← Κύπρος

Αναφορικά με την CLR CAPITAL PUBLIC LIMITED, Αιτ. Εταιρ. αρ. 390/06, 16 Φεβρουαρίου, 2007

Αναφορικά με την CLR CAPITAL PUBLIC LIMITED, Αιτ. Εταιρ. αρ. 390/06, 16 Φεβρουαρίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2007:A16 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Αιτ. Εταιρ. αρ. 390/06 Αναφορικά με την CLR CAPITAL PUBLIC LIMITED - και - Αναφορικά με τον Περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113 ----------------- Αίτηση για επικύρωση μείωσης κεφαλαίου 16 Φεβρουαρίου, 2007 Εμφανίσεις: Για την αιτήτρια: κ. Ντ. Παπαδόπουλος Για Λαϊκή Τράπεζα/Πιστωτή: κ. Μ. Ηλιάδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Το μετοχικό κεφάλαιο εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με μετοχές, ή εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με εγγύηση, μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 64 του Περί Εταιρειών Νόμου, να μειωθεί εφόσο:- 1. Προηγηθεί ειδικό ψήφισμα της εταιρείας, νοουμένου ότι παρέχεται από το καταστατικό σχετική εξουσιοδότηση και 2. Η μείωση επικυρωθεί από το Δικαστήριο. Ο Νόμος, το άρθρο 64 δηλαδή, δεν περιορίζεται μόνο στην παραχώρηση της πιο πάνω γενικής εξουσίας. Προνοεί και για τρεις ειδικές περιπτώσεις κατά τις οποίες μια εταιρεία μπορεί - χωρίς επηρεασμό της γενικής εξουσίας - να προβεί σε μείωση του μετοχικού της κεφαλαίου, από τις οποίες η μία - αυτή που ενδιαφέρει την παρούσα- διατυπώνεται ως ακολούθως:- «64.-

(1)- εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με μετοχές ... δύναται να μειώσει το μετοχικό της κεφάλαιο .. (α) ... (β) με ή χωρίς διαγραφή ή μείωση ευθύνης πάνω σε οποιεσδήποτε μετοχές της, να ακυρώσει μετοχικό κεφάλαιο που πληρώθηκε, απωλέσθηκε ή δεν αντιπροσωπεύεται από διαθέσιμο ενεργητικό ή (γ) ... και δύναται, αν στην έκταση αυτό είναι αναγκαίο, να αλλάξει το ιδρυτικό της έγγραφο με το να ελαττώσει το ποσό του μετοχικού της κεφαλαίου και των μετοχών της ανάλογα». Στην υπό εξέταση περίπτωση η αιτήτρια, η οποία είναι δημόσια εταιρεία με μετοχές που τυγχάνουν διαπραγμάτευσης στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου, συγκάλεσε Έκταση Γενική Συνέλευση στις 4.7.06 κατά την οποία εγκρίθηκε ειδικό ψήφισμα - κι αυτό κατ΄ εξουσιοδότηση του άρθρου 44 του Καταστατικού της - για μείωση του μετοχικού της κεφαλαίου και, στη συνέχεια, απευθύνθηκε στο Δικαστήριο για επικυρωτικό διάταγμα, διάβημα που προσέκρουσε σε ένσταση της Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ (στο εξής η Τράπεζα). Όπως αναφέρεται στην αίτηση, η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του γραμματέα της αιτήτριας, το ονομαστικό κεφάλαιο της εταιρείας είναι Λ.Κ.350.000.000 και διαιρείται σε 1 δισεκατομμύριο συνήθεις μετοχές ονομαστικής αξίας £0.35 η μία. Όσον αφορά το εκδοθέν κεφάλαιο, αυτό ανέρχεται σε Λ.Κ.70.560.000 και διαιρείται σε 201.600.000 συνήθεις και πλήρως εξοφληθείσες μετοχές των £0.35 η μία. Με το ψήφισμα, τεκμ. Β στην ένορκη δήλωση, το ονομαστικό κεφάλαιο μειώνεται σε Λ.Κ.100 εκατομμύρια, διαιρεμένο σε 1 δισεκατομμύριο συνήθεις μετοχές των £0.10 σεντ η μία, το δε εκδοθέν σε Λ.Κ.20.160.000, διαιρεμένο σε 261.600.000 συνήθεις και πλήρως εξοφληθείσες μετοχές των £0,10 σεντ η μία. Η μείωση, αναφέρεται στην αίτηση και στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, είναι αναγκαία γιατί λόγω ζημιών η αξία της καθεμιάς από τις εκδοθείσες μετοχές δεν αντιπροσωπεύεται από το διαθέσιμο ενεργητικό. Προς τούτο επισυνάπτονται ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις των ελεγκτών της εταιρείας για το οικονομικό έτος λήξης 31.12.05 (τεκμ.5), ως και βεβαίωση τους (Τεκμ. Δ) ότι με την προτεινόμενη μείωση το ενεργητικό της εταιρείας, με βάση μη ελεγμένο ισολογισμό ημερ. 15.6.06, «παραμένει επαρκές για την κάλυψη όλων των υποχρεώσεων της και η καθαρή αξία ανά μετοχή παραμένει η ίδια». Να αναφερθεί, τέλος, ότι είναι θέση της αιτήτριας (παρ. 8 αίτησης), ότι:- «Η μείωση του κεφαλαίου της εταιρείας δεν θα έχει οποιεσδήποτε επιπτώσεις στην αξία των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας, τα οποία εν πάση περιπτώσει θα είναι επαρκή για κάλυψη όλων των υποχρεώσεων της εταιρείας. Τα συμφέροντα οποιουδήποτε τυχόν πιστωτή εν πάση περιπτώσει δεν πρόκειται να επηρεαστούν με οποιονδήποτε τρόπο από την προτεινόμενη μείωση καθ΄ ότι η μείωση στην ονομαστική αξία της μετοχής οφείλεται στην πραγματική μείωση της εσωτερικής αξίας της μετοχής». Η Τράπεζα προβάλλει 7 λόγους για μη επικύρωση της μείωσης, οι οποίοι θα μπορούσαν να συμπεριληφθούν στους ακόλουθους τρεις:-
  1. Έγκριση της αίτησης θα επηρεάσει δυσμενώς την ικανότητα της εταιρείας να αποπληρώσει το χρέος της. Στην ένορκη δήλωση, που συνοδεύει την ένσταση, αναφέρεται ότι η αιτήτρια οφείλει στην τράπεζα £14.411.000 από δάνεια ή πιστωτικές διευκολύνσεις, κάτι που δεν αναφέρεται στην αίτηση και έγκριση της αίτησης θα επηρεάσει δυσμενώς την ικανότητα αποπληρωμής τους.
  2. Η αιτήτρια δεν δίδει λεπτομέρειες για την επάρκεια των περιουσιακών της στοιχείων που είναι διαθέσιμα για κάλυψη των υποχρεώσεων της και
  3. Η μείωση της εσωτερικής αξίας της μετοχής, καθ΄ εαυτή, δεν αποτελεί λόγο για μείωση του μετοχικού κεφαλαίου, κάτι που θα επιφέρει μείωση της ευθύνης της εταιρείας και των μελών της, ούτε δίδονται στοιχεία αν η επικαλούμενη μείωση της εσωτερικής αξίας θα είναι μόνιμη. Με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση απλά επιβεβαιώνονται οι πιο πάνω υπό 2 και 3 λόγοι ένστασης και, επομένως, δεν χρειάζεται να γίνει περαιτέρω αναφορά στο περιεχόμενό της. Η αιτήτρια, για περαιτέρω υποστήριξη της αίτησης, κάλεσε σαν μάρτυρα τον Λ. Λυσανδρίτη, γραμματέα της εταιρείας, ο οποίος υιοθέτησε και ενώπιον του Δικαστηρίου τα όσα επικαλείται στην ένορκη του δήλωση. Όσον αφορά την Τράπεζα, αυτή περιορίσθηκε σε αντεξέταση του πιο πάνω μάρτυρα και σε επιχειρηματολογία (στο στάδιο των αγορεύσεων) κατά της επικύρωσης της μείωσης. Προτού, όμως, εκτεθεί η εκατέρωθεν επιχειρηματολογία θα ΄ταν χρήσιμο να εκτεθεί σε συντομία η μαρτυρία του μοναδικού μάρτυρα. Όπως ήδη έχει σημειωθεί ο μάρτυρας αυτός υιοθέτησε και ενώπιον του Δικαστηρίου το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσής του. Ό,τι προστέθηκε με την προφορική του μαρτυρία (τόσο κατά την κυρίως εξέταση όσο και κατά την αντεξέταση) μπορεί να συνοψισθεί ως ακολούθως: Είναι πτυχιούχος Νομικής και τα οικονομικά δεδομένα της εταιρείας αντικατοπτρίζονται στα λογιστικά της βιβλία. Ο ίδιος δεν έχει προσωπική γνώση γι΄ αυτά, αλλά ήταν παρών όταν τα εξήγησαν οι ελεγκτές της εταιρείας, οι οποίοι, περαιτέρω, τους έδωσαν εξηγήσεις για το ύψος και τις συνέπειες των ζημιών. Παρόλο δε που δεν είναι ειδικός σε οικονομικά ζητήματα εντούτοις, με βάση το τεκμ. Δ, που έκδοσαν οι ελεγκτές, είναι σε θέση να πει ότι με τη μείωση δεν αλλάζουν τα καθαρά κεφάλαια της εταιρείας και το ενεργητικό επαρκεί για κάλυψη των υποχρεώσεων της. Τέλος, έκαμε αναφορά και στις επικαλούμενες ζημιές, οι οποίες, όπως ανάφερε, αφορούν το (οικονομικό) έτος 2006 και συμφώνησε ότι η Τράπεζα έχει κινήσει εναντίον της εταιρείας τις αγωγές 10532/04 και 10468/04, αξιώνοντας γύρω στα £14 εκατομμύρια. Επεσήμανε, όμως, ότι στις εν λόγω αγωγές η εταιρεία ήγειρε ανταπαιτήσεις για £24 εκατομμύρια, περίπου. Στο στάδιο των αγορεύσεων ηγέρθηκαν (βασικά) δύο ζητήματα προς εξέταση, με εκ διαμέτρου αντίθετες θέσεις. Τα ακόλουθα:-
  4. Κατά πόσο η Τράπεζα νομιμοποιείται να ενίσταται στη μείωση. Ο κ. Παπαδόπουλος υποστήριξε ότι η υπό κρίση περίπτωση αντιστοιχεί στη μείωση που προβλέπεται από το άρθρο 64
(1)(β) του Περί Εταιρειών Νόμου και η αιτήτρια, ως δημόσια εταιρεία, είχε υποχρέωση να προχωρήσει στη μείωση του μετοχικού της κεφαλαίου, προκειμένου να γνωρίζει το κοινό την πραγματική της κατάσταση, όπως προνοείται από το άρθρο 169 ΣΤ του ιδίου Νόμου (Ν.70
(1)/03). Η μείωση, συνέχισε, δεν συνεπάγεται ούτε μείωση υποχρέωσης αναφορικά με το μη καταβληθέν κεφάλαιο, ούτε επιστροφή σε οποιοδήποτε μέτοχο πληρωθέντος μετοχικού κεφαλαίου και σε καμιά περίπτωση η Τράπεζα, ως πιστωτής, θα επηρεασθεί δυσμενώς. Επομένως, δεν νομιμοποιείται σε ένσταση και προς τούτο παράπεμψε στις πρόνοιες του άρθρου 65
(2)του Νόμου. Η Τράπεζα, κατέληξε, ίσως επικαλεσθεί ότι η μείωση θα δώσει μελλοντικά στην αιτήτρια τη δυνατότητα να παραχωρήσει μέρισμα στους μετόχους της - λόγω της απόσβεσης που θα επιφέρει η μείωση στις ζημιές - και στη βάση αυτή ίσως επικαλεσθεί ότι την επηρεάζει δυσμενώς. Τέτοια θέση, υποστήριξε, θα 'ταν παράλογη, γιατί αναφέρεται σε μελλοντικό ενδεχόμενο και αν η Τράπεζα έχει λαμβάνειν, τίποτα δεν την εμποδίζει να το διεκδικήσει στο παρόν στάδιο, κάτι που ήδη έπραξε με αγωγές. Αντικρούοντας τις πιο πάνω θέσεις, ο κ. Ηλιάδης υποστήριξε ότι η μείωση επηρεάζει δυσμενώς τη θέση της Τράπεζας, η οποία ως πιστωτής έχει λαμβάνειν από την αιτήτρια γύρω στα £14 εκατομμύρια. Συγκεκριμενοποιώντας πώς την επηρεάζει, επεσήμανε ότι το αποτέλεσμα της μείωσης θα είναι η απόσβεση των ζημιών της αιτήτριας, στοιχείο που θα της δώσει τη δυνατότητα παραχώρησης μερίσματος στους μετόχους, κάτι που θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις στο λαβείν της. Επεσήμανε, επίσης, ότι η αιτήτρια, για να δικαιούται σε μείωση, θα έπρεπε να δώσει επαρκείς εξασφαλίσεις στην Τράπεζα, κάτι που δεν έπραξε. Παρέπεμψε σχετικά στην υπόθεση In re Jupiter House Investments (Cambridge) Ltd
(1985)1 W.L.R.
  1. Κατά πόσο η αιτήτρια πέτυχε να αποδείξει όλες τις προνοούμενες από το Νόμο προϋποθέσεις για επικύρωση της μείωσης. Η υπό κρίση αίτηση, υποστήριξε ο κ. Ηλιάδης, είναι αυτοτελής και όχι ενδιάμεση. Λόγω δε του πρωτογενούς της χαρακτήρα, η αιτήτρια όφειλε να αποδείξει τα όσα επικαλείται όπως και στις αγωγές. Το βάρος αυτό δεν το έχει αποσείσει, γιατί μόνο οι ελεγκτές της αιτήτριας ήταν σε θέση να δώσουν κατάλληλη μαρτυρία για την ισχυριζόμενη ζημιά και όχι ο γραμματέας της. Επομένως, υποστήριξε, στη μαρτυρία του γραμματέα, δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα. Περαιτέρω, η μείωση του μετοχικού κεφαλαίου λόγω ζημιών προϋποθέτει απόδειξη ότι η ζημιά είναι μόνιμη. Το ουσιώδες αυτό στοιχείο, εισηγήθηκε, δεν αποδείχθηκε και παρέπεμψε σχετικά στις υποθέσεις In re Jupiter House (ανωτέρω) και The Westburn Sugar Refineries Ltd 1951 S.L.T.
  2. Αντικρούοντας (προκαταβολικά) τις πιο πάνω θέσεις, ο κ. Παπαδόπουλος υποστήριξε ότι ο Γραμματέας της εταιρείας είναι σε θέση, λόγω ιδιότητας, να γνωρίζει την κατάσταση της εταιρείας και μετέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου τη δική του προσωπική γνώση που επιβεβαιώνεται και από τους ελεγκτές της εταιρείας. Ήταν, επομένως, το κατάλληλο πρόσωπο τόσο για να προβεί στην ένορκη δήλωση, που συνοδεύει την αίτηση, όσο και σε σχέση με τα όσα κατάθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Επεσήμανε, επίσης, ότι η Τράπεζα δεν αμφισβητεί ότι πράγματι η εσωτερική αξία της μετοχής της αιτήτριας μειώθηκε από τα 35 σεντ στα 10 και κάλεσε το Δικαστήριο να επικυρώσει τη μείωση. Το πρώτο θέμα το οποίο, κατά την άποψή μου, θα πρέπει να εξετασθεί είναι η εισήγηση του κ. Ηλιάδη ότι η αιτήτρια απέτυχε να αποδείξει με κατάλληλη μαρτυρία τις ισχυριζόμενες ζημιές, ενόψει του γεγονότος ότι ο μάρτυρας της δεν είναι ειδικός σε οικονομικά ζητήματα, κάτι που παραδέχθηκε και ο ίδιος. Εξέτασα το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του εν λόγω μάρτυρα, το οποίο υιοθέτησε και ενώπιον του Δικαστηρίου, ως και τα υπόλοιπα στοιχεία που συνθέτουν τη μαρτυρία του. Παρατηρώ ότι ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας του δεν αμφισβητήθηκαν, ούτε θα μπορούσαν να αμφισβητηθούν. Πιο συγκεκριμένα δεν επιδέχονται αμφισβήτησης τα ακόλουθα:- (α) Η αιτήτρια είναι δημόσια εταιρεία με μετοχές που τυγχάνουν διαπραγμάτευσης στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου, (β) Ότι το ονομαστικό μετοχικό της κεφάλαιο είναι Λ.Κ.350.000.000 και διαιρείται σε 1 δισεκατομμύριο συνήθεις μετοχές ονομαστικής αξίας £0.35 σεντ, το δε εκδοθέν κεφάλαιο ανέρχεται στις Λ.Κ.70.560.000 και διαιρείται σε 201.600.000 συνήθεις και πλήρως πληρωθείσες μετοχές των £0.35 η καθεμιά και (γ) Ότι εξουσιοδοτείται από το καταστατικό της να μειώσει το μετοχικό της κεφάλαιο, κάτι που έπραξε με το ειδικό ψήφισμα ημερ. 4.7.06, το οποίο εγκρίθηκε σε Έκτακτη Γενική Συνέλευση που συγκαλέσθηκε γι΄ αυτό το σκοπό. Προβλήθηκε ότι ο μάρτυρας δεν είναι ειδικός σε οικονομικά ζητήματα και για το θέμα των ζημιών κατάλληλοι μάρτυρες ήταν οι ελεγκτές της αιτήτριας. Ο μάρτυρας πράγματι συμφώνησε ότι δεν είναι ειδικός και η γνώση που έχει επί του θέματος προήλθε από τις εξηγήσεις που δόθηκαν στους αξιωματούχους της εταιρείας (στους οποίους συμπεριλαμβάνεται και ο ίδιος) από τους ελεγκτές, ως επίσης και από τα έγγραφα που τούτοι ετοίμασαν, δηλαδή την ετήσια έκθεση για το 2005, τεκμ. Γ, τη βεβαίωση τους, τεκμ. Δ, και τον ισολογισμό 15.6.
  3. Το στοιχείο αυτό της μαρτυρίας του φαίνεται να δίδει έρεισμα στην εισήγηση του κ. Ηλιάδη. Όμως, θα πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ απόδειξης απώλειας κεφαλαίου (δηλ. ζημιάς) και απόδειξης ότι το μετοχικό κεφάλαιο μιας εταιρείας δεν αντιπροσωπεύεται από διαθέσιμο ενεργητικό (βλ. Ιn Re Jupiter House Investments, ανωτέρω, η οποία παραπέμπει σχετικά στην υπόθεση In Re Hoare & Co Limited and Reduced
(1904)2 Ch.208). Απόδειξη οιασδήποτε από τις δύο αυτές αιτίες, παρατηρείται στην εν λόγω υπόθεση, αποτελεί καλό λόγο για μείωση. Επομένως, θα ήταν ικανοποιητικός λόγος για επικύρωση της μείωσης απόδειξη ότι το μετοχικό κεφάλαιο της αιτήτριας δεν αντιπροσωπεύεται από το διαθέσιμο ενεργητικό, περίπτωση που προνοείται ρητά στο άρθρο 64
(1)(β) του Περί Εταιρειών Νόμου. Επί του προκειμένου η μαρτυρία που προσκόμισε η αιτήτρια είναι αρκούντως ικανοποιητική και επιβεβαιώνεται πλήρως από τις αναντίλεκτες οικονομικές καταστάσεις των ελεγκτών της (τεκμ.Γ), ως και από τη βεβαίωση (τεκμ. Δ), στην οποία επισυνάπτεται και ο ισολογισμός ημερ. 15.6.06. Πιο συγκεκριμένα, η αιτήτρια έχει αποδείξει ότι η πραγματική ή εσωτερική αξία των μετοχών της δεν αντιπροσωπεύεται από το διαθέσιμο ενεργητικό ενώ αν επικυρωθεί η ψηφισθείσα μείωση θα αντιπροσωπεύεται. Προβλήθηκε, περαιτέρω, ότι η αιτήτρια δεν απέδειξε με κατάλληλη μαρτυρία ότι η ζημιά που προκάλεσε τη μείωση της (εσωτερικής) αξίας των μετοχών θα είναι μόνιμη. Δεν με βρίσκει σύμφωνο ούτε αυτή η εισήγηση. Από τη μαρτυρία που έχει προσκομισθεί έχει αποδειχθεί ότι η μείωση της εν λόγω αξίας είναι κατακόρυφη, μειώθηκε από τα 35 σεντ, που είναι η ονομαστική αξία της κάθε μετοχής, στα 10 σεντ, που είναι η εσωτερική ή πραγματική της αξία. Πρόκειται για εξαιρετικά μεγάλη μείωση (της τάξης του 70%, περίπου), για την οποία, στη βάση του συνόλου της προσαχθείσας μαρτυρίας, δεν διαφαίνονται στο προβλεπτό μέλλον ούτε καν ενδείξεις εξάλειψης ή ανατροπής της. Θα μπορούσε, επομένως, να χαρακτηρισθεί μόνιμη. Έχοντας καταλήξει όπως πιο πάνω, είναι αυτονόητο ότι η προβληθείσα θέση ότι η αιτήτρια δεν πέτυχε ν΄ αποδείξει όλες τις προνοούμενες από το Νόμο προϋποθέσεις για επικύρωση της μείωσης δεν ευσταθεί και, επομένως, απορρίπτεται. Παρέμεινε προς εξέταση το ζήτημα αν η Τράπεζα είχε δικαίωμα να φέρει ένσταση στην επικύρωση της μείωσης. Η απάντηση, κατά την άποψή μου, είναι σαφώς αρνητική. Η μείωση κατέστη αναγκαία λόγω μη αντιστοιχίας του μετοχικού κεφαλαίου με το διαθέσιμο ενεργητικό, χωρίς να συνοδεύεται από μείωση υποχρέωσης αναφορικά με το μη καταβληθέν μετοχικό κεφάλαιο ή από επιστροφή σε οποιοδήποτε μέτοχο πληρωθέντος μετοχικού κεφαλαίου και, περαιτέρω, χωρίς επιπτώσεις στην αξία των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας. Ενόψει τούτων κανένας πιστωτής - επομένως και η Τράπεζα - δεν δικαιούταν να φέρει ένσταση στην επικύρωση της μείωσης. Παραπέμπω, επί του προκειμένου, στις ξεκάθαρες πρόνοιες του άρθρου 65
(2)του Περί Εταιρειών Νόμου, οι οποίες προνοούν για τις περιπτώσεις που ένας πιστωτής δικαιούται να φέρει ένσταση. Για όλα τα πιο πάνω, ασκώντας επί τούτο τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, κρίνω ότι η μείωση θα πρέπει να επικυρωθεί και επικυρώνεται. Παρέμεινε το θέμα των εξόδων. Η αιτήτρια ήταν υποχρεωμένη να απευθυνθεί στο Δικαστήριο για επικύρωση της αποφασισθείσας μείωσης, κάτι που έπραξε με την παρούσα αίτηση. Έχει κριθεί ότι η Τράπεζα δεν δικαιούταν να φέρει ένσταση στη μείωση. Επομένως, κρίνω ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως η Τράπεζα καταδικασθεί να πληρώσει προς την αιτήτρια όλα τα έξοδα που δημιουργήθηκαν στην παρούσα διαδικασία μετά την καταχώρηση της ένστασης και ανάλογη είναι και η απόφαση του Δικαστηρίου. Τα έξοδα να υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /κβπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.