Alpha Bank Ltd ν. Γιάννου Συμεωνίδη, Αρ. Υποθ.: 6114/06, 27.2.07 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2007:A18 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γιαπανά, Ε.Δ. Αρ. Υποθ.: 6114/06 Μεταξύ:- Alpha Bank Ltd Ενάγουσας και Γιάννου Συμεωνίδη, από Λευκωσία Εναγομένου ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 27.2.07 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους ενάγοντες - αιτητές: κα Μιχαηλίδου Για τον εναγόμενο - καθ' ου η αίτηση: κ. Παπαντωνίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 25.10.06 κατόπιν μονομερούς αίτησης των εναγόντων αιτητών εκδόθηκε ενδιάμεσο διάταγμα με το οποίο εμποδίζετο ο εναγόμενος - καθ' ου η αίτηση να πωλήσει, μεταβιβάσει, επιβαρύνει, υποθηκεύσει ή καθ' οιονδήποτε άλλο τρόπο αποξενώσει συγκεκριμένη ακίνητη περιουσία στη Λευκωσία και Λεμεσό. Ο καθ' ου η αίτηση έφερε ένσταση στη συνέχιση του διατάγματος. Καταχώρησε γραπτή ένσταση συνοδευόμενη με ένορκη δήλωση και επισυνημμένα διάφορα έγγραφα. Δεν αντεξετάστηκε κανένας από τους ομνύοντες και οι δύο πλευρές καταχώρισαν γραπτές αγορεύσεις. Νομικό υπόβαθρο της αίτησης είναι ο περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος το Κεφ. 6 αρ. 5, 7 και 9 η Δ.48 Θ.2 και το αρ. 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60. Στις γραπτές αγορεύσεις των δύο πλευρών γίνεται εκτεταμένη αναφορά τόσο στα πραγματικά περιστατικά που συνθέτουν την αίτηση και την ένσταση, όσο και εκτεταμένη αναφορά και παραπομπή σε σχετική νομολογία. Δεν θα αναφερθώ λεπτομερώς στις εκατέρωθεν θέσεις. ΄Οπου χρειαστεί πιο κάτω θα γίνει ιδιαίτερη αναφορά στις διάφορες εισηγήσεις των δύο πλευρών. Δεν θα επαναλάβω το περιεχόμενο των εκατέρωθεν ενόρκων δηλώσεων, αφού κρίνω πως κάτι τέτοιο είναι αχρείαστο. Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν πρόκειται να διεξέλθει τη μαρτυρία με γνώμονα τη διαπίστωση γεγονότων ή την τελεσίδικη αξιοπιστία της. (Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980). Θα σκιαγραφήσω εκεί που χρειάζεται τα ουσιώδη γεγονότα, για να διαφανεί καλύτερα η ουσία της διαφοράς. Η ουσία επί της οποίας στηρίχθηκε το αίτημα αφορά το ποσό των Λ.Κ.14,553.44 πλέον τόκους και έξοδα, υπόλοιπο από ειδικό τρεχούμενο λογαριασμό δυνάμει επενδυτικού σχεδίου. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του Σάββα ΄Αδωνη που υποστηρίζει την αίτηση, δεν υπάρχει άλλη εξασφάλιση υπέρ των εναγόντων, πλην της συμφωνίας ενεχυρίασης μετοχών του εναγομένου προς όφελος των εναγόντων. Ο εναγόμενος είναι ιδιοκτήτης των επίδικων ακινήτων, η αξία των οποίων επί καταναγκαστικής πώλησης είναι Λ.Κ.111,000.- και επειδή υπάρχει, ως πληροφορείται, κίνδυνος αποξένωσης των κτημάτων με αποτέλεσμα οι ενάγοντες, αν εκδοθεί απόφαση υπέρ τους να μην ικανοποιηθούν, επιζητήθηκε η έκδοση του αναφερόμενου διατάγματος. Ο καθ' ου η αίτηση προβάλλει σειρά ενστάσεων που αφορούν τόσο την ουσία της διαφοράς όσο και επί της διαδικασίας. Θέτει, πέραν των διαφόρων άλλων ενστάσεων, σε σχέση με την ουσία των γεγονότων της αίτησης, ότι οι αιτητές δεν αποκάλυψαν όλα τα γεγονότα στο δικαστήριο και απέκρυψαν ουσιαστικά στοιχεία που αφορούν την ενεχυρίαση των μετοχών του εναγομένου προς όφελος των εναγόντων. Είναι ακόμα η θέση του ότι η αίτηση και η ένορκη δήλωση των αιτητών δεν υποστηρίζεται από τα αναγκαία υποστηρικτικά έγγραφα και ότι ελλείπει το κατεπείγον για την έκδοση του διατάγματος. ΄Εχει νομολογηθεί ότι το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο για τα προσωρινά διατάγματα, η δε δικονομία ρυθμίζεται από τον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 και τους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς. (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015) Στη διαδικασία του προσωρινού διατάγματος το έργο του δικαστηρίου περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσο ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το αρ. 32 του Νόμου 14/60 και όπως αυτές έχουν αποκρυσταλλωθεί σε πλειάδα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Πέραν της ικανοποίησης των τριών θεσμικών προϋποθέσεων, στο τελικό στάδιο το δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα. (Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)1 C.L.R. 557, Τσιαντής ν. Hellenic Bank (Investments) Ltd
(2001)1 A.A.Δ. 2029). Δύο εκ των θέσεων του κ. Παπαντωνίου θεωρώ ότι θα πρέπει να εξεταστούν άμεσα, προτού προχωρήσω στην επί μέρους εξέταση των προϋποθέσεων που τάσσει η νομολογία. Η μια ότι οι αιτητές δεν κατέδειξαν το επείγον της αίτησης, και η άλλη ότι δεν αποκάλυψαν όλα τα ουσιώδη γεγονότα στο δικαστήριο. Και οι δύο εισηγήσεις κρίνω πως θα πρέπει να εξεταστούν άμεσα και τούτο γιατί το επίδικο διάταγμα εκδόθηκε μονομερώς, οπότε η υποχρέωση του αιτητή για να καταδείξει και τα δύο αυτά στοιχεία βρισκόταν στους ώμους του. Το κατεπείγον ως η νομολογία υποδεικνύει αποτελεί δικαιοδοτικό όρο προς έκδοση μονομερώς ενός διατάγματος, ενώ η υποχρέωση αποκάλυψης όλων των γεγονότων, όπως εξηγείται στην υπόθεση Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 ενυπάρχει στον αιτητή, στο στάδιο της εκδόσεως μονομερώς ενός διατάγματος, ως θέμα ύψιστης πίστεως και ως υποχρέωση που επιβάλλει την αποκάλυψη όλων των γεγονότων, έστω και αν είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο, που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Είναι γι' αυτόν ακριβώς το λόγο που η εξέταση των δύο αυτών ζητημάτων θα πρέπει να εξεταστεί άμεσα και πρωταρχικά, αφού ουσιαστικώς άπτονται του θέματος της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου αλλά και της ουσίας του εκδοθέντος διατάγματος. Είναι σημαντικό ακόμα να λεχθεί ότι η εξέταση τόσο των δύο πιο πάνω ζητημάτων όσο και των λοιπών δεδομένων και προϋποθέσεων που τάσσει η νομολογία, γίνεται μέσα από τις υποστηρίζουσες τις αντίστοιχες θέσεις ένορκες δηλώσεις. Το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων αποτελεί τη μαρτυρία επί της οποίας θα στηριχθεί το Δικαστήριο και διέπεται κάτω από τις πρόνοιες της Δ.39. Αποτελεί αναπόφευκτα το υλικό επί του οποίου θα κριθεί αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τάσσει η νομολογία. Η ακρόαση της αίτησης διέπεται από τη Δ.48 Θ.4. Σύμφωνα με τη διαταγή αυτή δεν προσκομίζεται μαρτυρία, αλλά γίνεται μέσα από το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων. Αμφισβήτηση ενόρκων δηλώσεων μπορεί να γίνει με αντεξέταση κατόπιν αδείας του δικαστηρίου, είτε με ένορκες δηλώσεις ή με οποιοδήποτε άλλο παραδεκτό τρόπο. (Πατούρης ν. Hellenic Bank Ltd (2001( 1 A.A.Δ. 2118). Όπως υπεδείχθη στην υπόθεση Blue Arrow General Trading Ltd v. Μικρού
(2000)1 Α.Α.Δ 1427, με την τροποποίηση της Δ.48 Θ.4 οι νομολογιακές θέσεις που έχουν διατυπωθεί στη Louis Vouiton v. Δέρμοσακ
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453 έχουν ατονήσει. Διατηρείται όμως και υπάρχει, με την άδεια του δικαστηρίου, το δικαίωμα αντεξέτασης. Όπως λέχθηκε οι ομνύοντες δεν αντεξετάστηκαν και συνεπώς ο καθ' ου η αίτηση δεν αμφισβητήθηκε σε αυτά που ορκίστηκε. (Κυρίλλου ν. Λάμπου
(2004)1 Α.Α.Δ. 1528). ΄Ετσι η κρίση του δικαστηρίου κατά την εξέταση όλων των εγειρόμενων ζητημάτων θα κριθεί μέσα σε αυτό το πλαίσιο, αφού όπως υπεδείχθη στην υπόθεση Σεβαστού ανωτέρω, το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών παραμένει σε εκείνον που επιζητά την έκδοση του διατάγματος για να ικανοποιήσει, σωρευτικά μάλιστα, τις τασσόμενες από τη νομολογία προϋποθέσεις. ΄Εχοντας καθορίσει το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα εξεταστεί και κατ' επέκταση θα γίνει η ακρόαση της αίτησης, θα προχωρήσω να εξετάσω τα δύο πιο πάνω ζητήματα που τέθηκαν από τον κ. Παπαντωνίου. Θα παραθέσω τους βασικούς ισχυρισμούς του καθ' ου η αίτηση όπως αναδύονται στην ένορκη του δήλωση για να διαφανούν καλύτερα οι επί μέρους εισηγήσεις του. Ως λέχθηκε η απαίτηση στηρίζεται σε υπόλοιπο επενδυτικού σχεδίου. Σύμφωνα με τα όσα αναφέρει ο καθ' ου η αίτηση, που υποστηρίζονται από τα διάφορα έγγραφα που επισύναψε, ο επενδυτικός λογαριασμός τερματίστηκε από τους αιτητές την 31.5.
- Κατά την ημέρα του τερματισμού το υπόλοιπο που παρουσιαζόταν σύμφωνα με το Τεκμ. 1 της ένορκης του δήλωσης ήταν Λ.Κ.14,533.44 πλέον τόκοι. Πρόκειται για το αξιούμενο με την αγωγή ποσό. Σύμφωνα με την επιστολή τερματισμού, ο εναγόμενος κλήθηκε εντός 15 ημερών να εξοφλήσει το ποσό αυτό, σε αντίθετη δε περίπτωση οι ενάγοντες «δύναται» να προχωρήσουν στην πώληση των μετοχών της ενεχυρίασης. Αν το προϊόν της πώλησης δεν κάλυπτε το αξιούμενο ποσό, τότε οι ενάγοντες επιφύλασσαν το δικαίωμα τους να προχωρήσουν στη λήψη δικαστικών μέτρων για το υπόλοιπο. Προηγήθηκε του τερματισμού, επιστολή των εναγόντων αναφορικά με έλλειμμα που παρουσίασε ο λογαριασμός λόγω της μείωσης των αξιών στο ΧΑΚ και διάφορες εισηγήσεις τους, μεταξύ των οποίων και η παραχώρηση από τον εναγόμενο πρόσθετων ενεχυριάσεων κινητών αξιών ή κατάθεση μετρητών. Ακολούθησε επιστολή του εναγομένου. Στις 21.8.02 οι ενάγοντες, διά των δικηγόρων τους αυτή την φορά, επανήλθαν με νέα επιστολή για εξόφληση του πιο πάνω υπολοίπου, γιατί εν ενάντια περίπτωση «δύνανται» να πωλήσουν τις ενεχυριασθείσες μετοχές. Είναι η θέση του καθ' ού η αίτηση ότι ο λογαριασμός αυτός ήταν ακίνητος από το 2000 ενώ από το 2002 που τερματίστηκε, οι ενάγοντες δεν προχώρησαν σε δικαστικά μέτρα εναντίον του παρά μόνο με την καταχώρηση της αγωγής την 19.9.
- Είναι ακόμα η θέση του ότι οι ενεχυριασθείσες μετοχές τον ουσιώδη χρόνο είχαν μεγάλη αξία που υπερέβαινε το ισχυριζόμενο χρέος και οι ενάγοντες παρέλειψαν ή και αδιαφόρησαν να προχωρήσουν στην πώληση τους για να εξοφλήσουν τον επίδικο λογαριασμό. Οι μετοχές εξακολουθούν να είναι υπό ενεχυρίαση προς όφελος των εναγόντων. Τα γεγονότα αυτά παρουσιάζονται υπό διπλή άποψη. Τόσο από την σκοπιά ότι οι αιτητές δεν κατέδειξαν το κατ' επείγον όσο και υπό το πρίσμα της απόκρυψης τους από το Δικαστήριο όταν αποτάθηκαν μονομερώς για την έκδοση του διατάγματος. Σε άμεση συνάρτηση με αυτά, είναι η θέση του κ. Παπαντωνίου ότι όχι μόνο απέκρυψαν τα πιο πάνω, αλλά δεν παράθεσαν στο δικαστήριο τόσο την αξία των ενεχυριασθεισών μετοχών κατά το χρόνο τερματισμού της συμφωνίας όσο και σήμερα. Ακόμα ότι δεν παρουσίασαν εκτίμηση σχετικά με την αξία των επίδικων ακινήτων. Επί του τελευταίου να παρεμβάλω ότι η κα Μιχαηλίδου με τη γραπτή της αγόρευση περιόρισε το αίτημα στο ένα εκ των δύο ακινήτων, εν όψει ακριβώς της ισχυριζόμενης αξίας τους, ανεξαρτήτως αν δεν παρουσίασαν προς τούτο εκτίμηση, και τούτο λόγω ακριβώς του ύψους του αξιούμενου ποσού. Να προσθέσω ακόμα ότι σύμφωνα με την γραπτή αγόρευση της κας Μιχαηλίδου δεν υπάρχουν ενεχυριαθείσες μετοχές προς όφελος των εναγόντων. Δεν θα αποφασιστεί τώρα το θέμα αυτό, ανεξάρτητα αν φαίνεται διαφορετική αναφορά στην ένορκη δήλωση των αιτητών, αφού άπτεται της ουσίας. Θα πρέπει όμως να λεχθεί ότι είχε και ο καθ' ου η αίτηση υποχρέωση να παρουσιάσει στοιχεία που αφορούν τις μετοχές καθώς και στοιχεία για την αξία των ακινήτων και ότι η αξία τους υπερβαίνει την απαίτηση των εναγόντων. (Φετοκάκης ν. Χριστοφή κ.α. Πολ. ΄Εφεση αρ. 12026 ημερ. 8.9.06). ΄Οτι υπάρχει ενώπιον του δικαστηρίου επί της αξίας των ακινήτων είναι αυτά που ορκίσθη ο Σάββας ΄Αδωνης εκ μέρους των αιτητών, ανεξάρτητα αν δεν κατέθεσε έκθεση εκτίμησης της αξίας τους, καθώς και η δήλωση περιορισμού του διατάγματος σε ένα από τα δύο ακίνητα. ΄Αμεσα συναφές με το θέμα αυτό είναι και η εισήγηση του κ. Παπαντωνίου ότι οι αιτητές δεν αποκαλύπτουν την πηγή της πληροφόρησης τους περί του άμεσου κινδύνου που υπάρχει για την εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση αποξένωσης των ακινήτων. ΄Εχω ήδη αναφέρει ότι ο καθ' ου η αίτηση επισυνάπτει όλη τη σχετική επί του θέματος αλληλογραφία, καθώς και τις σχετικές συμφωνίες για τον επενδυτικό λογαριασμό και για την ενεχυρίαση των μετοχών. Στη γραπτή αγόρευση τους οι αιτητές αρνούνται ότι απέκρυψαν από το δικαστήριο στοιχεία τέτοια που θα επηρέαζαν την κρίση του δικαστηρίου κατά την έκδοση του διατάγματος και ότι όσα στοιχεία παρέθεσε ο καθ' ού η αίτηση αποτελούν υπεράσπιση επί της ουσίας, που δεν είναι το παρόν στάδιο το κατάλληλο να εξεταστούν. Είναι νομολογημένο ότι η υιοθέτηση ενόρκως του περιεχομένου της αίτησης ή ενός δικογραφήματος δεν τα καθιστά μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. (Interpartemental Concerc «Uralmetrom» ν. Besuno Ltd
(2004)1 AAΔ 557 και Νίνος Μιχαηλίδης Λτδ ν. Δρουσιώτη κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 877). Ο ομνύον για τους αιτητές στην παράγραφο 2 της ένορκης του δήλωσης υιοθετεί και επαναλαμβάνει το περιεχόμενο της έκθεσης απαιτήσεως, ενώ στην παράγραφο 3 αναφέρει ότι ο εναγόμενος αληθινά οφείλει στους ενάγοντες το ποσό των Λ.Κ.14,553.44 πλέον τόκους και έξοδα. Κανένα στοιχείο ή άλλες λεπτομέρειες παρατίθενται σε σχέση με τον επίδικο λογαριασμό και το αξιούμενο υπόλοιπο. Αντίθετα, στοιχεία και λεπτομέρειες που αφορούν το ιστορικό του επίδικου λογαριασμού τέθηκαν από τον καθ' ου η αίτηση, υποστηριζόμενα από τα σχετικά έγγραφα. ΄Εχει υποδειχθεί στην υπόθεση Καλογήρου ν. C.C.F Credit Capital Finance Ltd
(2005)1 A.A.Δ. 1237 ότι δεν υπάρχουν αυστηρά οριοθετημένα πλαίσια, μέσα στα οποία ασκείται η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου. Η κάθε περίπτωση κρίνεται υπό το φως των δικών της δεδομένων και περιστατικών, με γνώμονα πάντοτε το κατά πόσο η έκδοση του διατάγματος είναι αναγκαία, για να καταστεί δυνατή η απονομή της δικαιοσύνης σε κάθε στάδιο περιλαμβανομένου και αυτού της ικανοποίησης της απόφασης που τυχόν ήθελε εκδοθεί. Κρίθηκε ακόμα, ότι σημαντικός είναι ο χρόνος τερματισμού της συμφωνίας και όχι το διάστημα για το οποίο ο λογαριασμός παρουσίαζε το ίδιο υπόλοιπο. Χρόνος εφτά μηνών από τον τερματισμό των επιδίκων συμφωνιών μέχρι την καταχώρηση της αγωγής δεν κρίθηκε απαγορευτικός προς έκδοση διατάγματος, λαμβάνοντας υπόψη ότι μετά τον τερματισμό ανταλλάγηκε αλληλογραφία μεταξύ των διαδίκων σε μια προσπάθεια επίλυσης των διαφορών τους. Ούτε ακόμα θεωρήθηκε ως αρνητικό για τους αιτητές το γεγονός ότι αποτάθηκαν προς έκδοση διατάγματος με καθυστέρηση μεταξύ της καταχώρησης της αγωγής και της σχετικής αίτησης. (Ρένα Αριστοτέλους Λτδ κ.α ν. Benfleet Enterprises Ltd κ.α. Πολ. ΄Εφεση 12144 ημερ. 27.3.06). Στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και αντιπαραβάλλοντας όσα έχουν τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου με βάση τις ένορκες δηλώσεις, παρεμβάλλω εδώ ότι η κα Μιχαηλίδου με αναφορά στην έκθεση απαίτησης αναφέρει ότι ο λογαριασμός τερματίστηκε τον Οκτώβριο του 2000, συνάγεται ότι οι αιτητές τερμάτισαν τον επίδικο λογαριασμό την 31.5.02. Η μεταγενέστερη επιστολή των δικηγόρων τους ημερ. 21.8.02 δεν αποτελεί τερματισμό, αφού με αυτή ο εναγόμενος καλείται να καταβάλει το οφειλόμενο υπόλοιπο στην βάση της ήδη τερματισθείσας συμφωνίας. Να σημειώσω ακόμα ότι προηγήθηκε αλληλογραφία μεταξύ των διαδίκων, και μετά ακολούθησε ο τερματισμός της συμφωνίας. Να παρεμβάλω ότι οι πιο πάνω κρίσεις δεν αποτελούν προκαταρκτική εκδίκαση της αγωγής επί συγκρουόμενων ενόρκων δηλώσεων, αλλά πρόκειται για μια γενικότερη θεώρηση των εκατέρωθεν θέσεων και του υλικού που παρουσιάστηκε με τις ένορκες δηλώσεις, ώστε να ανευρεθεί και να κριθεί κατά πόσο οι αιτητές έχουν καταδείξει το επείγον του αιτούμενου διατάγματος, σε συνάρτηση με το αν αποκάλυψαν όλα τα ουσιώδη στοιχεία ενώπιον του δικαστηρίου. Οι πιο πάνω κρίσεις δεν αποτελούν βέβαια ευρήματα, αφού δεν είναι στο στάδιο αυτό που θα αξιολογηθεί η μαρτυρία προς εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων και ευρημάτων. Όμως ως υποδεικνύεται στη Σεβαστού ανωτέρω, μια αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι αναγκαία, για να μπορεί το δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς, έστω και μέσα στα πλαίσια της περιορισμένης σφαίρας εξέτασης τους σε αυτό το στάδιο. Δεδομένου του χρόνου τερματισμού της συμφωνίας, η διαπίστωση είναι ότι οι ενάγοντες καταχώρησαν την αγωγή μετά από πάροδο 4 ½ χρόνων. Πέραν του ότι τα στοιχεία αυτά δεν παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο όταν οι αιτητές αποτάθηκαν μονομερώς για την έκδοση του διατάγματος, δεν υπάρχει ούτε και κάποια εξήγηση για το λόγο της ομολογουμένως πολύ μεγάλης καθυστέρησης στην προώθηση της αγωγής. Ως λέχθηκε ουσιαστική δικαιοδοτική προϋπόθεση στη βάση του άρθρου 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 είναι το κατεπείγον. (βλ. Κιτρομηλίδου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 1165 και τις αναφερόμενες αποφάσεις). Η καθυστέρηση, εκτός αν επεξηγηθεί, στην προώθηση της αίτησης για προσωρινό διάταγμα, είναι γενικώς μοιραία. (Bacardi and co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 788). Και στην παρούσα υπόθεση τίποτε δεν υπάρχει προς αυτή την κατεύθυνση. Με βάση όσα έχουν λεχθεί είναι η κρίση και η κατάληξη μου ότι οι αιτητές δεν έχουν καταδείξει το στοιχείο του κατεπείγοντος. Ο λόγος αυτός είναι αρκετός για ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. ΄Αμεσα συναφές προς τα πιο πάνω αποτελεί και το γεγονός ότι τα στοιχεία αυτά δεν τέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου κατά το χρόνο έκδοσης του διατάγματος. Είναι καλά γνωστή η αρχή που διακηρύχθηκε στη Γρηγορίου ανωτέρω, με αναφορά στην θεμελιακή υπόθεση Brink' s Mat Ltd v. Elcompe (C.A.) [1988] 1 W.L.R. 1350 για την υποχρέωση του αιτητή να αποκαλύψει όλα τα ουσιαστικά γεγονότα που μπορούν να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Το αποτέλεσμα τέτοιας παράλειψης είναι ότι το δικαστήριο, χωρίς να εξετάσει την ουσία ακυρώνει αμέσως τη διαταγή γιατί ακριβώς είναι θέμα ύψιστης πίστεως. Τι μπορεί κάθε φορά να αποτελούν ή και να συνιστούν ουσιώδη στοιχεία, εξαρτάται εξ αντικειμένου από τη φύση τους, και κατά πόσο είναι ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, οπόταν στην απουσία τους, η απόφαση του δικαστηρίου καθίσταται ακροασφαλής. (Resola Cyprus Ltd ν. Χριστοδούλου
(1998)1 Α.Α.Δ. 598). Είναι νομολογημένο ότι ουσιώδη στοιχεία, ακόμα και ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο είναι εκείνα που πρέπει να γνωρίζει ο δικαστής και αν ένα γεγονός είναι ουσιώδες αποφασίζεται από το δικαστήριο και όχι από το διάδικο. (Αριστοτέλους ανωτέρω). Αναποδράστως, το στοιχείο του κατεπείγοντος συναρτάται, στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, άμεσα με το στοιχείο της πλήρους αποκάλυψης όλων των ουσιωδών δεδομένων και στοιχείων ενώπιον του δικαστηρίου κατά το χρόνο που οι αιτητές αποτάθηκαν μονομερώς προς έκδοση του επίδικου διατάγματος. Ο τερματισμός της συμφωνίας καθώς και το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα μέχρι την καταχώρηση της αγωγής, καθώς και οι λόγοι που δεν προώθησαν άμεσα δικαστικά μέτρα οι ενάγοντες, αποτελούσαν ουσιώδη συνιστώντα στοιχεία κατά την άσκηση της δικαστικής κρίσης όταν εκδίδετο το διάταγμα. Και όφειλαν οι αιτητές να θέσουν ενόρκως ενώπιον του δικαστηρίου όλα αυτά τα στοιχεία καθώς και το ιστορικό που αφορούσε τον επίδικο λογαριασμό. Και αποτελεί άνευ ετέρου διαπίστωση ότι δεν τέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου όταν αποτάθηκαν μονομερώς προς έκδοση του διατάγματος. Και δεν νομίζω πως τίθεται εν αμφιβόλω ότι αποτελούν ουσιώδους σημασίας, δεδομένου του δικαιοδοτικού όρου του κατεπείγοντος. Είναι μεγάλη η ευθύνη εκείνου που επιδιώκει θεραπεία χωρίς να ακουστεί η άλλη πλευρά, να θέσει όλα τα δεδομένα με ύψιστη καλή πίστη και με πληρότητα. Το ενδεχόμενο να είναι δυνατό εκ των υστέρων, η γενική εικόνα που δημιουργείται να είχε αντικριστεί διαφορετικά μετά από μια εξονυχιστική έρευνα, δεν είναι ικανοποιητική απάντηση όταν, όσα ως σύνολο μεταδίδονται, σαφώς οδηγούν στο σχηματισμό άλλης εικόνας. (Χαραλάμπους ν. Petros Michael Exclussif Ltd κ.α.
(2004)1 Α.Α.Δ. 1953). Οι πιο πάνω λόγοι είναι αρκετοί κατά την κρίση μου για να ακυρωθεί η διαταγή και να απορριφθεί το αίτημα, χωρίς περαιτέρω εξέταση του επί της ουσίας. Υπάρχει όμως ακόμα ένα θέμα που εγείρεται από τον καθ' ού η αίτηση και το οποίο προτίθεμαι να εξετάσω. Αφορά την επάρκεια της ενόρκου δηλώσεως των αιτητών. Συγκεκριμένα επί του κινδύνου αποξένωσης της επίδικης ακίνητης περιουσίας. Ο ομνύον στην παράγραφο 6 της ένορκης του δήλωσης αναφέρει ότι «εξ' όσων πληροφορούμαι υπάρχει άμεσος κίνδυνος αποξένωσης υπό του εναγόμενου των ως άνω αναφερόμενων κτημάτων και είναι κατ' επείγον όπως εκδοθεί το ζητούμενο διάταγμα ...." Ηγέρθη από τον κ. Παπαντωνίου κατά πόσο ο ομνύον αποκαλύπτει την πηγή της πληροφόρησης του. Το ζήτημα πραγματεύεται σε όλες τις παραμέτρους της η υπόθεση Poltava Petroleum Co v. Mexana Oil Ltd κ.α.
(2001)1 A.A.Δ 1301. Γίνεται γενική ανασκόπηση της νομολογίας, κυρίως στην περίπτωση αποξένωσης περιουσίας άλλης από το αντικείμενο της αγωγής όπως είναι και η παρούσα περίπτωση. Εξηγείται ότι το σχετικό κριτήριο, επί τέτοιων διαταγμάτων, είναι κατά πόσο λαμβανομένης υπόψη της μαρτυρίας στο σύνολο της υπάρχει βάσιμος κίνδυνος, ότι η απόφαση υπέρ του ενάγοντος, στο τέλος της ημέρας, θα παραμείνει ανικανοποίητη. Δεν είναι αναγκαίο να αποδειχθεί άνομη πρόθεση, παρόλο που αν αποδειχθεί κάτι τέτοιο, το δικαστήριο χορηγεί το διάταγμα με περισσότερη ετοιμότητα. Στην υπόθεση C. Phasarias (Aut. Centre) Ltd v. Σκυροποιεία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 785, υπεδείχθη ότι δεν αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για την πραγματική πρόθεση του εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Πρόκειται για την πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση της απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος. Είναι ακριβώς γι' αυτό το λόγο που απαιτείται εκ μέρους του ενάγοντος «στέρεη μαρτυρία» προς υποστήριξη του ισχυρισμού του ότι δεν θα ικανοποιηθεί η απόφαση. Δεν πρέπει ακόμα να παραγνωρίζεται ότι η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου πρέπει να χορηγείται με μεγάλη περίσκεψη και πάντοτε λαμβανομένου δεόντως υπόψη των ειδικών σκοπών του Νόμου και κυρίως ως βοήθημα στη διαδικασία εκτέλεσης, το οποίο στοχεύει στην πρόληψη ενεργειών που τείνουν να υπονομεύσουν την αποτελεσματικότητα της δικαστικής διαδικασίας. Ούτε ακόμα πρέπει να παραγνωρίζεται, ότι η μονομερής έκδοση συντηρητικού διατάγματος συνιστά εξαιρετικό μέτρο και κατά παρέκκλιση του κανόνα φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί. (Vuiton ανωτέρω). Στην υπόθεση Resola ανωτέρω, ο ισχυρισμός του αιτητή ήταν ότι οι πληροφορίες του προέρχονταν από κύκλους φιλικά προσκείμενους προς τους εναγόμενους και ότι προσπαθούσαν να αποξενώσουν τα περιουσιακά τους στοιχεία. Κρίθηκε ότι, αφ' εαυτού ο ισχυρισμός, είναι αόριστος και δεν αποκαλύπτει την πηγή των πληροφοριών του και για το λόγο αυτό θα έπρεπε να αγνοηθεί. Η προσκομισθείσα εν προκειμένω μαρτυρία διαφέρει ακόμα από όσα έχουν τεθεί στην υπόθεση Phasarias ανωτέρω. Εκεί αφ' ενός αντεξετάστηκε ο καθ' ου η αίτηση και διεφάνη ότι όντως υπήρχαν επιβαρύνσεις υπέρ των τραπεζών, αφ' ετέρου δε έγινε αναφορά από τους αιτητές ότι η πηγή των πληροφοριών τους ήταν έγκυροι τραπεζικοί κύκλοι, που ουσιαστικά επιβεβαιώθηκαν από την αντεξέταση του καθ' ου η αίτηση. Θεωρήθη ακόμα, πως η αναφορά σε αξιωματούχους τραπεζών δεν αποτελεί αόριστη πηγή και συνιστούσε επαρκή αποκάλυψη της πηγής της πληροφόρησης. Εν' όψει των πιο πάνω θεωρώ, και αυτή είναι η κατάληξη του δικαστηρίου επί του θέματος αυτού, ότι οι αιτητές με κανένα τρόπο και με καμιά επί μέρους αναφορά, δεν έχουν αποκαλύψει από πού άντλησαν την πληροφορία τους για την άμεση αποξένωση της επίδικης ακίνητης περιουσίας υπό του εναγόμενου. Τέλος αντιπαρέρχομαι τη δυσαναλογία και αναντιστοιχία μεταξύ του αξιούμενου ποσού και των δεσμευθέντων ακινήτων, έστω και με τον περιορισμό που έγινε εκ μέρους της κας Μιχαηλίδου. Αφού το αξιούμενο ποσό είναι Λ.Κ.14,5053.44.- πλέον τόκους και έξοδα, ενώ η αξία του δεσμευθέντος ακινήτου, επί του οποίου περιόρισε το αίτημα η κα Μιχαηλίδου, είναι Λ.Κ.69,000.- επί δε καταναγκαστικής πώλησης είναι Λ.Κ.55,200.-. Και τούτο με βάση όσα οι αιτητές αναφέρουν στην ένορκη τους δήλωση. Για όλους τους πιο πάνω λόγους το εκδοθέν διάταγμα ακυρώνεται. Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται προς όφελος του καθ' ου η αίτηση και σε βάρος των αιτητών. Θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα είναι καταβλητέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.) Ν. Γιαπανάς, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο