← Κύπρος

JOSEPH P LASALA κ.α. ν. Τάσου Πατσαλίδη κ.α., Αγωγή Αρ. 2952/06, 8 Φεβρουαρίου, 2007

JOSEPH P LASALA κ.α. ν. Τάσου Πατσαλίδη κ.α., Αγωγή Αρ. 2952/06, 8 Φεβρουαρίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2007:A13 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 2952/06 Μεταξύ:

  1. JOSEPH P. LASALA, από την Πολιτεία New Jersey των Η.Π.Α.
  2. FRED S. ZEIDMAN, από την Πολιτεία Τexas των Η.Π.Α. ως Συνδιαχειριστές του Εμπιστεύματος AremisSoft Corporation Liquidating Trust. Εναγόντων - και -
  3. Τάσου Πατσαλίδη, από τη Λευκωσία
  4. Μιχαήλ Τύμβιου, από τη Λευκωσία
  5. Άθου Γαβριήλ, από τη Λευκωσία
  6. Κούλλας Ορφανίδου, από τη Λευκωσία
  7. Γιώργου Σολωμού, από τη Λευκωσία
  8. Χριστιάνας Ανδρέου, από τη Λευκωσία
  9. Ανδρέα Μακλόκλα, από τη Λευκωσία Εναγομένων ---------------------- Αίτηση ημερ. 5.5.06 για παρεμπίπτοντα διατάγματα Ημερομηνία: 8 Φεβρουαρίου, 2007 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες/Αιτητές: κκ. Μαρκίδης, Καμπέρης και Ιεροθέου Για Εναγόμενο 2/Καθ΄ ου η αίτηση: κ. Ευαγγέλου για Εναγόμενη 4/Καθ΄ ης η αίτηση: Καμιά εμφάνιση ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες έχουν επιδοθεί σε μια υπερπροσπάθεια για εντοπισμό και είσπραξη εκατοντάδων εκατομμυρίων δολαρίων Αμερικής προς όφελος του εμπιστεύματος AremisSoft Corporation Liquidating Trust (στο εξής το εμπίστευμα), του οποίου είναι συνδιαχειριστές. Στο στόχαστρο τους, βασικά, βρίσκεται ο Κύπριος επιχειρηματίας Λυκούργος Κυπριανού στον οποίο καταλογίζουν δόλιες και παράνομες πράξεις, αποτέλεσα των οποίων ήταν η απόσπαση $500.000.000 από 6.000 Αμερικανούς επενδυτές ενώ ο ίδιος (και συνεργάτες του) αποκόμισε αστρονομικά ποσά. Με αυτό το υπόβαθρο κινήθηκαν εναντίον του δικαστικά για επανάκτηση των όσων κατ΄ επιλήψιμο, όπως διατείνονται, τρόπο εισέπραξε. Έκριναν, όμως, ότι για να επιτύχουν στο στόχο τους θα έπρεπε να εξασφαλίσουν πληροφορίες, αφ΄ ενός μεν για να εντοπίσουν τα διεκδικούμενα ποσά και αφ΄ ετέρου για να διαπιστώσουν κατά πόσο έχουν διαπραχθεί και άλλες αδικοπραξίες και, αν ναι, κατά πόσο σ΄ αυτές εμπλέκονται και άλλα πρόσωπα. Είναι στο πλαίσιο εξυπηρέτησης αυτού του σκοπού που κινήθηκε η παρούσα αγωγή εναντίον των εφτά εναγομένων, από τους οποίους παρέμειναν δύο, οι εναγόμενοι 2 και 4 (στο εξής οι καθ΄ ων η αίτηση). Αυτό γιατί, σ΄ ότι αφορά τους εναγόμενους 3, 5, 6 και 7 η αγωγή διακόπηκε, ενώ για τον εναγόμενο 1 εκδόθηκε εκ συμφώνου (τελικό) διάταγμα. Οι αιτητές δεν περιορίσθηκαν μόνο σε έγερση αγωγής. Ταυτόχρονα με αυτή, καταχώρησαν και μονομερή αίτηση - η οποία με διαταγή του Δικαστηρίου επιδόθηκε στους καθ΄ ων - ζητώντας τα ίδια ως και στην αγωγή διατάγματα. Πρόκειται για λεπτομερή και πολυδιάστατα διατάγματα τα οποία αποβλέπουν στο να διαταχθούν οι καθ΄ ων να προβούν σε ένορκη δήλωση, κι αυτό μέσα σε 10 ημέρες από την επίδοσή τους, αποκαλύπτοντας πληροφορίες και έγγραφα (Παρ. Α, Γ και Ε της αίτησης) για τις δραστηριότητες του Κυπριανού σ΄ ότι αφορά την υπόθεση. Αφορούν:- (Ι) Κατάλογο των φυσικών ή νομικών προσώπων, (α) Από τα οποία έλαβαν ή προς τα οποία έδωσαν εντολές ή οδηγίες ή με τα οποία είχαν συναλλαγές, κατά την εκτέλεση του ρόλου τους είτε ως εντολοδόχων και/ή αντιπροσώπων του Κυπριανού είτε των 75 προσώπων τα ονόματα των οποίων παρατίθενται σε σχετικό Πίνακα (στο εξής τα πρόσωπα του Πίνακα) και (β) Στα οποία ο Κυπριανού μετέφερε ή έλαβε ή είχε συναλλαγές πέραν των Λ.Κ.10.
  10. (ΙΙ) Δήλωση με την οποία να περιγράφουν πώς κατανοούν τις επιχειρηματικές δραστηριότητες του Κυπριανού, καθώς επίσης και πληροφορίες για τα περιουσιακά του στοιχεία και τις συναλλαγές που είχε με τα πρόσωπα του Πίνακα. (ΙΙΙ) Λεπτομερείς πληροφορίες και επεξηγήσεις, αναφορικά, (α) Με το όφελος που είχαν από οποιοδήποτε πρόσωπο του Πίνακα ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ανήκει ή ελέγχεται από τον Κυπριανού, ως και την ανάμειξη των εν λόγω προσώπων στις εντολές και/ή οδηγίες που τους δίδονταν, καθώς επίσης και στοιχεία των λογαριασμών τους, οπουδήποτε κι αν ευρίσκονται και (β) Με αγοραπωλησίες μετοχών ή δικαιωμάτων μετοχών της εταιρείας AremisSoft, δίδοντας προς τούτο πλήρη στοιχεία των προσώπων που αποκόμισαν το προϊόν της πώλησης, σε ποιο λογαριασμό κατέληξε το προϊόν αυτό και ποια ήταν η ανάμειξη του Κυπριανού στις σχετικές συναλλαγές. (ΙV) Aπολογισμό της σχέσης τους με τα πρόσωπα του Πίνακα και/ή των συναλλαγών που είχαν μαζί τους και/ή εκ μέρους τους, ως και κατάλογο οποιασδήποτε κινητής ή ακίνητης περιουσίας των εν λόγω προσώπων η οποία υπερβαίνει τις Λ.Κ.10.000, (V) Πληροφορίες και έγγραφα για τις επιχειρηματικές δραστηριότητες και συναλλαγές του Κυπριανού σε όλο τον κόσμο (σε σχέση με ό,τι ζητείται πιο πάνω) και το ίδιο να πράξουν και για τη σύζυγο του Ερμιόνη Κυπριανού. (VI) Όλα τα έγγραφα και πληροφορίες που αφορούν:- (α) Αγοραπωλησίες μετοχών των εταιρειών AremisSoft και Global Consolidator από πρόσωπα του Πίνακα, αγοραπωλησίες μετοχών της AremisSoft από τις εταιρείες Southwood, Semark και Sincock ως και πωλήσεις μετοχών της AremisSoft στην εταιρεία MCInvest, (β) Μεταφορές κεφαλαίων σε τραπεζιτικούς λογαριασμούς του ζεύγους Κυπριανού, ως και μεταφορές κεφαλαίων από την AremisSoft προς κατονομαζόμενες στην αίτηση εταιρείες, (γ) Πρόσωπα του Πίνακα - που κατονομάζονται - ως και έγγραφα που σχετίζονται με τη σύσταση συγκεκριμένων εταιρειών στις Βρεττανικές Παρθένους Νήσους, (δ) Έκθεση προς την AremisSoft σχετικά με ψευδή εισοδήματα από πωλήσεις κατονομαζόμενων στην αίτηση εταιρειών, (ε) Τραπεζιτικούς λογαριασμούς στη Loyds TSB προσώπων του Πίνακα ως και τα εισοδήματα κεφαλαίων των εν λόγω λογαριασμών, (στ) Αρχεία επικοινωνιών με πρόσωπα του Πίνακα ως και τα έγγραφα που σχετίζονται με τρία διαμερίσματα στο Λονδίνο, (ζ) Ψηφίσματα εταιρειών και εξουσιοδοτήσεις υπογραφών, σε σχέση με τραπεζιτικούς λογαριασμούς είτε στην Κύπρο είτε στο εξωτερικό προσώπων του Πίνακα, καταστάσεις των εν λόγω λογαριασμών, πληροφορίες για την πηγή των κεφαλαίων, καθώς επίσης και στοιχεία για τα πρόσωπα που είχαν με οποιοδήποτε τρόπο ανάμειξη στους εν λόγω λογαριασμούς και (η) Εσωτερικά σημειώματα, αναφορές, αρχεία και ηλεκτρονικά αποθηκευμένα στοιχεία για όλα τα πιο πάνω θέματα. Η αίτηση, πέραν από τη συνήθη νομική βάση (άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και άρθρα 4, 5 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6), στηρίζεται στο άρθρο 7 του αγγλικού The Banker´s Book Evidence Act 1879 και (κυρίως) στη νομική αρχή που καθιερώθηκε από τις υποθέσεις Norwich Pharmacal Co and others v. Commissioners and Customs Excise

(1973)2 All E.R. 943 και Bankers Trust v. Shapira
(1980)1 WLR
  1. Όσον αφορά τα γεγονότα, αυτά εκτίθενται σε ένορκη δήλωση του Αμερικανού Δικηγόρου Ronald Lefton, στην οποία επισυνάπτονται ως τεκμήρια σωρεία εγγράφων. Μέσα απ΄ αυτή σκιαγραφείται μια πρωτοφανής για τα κυπριακά δεδομένα υπόθεση με πρωταγωνιστή τον επιχειρηματία Κυπριανού ο οποίος, αφού ίδρυσε στην Αμερική την εταιρεία AremisSoft, κατόρθωσε, με επιλήψιμους όπως του καταλογίζεται τρόπους, να αποσπάσει $500.000.000 από 6.000 Αμερικανούς επενδυτές, αποκομίζοντας για τον εαυτό του τεράστια ποσά. Εκτενής αναφορά στο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης δεν θα εξυπηρετούσε, πέραν από την υπερφόρτωση της παρούσας, οποιοδήποτε χρήσιμο σκοπό. Ό,τι απαιτείται να επισημανθεί είναι ότι περιστρέφεται, βασικά, γύρω από το ιστορικό σύστασης της AremisSoft, τον πλήρη έλεγχο της από τον Κυπριανού, τις επιλήψιμες ενέργειες του, τη διοχέτευση τεράστιων χρηματικών ποσών από την Αμερική σε διάφορες τράπεζες του εξωτερικού, συμπεριλαμβανομένων και κυπριακών, την ίδρυση και τους σκοπούς του εμπιστεύματος, την ανάμειξη των καθ΄ ων η αίτηση σε δραστηριότητες του Κυπριανού και την ανάγκη να δώσουν τις ζητούμενες πληροφορίες ή έγγραφα. Πιο συγκεκριμένα:-
  2. Η AremisSoft συστάθηκε στην Πολιτεία Delaware των Η.Π.Α. και είχε ως κύριο τόπο των εργασιών της την Πολιτεία New Jersey. O Kυπριανού, ως ιδρυτής και κύριος μέτοχος της εταιρείας, διετέλεσε πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου, πρώτος εκτελεστικός διευθυντής και μεταγενέστερα διορίσθηκε στη τιμητική θέση του ιδρυτή προέδρου (founding chairman), θέσεις τις οποίες απώλεσε τον Σεπτέμβρη του 2001 με σχετική ανακοίνωση της εταιρείας. Υπό τις πιο πάνω ιδιότητες υπήρξε το «ελέγχον πρόσωπο» (control person) της εταιρείας, εν τη εννοία του σχετικού όρου που χρησιμοποιεί ο Αμερικανικός Νόμος, κάτι που επιβεβαιώνεται και από τα πολύ σημαντικά οφέλη που είχε από το 1997 και μεταγενέστερα.
  3. Κατά την περίοδο 1998-2001 ο Κυπριανού ανέπτυξε δόλια και παράνομη δραστηριότητα τεραστίων διαστάσεων με διεθνή αντίκτυπο. Περιλάμβανε, μεταξύ άλλων, αλλοιώσεις εγγράφων και δημοσιεύσεις ψευδών ή παραπλανητικών εκθέσεων ή ανακοινώσεων σε σχέση με τα οικονομικά δεδομένα ή λογαριασμούς της εταιρείας. Αποτέλεσμα τούτων ήταν η αγορά από 6.000 επενδυτές, κατά την περίοδο Απριλίου 1999 - Ιουλίου 2001, μετοχών της εταιρείας αντί του συνολικού ποσού των $500.000.000, ενώ ο ίδιος αποκόμισε και διοχέτευσε εκτός Αμερικής τεράστια χρηματικά ποσά. Πού κατέληξαν τα εν λόγω ποσά αποτελεί αντικείμενο έρευνας από τους αιτητές, στο πλαίσιο της οποίας χρησιμοποίησαν και την παρούσα διαδικασία, προκειμένου να εξασφαλίσουν πληροφορίες για να ακολουθήσουν, εντοπίσουν και ανακτήσουν τα όσα με επιλήψιμο τρόπο αποκόμισε ο Κυπριανού και, περαιτέρω, να διαπιστώσουν κατά πόσον έχουν διαπραχθεί κι άλλες αδικοπραξίες και, αν ναι, κατά πόσο σ΄ αυτές εμπλέκονται κι άλλοι αδικοπραγήσαντες. Να σημειωθεί, στο σημείο αυτό, ότι εναντίον του Κυπριανού, ως και άλλων προσώπων, εκκρεμούν δικαστικές διαδικασίες τόσο στην Κύπρο όσο και στην Αγγλία και Βρετανικές Παρθένους Νήσους, όπου συστάθηκαν ή εξαγοράσθηκαν με δόλιο τρόπο εταιρείες που χρησιμοποίησε ο Κυπριανού για υλοποίηση των σχεδίων του.
  4. Το εμπίστευμα δημιουργήθηκε με έγκριση Αμερικανικού Δικαστηρίου προς όφελος της AremisSoft και των 6.000 καταδολιευθέντων αγοραστών μετοχών, κατ΄ ακολουθία προσφυγής της εταιρείας, το Μάρτη του 2002, με την οποία ζήτησε την προστασία της πτωχευτικής διαδικασίας. Με τη δημιουργία του εμπιστεύματος διορίσθηκαν στις 29.7.02 ως συνδιαχειριστές οι αητητές, με εξουσία, μεταξύ άλλων, την έγερση αγωγών για ανάκτηση των $500.000.000 που, όπως προβάλλεται, αποτελεί το προϊόν του δόλου του Κυπριανού σε βάρος των εν λόγω επενδυτών.
  5. Με την διακοπή των σχέσεων του Κυπριανού με την εταιρεία, το Σεπτέμβρη του 2001, διεξάχθηκε εσωτερική έρευνα στην εταιρεία η οποία, στη συνέχεια, επεκτάθηκε και σε άλλες χώρες, όπως στην Κύπρο, Βρετανία και Βρετανικές Παρθένες Νήσους, όπου λήφθηκαν και δικαστικά μέτρα εναντίον του Κυπριανού και άλλων προσώπων. Από τις έρευνες αυτές, αλλά και από τις δικαστικές διαδικασίες που λήφθηκαν από τους αιτητές, αποκαλύφθηκε σωρεία αδικοπραξιών του Κυπριανού και άλλων συνωμοτών ή συνεργατών του, καθώς επίσης και o παράνομος τρόπος που χρησιμοποίησε για τη διοχέτευση τεράστιων χρηματικών ποσών εκτός Αμερικής. Αποκαλύφθηκε, επίσης, από έγγραφα (τα οποία επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση ως τεκμήρια), αλλά και από άλλες πηγές, ότι οι καθ΄ων η αίτηση είχαν ανάμειξη ή διευκόλυναν τις επιλήψιμες ή παράνομες πράξεις του Κυπριανού και των συνωμοτών ή συνεργατών του. Πιο συγκεκριμένα:- (α) Ο Καθ΄ ου η αίτηση εναγόμενος 2 ήταν ο επικεφαλής οικονομικός διευθυντής της AremisSoft και συνέταιρος σε λογιστικό οίκο με τον εναγόμενο
  6. Υπό τις ιδιότητες αυτές και κατά την εκτέλεση του ρόλου του ως εντολοδόχου και/ή αντιπροσώπου του Κυπριανού και/ή προσώπων του Πίνακα, βοήθησε τον Κυπριανού στη διαχείριση του χαρτοφυλακίου του και πραγματοποίησε μεταφορές χρημάτων προς όφελος ή για λογαριασμό του (παρ. 40-41 της ένορκης δήλωσης και τεκμ. 25). Περαιτέρω, κατά παράβαση των θέσμιων καθηκόντων του, αφιέρωσε εργασιακό χρόνο στην εταιρεία Global Consolidator (παρ. 39 ένορκης δήλωσης και τεκ. 24), η οποία ελεγχόταν από τον Κυπριανού, και διετέλεσε διευθυντής και/ή εντολοδόχος και/ή αντιπρόσωπος του Κυπριανού και σε άλλες ελεγχόμενες απ΄ αυτόν εταιρείες, οι οποίες αναφέρονται στην παρ. 42 της ένορκης δήλωσης και στο τεκμ. 26 που επισυνάπτεται σ΄ αυτή και (β) Η καθ΄ ης η αίτηση εναγόμενη 4 ήταν εργοδοτούμενη της AremisSoft και τώρα εργοδοτείται από τον Κυπριανού και/ή από πρόσωπα που του ανήκουν ή που ελέγχει. Στο πλαίσιο της εκτέλεσης του ρόλου της ως εντολοδόχου και/ή αντιπροσώπου του Κυπριανού και/ή Προσώπων του Πίνακα, όπως διατείνεται ο ενόρκως δηλών, έδωσε οδηγίες για μεγάλο αριθμό μεταφορών χρημάτων, προϊόν των επιλήψιμων ενεργειών του Κυπριανού, σε προσωπικούς του τραπεζιτικούς λογαριασμούς. Προς τούτο δίδονται συγκεκριμένα στοιχεία στις παρ. 57-66 της ένορκης δήλωσης και προς στήριξη τους γίνεται παραπομπή στα έγγραφα τεκμ.28 και
  7. Είναι θέση των αιτητών, ενόψει των όσων προβάλλονται στην ένορκη δήλωση και των εγγράφων που επισυνάπτονται σ΄ αυτή, ότι οι καθ΄ ων η αίτηση κατά την εκτέλεση του αναφερθέντος ρόλου τους αναμείχθηκαν στις παρανομίες του Κυπριανού και των συνεργατών του και κατέχουν πληροφορίες και έγγραφα που αφορούν τις επιλήψιμες δραστηριότητες του και, επομένως, το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια για έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων και, αν αυτή θα είναι η κατάληξη, οι αιτητές συμφωνούν να καταβάλουν εύλογα έξοδα για σκοπούς συμμόρφωσης. Οι καθ΄ ων η αίτηση έφεραν ένσταση στην έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Τελικά, όμως, η καθ΄ ης η αίτηση-εναγόμενη 4 επέλεξε να μη εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου για υποστήριξη των λόγων ένστασης της. Κι αυτό, όταν το Δικαστήριο δεν ικανοποίησε αίτημα να της παραχωρηθεί νομική αρωγή, με αποτέλεσμα οι δικηγόροι της να ζητήσουν, και να τους δοθεί, άδεια να αποσυρθούν. Έκτοτε δεν εμφανίσθηκε στη διαδικασία, παρόλο που ειδοποιήθηκε τόσο από τον Πρωτοκολλητή όσο και από τους συνηγόρους των αιτητών. Ο καθ΄ ου η αίτηση-εναγόμενος 2 προβάλλει με την ένστασή του 10 λόγους για τη μη αποδοχή της αίτησης, τους ακόλουθους:
  8. Με βάση την ισχύουσα νομοθεσία, περιλαμβανομένων και των άρθρων 4 και 5 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου και άρθρο 31 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, τα Κυπριακά Δικαστήρια στερούνται εξουσίας για έκδοση διαταγμάτων της αιτούμενης φύσεως.
  9. Δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/
  10. Τα αιτούμενα διατάγματα είναι ταυτόσημα με ό,τι ζητείται στην αγωγή και αποδοχή της αίτησης θα καθιστούσε την αγωγή άνευ αντικειμένου, στερώντας από τον καθ΄ ου το δικαίωμα υπεράσπισης (λόγοι 3 και 4).
  11. Η επικαλούμενη από τους αιτητές νομολογία δεν εφαρμόζεται στην Κύπρο και, εν πάση περιπτώσει, δεν τυγχάνει εφαρμογής στην προκείμενη περίπτωση.
  12. Οι αιτητές ζήτησαν και/ή εξασφάλισαν από αλλοδαπά Δικαστήρια θεραπείες προς ικανοποίηση των αξιώσεων τους, για τις οποίες ζητούν τις επίδικες πληροφορίες ή έγγραφα.
  13. Με βάση την αρχή της εμπιστευτικότητας δεσμεύεται να μη αποκαλύψει τις ζητούμενες πληροφορίες ή έγγραφα, γιατί οτιδήποτε ζητείται από τους αιτητές περιήλθε σε γνώση του υπό την ιδιότητά του ως κατάλληλου και/ή επαγγελματία παροχέα υπηρεσιών και/ή αξιωματούχου εταιρειών.
  14. Το δικαίωμα σιωπής και πιο ειδικά το δικαίωμα της μη αυτοενοχοποίησης.
  15. Έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων θα παραβίαζε τα άρθρα 17, 19 και 35 του Συντάγματος και
  16. Αντικειμενικά, αν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, είναι αδύνατη η συμμόρφωση του. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση στην οποία ο καθ΄ ου προβάλλει τα ακόλουθα, βασικά, γεγονότα:-
  17. Είναι επαγγελματίας λογιστής/ελεγκτής και το Γενάρη του 1991 ίδρυσε μαζί με τον εναγόμενο 1 τον λογιστικό οίκο «Πατσαλίδης και Τύμβιος». Από τον οίκο αυτό αποχώρησε τον Οκτώβρη του 1999, αλλά συνέχισε να προσφέρει κάποιες υπηρεσίες μέχρι τέλους του 2000, οι οποίες ήταν αναγκαίες για την εύρυθμη και ομαλή συνέχιση των εργασιών του συνεταιρισμού.
  18. Ο πιο πάνω οίκος, πέραν από τις συνήθεις λογιστικές και ελεγκτικές υπηρεσίες, διαχειριζόταν μεγάλο αριθμό εταιρειών (γύρω στις 600) ή ενεργούσε ως αντιπρόσωπος εταιρειών, ή παρείχε σ΄ αυτές υπηρεσίες αξιωματούχων εταιρειών. Στο πλαίσιο παροχής των υπηρεσιών αυτών είναι πιθανό να είχε τη διαχείριση ή να διατέλεσε διευθυντής και εταιρειών που αναφέρονται στην αίτηση των αιτητών. Περαιτέρω, είναι πιθανό να πήρε ή να υπόγραψε εκατοντάδες, αν όχι χιλιάδες, έγγραφα ή να διεκπεραίωσε πλήθος εντολών, απ΄ αυτά ή απ΄ αυτές στις οποίες αναφέρεται ο ενόρκως δηλών των αιτητών. Είναι όμως ανθρωπίνως αδύνατο να θυμάται τι έγγραφα υπόγραψε ή τι εντολές διεκπεραίωσε, ενόψει και του γεγονότος ότι όταν αποχώρησε από τον πιο πάνω οίκο δεν κράτησε και δεν έχει στην κατοχή του έγγραφα, τα οποία εν πάση περιπτώσει αποτελούν περιουσιακά στοιχεία ή μέρος του αρχείου των εταιρειών προς τις οποίες παρείχε ως επαγγελματίας υπηρεσίες. Επομένως, αντικειμενικά, είναι αδύνατο να συμμορφωθεί προς τις απαιτήσεις των διαταγμάτων, στην περίπτωση που το Δικαστήριο ήθελε εκδώσει.
  19. Παρά τα πιο πάνω, θυμάται και είναι σε θέση να δηλώσει ότι το 2001 η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου και η Αστυνομία διενήργησαν έρευνες εναντίον διαφόρων προσώπων, στο πλαίσιο των οποίων ζητήθηκε τόσον από τον ίδιο όσο και από τον εναγόμενο 1 να αποκαλύψουν πληροφορίες, στοιχεία και έγγραφα αναφορικά με εταιρείες του Πίνακα. Την απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς την πρόσβαλαν με επιτυχία στο Ανώτατο Δικαστήριο με τις προσφυγές 206 και 207/01 και όσον αφορά τις αστυνομικές έρευνες επικαλέσθηκε το δικαίωμα σιωπής. Περαιτέρω, με την έναρξη των εν λόγω ερευνών η αστυνομία έκδωσε ειδοποίηση για προσαγωγή εγγράφων με βάση το άρθρο 6
(1)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, στην οποία δεν υπήρχε δυνατότητα συμμόρφωσης γιατί μόλις άρχισαν οι έρευνες στην Κύπρο οι επηρεαζόμενοι πελάτες ζήτησαν να τους επιστραφούν, και τους επιστράφηκαν, όλα τα στοιχεία και έγγραφα που αποτελούσαν περιουσιακά τους στοιχεία. Για το γεγονός αυτό, διατείνεται, ενημέρωσαν μέσω των δικηγόρων τους τόσο την αστυνομία όσο και την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.
  1. Κατά την περίοδο 1.10.99 - 26.7.2001 εργάσθηκε ως οικονομικός διευθυντής στην AremisSoft. Στα πλαίσια των καθηκόντων του πιθανό να έλαβε και/ή να υπόγραψε έγγραφα, απ΄ αυτά που αναφέρει ο ενόρκως δηλών των αιτητών, αλλά δεν έχει ούτε θα μπορούσε να κρατήσει σχετικά στοιχεία και είναι ανθρωπίνως αδύνατο να θυμάται τι έκαμε κατά την εν λόγω περίοδο.
  2. Κατά την περίοδο που προηγήθηκε της δημιουργίας και δημοσιοποίησης της εταιρείας Global Consolidator ενεργούσε ως σύμβουλος στην εταιρεία αυτή και κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του πιθανό να πήρε και/ή να υπόγραψε έγγραφα, απ΄ αυτά στα οποία αναφέρεται ο ενόρκως δήλων των αιτητών, αλλά δεν έχει ούτε μπορούσε να κρατήσει στοιχεία και είναι ανθρωπίνως αδύνατο να θυμάται οτιδήποτε απ΄ αυτά που ζητούν οι αιτητές. Στη βάση των πιο πάνω γεγονότων, αλλά και των λόγων που εγείρονται στην ένσταση του, ζητεί την απόρριψη της αίτησης με έξοδα σε βάρος των αιτητών. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους με εμπεριστατωμένες (γραπτές) αγορεύσεις. Η αγόρευσης των αιτητών καταλαμβάνει 107 σελίδες. Με αυτή, αφού γίνεται εκτενής αναφορά στα γεγονότα που συνθέτουν την υπόθεση, - ίδρυση και δραστηριότητα της AremisSoft, τον πλήρη έλεγχο της από τον Κυπριανού, τα στοιχεία που τεκμηριώνουν τις αποδιδόμενες σ΄ αυτόν επιλήψιμες πράξεις, το τι αποκόμισε ως αποτέλεσμα τούτων και πως διοχετεύτηκε το προϊόν εκτός Αμερικής, αποκάλυψη του δόλου ή παρανομιών και έρευνες που επακολούθησαν, ίδρυση του εμπιστεύματος και διορισμό των αιτητών ως συνδιαχειριστών, δικαστικές διαδικασίες που ακολούθησαν οι αιτητές τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό με αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, να παγοποιηθούν τα περιουσιακά στοιχεία του ζεύγους Κυπριανού και να εξασφαλισθούν (στο εξωτερικό) διατάγματα αποκάλυψης, στη σχέση των προσώπων του Πίνακα με το δόλο ή παράνομες πράξεις του Κυπριανού, ανάμειξη των καθ΄ ων η αίτηση στις επιλήψιμες πράξεις του Κυπριανού και η διευκόλυνση που του παρείχαν ως και ποια ήταν η συμπεριφορά τους στην παρούσα αίτηση - προώθησαν την αίτηση τους με βάση το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και τις αρχές της επιείκειας, όπως αυτές εκφράζονται στην υπόθεση Norwich (ανωτέρω) και έτυχαν περαιτέρω εξέλιξης από τη νομολογία που επακολούθησε. Με τη σειρά τους οι συνήγοροι του εναγόμενου 2 - καθ΄ου η αίτηση, αναπτύσσουν στην αγόρευση τους τούς λόγους ένστασης, οι οποίοι αποτελούν αντικείμενο αντίκρουσης στην αγόρευση των συνηγόρων των αιτητών. Έχω μελετήσει με προσοχή την αίτηση και ένσταση των μερών, ως και τις ενόρκους δηλώσεις που τις συνοδεύουν, καθώς επίσης και τα όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι υποστήριξαν ή έθεσαν με τις αγορεύσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου. Κρίνω ότι η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας, που έχει το Δικαστήριο για έκδοση ή μη των αιτούμενων διαταγμάτων, είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την εγκυρότητα των λόγων ένστασης, αν δηλαδή οι εν λόγω λόγοι, ή οποιοσδήποτε τούτων, ευσταθεί ή όχι. Θα προχωρήσω, επομένως, στην εξέταση των προβληθέντων λόγων, εκθέτοντας για ένα έκαστο τούτων τα βασικά επιχειρήματα ή θέσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων των δύο μερών, αρχίζοντας από τον 1ο λόγο - αν δηλαδή:-
  3. Τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν ή όχι εξουσία για έκδοση διαταγμάτων της αιτούμενης φύσεως. Η εξουσία των (Κυπριακών) Δικαστηρίων για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, υποστήριξε ο κ. Ευαγγέλου, καθορίζεται νομοθετικά και τέτοια εξουσία δεν παρέχεται για έκδοση διαταγμάτων της αιτούμενης φύσεως από τις πρόνοιες των άρθρων 4 και 5 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 ως και του άρθρου 31 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
  4. Η δικαιοδοσία, υπενθύμισε, απονέμεται στο Δικαστήριο από το Σύνταγμα ή το Νόμο και οι διατάξεις του άρθρου 31 δεν την επεκτείνουν. Παρέπεμψε, σχετικά, στην Αγωγή Ναυτοδικείου 70/88, Somrani άλλως Elelyan v. Ship Poseidonia
(1990)1 AAΔ 990. Οι συνήγοροι των αιτητών αντέτειναν ότι η αίτηση βασίζεται στο άρθρο 32 του Ν. 14/60 και στις αρχές της επιείκειας, όπως αυτές έχουν εκφραστεί στις Αγγλικές υποθέσεις Norwich Pharmacal Co και Bankers Trust. Επί του προκειμένου, αφού υπενθύμισαν ότι το άρθρο 32 παρέχει το ουσιαστικό δίκαιο για τα προσωρινά διατάγματα (Parico v. Muskita
(2002)1 (Γ) AAΔ 2015) και την εφαρμογή από τα Κυπριακά Δικαστήρια των αρχών της επιείκειας (αρ. 29
(1)(γ) του περί Δικαστηρίων Νόμου), εισηγήθηκαν ότι η νομική αρχή της υπόθεσης Norwich Pharmacal παρέχει στα δικαστήρια δικαιοδοσία για έκδοση διαταγμάτων της αιτούμενης φύσης. Η νομική αρχή της υπόθεσης αυτής, υπέδειξαν, αποτελεί ξεχωριστή αιτία αγωγής εναντίον τρίτων προσώπων, τα οποία αναμείχθηκαν ή συνδέθηκαν με οποιοδήποτε τρόπο με την παράνομη πράξη. Κι αυτό στο πλαίσιο της εφαρμογής του Δικαίου της Επιείκειας, όπως προκύπτει από την αγγλική νομολογία. Το υπό κρίση ζήτημα, κατά την άποψή μου, είναι άμεσα συνυφασμένο με την απάντηση που θα δοθεί στο ερώτημα κατά πόσο διατάγματα της αιτούμενης φύσεως είναι ή όχι δημιούργημα του Δικαίου της Επιείκειας. Θετική απάντηση στο ερώτημα θα επιφέρει την απόρριψη του λόγου ένστασης, γιατί σύμφωνα με το άρθρο 29
(1)(γ) του Περί Δικαστηρίων Νόμου τα Κυπριακά Δικαστήρια εφαρμόζουν τις αρχές της επιείκειας και είναι στο πλαίσιο αυτής της εφαρμογής που έχουν εξουσία να εκδίδουν παρεμπίπτοντα διατάγματα σύμφωνα με το άρθρο 32, που αποτελεί το ουσιαστικό δίκαιο έκδοσής τους (βλ. Parito, ανωτέρω). Το ότι οι αρχές του Δικαίου της Επιείκειας εφαρμόζονται και από τα Κυπριακά Δικαστήρια, εφόσον δεν γίνεται διάφορη ρύθμιση από τη νομοθεσία της Κύπρου, σχετική είναι και η υπόθεση Χριστοφίδη ν. Κοτζαναστάση
(1993)1 ΑΑΔ 718. Τέτοια ειδική νομοθετική ρύθμιση, που να μη επιτρέπει την έκδοση διαταγμάτων της αιτούμενης φύσης δεν υπάρχει, ούτε οιοσδήποτε συνήγορος επικαλέσθηκε κάτι τέτοιο. Επομένως, αν κριθεί ότι οι αιτούμενες θεραπείες είναι δημιούργημα του Δικαίου της Επιείκειας τότε το Δικαστήριο έχει εξουσία να τις παράσχει. Η φύση των αιτουμένων διαταγμάτων έχει ήδη προσδιοριστεί πιο πάνω. Πρόκειται για διατάγματα αποκάλυψης (disclosure) πληροφοριών και εγγράφων που στρέφονται κατά προσώπων που, όπως είναι η θέση των αιτητών, αναμείχθηκαν σε αδικοπραξίες ή παράνομες δραστηριότητες άλλου προσώπου (μη διάδικου εδώ), ή υποβοήθησαν το άλλο πρόσωπο στις επιλήψιμες δραστηριότητές του. Το ότι το Δίκαιο της Επιείκειας παρέχει τέτοια θεραπεία στο ζημιωθέν μέρος προκύπτει έκδηλα από τις υποθέσεις Norwich Pharmacal Co and Bankers Trust (εκτενής αναφορά στις οποίες θα γίνει πιο κάτω), κάτι που επισημάνθηκε και στις καναδικές αποφάσεις (που έθεσαν σε γνώση του Δικαστηρίου οι συνήγοροι των αιτητών) Glaxo Wellcome PLC v. M.N.R., 1998 Can LH 9071 (F.C.A.)
(1998)4 F.C. 439 (C.A.) και Alberta Treasury Branches v. Leahy, 2000 ABQB 575 (CanLII). Παραθέτω, σχετικά, το πιο κάτω απόσπασμα από την παρ. 70 της υπόθεσης Αlberta:- «
(70)The jurisdiction of the court to grant such relief is based on the ancient equitable bill of discovery which was the subject of renewed interest in a series of cases starting with Norwich. A concise summary of the remedy is contained in Stone J.A. ´s judgement in Glaxo Wellcome PLC v. M.N.R., 1998 CanLII 9071 (F.C.A.),
(1988)4 F.C. 439 (C.A.) at 458 (footnote references omitted). The equitable bill of discovery is in essence a form of pre-action discovery. It is of ancient origin. It developed alongside the procedures for discovery which are ordinarily available in the course of litigation and which, it is worth noting, also originated in the courts of equity. This remedy permits a court, acting through its equitable jurisdiction, to order discovery of a person against whom the applicant for the bill of discovery has no cause of action and who is not a party to contemplated litigation. While it appears that an independent action for discovery cannot be brought against a person who is in the position of a ´mere witness´ or bystander to the cause of action, the case law suggests that a bill of discovery may be issued against an individual who is in some way connected to or involved in the misconduct.» Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω κρίνω ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν εξουσία για έκδοση διαταγμάτων της αιτούμενης φύσης, νοουμένου βεβαίως ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου. Συνακόλουθα, ο σχετικός λόγος ένστασης απορρίπτεται και ακολουθεί η εξέταση του δεύτερου λόγου, αν δηλαδή:-
  1. Ικανοποιούνται ή όχι οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/
  2. Στο πλαίσιο εξέτασης του υπό κρίση ζητήματος θα εξετασθούν και οι λόγοι ένστασης 3, 4 και 5 ανωτέρω. Αυτό, λόγω του ότι οι τέσσερεις λόγοι συνδέονται μεταξύ τους και σε σχέση με αυτούς ο συνήγορος του καθ΄ ου πρόβαλε κοινή επιχειρηματολογία. Έχοντας προβεί σ΄ αυτή τη διευκρίνιση προχωρώ σε (σύντομη) παράθεση των εκατέρωθεν βασικών επιχειρημάτων. Έχουν ως ακολούθως:-
  3. Με όσα έχουν θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου οι αιτητές, εισηγήθηκαν οι συνήγοροι τους, ικανοποιούνται και οι τρεις (γνωστές) προϋποθέσεις του άρθρου
  4. Αντίθετη είναι η θέση του συνηγόρου του καθ΄ ου. Καμιά από τις τρεις προϋποθέσεις, υποστήριξε, δεν ικανοποιείται και, εν πάση περιπτώσει, δεν προκύπτει ότι είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Επί του προκειμένου οι συνήγοροι των αιτητών έκαμαν εκτενή αναφορά τόσο στην Κυπριακή νομολογία όσο και στη νομική αρχή της υπόθεσης Norwich, όπως αυτή εξελίχθηκε από την αγγλική αλλά και την καναδέζικη νομολογία, για να στηρίξουν, τις ακόλουθες θέσεις:- Η νομική αρχή της υπόθεσης Norwich αποτελεί ξεχωριστή αιτία αγωγής και δίδει τη δυνατότητα έγερσης αγωγής εναντίον προσώπων που αναμείχθηκαν ή συνδέθηκαν με οποιοδήποτε τρόπο στην παράνομη πράξη. Οι καθ΄ ων η αίτηση, με όσα τεκμηριωμένα επικαλούνται οι αιτητές, αναμείχθηκαν στις αδικοπραξίες του Κυπριανού και κατέχουν σημαντικές πληροφορίες ή έγγραφα. Έχουν, επομένως, υποχρέωση, δυνάμει του Δικαίου της Επιείκειας, να τις αποκαλύψουν στα θύματα του δόλου (τα οποία αντιπροσωπεύονται από τους αιτητές). Αφενός μεν για να αποκαλυφθεί ο τρόπος και ο τόπος που κατέληξαν τα χρήματα, το προϊόν δηλαδή των παράνομων πράξεων και, αφετέρου, να πληροφορηθούν οι αιτητές αν διεπράχθηκαν περαιτέρω αδικοπραξίες και, αν ναι, κατά πόσο σ΄ αυτές εμπλέκονται πέραν του Κυπριανού και άλλα πρόσωπα και, αν ναι, ποια είναι αυτά. Στη βάση αυτή, εισηγήθηκαν, οι αιτητές έχουν αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των καθ΄ ων η αίτηση ή, τουλάχιστο, προβάλλονται σοβαρές ενδείξεις ύπαρξης τέτοιου ουσιαστικού δικαιώματος (Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft, Πολ. Έφεση 11159/20.11.02) και, περαιτέρω, κατέδειξαν ότι εγείρεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, με ορατή προοπτική ή πιθανότητα ότι δικαιούνται στις ζητούμενες θεραπείες. Τέλος, σ΄ ότι αφορά την τρίτη προϋπόθεση, υποστήριξαν ότι αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα υπάρχει πραγματικός κίνδυνος η απόφαση που ενδεχομένως θα εκδοθεί προς όφελος των αιτητών να μη ικανοποιηθεί, κίνδυνος που θα εξαλειφθεί αν εκδοθούν οι αιτούμενες θεραπείες.
  5. Είναι θέση του συνήγορου του καθ΄ ου ότι οι ζητούμενες με την αίτηση θεραπείες είναι ταυτόσημες με ό,τι ζητείται και στην αγωγή. Με την έκδοση τους, υποστήριξαν, θα ανατραπεί η υφιστάμενη κατάσταση πραγμάτων (status quo), θα στερηθεί ο καθ΄ ου από το συνταγματικό δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπισή του σε κανονική δίκη και, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστατικών της υπόθεσης, το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ του καθ΄ ου και εναντίον των αιτητών. Παρέπεμψε, σχετικά, στην υπόθεση Parico v. Muskita, ανωτέρω. Οι συνήγοροι των αιτητών, αντικρούοντας τις πιο πάνω θέσεις, πρόβαλαν ότι ναι μεν είναι ανεπιθύμητο να εκδίδονται σε ενδιάμεση αίτηση διατάγματα τα οποία αποφασίζουν τελεσίδικα τα όσα ζητούνται και με την αγωγή (βλ. Mιχαήλ ν. Πρεβίνος
(1969)1 CLR 578) αλλά το ανεπιθύμητο δεν ταυτίζεται με την απαγόρευση, ούτε αποκλείεται (βλ. Κουνούνα ν. C & A Simons Ltd, Πολ. Έφεση 11077/13.9.02). Τα περιστατικά της υπό κρίση υπόθεσης, υποστήριξαν, είναι τέτοια που δικαιολογούν την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων, έστω κι αν αυτά ταυτίζονται με ό,τι ζητείται και στην αγωγή. Περαιτέρω, οι καθ΄ ων η αίτηση δεν αποστερήθηκαν του δικαιώματος για υπεράσπιση και όσον αφορά το ισοζύγιο της ευχέρειας αυτό, με βάση και πάλι τα περιστατικά της υπόθεσης, κλίνει καταφανώς υπέρ των αιτητών. 3. Η αγγλική νομολογία, υποστήριξε ο συνήγορος του καθ΄ ου, δεν είναι δεσμευτική για τα Κυπριακά Δικαστήρια (ABP Holdings Ltd v. Kιταλίδη κ.α. (Αρ.2)
(1994)1 ΑΑΔ 694) και εν πάση περιπτώσει η νομική αρχή που επικαλούνται οι αιτητές δεν τυγχάνει εφαρμογής. Αυτό, γιατί οι αιτητές γνωρίζουν τα ονόματα των προσώπων τα οποία, σύμφωνα με όσα διατείνονται, έχουν αδικοπραγήσει σε βάρος τους και μάλιστα έχουν ήδη προχωρήσει εναντίον τους δικαστικά. Επί του προκειμένου, οι συνήγοροι των αιτητών αντέτειναν ότι τα αιτούμενα διατάγματα είναι προϊόν του Δικαίου της Επιείκειας, το οποίο εφαρμόζεται στην Κύπρο και τα Κυπριακά Δικαστήρια ακολουθούν την Αγγλική νομολογία όταν αυτή ερμηνεύει - όπως συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση - τις αρχές του Δικαίου της Επιείκειας. Περαιτέρω, επεσήμαναν ότι με βάση τα περιστατικά της υπόθεσης πιθανό να υπάρχουν και άλλα πρόσωπα που έχουν υποπέσει σε αδικοπραξίες, τα οποία δεν είναι γνωστά στους αιτητές και οι αιτούμενες θεραπείες είναι αναγκαίες τόσο για να αποκαλυφθεί ο τρόπος και ο τόπος που κατέληξαν τα χρήματα, το προϊόν δηλαδή του δόλου, όσο και για να αποκαλυφθούν τα στοιχεία και άλλων, ενδεχομένως, αδικοπραγήσαντων.
  1. Ο καθ΄ ου η αίτηση, πρόβαλε ο συνήγορος του, δεν έχει στην κατοχή του οποιαδήποτε έγγραφα ή στοιχεία και δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία για το αντίθετο. Περαιτέρω, είναι αδύνατο να θυμάται όσα οι αιτητές ζητούν να τους αποκαλύψει και επεσήμανε την πολυπλοκότητα και γενικότητα των αιτουμένων θεραπειών, σε αντίθετη με την απλότητα και σαφήνεια των θεμάτων που είχαν εγερθεί στις υποθέσεις Norwich Pharmacal Co και Βankers Trust, ανωτέρω. Οι συνήγοροι των αιτητών αντέτειναν ότι ο καθ΄ ου υπήρξε βασικός συνεργάτης του Κυπριανού και λόγω της ουσιαστικής του ανάμειξης στις δραστηριότητες του κατέχει σημαντικές πληροφορίες. Επεσήμαναν, επίσης, την καταφανή προσπάθεια του να αποκρύψει την αλήθεια, επικαλούμενος συνεχώς στην ένορκη δήλωσή του ότι «δεν γνωρίζει», «δεν έχει στην κατοχή του» και «δεν θυμάται», ενώ από την άλλη επικαλείται την αρχή της εμπιστευτικότητας για να αποφύγει να αποκαλύψει όσα γνωρίζει και, τέλος,
  2. Είναι θέση του συνηγόρου του καθ΄ ου ότι ήδη οι αιτητές έχουν κινήσει αγωγές εναντίον του ζεύγους Κυπριανού και άλλων προσώπων, με τις οποίες διεκδικούν πολλά εκατομμύρια δολάρια. Επομένως, υποστήριξε, γνωρίζουν τα ονόματα των προσώπων που, όπως διατείνονται, έχουν αδικοπραγήσει σε βάρος τους, κάτι που δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις για έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων στη βάση της νομολογίας που επικαλούνται. Οι συνήγοροι των αιτητών, αντικρούοντας τον σχετικό λόγο ένστασης, αντέτειναν ότι όπως αυτός είναι διατυπωμένος στην ένσταση δεν είναι κατανοητός. Εν πάση περιπτώσει, αν με τον εν λόγω λόγο εγείρεται θέμα κατάχρησης της διαδικασίας αυτό δεν ευσταθεί, γιατί απαραίτητο συστατικό της κατάχρησης αποτελεί η επιδίωξη όμοιων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων εναντίον των ιδίων εναγομένων. Στις άλλες αγωγές, επεσήμαναν, οι καθ΄ων η αίτηση της παρούσας διαδικασίας δεν είναι εναγόμενοι. Παρέπεμψαν, σχετικά στην υπόθεση Διευθυντής Φυλακών ν. Περέλλα
(1995)1 ΑΑΔ 217 η οποία, όπως κρίθηκε στην υπόθεση Ιn Re Beogradska D.D.
(1996)1 (Β) ΑΑΔ 911, διατυπώνει κατά τρόπο κλασικό τις αρχές που διέπουν το ζήτημα της κατάχρησης της διαδικασίας. Το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στη βάση του οποίου οι αιτητές προώθησαν την υπόθεση τους, έτυχε νομολογιακής εξέτασης κατ΄ επανάληψη (βλ. μεταξύ άλλων, Κarydas Taxi Co. v. Komodikis
(1975)1 CLR 321, Papastratis v. Pierides
(1979)1 CLR 231, Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)1 CLR 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248 κ.λ.π.) και είναι γνωστές οι τρεις προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιηθούν προκειμένου να επιτύχει ο αιτητής. Θα πρέπει να καταδείξει ότι:-
  1. Εγείρεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, κάτι που δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν της κατάδειξης μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα.
  2. Έχει ορατή προοπτική ή πιθανότητα να δικαιούται σε θεραπεία στην αγωγή του, προϋπόθεση που αναφέρεται σε κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά πολύ λιγότερο από απόδειξη με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων και
  3. Θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος, προϋπόθεση που φέρνει στο προσκήνιο το θέμα των αποζημιώσεων, δηλαδή αν η θεραπεία των αποζημιώσεων θα ήταν ικανοποιητική υπό τα περιστατικά της υπόθεσης. Η ενασχόληση με τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 προϋποθέτει θετική κρίση σε δύο πρωταρχικά ζητήματα. Το πρώτο αφορά την νομιμοποίηση των αιτητών για έγερση αγωγών σε κυπριακά Δικαστήρια και, το δεύτερο, αν έχουν αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των καθ΄ ων. Οι αιτητές, με όσα έχουν θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου, διορίσθηκαν ως συνδιαχειριστές του εμπιστεύματος AremisSoft από Ομοσπονδιακό Δικαστήριο των ΗΠΑ και οι εξουσίες τους καθορίζονται από το επικυρωτικό διάταγμα. Είναι με αυτή την ιδιότητα που κινήθηκαν δικαστικά εναντίον των καθ΄ ων και, επομένως, το ερώτημα που εγείρεται είναι αν στη βάση αυτής της ιδιότητας και χωρίς άλλη διατύπωση, δικαιούνταν σε έγερση αγωγών στα Κυπριακά Δικαστήρια, στη βάση των αναντίλεκτων εξουσιών που τους παραχώρησε το Αμερικανικό Δικαστήριο με το επικυρωτικό διάταγμα. Το ζήτημα εξετάσθηκε στο πλαίσιο διαδικασιών έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων στις αγωγές 5581/05 και 9200/05 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας από τους Δικαστές Ναθαναήλ (ΠΕΔ) και Παρπαρίνο (ΠΕΔ), αντίστοιχα. Και οι δύο δικαστές, αφού έκαμαν εκτενή αναφορά σε νομολογία και συγγράμματα, κατέληξαν ότι οι αιτητές - χωρίς να απαιτείται οτιδήποτε άλλο - δικαιούνταν ως συνδιαχειριστές του αναφερθέντος εμπιστεύματος να κινηθούν δικαστικά και ενώπιον Κυπριακών Δικαστηρίων, κι΄ αυτό γιατί η ιδιότητα τους αυτή αντιστοιχεί στο δικό μας σύστημα δικαίου με την ιδιότητα των trustees in bankruptcy (σύνδικοι πτωχεύσεως). Υιοθετώ πλήρως τα όσα οι ευπαίδευτοι συνάδελφοι έλαβαν υπόψη για να καταλήξουν σ΄ αυτό το συμπέρασμα και, επομένως, κρίνω ότι οι αιτητές δικαιούνταν να κινηθούν δικαστικά και ενώπιον των Κυπριακών Δικαστηρίων, κάτι που έπραξαν, χωρίς περαιτέρω διατυπώσεις, κι αυτό κατ΄ ακολουθία του διορισμού τους ως συνδιαχειριστών του εμπιστεύματος και των εξουσιών που τους παραχωρήθηκαν. Έχοντας καταλήξει όπως πιο πάνω, προχωρώ στην εξέταση του δεύτερου ζητήματος. Αν δηλαδή οι αιτητές έχουν, όπως είναι η θέση τους, αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των καθ΄ ων η αίτηση σύμφωνα με το Δίκαιο της Επιείκειας. Το ότι το Δίκαιο της Επιείκειας παρέχει θεραπεία της κρινόμενης φύσεως είναι, όπως επισημάνθηκε πιο πάνω, αδιαμφισβήτητο (βλ. και Halsbury´s Laws of England, 4η έκδοση (Reissue), Τόμος 37 σελ. 76, παρ. 208). Επί του προκειμένου ο συνήγορος του καθ΄ ου δεν υποστήριξε αντίθετη θέση. Ό,τι πρόβαλε είναι ότι η αγγλική νομολογία που επικαλούνται οι αιτητές δεν είναι δεσμευτική για τα Κυπριακά Δικαστήρια και, εν πάση περιπτώσει, η νομική αρχή της Norwich Pharmacal δεν τυγχάνει εφαρμογής υπό τα περιστατικά της κρινόμενης υπόθεσης. Θα επιληφθώ, σε συντομία, το πρώτο σκέλος της εισήγησης που προωθήθηκε στη βάση των όσων παρατηρήθηκαν στην υπόθεση ΑΒΡ Holdings Ltd, ανωτέρω. Αντικείμενο της πιο πάνω υπόθεσης ήταν η τροποποίηση όρων προσωρινού διατάγματος τύπου Mareva, έτσι ώστε ο καθ΄ ου να μπορεί ν΄ αποσύρει από τα δεσμευθέντα κεφάλαια κάποια ποσά, προκειμένου να καλύψει τα δικηγορικά του έξοδα, τις ανάγκες τις επιχείρησης του, ως και τις ανάγκες διαβίωσης τόσο του ιδίου όσο και της οικογένειας του. Κατά την έφεση έγινε λεπτομερής αναφορά στην πορεία της νομολογίας και εξέλιξη της δικαστικής πρακτικής στην έκδοση από τα Αγγλικά Δικαστήρια διαταγμάτων τύπου mareva, ως και της υιοθέτησης της σχετικής αγγλικής νομολογίας από τα Κυπριακά Δικαστήρια με πρώτη την υπόθεση Nemitsas v. S & S Maritime Lines Ltd and others
(1976)1 CLR
  1. Ό,τι εδώ ενδιαφέρει είναι το πιο κάτω απόσπασμα από τις σελ. 701 και 702 της ABP Holdings (ανωτέρω):- «Μονολότι, η Αγγλική νομολογία πάνω στο ζήτημα που μας απασχολεί, είναι βοηθητική, πρέπει εντούτοις να παρατηρήσουμε πως αυτή δεν ερμηνεύει τα γνωστές αρχές του Κοινοδικαίου, ώστε τα Δικαστήρια μας να υποχρεώνονται να την εφαρμόσουν, σύμφωνα με το άρθρο 29(γ) του Ν.14/
  2. Τα ίδια τα Αγγλικά Δικαστήρια χαρακτηρίζουν την αλλαγή πορείας της νομολογίας, που άρχισε με τις υποθέσεις Nippon Ysen Kaisha και Mareva, ως υιοθέτηση νέας πρακτικής στην ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 45 του Supreme Court of Judicature (Consolidation) Act
  3. To άρθρο 32 του δικού μας Ν.14/60είναι λεκτικά πανομοιότυπο με το πιο πάνω Αγγλικό. Τούτο όμως δε σημαίνει πως θα μεταφράσουμε στην αγγλική την Ελληνική γλώσσα, (μια από τις δύο επίσημες γλώσσες της Δημοκρατίας), στην οποία είναι διατυπωμένο το άρθρο μας, για να ακολουθήσουμε στη συνέχεια δεσμευτικά την Αγγλική νομολογία. Τα Δικαστήρια εφαρμόζουν τους νόμος της χώρας μας, αφού τους ερμηνεύσουν σύμφωνα με τους γνωστούς κανόνες ερμηνείας. Σε αυτή την ερμηνεία κυριαρχικό στοιχείο είναι ασφαλώς και η επίτευξη του σκοπού του νομοθέτη, όπως αυτός εκφράζεται στο κείμενο του νόμου, και η σκέψη πως οι νόμοι θεσπίστηκαν για να εφαρμόζονται στον τόπο μας, που έχει τα δικά του ήθη, συνήθειες και τρόπο ζωής». Όπως προκύπτει από την πιο πάνω υπόθεση, τα Κυπριακά Δικαστήρια ακολουθούν την Αγγλική νομολογία όταν αυτή ερμηνεύει τις γνωστές αρχές του Κοινοδικαίου και (προσθέτω) του Δικαίου της Επιείκειας. Εν πάση περιπτώσει, επισκόπηση της Κυπριακής νομολογίας αποκαλύπτει ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια, διαχρονικά, ακολουθούν σταθερά την αγγλική σ΄ ότι αφορά την ερμηνεία και εφαρμογή των αναφερθέντων αρχών, ή, τουλάχιστο, η επίδραση της στη διαμόρφωση δικαϊκής κρίσης από τα δικά μας Δικαστήρια είναι καθοριστική. Επομένως, έχοντας επισημάνει ότι διατάγματα αποκάλυψης είναι δημιούργημα του Δικαίου της Επιείκειας, το Δικαστήριο δεν εντοπίζει κανένα λόγο να μην εφαρμόσει τη νομική αρχή της υπόθεσης Νorwich Pharmacal όπως αυτή εξελίχθηκε μεταγενέστερα. Τα γεγονότα της υπόθεσης Νorwich ήταν, κατ΄ ουσία, απλά. Οι εφεσείοντες ήταν ιδιοκτήτες και δικαιούχοι της πατέντας «furazolidone», την οποία χρησιμοποιούσαν σε χημικά παρασκευάσματα. Σε κάποιο στάδιο διαπίστωσαν ότι άγνωστα πρόσωπα είχαν επέμβει στην πατέντα τους, εισάγοντας παράνομα στην Αγγλία αντίστοιχα παρασκευάσματα. Τα ονόματα των εισαγωγέων ήταν γνωστά στις τελωνειακές αρχές στη βάση σχετικών εγγράφων, γι΄ αυτό ζήτησαν την αποκάλυψη τους προκειμένου να κινηθούν δικαστικά εναντίον τους. Οι τελωνειακές αρχές αρνήθηκαν, προβάλλοντας ότι δεν είχαν εξουσία να το πράξουν. Κατ΄ ακολουθία τούτου οι εφεσείοντες ήγειραν αγωγή εναντίον τους αξιώνοντας, μεταξύ άλλων, διάταγμα αποκάλυψης των ονομάτων των (παράνομων) εισαγωγέων. Το Δικαστήριο ικανοποίησε το αίτημα τους αλλά η πρωτόδικη απόφαση ανατράπηκε κατ΄ έφεση. Αποφασίσθηκε ότι η Norwich Pharmacal δεν είχε αιτία αγωγής εναντίον των τελωνείων και, επομένως, δεν νομιμοποιείτο σε διάταγμα αποκάλυψης και, δεύτερο, τα ονόματα των εισαγωγέων δόθηκαν στις τελωνειακές αρχές εμπιστευτικά και, επομένως, δεσμεύονταν από καθήκον δημοσίου συμφέροντος να μην τα αποκαλύψουν. Η απορριπτική απόφαση του Εφετείου εφεσιβλήθηκε με επιτυχία στη Βουλή των Λόρδων. Ό,τι ενδιαφέρει για τους σκοπούς της παρούσας είναι το ακόλουθο απόσπασμα:- «Although as a general rule no independent action for discovery would lie against a person against whom no reasonable cause of action could be alleged, or who was in the position of a mere witness in the strict sense, the rule did not apply where (a) without discovery of the information in the possession of the person against whom discovery was sought no action could be begun against the wrongdoer, and (b) the person against whom discovery was sought had himself, albeit through no fault of his own, been involved in the wrongful acts of another so as to facilitate the wrongdoing. In such circumstances although he might have incurred no personal liability, he was under a duty to assist the person who had been wronged by giving him full information and disclosing the identity of the wrongdoer». Η καθιερωθείσα από την υπόθεση Νorwich νομική αρχή ακολουθήθηκε έκτοτε από τα Αγγλικά Δικαστήρια (βλ. British Steel Corp v. Granada Television Ltd
(1981)1 All E.R. 417, Harrington v. North Politechic
(1984)3 All E.R. 666) ως και από τα Καναδέζικα (βλ. υποθέσεις Glaxo Wellcome και Alberto, ανωτέρω). Κοινή συνισταμένη των εν λόγω αποφάσεων είναι ότι η υπό αναφορά νομική αρχή αποτελεί αυτοτελή αιτία αγωγής και μπορεί να προωθηθεί με αγωγή - όπως έγινε και στην παρούσα - εναντίον προσώπων τα οποία κατέχουν πληροφορίες, λόγω της ανάμειξης ή της διευκόλυνσης που παρείχαν στην τέλεση της παράνομης πράξης, έστω κι αν οι ίδιοι μπορεί να μην έχουν προσωπική ευθύνη. Το καθήκον των προσώπων αυτών, επισημάνθηκε, έγκειται στην παροχή βοήθειας στο πρόσωπο που αδικήθηκε, κι αυτό εκπληρώνεται με το να αποκαλύψει τις πληροφορίες που κατέχει και που σχετίζονται με την αδικοπραξία. Η πιο πάνω νομική αρχή, όπως αναγνωρίσθηκε στη μεταγενέστερη υπόθεση Asworth Hospital Authority v. MGN LTD
(2002)4 All E.R. 193, αποτελεί μια εύκαμπτη θεραπεία η οποία, λαμβανομένων υπόψη των μεταβαλλόμενων καταστάσεων, θα πρέπει να ασκείται και σε περιπτώσεις που προηγουμένως δεν ασκείτο. Έτσι, η εφαρμογή της επεκτάθηκε σε υποθέσεις (α) που αφορούσαν παραβάσεις συμβολαίου ή άλλες αδικοπραξίες, (β) όπου ναι μεν η ταυτότητα του αδικοπραγήσαντος ήταν γνωστή, αλλά η αποκάλυψη σημαντικών πληροφοριών ήταν αναγκαία για την ετοιμασία και καταχώρηση της απαίτησης ή όπου ο αιτητής επιζητεί ελλείπων μέρος από την όλη υπόθεση (βλ. ΑΧΑ Equity & Law Life Assurance Society PLC v. National Westminster Bank PLC
(1998)CLC 1177, Aoot Kalmneft v. Denton Wild Sapte
(2002)1 Lloyd´s Rep. 417 2001 WL 1729042 και (γ) σε υποθέσεις όπου το τρίτο πρόσωπο, το πρόσωπο δηλαδή από το οποίο ζητούνται πληροφορίες, ενδεχομένως να μην είναι αθώο αλλά να είναι μέρος στην αδικοπραξία (βλ. CHC Software v. Hopkins and Wood
(1993)FSR 241). Στην κρινόμενη περίπτωση, οι καθ΄ ων η αίτηση, με βάση τα όσα οι αιτητές έχουν θέσει υπόψη του Δικαστηρίου, κατέχουν ή φαίνεται να κατέχουν πληροφορίες λόγω της ανάμειξης τους στον ισχυριζόμενο δόλο ή αδικοπραξίες του Κυπριανού και των συνεργατών του. Το στοιχείο αυτό, όπως προκύπτει από την πιο πάνω νομολογία, νομιμοποιούσε τους αιτητές σε έγερση αγωγής εναντίον τους, σύμφωνα με τη νομική αρχή της Νorwich Pharmacal. Eίχαν, επομένως, αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των καθ΄ ων, το οποίο και άσκησαν. Το κατά πόσο, όμως, θα επιτύχουν στην έκδοση της αιτούμενης θεραπείας είναι θέμα που συναρτάται με την ικανοποίηση των προϋποθέσεων που έχουν αναγνωρισθεί από τη σχετική νομολογία, καθώς επίσης και από την ικανοποίηση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου. Οι προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιούνται για έκδοση θεραπείας Νorwich Pharmacal κωδικοποιήθηκαν, τρόπο τινά, στην υπόθεση Mitsui & Co v. Nexen Petroleum UK Ltd
(2005)3 All E.R. 511, σελ. 518. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα:- «[21] The three conditions to be satisfied for the court to exercise the power to order Norwich Pharmacal relief are:
(1)a wrong must have been carried out, or arguably carried out, by an ultimate wrongdoer; (
  1. ii)there must be the need for an order to enable action to be brought against the ultimate wrongdoer; and (iii) the person against whom the order is sought must: (
  2. a)be mixed up in so as to have facilitated the wrongdoing; and (
  3. b)be able or likely to be able to provide the information necessary to enable the ultimate wrongdoer to be sued.» Έχοντας παραθέσει το σχετικό απόσπασμα προχωρώ στην εξέταση κατά πόσο ικανοποιούνται ή όχι οι πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις, κι αυτό στη βάση του υλικού που έχει ενώπιον του το Δικαστήριο. Η πρώτη προϋπόθεση, αν δηλαδή έγινε αδικοπραξία από τον βασικό αδικοπραγήσαντα ή αν (από το υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου) καταδεικνύεται ότι το θέμα είναι συζητήσιμο, δεν παρουσιάζει πρόβλημα. Από το σχετικό υλικό προκύπτει ότι, τουλάχιστο, φαίνεται να έγιναν οι αποδιδόμενες στον Κυπριανού και τους συνεργάτες του αδικοπραξίες ή άλλες επιλήψιμες πράξεις. Επομένως, κρίνω ότι η σχετική προϋπόθεση, η οποία αντιστοιχεί στην πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, ικανοποιείται. Κατ΄ ακολουθία τούτου η προσοχή θα πρέπει να επικεντρωθεί στη 2η και 3η προϋπόθεση της υπόθεσης Μitsui. Δηλαδή αν:- Υπάρχει ανάγκη έκδοσης του διατάγματος για να καταστεί δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον του βασικού αδικοπραγήσαντα (του Κυπριανού δηλαδή και των συνεργατών του) και αν το πρόσωπο εναντίον του οποίου ζητείται το διάταγμα (οι καθ΄ ων η αίτηση δηλαδή) (α) είχε τέτοια ανάμειξη στην αδικοπραξία που υποβοήθησε την τέλεση της και (β) είναι σε θέση, ή φαίνεται να είναι σε θέση, να δώσει την αναγκαία πληροφόρηση για να καταστήσει δυνατή την έγερση αγωγής εναντίον του βασικού αδικοπραγήσαντος. Από το υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο εναγόμενος 2, ως επικεφαλής οικονομικός διευθυντής της AremisSoft και ως συνέταιρος του λογιστικού οίκου «Πατσαλίδης και Τύμβιος», φαίνεται να είχε τέτοια ανάμειξη στις ισχυριζόμενες αδικοπραξίες που υποβοήθησε την τέλεση τους και, επομένως, είναι σε θέση, ή τουλάχιστο φαίνεται να είναι σε θέση, να δώσει σχετικές πληροφορίες. Παρόμοια, η εναγόμενη 4, ως εργοδοτούμενη της AremisSoft και στη συνέχεια του Κυπριανού, φαίνεται να αναμείχθηκε στις ισχυριζόμενες αδικοπραξίες σ΄ ότι αφορά μεταφορά μεγάλων χρηματικών ποσών και, επομένως, φαίνεται να υποβοήθησε σ΄ αυτό τον τομέα τον Κυπριανού. Επομένως, είναι σε θέση, ή τουλάχιστο φαίνεται να είναι σε θέση, να δώσει σχετικές πληροφορίες. Κατ΄ ακολουθία της κατάληξης αυτής το τελικό, και κρίσιμο, ερώτημα που εγείρεται είναι αν η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος είναι αναγκαία για να καταστεί δυνατή η έγερση αγωγής ή καταχώρηση έκθεσης απαίτησης εναντίον του Κυπριανού και των συνεργατών του στη συνωμοσία του δόλου. Αν η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι θετική, τότε, ό,τι απομένει για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος είναι αν ικανοποιείται και η 3η προϋπόθεση του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, νοουμένου, βεβαίως, ότι το Δικαστήριο θ΄ ασκήσει θετικά την σχετική του ευχέρεια, λαμβανομένων υπόψη όλων των παραμέτρων της υπόθεσης. Η απάντηση στο πιο πάνω ερώτημα είναι, κατά την άποψή μου, αρνητική. Αυτό, γιατί οι αιτητές έχουν ήδη καταχωρήσει, τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό, αγωγές εναντίον του Κυπριανού - ο οποίος, όπως διατείνονται, είναι ο βασικός αδικοπραγήσας - ως και άλλων προσώπων που ενέχονται στις ισχυριζόμενες αδικοπραξίες ή δόλο. Πιο συγκεκριμένα:- (α) Στην Κύπρο έχουν εγερθεί οι αγωγές 5581/05 και 273/06 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Η πρώτη στρέφεται εναντίον του Κυπριανού και 11 άλλων προσώπων και σ΄ αυτή έχει ήδη καταχωρηθεί και Έκθεση Απαίτησης. Οι 10 από τους εναγόμενους αυτής της αγωγής - πλην του εναγόμενου 2 - είναι τα πρόσωπα 2-11 του Πίνακα και εναντίον αυτών οριστικοποιήθηκε στις 20.2.06 προσωρινό διάταγμα τύπου Mareva με το οποίο, μεταξύ άλλων, παγοποιούνται τραπεζιτικοί τους λογαριασμοί. Η δεύτερη, δηλαδή η 273/06, στρέφεται εναντίον της LKK Properties - που είναι το πρόσωπο 14 του Πίνακα - και σ΄ αυτή εκδόθηκε διάταγμα Norwich Pharmacal (βλ. παρ. 20, 21, 22, 23, 26 και 27 ένορκης δήλωσης του R. Lefton). (β) Τον Οκτώβρη του 2005 (παρ. 28 και 29 ένορκης δήλωσης του R. Lefton) οι αιτητές ξεκίνησαν δικαστικές διαδικασίες στο Λονδίνο εναντίον του Κυπριανού και 12 άλλων προσώπων. Μεταξύ αυτών και τρία πρόσωπα του Πίνακα, τα υπ΄ αρ. 3, 17 και 73. Στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής παγοποιήθηκαν περιουσιακά στοιχεία του Κυπριανού, μέχρι ποσού $500 εκατομμυρίων, και τόσο αυτός όσο και τρίτα πρόσωπα διατάχθηκαν να προμηθεύσουν στους αιτητές πληροφορίες που σχετίζονται με τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία και (γ) Δικαστικές διαδικασίες λήφθηκαν από τους αιτητές και στις Βρεττανικές Παρθένους Νήσους εναντίον διαφόρων προσώπων του Πίνακα και στο πλαίσιο τους, μεταξύ άλλων, εξασφαλίσθηκε διάταγμα Norwich Pharmacal (βλ. παρ. 30 & 31 ένορκης δήλωσης του R. Lefton). Η έγερση των πιο πάνω αγωγών, οι οποίες όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του R. Lefton βρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο, υποδηλώνει δύο τινά. Πρώτο, ότι οι αιτητές, σαν αποτέλεσμα των ερευνών τους, εξασφάλισαν ικανοποιητική πληροφόρηση για έναρξη δικαστικών διαδικασιών εναντίον συγκεκριμένων προσώπων και, δεύτερο, η πληροφόρηση ήταν τέτοια που τους οδήγησε στην απόφαση ποια από τα πρόσωπα του Πίνακα - πέραν του βασικού αδικοπραγήσαντα - θα ενήγαγαν. Κι αυτό, όχι γιατί δεν είχαν την κατάλληλη πληροφόρηση αλλά, όπως προκύπτει από την ένορκη δήλωση του R. Lefton, γιατί έτσι έκριναν. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω είναι κατάληξή μου ότι οι ζητούμενες πληροφορίες δεν φαίνεται να είναι αναγκαίες είτε για σκοπούς έγερσης αγωγής είτε για ετοιμασία της σχετικής έκθεσης απαίτησης. Να τονίσω, στο σημείο αυτό, ότι διάταγμα Norwich Pharmacal εκδίδεται εναντίον προσώπων που αναμείχθηκαν στην αδικοπραξία ή το δόλο, προκειμένου να καταστεί δυνατή η έγερση αγωγής ή η ετοιμασία έκθεσης απαίτησης εναντίον αδικοπραγήσαντος (ή αδιοπραγησάντων), κάτι που υπό τα περιστατικά της υπό κρίση περίπτωσης, φαίνεται να μην ισχύει. Αντίθετα, από το σύνολο του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης του R. Lefton, αιωρείται η σκιά ότι οι αιτητές αποβλέπουν σε λήψη μαρτυρίας μάλλον παρά πληροφόρησης, κάτι που ενισχύεται περαιτέρω και από το πολυδιάστατο των αιτούμενων διαταγμάτων τα οποία, στη βάση των λεπτομερειών που ζητούνται, δίδουν την εντύπωση της ανάκρισης παρά της αναζήτησης πληροφοριών. Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω, είναι κατάληξή μου ότι η σχετική προϋπόθεση της υπόθεσης Mitsui δεν ικανοποιείται, κάτι που προδιαγράφει και την τύχη της αίτησης. Θα΄ ταν όμως παράλειψη, κατά τη γνώμη μου, να μην ασχοληθώ (έστω σε συντομία) και με το υπόβαθρο της ανάγκης που επικαλούνται οι αιτητές για έκδοση της αιτούμενης θεραπείας. Τα αιτούμενα διατάγματα, πρόβαλαν, είναι αναγκαία για να διαπιστωθεί αν πέραν του Κυπριανού και των άλλων συνωμοτών, πιθανό να υπάρχουν και άλλοι αδικοπραγήσαντες και, δεύτερο, για να εντοπισθεί το προϊόν του δόλου ή με ποιο τρόπο ενήργησαν όσοι συμμετείχαν σ΄ αυτόν. Η πρώτη εισήγηση, κατά την άποψή μου, είναι εκτός της φιλοσοφίας που διέπει την υπό αναφορά θεραπεία. Αυτό, γιατί η θεραπεία αυτή παρέχεται στα θύματα της αδικοπραξίας όταν αυτά τεκμηριώνουν θετικά ότι τελέσθηκε η αδικοπραξία, ή φαίνεται να έχει τελεσθεί, από κάποιο βασικό αδικοπραγήσαντα κι όχι για να ερευνηθεί αν πέραν τούτου πιθανό να έχουν αδικοπραγήσει και άλλοι και, αν ναι, ποιοι. Όσον αφορά τη δεύτερη θέση, ότι δηλαδή η πληροφόρηση είναι αναγκαία για εντοπισμό του προϊόντος του δόλου, θα πρέπει να παρατηρηθεί ότι αντικείμενο της παρούσας αγωγής είναι αποκάλυψη δυνάμει της νομικής αρχής Norwich Pharmacal και όχι το προϊόν της αδικοπραξίας ή του δόλου. Αποκάλυψη - σύμφωνα με την επικαλεσθείσα από τους συνηγόρους των αιτητών απόφαση στη Βanker's Trust (ανωτέρω) - θα μπορούσε να διαταχθεί μόνο στην περίπτωση που η αγωγή είχε σαν αντικείμενο το ίδιο το προϊόν, για το οποίο υπήρχε κίνδυνος απώλειας του, οπόταν η μη έκδοση της σχετικής θεραπείας θα ισοδυναμούσε με απώλεια του αντικειμένου και, επομένως, η δίκη που θα επακολουθούσε θα ήταν χωρίς αποτέλεσμα. Κατ΄ ακολουθία τούτων η σχετική θέση δεν ευσταθεί. Με βάση τα πιο πάνω η αίτηση είναι καταδικασμένη σε απόρριψη και δεν θα εξυπηρετούσε οποιοδήποτε χρήσιμο σκοπό η ενασχόληση και με τους υπόλοιπους λόγους ένστασης. Κρίνω όμως σκόπιμο να τονίσω ότι ακόμη και στην περίπτωση που η κατάληξη, σ΄ ότι αφορά τη σχετική προϋπόθεση της υπόθεσης Mitsui, ήταν διαφορετική και πάλιν δεν θα ασκούσα την ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της αίτησης για επιπρόσθετους λόγους. Ο πρώτος, ναι μεν δεν αποτελεί ανυπέρβλητο εμπόδιο να παραχωρούνται θεραπείες με ενδιάμεση αίτηση οι οποίες ταυτίζονται με τις θεραπείες που ζητούνται και με την αγωγή, αλλά στην παρούσα περίπτωση η έκδοση της αιτούμενης θεραπείας θα καθιστούσε την αγωγή χωρίς αντικείμενο. Κάτι τέτοιο θα΄ χε σαν αποτέλεσμα τελεσίδικη απόφαση όχι μετά από κανονική δίκη αλλά στο πλαίσιο ενδιάμεσης διαδικασίας. Αυτό, κατά την άποψή μου, μόνο σε εξαιρετικές και ξεκάθαρες υποθέσεις είναι επιτρεπτό και όχι σε υποθέσεις με τέτοια πολυπλοκότητα όπως η παρούσα. Δεύτερο, οι αιτούμενες με την αίτηση θεραπείες είναι άκρως λεπτομερείς, πολυδιάστατες και εκτεταμένες και δεν αντιστοιχούν στην απλότητα των θεραπειών που εκδόθηκαν στις υποθέσεις που επικαλέσθηκαν οι συνήγοροι των αιτητών. Τρίτο, με όσα επικαλείται ο R. Lefton στην παρ. 74 της ένορκης δήλωσης του, κατηγορεί, ουσιαστικά, τον εναγόμενο 2 - καθ΄ ου η αίτηση για ενεργό συμμετοχή στον ισχυριζόμενο δόλο του Κυπριανού με ποινικές, ενδεχομένως, προεκτάσεις. Αναφέρει, σχετικά, τα ακόλουθα:- «74. Plaintiffs-Applicants have recently learned a great deal through the English and BVI orders made against third parties, including the fact that the Defendants 1 and 2 on behalf of Kyprianou have established a complicated network of dozens of companies registered in the BVI to launder and dissipate the proceeds of his massive fraud; .». Η αναφορά αυτή, εγείρει προς εξέταση το δικαίωμα σιωπής που επικαλέσθηκε ο καθ΄ ου η αίτηση και, χωρίς να αποφασίζεται επί του προκειμένου οτιδήποτε, ναι μεν μπορεί να εκδοθεί διάταγμα αποκάλυψης και εναντίον προσώπου που ενδεχομένως να μην είναι αθώο αλλά μέρος της αδικοπραξίας (βλ. CHC Software, ανωτέρω), αλλά μου φαίνεται ότι είναι εκτός της φιλοσοφίας της νομικής αρχής Norwich Pharmacal να εκδίδονται τέτοια διατάγματα και εναντίον προσώπων με ενεργό συμμετοχή σε ισχυριζόμενη συνομωσία δόλου, με ποινικές ενδεχομένως προεκτάσεις, τα οποία θα μπορούσαν να ήταν και εναγόμενοι. Για όλα τα πιο πάνω η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον των αιτητών και προς όφελος του εναγόμενου 2. Τα έξοδα να υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου για έγκριση. (Υπ.) Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /κβπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.