρξαν και τέσσερεις δηλώσεις που έγιναν Κανόνες του Δικαστηρίου.» Είναι φανερό ότι η απουσία των στοιχείων αυτών ως πραγματικών καταστάσεων και δεδομένων, αφαιρεί το υπόβαθρο για περαιτέρω εξέταση του ζητήματος, υπό το πρίσμα της διαφοράς που υπάρχει μεταξύ της Δικαστικής απόφασης και ενός Κανόνος Δικαστηρίου. Η εξέλιξη αυτή και η κατάληξη που έχω αχθεί σηματοδοτεί το θέμα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Κρίση ως προς το κατά πόσο μια αξίωση εμπίπτει εντός της δικαιοδοσίας του Οικογενειακού Δικαστηρίου η όχι, προϋποθέτει σαφή και ξεκάθαρα δεδομένα, επί των οποίων στηριζόμενο το Δικαστήριο θα μπορεί με ασφάλεια και βεβαιότητα να καταλήξει σε συμπεράσματα. Η Νομολογία, επί του θέματος της δικαιοδοσίας είναι πλούσια. Ενδεικτικά αναφέρω την Κωνσταντίνου ανωτέρω, την Κοζάκη ν. Κοζάκη
(2003)1 Α.Α.Δ 1047 και Φιλίππου ν. Φιλίππου
(2003)1 Α.Α.Δ 1343. Δεν θα επεκταθώ όμως στα επί μέρους θέματα που πραγματεύονται οι πιο πάνω υποθέσεις, γιατί θεωρώ πως για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, η όποια κατάληξη επί του ζητήματος θα ήταν ακροσφαλής. Αρκεί να υποδείξω ότι σε όλες τις πιο πάνω υποθέσεις, ήταν επί τελικών αποφάσεων και ευρημάτων που έγινε κρίση και όχι επί προδικαστικού θέματος χωρίς το αναγκαίο υπόβαθρο. Στην υπό κρίσιν αίτηση και στην απουσία ασφαλών, παραδεκτών και ξεκάθαρων δεδομένων, ως τέτοια θα ήταν για παράδειγμα η υπό συζήτηση απόφαση και οι σχετικοί κανόνες του Οικογενειακού Δικαστηρίου, στερούν από το Δικαστήριο το ασφαλές βάθρο για κρίση και κατάληξη. Άλλωστε θέμα δικαιοδοσίας μπορεί να τεθεί σε οποιονδήποτε στάδιο. Σημειώνω πάντως, ότι η αγωγή στηρίζεται μερικώς σε κανόνα Δικαστηρίου και μερικώς στην βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Σχετικές είναι οι θεραπείες υπο στοιχείο 14 Γ, Δ, Ε και ΣΤ της έκθεσης απαιτήσεως. Επί του τελευταίου θέματος, και τούτο υπό μορφή και μόνο σχολίου, σχετική είναι η υπόθεση Κωνσταντίνου ανωτέρω. Προσθέτω πως ακόμα και να υπήρχαν τα σχετικά έγγραφα ενώπιον του Δικαστηρίου, έχοντας υπόψη μου τόσο την έκθεση απαιτήσεως, όσο και την υπεράσπιση ως ενιαία σύνολα, το ζήτημα δεν φαίνεται να τελειώνει εδώ. Γιατί συμπλέκονται και πραγματικά γεγονότα επί των οποίων απαιτείται μαρτυρία, και ενδεχομένως τίθενται και θέματα ερμηνείας των επιδίκων κανόνων του Δικαστηρίου, που δεν νομίζω ότι το παρόν στάδιο, είναι το κατάλληλο για να αποφασιστούν. Υπάρχει όμως ακόμα ένα ζήτημα. Η αδυναμία, στο παρόν στάδιο, τελικής κρίσης επί των εγειρομένων ζητημάτων διαφαίνεται ακριβώς και από το γεγονός ότι η αίτηση θα έπρεπε σύμφωνα με την Δ.48 Θ.9 να συνοδεύεται με ένορκη δήλωση, ώστε να μπορούσαν να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα απαιτούμενα στοιχεία. Γιατί, ως εξηγείται στο Annual Practice ανωτέρω σελ. 571, 573 νομικά σημεία μπορούν να αποφασιστούν, μόνο όταν ως αποτέλεσμα μέσα από τα δικόγραφα προκύπτουν ξεκάθαρα γεγονότα. (Certain state of facts). Ακόμα κατα το στάδιο των εκατέρωθεν επιχειρημάτων, τα μέρη μπορεί να κληθούν να προβούν σε παραδοχή γεγονότων, και το Δικαστήριο έχει εξουσία να λάβει υπόψη του όλα τα ενώπιον του φακέλλου της υπόθεσης υπάρχοντα στοιχεία. ( βλπ. Odger's On Pleading and Practice 20η εκδ. σελ.150). Και αυτό ως συνάγεται από την νομολογία βλπ Hambou ανωτέρω, και την εκεί αναφερόμενη νομολογία, τέτοια αίτηση πρέπει να γίνεται στα πλαίσια της Δ.30 που σύμφωνα με την Δ.48 Θ.9 πρέπει να συνοδεύεται με ένορκη δήλωση. Η υπό κρίσιν αίτηση, παρόλο που δεν εγείρεται στην ένσταση, κατά παράβαση της πιο πάνω διαταγής, δεν υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση. Και θεωρώ πώς ούτε με την Δ.64 θα μπορούσε, αν αυτό κρινόταν ως παρατυπία, να διορθωθεί αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο. Γιατί ως εξηγήθηκε στην υπόθεση Παναγιώτου (Σφικτού) ν. Παναγιώτου
(2002)1 Α.Α.Δ σελ. 1100 με αναφορά στην υπόθεση Wunderlich κ.ά ν. Παναγιώτου
(1999)1 Α.Α.Δ 366, η εξουσία διάσωσης που παρέχει η Δ.64, μεταξύ άκυρης και παράτυπης διαδικασίας, θα πρέπει να περιορίζεται σε παρατυπίες και όχι σε παραλείψεις συμμόρφωσης προς τους θεσμούς. Και εδώ, ως σαφώς προκύπτει, πρόκειται για παράλειψη συμμόρφωσης με την Δ.48 Θ.9. Εξ' άλλου, ως λέχθηκε στην υπόθεση Οικονομίδου ν. Φλουρέντζος Χριστοδούλου και Υιοί Λτδ Πολ. Έφεση Αρ. 12031 ημ. 22.9.05, η Διαταγή 64, δεν αποτελεί πανάκεια για κάθε παράλειψη συμμόρφωσης με τους κανονισμούς οι οποίοι πρέπει να τηρούνται. Η Δ.64 δημιουργεί ένα ένδικο μέσο, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιήσει ο αιτών για να θεραπεύσει παρατυπίες στη διαδικασία, εφόσον αυτές είναι θεραπεύσιμες. Η παρατυπία μέχρι την άρση της υπάρχει. Ανεξάρτητα αν η απουσία ένορκης δήλωσης συνιστά παρατυπία θεραπεύσιμη κάτω από τις πρόνοιες της Διαταγής 64, ή αν συνεπάγει ακυρότητα, αίτηση για θεραπεία ή διόρθωση δεν έγινε. Έτσι σε κάθε περίπτωση η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και για τον λόγο αυτό. Εν όψει των πιο πάνω η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα. Θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) Ν. Γιαπανάς, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Α.Λ.Ο.. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο