← Κύπρος

ΦΑΝΟΣ Ν. ΕΠΙΦΑΝΙΟΥ ΛΤΔ ν. ΗΡΑΚΛΗ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ, Αρ.Αγωγής: 13952/03, 31 Ιανουαρίου, 2007

ΦΑΝΟΣ Ν. ΕΠΙΦΑΝΙΟΥ ΛΤΔ ν. ΗΡΑΚΛΗ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ, Αρ.Αγωγής: 13952/03, 31 Ιανουαρίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2007:A12 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Σταύρου, Ε.Δ. Αρ.Αγωγής: 13952/03 Μεταξύ: ΦΑΝΟΣ Ν. ΕΠΙΦΑΝΙΟΥ ΛΤΔ Ενάγουσας και ΗΡΑΚΛΗ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ Εναγομένου ------------------- 31 Ιανουαρίου, 2007 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κ. Χ. Μπρούντζος για Ζωμενή & Λεοντίου (στην εκφώνηση της απόφασης ο κ. Ν. Ζωμενής). Για τον Εναγόμενο: κα Χ. Λειβαδιώτου. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι έγγραφες προτάσεις Με την παρούσα αγωγή η Ενάγουσα εταιρεία που έχει ως έδρα τη Λευκωσία και ασχολείται με την εμπορία υλικών οικοδομής, ειδών υγιεινής, εργαλείων και άλλων συναφών ειδών διεκδικεί από τον Εναγόμενο ποσό £1.422,91 σεντ πλέον τόκους ως υπόλοιπο λογαριασμού και £30 αποζημιώσεις για έξοδα προειδοποιητικής επιστολής. Πιο συγκεκριμένα σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Ενάγουσας, ο Εναγόμενος για πολλά χρονιά και μέχρι τις 31.10.02 ήταν πελάτης της αφού αγόραζε επί πιστώσει διάφορα εμπορεύματα της ειδικότητας της. Σε συνάρτηση με τις εν λόγω αγορές εκδίδονταν πάντοτε τιμολόγια για το ανάλογο ποσό, τα οποία συμφώνως ρητού όρου προέβλεπαν για τη χρέωση τόκου προς 9% ετησίως επί του εκάστοτε ποσού που παρέμενε απλήρωτο πέραν των 30 ημερών από την έκδοση του αναλογούντος τιμολογίου. Παράλληλα τα ποσά των εκάστοτε εκδοθέντων τιμολογίων και οι κατά καιρούς πληρωμές χρεοπιστώνονταν σε λογαριασμό που ανοίχθηκε εις το όνομα του Εναγομένου. Ο λογαριασμός, καταστάσεις του οποίου αποστέλλονταν περιοδικά στον Εναγόμενο, χωρίς διαμαρτυρία, κατά τη λήξη της συνεργασίας των μερών (στις 31.10.02) δείκνυε χρεωστικό υπόλοιπο £1.422,91 σεντ, ποσό το οποίο παρά τις οχλήσεις, παραμένει απλήρωτο. Από πλευράς του, ο Εναγόμενος αρνείται με την Υπεράσπιση που καταχώρησε τους κύριους ισχυρισμούς της Ενάγουσας. Κανένα ποσό δεν της οφείλει διατείνεται, ούτε και είχε κατά τον ουσιώδη χρόνο οποιανδήποτε εμπορική συνεργασία μαζί της υπό την προσωπική του ιδιότητα. Η Ενάγουσα, εξηγεί, συνεργαζόταν με εταιρεία στην οποία ο ίδιος ήταν απλά μέτοχος και διευθυντής. Η εταιρεία αυτή συναλλασσόταν υπό την εμπορική επωνυμία "Ηρακλής Μιχαηλίδης". Συναφώς ακόμα και αν ήθελε αποδειχθεί πως απεδέχθη οποιαδήποτε τιμολόγια της Ενάγουσας, το έπραξε υπό την ιδιότητα του διευθυντού της προαναφερθείσας εταιρείας. Η ακροαματική διαδικασία Με βάση την πιο πάνω δικογραφημένη εικόνα των πραγμάτων η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση. Κατέθεσαν πέντε μάρτυρες, τρεις για λογαριασμό της Ενάγουσας εταιρείας, οι Σταύρος Σκανναβίδης (Μ.Ε.1), Κώστας Δημητρίου (Μ.Ε.2) και Γιώργος Γεωργίου (Μ.Ε.3) και δύο για λογαριασμό του Εναγομένου, ο Παναγιώτης Πραστίτης (Μ.Υ.1) και ο ίδιος ο Εναγόμενος, Ηρακλής Μιχαηλίδης. Η μαρτυρία ως σύνολο ήταν αρκετά εκτενής και το θεωρώ αχρείαστο να την παραθέσω με πάσα λεπτομέρεια. Τουναντίον θα αναφερθώ μόνο στα κύρια σημεία των λεγομένων κάθε μάρτυρα, υπογραμμίζοντας ωστόσο την ίδια στιγμή πως κάθε τι σχετικό που λέχθηκε από τους μάρτυρες θα το σταθμίσω και συνεκτιμήσω στο βαθμό που απαιτείται κατά το στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας που θα ακολουθήσει. Με αυτή την επισήμανση σημειώνω τα εξής: Ο Μ.Ε.1 credit controller (ως ανέφερε) της Ενάγουσας από τον Μάρτιο του 2002, ισχυρίστηκε πως ο Εναγόμενος, τον οποίο δεν γνωρίζει προσωπικά, ήταν πελάτης της Ενάγουσας κατά τον ουσιώδη χρόνο. Κάθε μήνα του αποστέλλονταν καταστάσεις λογαριασμού τις οποίες ουδέποτε αμφισβήτησε. Σύμφωνα με την τελευταία κατάσταση, την οποία ο ίδιος εκτύπωσε (τεκμήριο 1), το χρεωστικό του υπόλοιπο ανέρχεται σε £1.422,91 σεντ. Τέλος ανέφερε πως ο Εναγόμενος ουδέποτε τους είπε πως συναλλασσόταν μαζί τους εκ μέρους εταιρείας. Ο Μ.Ε.2 υπάλληλος της Ενάγουσας εδώ και 38 χρόνια και διευθυντής του κεντρικού της καταστήματος επίσης ισχυρίστηκε πως ο Εναγόμενος, τον οποίο γνωρίζει προσωπικά από το 1973, ήταν όντως πελάτης της Ενάγουσας. Κατά καιρούς αγόραζε επί πιστώσει εμπορεύματα, εκδίδονταν αδιαμαρτύρητα εις το όνομα του τιμολόγια (τρία εκ των οποίων κατέθεσε ως τεκμήρια 2Α-2Γ) και χρεωνόταν ο προσωπικός του λογαριασμός. Κατόπιν σχετικής υποβολής δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο να προέβαινε σε πληρωμές και να εκδίδονταν αποδείξεις εις το όνομα της εταιρείας Μεταλλικά Ηρακλής Μιχαηλίδης Λτδ, γεγονός στο οποίο ο ίδιος δεν αποδίδει καμία σημασία. Τέλος ανέφερε πως ο Εναγόμενος ουδέποτε τους ανέφερε πως ενεργούσε για λογαριασμό τέτοιας εταιρείας. Ο Μ.Ε.3 υπάλληλος της Ενάγουσας από το 1979 και τώρα διευθυντής του λογιστηρίου ανέφερε με τη σειρά του πως ο Εναγόμενος ήταν πελάτης της Ενάγουσας και διατηρείτο εις το όνομα του προσωπικός λογαριασμός. Του αποστέλλονταν ταχυδρομικώς καταστάσεις λογαριασμού και εξ όσων ο ίδιος γνωρίζει ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε. Ο λογαριασμός αυτός κατά τη λήξη της συνεργασίας τους το 2002 δείκνυε χρεωστικό υπόλοιπο £1.422,91 σεντ. Ό ίδιος δεν γνώριζε για την ύπαρξη εταιρείας, ούτε και του ελέχθη ποτέ ότι η συνεργασία της Ενάγουσας ήταν με εταιρεία. Έγιναν πολλές προσπάθειες για είσπραξη του ποσού, μεταξύ των οποίων και η αποστολή επιστολής με δικηγόρο (τεκμήριο 3), χωρίς όμως να υπάρξει ανταπόκριση. Ο Μ.Υ.1 εγγεγραμμένος ελεγκτής τόσο του Εναγόμενου προσωπικά όσο και της εταιρίας Μεταλλικά Ηρακλής Μιχαηλίδης Λτδ από το 1997, ανέφερε πως η κατάσταση λογαριασμού (τεκμήριο 1) αφορά την εταιρεία και όχι τον Εναγόμενο αφού τα εκδοθέντα τιμολόγια ήταν για υλικά που αγόραζε και χρησιμοποιούσε η εταιρεία για σκοπούς των εργασιών της και όχι ο Εναγόμενος. Το γεγονός τούτο, πρόσθεσε, επιβεβαιώνεται και απ' το ότι οι πληρωμές γίνονται με επιταγές της εταιρείας και αποδείξεις πληρωμής εκδίδονταν εις το όνομα της. Τέλος εξέφρασε την άποψη πως έγινε ανατοκισμός στον εν λόγω λογαριασμό, αφού τούτο αποτελεί κοινή πρακτική. Ωστόσο δεν ήταν σε θέση να προσδιορίζει τον ανατοκισμό, αφού ως εξήγησε, δεν τον υπολόγισε. Ο Εναγόμενος αναφέρθηκε στα της σύστασης (το 1980) και λειτουργίας της εταιρείας Μεταλλικά Ηρακλής Μιχαηλίδης Λτδ, καταθέτοντας σχετικά κι όλα τα πιστοποιητικά του εφόρου εταιρειών (τεκμήρια 4 και 5Α-Γ). Από τη σύσταση της και μετά εξήγησε, είναι η εταιρεία και όχι ο ίδιος προσωπικά που είχε συνεργασία με την Ενάγουσα. Τα τιμολόγια και τα υλικά παραδίδονταν στο εργοστάσιο της εταιρείας, η οποία δια του λογιστηρίου της προέβαινε στις ανάλογες πληρωμές και εκδίδονταν επ΄ ονόματι της αποδείξεις (δύο τέτοιες αποδείξεις κατατέθηκαν ως τεκμήρια 6Α και Β). Ο ίδιος δεν είχε καμία συμμετοχή στη διαδικασία αυτή ούτε και οφείλει προσωπικά οποιοδήποτε ποσό στην Ενάγουσα. Ομοίως δεν έλαβε καμία κατάσταση λογαριασμού. Απ' εκεί και πέρα δέχθηκε πως πολλοί συνεργάτες της εταιρείας εκδίδουν τιμολόγια εις το όνομα Ηρακλής Μιχαηλίδης, διότι τυγχάνει το όνομα αυτό να αποτελεί μέρος της επωνυμίας της εταιρείας. Πρόσεξε και στη δοσμένη περίπτωση πως έτσι εκδίδονταν τα τιμολόγια αλλά δεν το έλαβε υπόψη. Δεν μπορεί, ως εξήγησε, όποιος γράφει Ηρακλής Μιχαηλίδης να του λέει "όχι, να γράφετε Μεταλλικά Ηρακλής Μιχαηλίδης Λτδ (sic)". Μετά το πέρας της μαρτυρίας του Εναγομένου τη σκυτάλη πήραν οι δικηγόροι για να αγορεύσουν. Η συνήγορος του Εναγομένου κα Λειβαδιώτου έχοντας πρώτη το λόγο αμφισβήτησε εφ όλης της ύλης την υπόθεση της Ενάγουσας, από τη σύσταση και ύπαρξη της ως εταιρεία περιορισμένης ευθύνης συμφώνως του Νόμου μέχρι τη λειτουργία και νόμιμη χρέωση του επίδικου λογαριασμού. Δεν απεδείχθη με αποδεκτή μαρτυρία υπέβαλε η συνήγορος, η ορθότητα του επίδικου λογαριασμού ούτε και το δικαίωμα της Ενάγουσας να τον χρεώνει με τόκους. Ο τόκος επισήμανε, φέρεται να προέκυπτε από τα τιμολόγια τα οποία η Ενάγουσα όφειλε να παρουσιάσει στο σύνολο και όχι απλώς μερικά εξ αυτών. Συναφώς ισχυρίστηκε πως υπήρξε ανατοκισμός στον εν λόγω λογαριασμό αφού ο τόκος κεφαλοποιείτο και το υπόλοιπο που ανέκυπτε, παρανόμως χρεωνόταν εκ νέου με τόκο. Εν πάση περιπτώσει κατέληξε η συνήγορος, η όποια συνεργασία δεν αφορούσε τον Εναγόμενο προσωπικά αλλά την εταιρεία Μεταλλικά Ηρακλής Μιχαηλίδης Λτδ και επομένως η αγωγή για τον ένα ή τον άλλο λόγο θα πρέπει να απορριφθεί. Στον αντίποδα ο συνήγορος της Ενάγουσας κ. Μπρούντζος με μια πολυσύνθετη και γεμάτη νομικά επιχειρήματα αγόρευση εξέφρασε διαμετρικά αντίθετες θέσεις. Κατ' αρχάς αποσαφήνισε ότι η βάση της αγωγής είναι το "υπόλοιπο λογαριασμού" και όχι η "πώληση εμπορευμάτων βάσει τιμολογίων", εξού και δεν προσκομίστηκαν ένα προς ένα τα τιμολόγια. Απλά προσκομίστηκαν ενδεικτικά - τρία για το θέμα του τόκου και της ορθότητας του ονόματος. Απ' εκεί και πέρα αναφέρθηκε στη δοθείσα μαρτυρία για να εισηγηθεί πως την ευθύνη για την πληρωμή του επίδικου λογαριασμού τη φέρει προσωπικά ο Εναγόμενος ο οποίος σε καμία στιγμή της συνεργασίας δεν διαμαρτυρήθηκε, ούτε και αποκάλυψε πως ενεργούσε (δήθεν) εκ μέρους εταιρείας. Τούτο ισχύει, συνέχισε ο συνήγορος, όχι μόνο σε σχέση με την προσωπική ευθύνη του Εναγομένου αλλά και σε σχέση με την ορθότητα του επίδικου λογαριασμού και του παράλληλου δικαιώματος της Ενάγουσας να τον χρεώνει με τόκους. Όχι μόνο δεν διαμαρτυρήθηκε ο Εναγόμενος, υπέδειξε ο συνήγορος, αλλά από το 1994-2002 κατέβαλε και πιστώθηκε στον λογαριασμό του ποσό πέραν των £3.500. Τέλος ο κ. Μπρούντζος απέρριψε τους ισχυρισμούς περί ύπαρξης και χρήσης εμπορικής επωνυμίας και παράνομου ανατοκισμού, υποδεικνύοντας πως ο δεύτερος ισχυρισμός δεν περιλαμβάνεται καν στα δικόγραφα. Ζήτησε δε στη βάση των επιχειρημάτων του την έκδοση απόφασης υπέρ της Ενάγουσας. Αξιολόγηση μαρτυρίας Έχοντας σκιαγραφήσει τη δοθείσα μαρτυρία και τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς και επιχειρήματα έρχομαι στην αξιολόγηση της μαρτυρίας. Η αξιολόγηση είναι εγχείρημα λεπτό και δύσκολο. Ουδείς καταθέτει από το εδώλιο του μάρτυρα φέροντας κονκάρδα με την επιγραφή "ειλικρινής" ή "ανειλικρινής" έτσι ώστε να διαχωριστούν οι μεν από τους δε και εύκολα να εξαχθούν συμπεράσματα. Ούτε και η αλήθεια είναι αποκλειστικό προνόμιο του οποιουδήποτε. Άπαντες, επί ίσοις όροις, κρίνονται από τη συμπεριφορά και το λόγο που εκφέρουν από το εδώλιο του μάρτυρα. Για επιτέλεση του προαναφερθέντος έργου, το Δικαστήριο επιστρατεύει τις εμπειρίες και την πείρα του και εφαρμόζει καθιερωμένες από τη Νομολογία αρχές αξιολόγησης. Ενδείξεις αληθείας αποτελούν η λογικότητα, η φυσικότητα, η συνοχή, η σταθερότητα, η απουσία αντιφάσεων και υπεκφυγών και γενικά η καλή συμπεριφορά στο εδώλιο του μάρτυρα. Υπόψη λαμβάνονται επίσης η επαφή και η σχέση του μάρτυρα με το αντικείμενο, τυχόν κίνητρα ή διακυβευόμενα συμφέροντα και γενικά οι λόγοι που είχε να ξέρει ή να θυμάται αυτά τα οποία καταθέτει. Πέραν του ατομικού λόγου υπέχει σημασία και η ύπαρξη ή μη συνάφειας, αλληλουχίας και συνοχής στους κόλπους της μαρτυρίας γενικότερα (βλ. Στυλιανίδης v. Χ"Πιέρας

(1992)1 Α.Α.Δ.1056). Στη δοσμένη περίπτωση εφαρμόζοντας στην πράξη τα πιο πάνω, καταλήγω κατ' αρχάς στο συμπέρασμα πως και οι τρεις μάρτυρες της Ενάγουσας ήταν ειλικρινείς. Κατάθεσαν με σταθερότητα, χωρίς υπεκφυγές και αντιφάσεις ουσίας, πείθοντας έτσι ότι επρόκειτο για μάρτυρες της αλήθειας. Η μαρτυρία τους στα κύρια ζητήματα αυτής της υπόθεσης, στα οποία θα αναφερθώ στη συνέχεια, συνεπικουρείται και αλληλοπλαισιώνεται. Έτσι την αποδέχομαι ως αξιόπιστη. Αντιθέτως ο Εναγόμενος δεν μου προξένησε ιδιαίτερα καλή εντύπωση. Ήταν έκδηλη η εν γένει προσπάθεια του να αποποιηθεί ευθύνης, γεγονός που σε κάποια σημεία τον οδήγησε σε ακραίους και καταφανώς ανυπόστατους ισχυρισμούς, όπως για παράδειγμα ότι ο ίδιος δεν είχε καμία απολύτως ανάμειξη στις δοσοληψίες και ότι δεν ήταν καν κοινωνός των καταστάσεων λογαριασμών που του αποστέλλονταν μηνιαίως. Ομοίως ούτε και ο Μ.Υ.1 μου προξένησε θετική εντύπωση. Το κίνητρο του ήταν πασίδηλο. Να υποβοηθήσει με κάθε τρόπο τον Εναγόμενο στην εκδοχή ότι το χρέος αφορούσε την εταιρεία και όχι τον ίδιο. Επ' αυτού, ως θα εξηγήσω και στη συνέχεια, κριτήριο αποτελεί η μεταξύ των μερών συνεννόηση και οι παραστάσεις του Εναγομένου και όχι το τι δείκνυαν τα λογιστικά βιβλία και οι καταστάσεις της εταιρείας στα οποία στάθηκε με τόση επιμονή ο μάρτυρας. Σε σχέση με τον ισχυρισμό περί παράνομου ανατοκισμού, που με πρωτοβουλία της πλευράς του Εναγομένου αφέθηκε να αιωρείται καθ' όλη τη διάρκεια της δίκης, ο μάρτυρας αυτός ουδόλως τον τεκμηρίωσε αφού οι τοποθετήσεις του ήταν γενικές και αόριστες. Στηρίχθηκαν στην ούτω καλούμενη "κοινή πρακτική" και όχι σε πραγματικούς αριθμούς και δεδομένα. Επ' ευκαιρίας για να κλείνει το θέμα του ανατοκισμού, να σημειώσω πως είχε δίκαιο ο κ. Μπρούντζος λέγοντας πως ένας τέτοιος ισχυρισμός θα έπρεπε απαρέγκλιτα να δικογραφηθεί ειδικά και όχι γενικά, κάτι που δεν έγινε στην προκειμένη περίπτωση και κατ' επέκταση θέτει φραγμό στην όποια εξέταση του ενδεχομένου (βλ. Τσιακλίδης v. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 768, 777). Ενόψει των πιο πάνω απορρίπτω τη μαρτυρία του Εναγομένου και του Μ.Υ.1 με εξαίρεση βέβαια τα σημεία όπου η μαρτυρία τους συμβαδίζει με τη μαρτυρία των μαρτύρων της Ενάγουσας ή είναι κοινής αποδοχής. Συμπεράσματα / Κατάληξη Στηριζόμενος στην πιο πάνω αξιολόγηση έρχομαι να εξετάσω την προβαλλόμενη βάση αγωγής σε αντιπαραβολή και συσχέτιση με τις δικογραφηθείσες και προωθηθείσες υπερασπίσεις. Ως προκύπτει από το παρακλητικό της Έκθεσης Απαίτησης και ως επιβεβαίωσε ο κ. Μπρούντζος κατά την αγόρευση του, η αγωγή της Ενάγουσας στηρίζεται σε "υπόλοιπο λογαριασμού" και όχι σε "πώληση εμπορευμάτων βάσει τιμολογίων". Αυστηρώς ομιλούντες τέτοια βάση αγωγής δεν υπάρχει. Μια κατάσταση λογαριασμού που φέρεται να αντικατοπτρίζει τον ίδιο τον λογαριασμό, δεν αποτελεί αφ' εαυτής απόδειξη των όσων καταγράφει. Τα γεγονότα που φέρεται να αναπαραγάγει θα πρέπει να αποδειχθούν (βλ. A.l. Mantovani & Sons Ltd v. Christis Travel & Tourism Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 156 και Marketrends Insurance Ltd v. Μιχαήλ κ.α, Πολ.Έφεση 11951, ημερ. 27.7.2006). Με άλλα λόγια οι εκάστοτε καταχωρήσεις στον λογαριασμό, δηλαδή οι χρεοπιστώσεις που κατά καιρούς ανέκυπταν καθίστανται επίδικες και θα πρέπει να αποδειχθούν μία προς μία, ούτως ώστε να διαφανεί στο τέλος πως η εικόνα που εκπέμπει η κατάσταση λογαριασμού είναι αυθεντική και όχι παραποιημένη. Υπό αυτή την έννοια, κάποιος θα μπορούσε εύλογα να ισχυρισθεί πως η πραγματική και ουσιαστική βάση της αγωγής είναι ατομικά η κάθε μια δοσοληψία που οδήγησε σε αντίστοιχη καταχώρηση αλλά και συλλογικά όλες μαζί. Η δε κατάσταση λογαριασμού απλώς καθρεφτίζει αυτές τις πράξεις. Ο "καθρέφτης" όμως, δηλαδή η κατάσταση λογαριασμού από μόνη της δεν λέει τίποτε. Στην προκειμένη περίπτωση η Ενάγουσα δεν προσκόμισε τέτοια μαρτυρία. Η μαρτυρία των μαρτύρων της, όπως και να ιδωθεί, δεν ήταν τόσο λεπτομερής, διαχρονική και άμεση που να επισκοπούσε με την απαιτούμενη ενδελέχεια την πολυετή συνεργασία των μερών. Αρκεί να αναφερθεί πως από τα δεκάδες τιμολόγια που αναφέρονται στην κατάσταση (τεκμήριο 1), παρουσιάστηκαν και δόθηκαν λεπτομέρειες μόνο για τρία (τεκμήρια 2Α-Γ) ενώ και η ίδια η κατάσταση αφορά μόνο τα τελευταία οκτώ χρόνια της συνεργασίας ενώ για τα προηγούμενα, που θα έπρεπε να αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της εικόνας, δεν δόθηκε καμία λεπτομέρεια. Τούτων λεχθέντων, υπάρχει στο δίκαιο μας βάση αγωγής για "εκκαθαρισμένο λογαριασμό" ("account stated"). Κρίνοντας από τα γεγονότα που δικογραφούνται στην Έκθεση Απαιτήσεως είναι πρόδηλο πως αυτή τη βάση αγωγής επιθυμούσε να προωθήσει η Ενάγουσα. Αυτή προφανώς τη βάση εννοούσε και ο κ. Μπρούντζος με την αναφορά του σε "υπόλοιπο λογαριασμού" στην αγόρευση του. Στην περίπτωση εκκαθαρισμένου λογαριασμού δεν χρειάζεται να αποδειχθούν οι επιμέρους λεπτομέρειες του λογαριασμού. Εκκαθαρισμένος λογαριασμός μπορεί να προκύψει με δύο συναφείς τρόπους, πρώτον όταν υπάρχει ρητή συμφωνία μεταξύ των μερών πως όλα τα στοιχεία και τα υπόλοιπα του λογαριασμού είναι ορθά, συνδυασμένη με ρητή ή εξυπακουόμενη υπόσχεση για πληρωμή και δεύτερον όταν παραδίδεται κατάσταση λογαριασμού και ο χρεώστης παραλείψει να ενστεί εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος. Σε τέτοια περίπτωση η ορθότητα του υπόλοιπου δύναται να συναχθεί. Στην υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης v. Ρείνμποου Πλήτσιηγκ και Ντάιγκ Κο. Λτδ.
(2005)1 Α.Α.Δ. 610, 615-616 αναφέρονται σχετικά τα εξής: "Η συμφωνία των μερών ότι το υπόλοιπο είναι ορθό μπορεί να συναχθεί και από την παράδοση της κατάστασης λογαριασμού και την παράλειψη του χρεώστη να ενστεί για τα ποσά του λογαριασμού, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος. Βέβαια το τι συνιστά εύλογο χρονικό διάστημα είναι ζήτημα πραγματικό και νομικό στην κάθε περίπτωση. ........................................................................................................................ Στην προκείμενη περίπτωση, σύμφωνα με τη μαρτυρία που δέχθηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο ως αξιόπιστη, η συνεργασία μεταξύ εφεσιβλήτων και εφεσειόντων 1 διήρκησε περίπου 18 χρόνια και ο επίδικος λογαριασμός (τεκμήριο 1) αφορά περίοδο περίπου 3 χρόνων και 8 μηνών αρχίζοντας με ποσό που μεταφέρθηκε από προηγούμενο λογαριασμό. Το αγώγιμο δικαίωμα των εφεσιβλήτων ήταν ο προαναφερόμενος παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός. Σύμφωνα με τη μαρτυρία που δέχθηκε ως αξιόπιστη το πρωτόδικο Δικαστήριο, κατάσταση λογαριασμού αποστελλόταν κάθε μήνα από τους εφεσίβλητους στους εφεσείοντες 1 και οι εφεσείοντες ουδέποτε αμφισβήτησαν είτε τα ποσά είτε τα υπόλοιπα των καταστάσεων και των λογαριασμών αυτών και ουδέποτε έθεσαν οποιοδήποτε θέμα αναφορικά με τις καταστάσεις και τους λογαριασμούς. Περιπλέον οι εφεσείοντες δεν ήσαν σε θέση να υποδείξουν και οποιοδήποτε συγκεκριμένο ποσό του προαναφερομένου παραδεδεγμένου ή εκκαθαρισμένου λογαριασμού το οποίο να είναι λανθασμένο. Καταλήγουμε επομένως αβίαστα στο συμπέρασμα πως ο προαναφερόμενος λογαριασμός (τεκμήριο 1) ήταν πράγματι ένας παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός τον οποίο οι εφεσείοντες 1 αποδέχτηκαν εφόσον ουδέποτε αμφισβήτησαν.» Στην προκειμένη περίπτωση, ως ανέφεραν οι μάρτυρες της Ενάγουσας και ως αποτελεί και εύρημα του Δικαστηρίου, αποστέλλονταν μηνιαίες καταστάσεις λογαριασμού στον Εναγόμενο χωρίς ποτέ να διαμαρτυρηθεί ή να αμφισβητήσει οποιανδήποτε χρέωση (περιλαμβανομένων και των τόκων) ή υπόλοιπο. Τουναντίον πρόβαινε κανονικά σε πληρωμές. Η όψιμη θέση του ότι δεν ελάμβανε καταστάσεις λογαριασμού, ως ανέφερα και προηγουμένως, είναι καταφανώς αβάσιμη. Δεν είναι μια-δυο καταστάσεις που εστάλησαν στον Εναγόμενο αλλά δεκάδες αφού η συνεργασία τους διήρκησε πέραν των 25 ετών. Ούτε και έχει σημασία το γεγονός ότι αποστέλλονταν στη διεύθυνση του εργοστασίου της εταιρείας. Τη διεύθυνση αυτή ο ίδιος ο Εναγόμενος την έδωσε. Εξάλλου, ως είναι παραδεκτό, στον χώρο αυτό εργαζόταν καθημερινά. Συνεπώς τόσο ο ίδιος όσο και τα πρόσωπα που ενεργούσαν επί του προκειμένου εκ μέρους του, είχαν κάθε ευκαιρία να ενημερώνονται για τις καταστάσεις λογαριασμού και να εκδήλωναν την όποια αντίδραση τους έγκαιρα, διαρκούσης της συνεργασίας και όχι εκ των υστέρων με εμφανή αλλότρια κίνητρα. Για χρόνια πολλά όμως δεν το έπραξαν και επομένως η κατάσταση λογαριασμού (τεκμήριο 1) δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ένας εκκαθαρισμένος λογαριασμός. Με την κατάληξη αυτή καταρρίπτεται και η υπεράσπιση του Εναγομένου ότι εξόφλησε ή δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στην Ενάγουσα. Παραμένει η υπεράσπιση ότι οι δοσοληψίες δεν αφορούσαν τον ίδιο τον Εναγόμενο αλλά την εταιρεία Μεταλλικά Ηρακλής Μιχαηλίδης Λτδ. Αυτή η θέση είναι πέρα για πέρα ανυπόστατη και αβίαστα την απορρίπτω. Ακόμα και από την Έκθεση Υπεράσπισης όπου προβάλλεται απλά με γραπτό τρόπο ο ισχυρισμός, φαίνεται πως δεν ήταν συγκροτημένος, γεγονός που επιβεβαιώθηκε μέσα στη δίκη με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο. Στην παράγραφο 3(α) της Υπεράσπισης προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η εταιρεία (η οποία τότε δεν κατονομάστηκε) στην οποία ο Εναγόμενος Ηρακλής Μιχαηλίδης ήταν μέτοχος και διευθυντής, συναλλασσόταν υπό την εμπορική επωνυμία "Ηρακλής Μιχαηλίδης". Δηλαδή με άλλα λόγια η δικογραφημένη θέση του Εναγομένου είναι ότι ναι μεν πιθανώς να υπήρξαν εξ ονόματος του δοσοληψίες αλλά αυτές οι δοσοληψίες δεν αφορούσαν τον ίδιο, αλλά την εταιρεία, η οποία επέλεξε να χρησιμοποιεί το δικό του όνομα ως εμπορική επωνυμία. Η παραδοξότητα και το παράλογο του ισχυρισμού πιστεύω βοούν και έτσι αφήνω το θέμα μέχρις εδώ. Έτσι κι αλλιώς, ως ανέφερα και προηγουμένως, η καταβληθείσα προσπάθεια αποποίησης ευθυνών, κατάρρευσε κατά την ακρόαση. Για να ευθύνεται ο κατ' ισχυρισμό αντιπρόσωπος θα πρέπει να αποκαλύπτει το όνομα του αντιπροσωπευόμενου. Διαφορετικά η ευθύνη βαραίνει και τον ίδιο προσωπικά (βλ. άρθρο 190
(1)(β) του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.149). Στην υπόθεση Γεωργιάδης v. The Bernoulli Trading Co. Ltd
(1994)1 Α.Α.Δ. 629, ο εφεσείων συναλλασσόταν προσωπικά με την εφεσείουσα και εκδίδονταν τιμολόγια εις το όνομα "Corinthia Hotel Apartments" που ήταν εγγεγραμμένη εμπορική επωνυμία. Παρά το γεγονός ότι τα εν λόγω διαμερίσματα ήταν ιδιοκτησίας της εταιρείας "Meljay Estates", για την οποία ο εφεσείων ισχυρίστηκε πως ενεργούσε ως αντιπρόσωπος, το δικαστήριο βρήκε πως ο ίδιος ήταν προσωπικά υπεύθυνος για το ανακύπτον υπόλοιπο διότι ουδέποτε είχε αποκαλύψει ότι ενεργούσε για λογαριασμό της εταιρείας (βλ. Ευαγελλίδης v. Κοσμά κ.α
(1998)1 Α.Α.Δ. 932). Στην προκειμένη περίπτωση οι μάρτυρες της Ενάγουσας ανέφεραν πως ουδέποτε ενημερώθηκαν ότι ο Εναγόμενος ενεργούσε για λογαριασμό εταιρείας. Τούτο αποτελεί και εύρημα του Δικαστηρίου. Ούτε καν γνώριζαν για την ύπαρξη εταιρείας. Κατ' ουσία ούτε και ο ίδιος ο Εναγόμενος δεν αμφισβήτησε αυτό το γεγονός, αφού δέχθηκε πως αναγραφόταν στα τιμολόγια το δικό του όνομα (όπως συνέβαινε και με άλλους) αλλά δεν το έλαβε υπόψη. Δεν μπορεί, ως εξήγησε, όποιος γράφει Ηρακλής Μιχαηλίδης να του λέει "όχι να γράφεται Μεταλλικά Ηρακλής Μιχαηλίδης Λτδ (sic)". Παρόλα ταύτα, είχε την εξωφρενική απαίτηση, οι δοσοληψίες να μην δεσμεύουν τον ίδιο αλλά την εταιρεία. Επ' αυτού να επισημάνω πως ήταν δική του αποκλειστική ευθύνη και υποχρέωση να φέρει σε γνώση της Ενάγουσας την (δήθεν) αντιπροσωπευτική ιδιότητα υπό την οποία ενεργούσε και όχι της Ενάγουσας να προβεί σε έρευνες ή να συναγάγει αυτή την ιδιότητα από τις όποιες περιβάλλουσες περιστάσεις. Εξού και δεν έχει σημασία πως οι καταστάσεις, τα τιμολόγια ή και τα εμπορεύματα παραδίδονταν στη διεύθυνση όπου στεγάζετο το εργοστάσιο της εταιρείας. Ομοίως δεν έχει σχέση πως κάποιες πληρωμές έγιναν με επιταγές της εταιρείας και εκδίδονταν στο όνομα της αποδείξεις. Κάτι ανάλογο επιχειρήθηκε να τεθεί στην υπόθεση Χριστοδουλίδου v. Mocassino Shoes Ltd, Πολ.Εφεση 11610, ημερ. 14.4.2006 όπου στην σελ. 3-4 της απόφασης αναφέρονται τα εξής: "Η εφεσείουσα υποστηρίζει ακόμα ότι λανθασμένα απορρίφθηκε η θέση της ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο συναλλασσόταν με τους εφεσίβλητους ως διευθύντρια της εταιρείας P.E.C Leather Ltd, αφού πληρωμές γίνονταν με επιταγές της εν λόγω εταιρείας. Παρ' όλον ότι το συγκεκριμένο επιχείρημα ηγέρθη και πρωτοδίκως, το δικαστήριο δεν φαίνεται να ασχολήθηκε με αυτό. Εν πάση περιπτώσει δεν φαίνεται ο ισχυρισμός αυτός να έχει οποιανδήποτε σημασία. Από τη στιγμή που το δικαστήριο δέχτηκε ότι η συναλλαγή γινόταν μεταξύ εφεσίβλητων και της εφεσείουσας και τα σχετικά τιμολόγια εκδίδονταν επ' ονόματι της εφεσείουσας προσωπικά δεν έχει σημασία ο τρόπος με τον οποίο καταβαλλόταν το τίμημα". Στην ίδια υπόθεση λέχθηκε πως το γεγονός ότι μόνο ένα από τα εκδοθέντα τιμολόγια έφερε υπογραφή δεν επηρέαζε καθόλου τα πράγματα. Τούτο καταρρίπτει το συναφές επιχείρημα που τέθηκε εδώ από την πλευρά του Εναγομένου ότι τα τιμολόγια δεν φέρουν την υπογραφή του. Έτσι κι αλλιώς υπενθυμίζω πως εδώ τα τιμολόγια δεν αποτελούν τη βάση της αγωγής. Εν όψει των πιο πάνω η προβληθείσα υπεράσπιση απορρίπτεται. Ένα τελευταίο θέμα που αξίζει σχολιασμού είναι η θέση της κας Λειβαδιώτου ότι δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη και η υπόσταση της Ενάγουσας ως εταιρεία, προφανώς διότι δεν προσκομίστηκαν τα έγγραφα σύστασης του εφόρου εταιρειών. Η θέση αυτή είναι αβάσιμη αφού δόθηκε σωρεία μαρτυρίας (περιλαμβανομένης κι αυτής του Εναγομένου) που καταδεικνύει ότι η Ενάγουσα ήταν και λειτουργούσε κανονικά ως εταιρεία. Ως εκ τούτου δεν χρειαζόταν να προσκομιστεί κανένα έγγραφο του εφόρου εταιρειών (βλ. K.N.G. Auto parts Ltd v. Ιωάννου
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 689). Εν όψει των πιο πάνω κρίνω ότι η αγωγή της Ενάγουσας θα πρέπει να πετύχει σχεδόν εξ ολοκλήρου. Οι μοναδικές αξιώσεις της που δεν θα αποδοθούν είναι η αξίωση για £30 αποζημιώσεις για τα έξοδα της επιστολής του δικηγόρου, κονδύλι που δεν είναι ανακτήσιμο και η αξίωση για 9% τόκο από 31.10.02. Επ' αυτού υπενθυμίζω ότι η αγωγή πέτυχε στη βάση του εκκαθαρισμένου λογαριασμού. Ο εκκαθαρισμένος λογαριασμός ξεκινά και τελειώνει στα όσα απεικονίζει. Για να προστεθεί οτιδήποτε θα πρέπει να αποδειχθεί ως ξεχωριστή βάση σε όλη της την έκταση. Στην προκειμένη περίπτωση για να γινόταν τούτο θα έπρεπε να παρουσιασθούν όλα τα τιμολόγια (το υπόβαθρο δηλαδή της αξίωσης) που προέβλεπαν τόκο και όχι απλώς τρία εξ αυτών. Εκδίδεται συνεπώς απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου για το ποσό των £1.422,91 σεντ πλέον νόμιμο τόκο πλέον έξοδα ως θα υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ) .............................. Στ. Σταύρου, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.