ELEFTHERIA FINANCIAL SERVICES LTD ν. UNIVERSAL BANK LTD, Αρ.Αγωγής: 653/02, 28 Φεβρουαρίου, 2007 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2007:A20 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Σταύρου, Ε.Δ. Αρ.Αγωγής: 653/02 Μεταξύ: ELEFTHERIA FINANCIAL SERVICES LTD Ενάγουσας και UNIVERSAL BANK LTD Εναγομένης ------------------- 28 Φεβρουαρίου, 2007 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κ. Δ. Παυλίδης (στην εκφώνηση της απόφασης ο κ. Στυλιανού). Για την Εναγομένη: κ. Φ. Πελίδης (στην εκφώνηση της απόφασης η κα Ελισσαίου). Α Π Ο Φ Α Σ Η Αποτελεί κοινό έδαφος ότι η Ενάγουσα εταιρεία που ασχολείτο με επενδυτικές εργασίες, ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο πελάτιδα της Εναγόμενης τράπεζας και ότι κατά η περί τον Ιούλιο του 2000 συμφώνησαν, υπό συγκεκριμένους όρους, όπως η τελευταία παραχωρήσει στην πρώτη τραπεζικό όριο υπεραναλήψεως μέχρι ποσού £500.
- Το εν λόγω όριο παραχωρήθηκε στις 16.10.2000 αλλά ο σχετικός λογαριασμός που είχε ανοιχθεί (142-2-0108937-12016) χρεώθηκε από τις 31.7.2000 με £44.000 έξοδα μελέτης (τεκμήριο 1). Η συνεργασία των μερών δεν άντεξε στον χρόνο αφού η σχετική συμφωνία και η λειτουργία του λογαριασμού τερματίστηκαν στις 3.8.2001 με επιστολή που απέστειλε η Εναγόμενη προς την Ενάγουσα, επικαλούμενη υπέρβαση του παραχωρηθέντος ορίου (τεκμήριο 9Α). Με την εν λόγω επιστολή η Εναγόμενη αύξησε το χρεωστικό επιτόκιο επί του τότε οφειλομένου ποσού από 8% σε 12%. Το τελικό χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού που ανήλθε στις £538.777,77 σεντ εξοφλήθηκε στις 27.9.2001 με την υποβολή απαίτησης από την Εναγόμενη προς άλλη τράπεζα βάσει τραπεζικής εγγύησης που της είχε δοθεί ως μια από τις εξασφαλίσεις του παραχωρηθέντος ορίου. Η προαναφερθείσα χρέωση των £44.000 αποτέλεσε το εφαλτήριο της ανακύπτουσας διαφοράς μεταξύ των μερών. Τούτου λεχθέντος το ακριβές υπόβαθρο των ισχυρισμών και αξιώσεων της Ενάγουσας δεν είναι απόλυτα σαφές από την Έκθεση Απαίτησης και έτσι για να μπορέσω να συνοψίσω την εκδοχή της έλαβα υπόψη και τη μαρτυρία που προσκόμισε κατά την ακρόαση, προβαίνοντας σε κάποια σημεία σε συνειρμούς και υποθέσεις. (Το εν γένει ζήτημα της δικογράφισης και το πως τούτο υπό τις περιστάσεις επιδρά στις αξιώσεις της Ενάγουσας θα το σχολιάσω στη συνέχεια.) Βάσει λοιπόν των πιο πάνω συμπεραίνω πως η εκδοχή που επιχείρησε να προβάλει στο δικαστήριο η Ενάγουσα είναι πως οι £44.000 αφορούσαν χρονική περίοδο δύο ετών, όση δηλαδή και η διάρκεια του παραχωρηθέντος ορίου. Η Εναγόμενη δεν έπρεπε να προχρεώσει το εν λόγω ποσό και μάλιστα τρεις σχεδόν μήνες πριν την παραχώρηση του ορίου (επ' αυτού μάλιστα κατόπιν διαμαρτυρίας έλαβε και σχετικές διαβεβαιώσεις από αξιωματούχους της), αλλά, βάσει της τραπεζικής πρακτικής να το χρέωνε σταδιακά, έχοντας ως χρονική αφετηρία την ημερομηνία παραχώρησης του ορίου. Υπό τις περιστάσεις και αφού (κακώς) είχε προχρεωθεί ολόκληρο το ποσό για τα δύο έτη, ο τερματισμός της συμφωνίας επέβαλλε στην Εναγόμενη την υποχρέωση επιστροφής του αδιάθετου μέρους. Το αδιάθετο ή αλλιώς το υπερχρεωθέν μέρος προσδιορίζεται στην Έκθεση Απαιτήσεως σε £34.
- Ωστόσο στο παρακλητικό διεκδικείται η επιστροφή ποσού £37.797,61 σεντ, που προφανώς περιλαμβάνει και τους αναλογούντες τόκους από 31.7.2000 (ημερομηνία χρέωσης) μέχρι 27.9.2001 (ημερομηνία εξόφλησης). Συναφώς διεκδικείται στο παρακλητικό ποσό £3.111.11 σεντ που φέρεται να αντιπροσωπεύει τη διαφορά του επιτοκίου από 8% σε 12% για την περίοδο 3.8.01 (ημερομηνία αύξησης του επιτοκίου) μέχρι 27.9.2001 (ημερομηνία εξόφλησης). Προφανώς οι τόκοι αυτοί αφορούν και υπολογίστηκαν επί ολόκληρου του οφειλομένου ποσού. Αξίζει να σημειωθεί πως δεν διεκδικείται η απόλυτη απόδοση αυτών των ποσών αλλά ζητείται να πιστωθούν σε λογαριασμό δανείου άλλης εταιρείας που συνδέεται με την Ενάγουσα, ήτοι της Touch Holdings Ltd. Αξίζει επίσης να σημειωθεί πως στο σώμα της Έκθεσης Απαίτησης γίνεται λόγος και για αυθαίρετη χρέωση ασφαλίστρων ύψους £340,95 σεντ από μέρους της Εναγόμενης και παρά το γεγονός ότι εκδηλώνεται η πρόθεση διεκδίκησης των, τελικώς δεν υπάρχει τέτοια αξίωση στο παρακλητικό. Η θέση της Εναγομένης επί των επίμαχων σημείων συνοψίζεται ως εξής: Η χρέωση του λογαριασμού της Ενάγουσας με £44.000 έξοδα μελέτης έγινε στη βάση της συμφωνίας των μερών ως εν μέρει επιμαρτυρείται στην επιστολή προσφοράς ημερ. 13.10.00 την οποία συνυπέγραψε η Ενάγουσα (τεκμήριο 4). Τη χρέωση αυτή όχι απλώς δεν την αμφισβήτησε η Ενάγουσα αλλά ρητά την αναγνώρισε και την απεδέχθη με γραπτή εξουσιοδότηση ημερ. 16.10.00 (τεκμήριο 8). Ως εκ τούτου η Ενάγουσα δεν νομιμοποιείται να ζητά επιστροφή £34.000 πλέον τόκους. Ούτε και υπάρχει τραπεζική πρακτική που να υποχρέωνε την Εναγόμενη να επιστρέψει αυτό το ποσό. Επ' αυτού υποδεικνύεται από πλευράς Εναγόμενης, ότι, η Ενάγουσα δεν αμφισβήτησε τη νομιμότητα και το εν γένει δικαίωμα χρέωσης αυτού του ποσού. Όσον αφορά την αύξηση του επιτοκίου από 8% σε 12% τούτο έγινε στη βάση της συμφωνίας των μερών ημερ. 16.10.00 (τεκμήριο 5) που παρείχε το δικαίωμα στην Εναγόμενη με ή χωρίς ειδοποίηση να αυξάνει το επιτόκιο μέχρι το εκάστοτε σε ισχύ νόμιμο επιτόκιο. Επί τούτου επισημαίνεται πως μετά τον τερματισμό το βασικό επιτόκιο μειώθηκε κατά 0.5% σε τρεις περιπτώσεις ήτοι στις 13.8.01, 20.9.01 και 15.11.
- Ως εκ τούτων η καταληκτική θέση της Εναγόμενης είναι ότι οι αξιώσεις της Ενάγουσας είναι αστήρικτες και αβάσιμες και ως τέτοιες θα πρέπει να απορριφθούν. Κατά την ακρόαση κατέθεσαν δύο μάρτυρες, ο διευθυντής και κύριος μέτοχος της Ενάγουσας κ. Άκης Ελευθεριάδης (Μ.Ε.1) και η προϊστάμενη της υπηρεσίας υποστήριξης χορηγήσεων της Εναγόμενης κα Ανδρούλλα Σολωμού (Μ.Υ.1). Ο Μ.Ε.1 ανέφερε ότι οι διαπραγματεύσεις για την παραχώρηση του ορίου υπεραναλήψεως έλαβαν χώρα τον Ιούνιο του 2000 και κατάληξη υπήρξε τον Ιούλιο του
- Παρά το γεγονός ότι το όριο παραχωρήθηκε στις 16.10.00, η Εναγόμενη χρέωσε τον λογαριασμό της Ενάγουσας με £44.000 έξοδα μελέτης στις 31.7.
- Προέβη αμέσως σε παραστάσεις προς την Ενάγουσα και πληροφορήθηκε ότι τούτο έγινε απλώς για να δείξει η Εναγόμενη βελτιωμένα οικονομικά αποτελέσματα (αύξηση επικερδότητας) και πως στη συνέχεια θα μεταχρονολογούσαν τη χρέωση. Η Ενάγουσα ζήτησε τότε από την Εναγόμενη τα δικαιώματα να χρεώνονται στο τέλος κάθε τριμήνου ως η τραπεζική πρακτική. Στις 9.5.01 η Εναγόμενη αδικαιολόγητα ζήτησε αποπληρωμή του ορίου και παγοποίησε τον λογαριασμό της Ενάγουσας. Στις 3.8.01 τερμάτισε τη συμφωνία και χωρίς τη συναίνεση της Ενάγουσας αύξησε το επιτόκιο από 8% σε 12%. Όταν δε το οφειλόμενο ποσό εξοφλήθηκε με την τραπεζική εγγύηση παρέμεινε και πιστωτικό υπόλοιπο. Η Εναγόμενη δεν έκλεισε τον λογαριασμό και αυθαίρετα τον χρέωσε με ασφάλιστρα που αφορούσαν άλλες εταιρείες και πρόσφατα και με δικηγορικά έξοδα. Όσον αφορά την εξουσιοδότηση (τεκμήριο 8) δέχθηκε ότι την υπέγραψε αλλά ισχυρίστηκε ότι ήταν ασυμπλήρωτη όταν το έπραξε. Σε καμία περίπτωση, πρόσθεσε, δεν θα δεχόταν να χρεωθεί με £1510 έξοδα Εφόρου Εταιρειών. Η Μ.Υ.1 παρουσίασε διάφορα έγγραφα που σχετίζονται με τον λογαριασμό της Ενάγουσας, εξηγώντας ότι τούτα φυλάγονταν στην υπηρεσία της οποίας ηγείται. Η ίδια, ως ανέφερε, συνυπέγραψε για λογαριασμό της Εναγόμενης τα τεκμήρια 4 και 5, τα οποία υπογράφτηκαν και από την Ενάγουσα. Όσον αφορά την εξουσιοδότηση (τεκμήριο 8), την ετοίμασε η υπάλληλος του τμήματος της, Μαριλένα Μαλά, αλλά την ήλεγξε η ίδια και διαπίστωσε ότι περιλάμβανε τα όσα είχαν προσυμφωνηθεί με την Ενάγουσα. Οι £44,000 αφορούσαν έξοδα μελέτης (study fees). Συμφωνήθηκαν με την Ενάγουσα και εν γνώσει της χρεώθηκαν στο λογαριασμό της στις 31.7.
- Στον όμιλο Ελευθεριάδη, προσφέρθηκε ένα πακέτο διευκολύνσεων και μέρος της συμφωνίας ήταν να χρεωθούν τα εν λόγω έξοδα από τότε. Η ίδια δεν γνωρίζει με βάση ποιο ποσοστό και πώς ακριβώς υπολογίστηκε αυτό το ποσό. Στην πορεία των πραγμάτων η συνεργασία της Εναγόμενης με την Ενάγουσα και τις άλλες εταιρείες του ομίλου Ελευθεριάδη δεν εξελίχθηκε ως αναμενόταν, με αποτέλεσμα αρχικά να αποσταλούν οι προειδοποιητικές επιστολές (τεκμήρια 16 και 17) και στη συνέχεια να τερματιστεί η λειτουργία του λογαριασμού με την επιστολή (τεκμήριο 9Α). Την επιστολή τερματισμού (τεκμήριο 9Α), τη συνυπέγραψε μαζί με τον κ. Χαριλάου για λογαριασμό της Εναγόμενης και μ' αυτή αύξησαν το επιτόκιο από 8% σε 12%. Το επιτόκιο στη συνέχεια μειώθηκε σε 11.5%, μετά σε 11% και μετά σε 10.5%. Τελικώς η πληρωμή ζητήθηκε βάσει τραπεζικής εγγύησης που κατείχε η Εναγόμενη ως εξασφάλιση και ο λογαριασμός εξοφλήθηκε. Σε υποβολή ότι η Εναγόμενη όφειλε να επιστρέψει μέρος των £44.000 αφού η συμφωνία τερματίστηκε πριν την παρέλευση των δύο ετών, απάντησε πως ήταν απόφαση της Εναγόμενης να μην επιστραφεί κανένα ποσό. Μετά το πέρας της μαρτυρίας της Μ.Υ.1 η υπόθεση προχώρησε στο στάδιο των αγορεύσεων. Ο δικηγόρος της Εναγομένης κ. Πελίδης κατάθεσε και υιοθέτησε γραπτή αγόρευση στην οποία αναλύονται με ενδελέχεια οι θέσεις και τα επιχειρήματα του. Με την εν λόγω αγόρευση αμφισβητείται η γνησιότητα της απαίτησης της Ενάγουσας. Μεταξύ άλλων, υποστηρίζεται ότι η Ενάγουσα ήταν ενήμερη και σύμφωνη με την χρέωση των £44.000 έξοδα μελέτης και ότι η όλη προσπάθεια του Μ.Ε.1 να αποδείξει το αντίθετο αποτελεί εκ των υστέρων σκέψη. Απ' εκεί και πέρα καυτηριάζεται η όλη δομή και διάταξη της απαίτησης της Ενάγουσας, με υπόδειξη ότι άλλα ζητούνται στο παρακλητικό της Έκθεσης Απαίτησης, άλλα αναφέρονται στο σώμα της Έκθεσης Απαίτησης και άλλα ζητούνται σε επιστολή του δικηγόρου της (τεκμήριο 2) που προηγήθηκε της καταχώρησης της αγωγής. Συναφώς, ειδικά σε σχέση με την αξίωση για τις £37.797,761, υποστηρίζεται πως δεν δόθηκε καμία εξήγηση από πλευράς Ενάγουσας για τον τρόπο υπολογισμού του ποσού αυτού ούτε και δόθηκε μαρτυρία για την ούτω καλούμενη τραπεζική πρακτική που επικαλέστηκε η Ενάγουσα. Με άλλα λόγια η Ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει αυτήν της την αξίωση. Παρόμοια υποστηρίζονται σε σχέση με την έτερα αξίωση της Ενάγουσας για ποσό £3.111,11 σεντ. Δεν αποσαφηνίζεται, σημειώνεται, επί ποιου ποσού και με ποιο τρόπο υπολογίστηκε. Έτσι κι αλλιώς η Εναγόμενη είχε κάθε συμβατικό και νόμιμο δικαίωμα, ενεργώντας βάσει της ισχύουσας νομοθεσίας, να αυξήσει το επιτόκιο από 8% σε 12%. Τελικώς ζητείται η απόρριψη της αγωγής με έξοδα σε βάρος της Ενάγουσας. Μετά την κατάθεση της αγόρευσης του κ. Πελίδη, δόθηκε η ευκαιρία στον συνήγορο που εμφανίστηκε εκείνη την ημέρα εκ μέρους της Ενάγουσας να απαντήσει και συνάμα και αναπτύξει τις δικές του θέσεις και επιχειρήματα. Τα πραγματικά, δικογραφικά και νομικά ζητήματα που έχρηζαν εξήγησης και ανάλυσης ήταν ομολογουμένως πολλά και σοβαρά. Παρόλα ταύτα ο εμφανισθείς δικηγόρος (κ. Αργυριάδης) περιορίστηκε στο να πει τα εξής: "Από πλευράς Εναγόντων δεν προτιθέμεθα να αγορεύσουμε. Απλώς θα ήθελα να υιοθετήσω τη μαρτυρία του Ενάγοντος (προφανώς του Μ.Ε.1) και ζητώ όπως επιτύχει η αγωγή με έξοδα εις βάρος των Εναγομένων (sic)." Έχοντας συνοψίσει τις εκατέρωθεν θέσεις και τη δοθείσα μαρτυρία προχωρώ στην αξιολόγηση. Ως προανέφερα δύο μόνο μάρτυρες έδωσαν μαρτυρία. Ο πρώτος μάρτυρας, ο Μ.Ε.1 δεν μου προξένησε θετική εντύπωση. Η μαρτυρία του σε καίρια σημεία αντιστρατεύεται της λογικής αλλά και των κατατεθέντων τεκμηρίων. Ο σημαντικότερος του ισχυρισμός, ήταν ότι ευθύς μόλις αντελήφθη ότι ο λογαριασμός της Ενάγουσας χρεώθηκε από τις 31.7.00 με τις £44.000 έξοδα μελέτης, προέβη σε παραστάσεις προς την Εναγόμενη και του εξηγήθηκε ότι αυτό έγινε για να δείξει η Εναγόμενη βελτιωμένα οικονομικά αποτελέσματα (να καλύψει επικερδότητα) και ότι στη συνέχεια θα μεταχρονολογείτο η χρέωση. Κατ' αρχάς η ούτω καλούμενη δικαιολογία για την προχρέωση είναι τουλάχιστον εξωφρενική και δεν πιστεύω ότι του ειπώθηκε κάτι τέτοιο όπως δεν πιστεύω πως ένας άνθρωπος με έντονη και σημαντική οικονομική και επενδυτική δραστηριότητα όπως αναμφίβολα ήταν τότε ο Μ.Ε.1 θα πίστευε και πολύ περισσότερο θα δεχόταν κάτι τέτοιο. Πέραν τούτου ο ισχυρισμός για παραστάσεις αντιστρατεύεται των τεκμηρίων 4, 8 και
- Το τεκμήριο 4 υπογράφεται από την Ενάγουσα και φέρει ημερομηνία 13.10.
- Με αυτό η Ενάγουσα αναγνωρίζει και αποδέχεται τόσο το ύψος των εξόδων μελέτης όσο και το γεγονός ότι χρεώθηκαν στις 31.7.
- Ο Μ.Ε.1 αναγνώρισε το τεκμήριο 4 αλλά επέμενε ότι είχε προφορικές διαβεβαιώσεις ότι θα αναπροσαρμοζόταν η χρέωση. Αν είναι ποτέ δυνατό η Ενάγουσα αβασάνιστα να υπέγραφε ένα γραπτό δεσμευτικό έγγραφο όπου συμφωνούνται οι τεθέντες όροι για την παραχώρηση τραπεζικών διευκολύνσεων ύψους μισού εκατομμυρίου λιρών και ο Μ.Ε.1 να πίστευε και να ανέμενε πως δεν θα ίσχυαν τα αναγραφόμενα αλλά αυτά που υποτίθεται τον διαβεβαίωσε προφορικώς κάποιος αξιωματούχος της Εναγόμενης. Αυτή η θέση, ως ορθά επισήμανε ο συνήγορος της Εναγόμενης, ήταν και αποδεικτικά ανεπίτρεπτη αφού το τεκμήριο 4 ήταν μέρος της όλης συμφωνίας, ερμηνευτικά είναι ξεκάθαρο και δεν επιδεχόταν εξωγενούς διαφοροποίησης (βλ. Πίκουρου κ.α v. Κώστα
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1618). Ομοίως το τεκμήριο 8 που επίσης υπογράφεται από την Ενάγουσα φέρει ημερομηνία 16.10.2000 και μ' αυτό η Ενάγουσα αναγνωρίζει και αποδέχεται τόσο το ύψος όσο και την ημερομηνία της χρέωσης. Ο ισχυρισμός του Μ.Ε.1 ότι ήταν ασυμπλήρωτα τα ποσά όταν το υπέγραψε δεν είναι καθόλου πειστικός, ούτε, εν πάση περιπτώσει θα απάλλασσε ένα τέτοιο γεγονός τον Μ.Ε.1 και γενικότερα την Ενάγουσα από το περιεχόμενο του εγγράφου (βλ. Saunders v. Anglia Building Society [1970] 3 All E.R. 958). Τέλος η προβληθείσα θέση του Μ.Ε.1 αντιστρατεύεται και του τεκμήριο 15 που είναι επιστολή της Ενάγουσας ημερ.16.10.2000 με την οποία και πάλι αναγνωρίζει και επικυρώνει όλες τις υποχρεώσεις της έναντι της Εναγόμενης. Αν προσθέσουμε στα πιο πάνω το γεγονός ότι σε κάποια σημεία η μαρτυρία του Μ.Ε.1 δεν καλυπτόταν από τα δικόγραφα ενώ σε κάποια άλλα εξέφραζε αυθαίρετα απόψεις (όπως π.χ για το τι αποτελεί και τι δεν αποτελεί υπέρβαση και για το ποια ήταν η τραπεζική πρακτική), αντί να περιορίζεται στην παράθεση γεγονότων, οδηγούμαι αβίαστα στο συμπέρασμα ότι η μαρτυρία του, πλην βεβαίως των σημείων όπου αναφερόταν σε αδιαμφισβήτητα γεγονότα, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να γίνει αποδεκτή. Από την άλλη η Μ.Υ.1 μου προξένησε θετική εντύπωση. Είχε άμεση ανάμειξη στα πλείστα γεγονότα, δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις ουσίας και όντας σταθερή στις τοποθετήσεις της με έπεισε ότι ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Έτσι αποδέχομαι τη μαρτυρία της. Από την πιο πάνω αξιολόγηση προκύπτει πως δεν υπάρχει αποδεκτή μαρτυρία για απόδειξη της υπόθεσης της Ενάγουσας αφού η μαρτυρία του μοναδικού μάρτυρα που κατέθεσε εκ μέρους της έχει απορριφθεί. Ακόμα κι αν γινόταν αποδεκτή η μαρτυρία του Μ.Ε.1 η κατάληξη της υπόθεσης θα ήταν ακριβώς η ίδια, και εξηγώ. Η πρώτη αξίωση της Ενάγουσας είναι για επιστροφή μέρους των εξόδων μελέτης. Στο σώμα της απαίτησης προσδιορίζεται το ποσό των £34.000 ενώ στο παρακλητικό το ποσό που ζητείται ανεβαίνει στις £37.797,61 σεντ. Αν και δεν είναι απόλυτα σαφές πάνω σε ποια νομική βάση διεκδικείται αυτό το ποσό, είναι ξεκάθαρο πως δεν προσβάλλεται η εν γένει νομιμότητα της χρέωσης, εξού και δεν ζητείται η επιστροφή ολόκληρου του ποσού αλλά μόνο μέρος. Εξάλλου ως ανέφερε και ο Μ.Ε.1 το παράπονο του ήταν που προχρεώθηκε ο λογαριασμός αντί να χρεώνεται σταδιακά στο τέλος κάθε τριμήνου. Για διαφορές που αφορούν στην περίοδο μέχρι 31.12.2000 που ίσχυε ο περί Τόκου Νόμος 2/77, ο οποίος περιόριζε το ανώτατο χρεωστικό επιτόκιο σε 9% ετησίως, δύναται κάποιος να αμφισβητήσει χρεωθέντα έξοδα μελέτης, προμήθειες ή άλλες χρεώσεις ως παράνομες, αν καταφέρει να καταδείξει ότι αποτελούν απλώς ένα συγκεκαλυμμένο τρόπο υπερχρέωσης τόκων (βλ. Επίσημος Παραλήπτης κ.α v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε
(2005)1 Α.Α.Δ. 38). Ωστόσο για να δικαιούται να το πράξει, η κατ' ισχυρισμό παρανομία θα πρέπει να δικογραφείται με σαφήνεια και λεπτομέρεια (βλ. Τσιακλίδης v. Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 768). Εδώ, ως έχω εξηγήσει, δεν δικογραφείται τέτοιος ισχυρισμός και επομένως ακόμα και αν υπήρχε μαρτυρία (που δεν υπάρχει), δεν θα μπορούσε να εξεταστεί. Η συγκεκριμένη απαίτηση της Ενάγουσας φαίνεται να στηρίζεται σε κάποια κατ' ισχυρισμό τραπεζική πρακτική που επιβάλλει στις τράπεζες να χρεώνουν σταδιακά τα έξοδα μελέτης ή να επιστρέφουν τα υπερχρεωθέντα σε περίπτωση πρόωρου τερματισμού της συμφωνίας και/ή λειτουργίας του ανοιχθέντος λογαριασμού. Το δικαστήριο δεν έχει υπόψη του τέτοια τραπεζική πρακτική. Επομένως ακόμα και αν μπορούσε να αποτελέσει τη βάση αγωγής θα έπρεπε να προσκομιστεί επ' αυτού μαρτυρία. Μαρτυρία προερχόμενη από ειδήμονα και γνώστη εκ της θέσεως του, αυτής της πρακτικής και όχι αυθαίρετη όπως αυτή του Μ.Ε.1 ο οποίος ούτε τραπεζικός υπάλληλος είναι ούτε ειδήμων μπορεί να θεωρηθεί στα τραπεζικά δρώμενα και πρακτικές. Πέραν τούτου καμία επεξήγηση δεν δόθηκε για το πώς η Ενάγουσα κατέληξε στο ποσό των £34.000 και στη συνέχεια στο ποσό των £37.797,61 σεντ. Γιατί δηλαδή £34.000 και όχι £30.000, £32.000 ή £40.000; Βάσει ποιων κριτηρίων και πώς υπολογίστηκαν οι £34.000; Συναφώς, στο δικαστήριο, ποιον ανέμενε η Ενάγουσα να κάνει αυτόν τον υπολογισμό; Ομοίως βάσει ποιων δεδομένων πρόσθεσε £3.797,61 σεντ τόκους και πώς κατέληξε σ' αυτό το ποσό; Για όλα αυτά τα ερωτήματα δεν δόθηκε καμία μαρτυρία. Ούτε καν ο Μ.Ε.1 μπήκε στον κόπο έστω να αποστηθίσει τα ποσά και να τα επαναλάβει ενώπιον του δικαστηρίου. Βασικά η Ενάγουσα "πέταξε" αυτή την αξίωση προς το μέρος του δικαστηρίου και πεπλανημένα ανέμενε πως θα εξαργυρωνόταν και θα εισέπραττε το ανάλογο ποσό. Φρονώ πως έχει δίκαιο ο κ. Πελίδης στο επιχείρημα πως τυγχάνει εφαρμογής το απόφθεγμα του Λόρδου Goddard όπως εκφράστηκε στη γνωστή υπόθεση Bonham-Carter v. Hyde Park Hotel Ltd [1948] 64 T.L.R. 177. Για υπενθύμιση το επαναλαμβάνω σε δική μου μετάφραση: "Οι Ενάγοντες θα πρέπει να καταλάβουν ότι αν εγείρουν αγωγές για αποζημιώσεις, εναπόκειται σ' αυτούς να αποδείξουν τη ζημιά τους. Δεν είναι αρκετό να καταγράψουν τις λεπτομέρειες, και τρόπον τινά να τις πετούν στο κεφάλι του δικαστηρίου, λέγοντας "Αυτά έχω απολέσει, και σας ζητώ να μου αποδώσετε αυτές τις αποζημιώσεις. Θα πρέπει να το αποδείξουν". Τα ίδια ισχύουν εν πολλοίς σε σχέση με τη δεύτερη αξίωση της Ενάγουσας για £3.111,11 σεντ που αντιπροσωπεύει τους κατ' ισχυρισμό υπερχρεωθέντες τόκους. Το ακριβές υπόβαθρο της αξίωσης είναι πάλι νεφελώδες. Βασικά η Ενάγουσα κατέγραψε αυτή της την απαίτηση και χωρίς τεκμηρίωση και μαρτυρία, ανέμενε να της αποδοθεί. Δεν θεώρησε σκόπιμο να καλέσει ένα λογιστή λόγου χάρη, για να αναλύσει λογιστικά κάποια κατάσταση του επίμαχου λογαριασμού και να εξηγήσει ποιες χρεώσεις δεν έπρεπε να γίνουν και σε ποιο ποσό συμποσούνται. Επ' αυτού να τονίσω πως σε περιπτώσεις ανατοκισμού και υπερχρεώσεων, δεν καθίσταται ολόκληρη η συμφωνία άκυρη, αλλά εκεί όπου είναι δυνατό διαχωρίζονται οι υπερχρεώσεις και διασώζεται η συμφωνία (βλ. Τράπεζα Κύπρου κ.α v. Coudounaris Food Products Ltd κ.α
(1995)1 Α.Α.Δ. 641). Εν πάση περιπτώσει εδώ η Εναγόμενη είχε βάσει της συμφωνίας (τεκμήριο 5) το συμβατικό δικαίωμα αύξησης του επιτοκίου. Εφόσον κατά τον χρόνο που το έπραξε (3.8.01) ήταν πλέον σε ισχύ ο περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου Νόμος 160/99 (τέθηκε σε εφαρμογή την 1.1.2001), και εφόσον η Εναγόμενη ειδοποίησε την Ενάγουσα με την επιστολή (τεκμήριο 9) για την πρόθεση της αυτή, η αύξηση δεν μου φαίνεται να 'ναι παράνομη. Αν η αξίωση στηρίζεται στη θέση ότι η χρέωση ήταν παράνομη, διότι ήταν απότοκο της κατακράτησης των £34.000 που ήταν επίσης παράνομη, τότε ισχύουν τα όσα προανέφερα κατά τον σχολιασμό της πρώτης αξίωσης της Ενάγουσας. Αν πάλι η αξίωση στηρίζεται στο ότι υπήρχε σε ισχύ τραπεζική εγγύηση και θα έπρεπε επομένως να υποβληθεί νωρίτερα απαίτηση, να τονίσω απλώς πως ελλείπει μαρτυρία (ή νομικό επιχείρημα) που να καταδεικνύει ότι η Εναγόμενη είτε συμβατικά είτε άλλως πως είχε μια τέτοια υποχρέωση. Τέλος να υπενθυμίσω πως η Μ.Υ.1 ανέφερε, και τούτο αποτελεί εύρημα του δικαστηρίου, ότι, το επιτόκιο σε τρεις περιπτώσεις μειώθηκε κατά 0.5%. Δηλαδή από 12% έγινε 11.5%, μετά 11% και τελικώς 10.5%. Δύο από τις μειώσεις συντελέσθηκαν πριν την τελική εξόφληση του οφειλομένου ποσού στις 27.9.01. Επομένως ακόμα και αν η αύξηση του επιτοκίου ήταν παράνομη, θα έπρεπε στον υπολογισμό των παρανόμως χρεωθέντων τόκων να ληφθούν υπόψη αυτές οι μειώσεις καθ' ότι οι όποιοι υπερχρεωθέντες τόκοι θα ήταν σαφώς λιγότεροι συγκριτικά με υπερχρεωθέντες τόκους που υπολογίστηκαν με σταθερό επιτόκιο 12%. Ούτε βέβαια περί τούτο δόθηκε καμία μαρτυρία. Κλείνοντας υπό μορφή παρένθεσης να σημειώσω ακόμα δύο πράγματα. Πρώτον, το γεγονός ότι στο σώμα της Έκθεσης Απαίτησης γίνεται λόγος για την αυθαίρετη χρέωση ασφαλίστρων και για την πρόθεση της Ενάγουσας να τα απαιτήσει, ενώ τελικώς καμία τέτοια αξίωση δεν υποβάλλεται. Τούτο πιστεύω αποτελεί μια περαιτέρω απόδειξη ότι το εν λόγω δικόγραφο και γενικά ή όλη ανακτησιακή προσπάθεια της Ενάγουσας δεν ήταν συγκροτημένη. Δεύτερον, το γεγονός ότι δεν ζητείται η απόλυτη απόδοση των διεκδικούμενων ποσών αλλά η πίστωση τους σε κάποιο άγνωστο λογαριασμό κάποιας τρίτης, άσχετης με την υπόθεση εταιρείας. Ανέμενα κάποια νομική εξήγηση αυτής της ομολογουμένως ιδιότυπης αξίωσης, αλλά δυστυχώς αυτή η εξήγηση δεν δόθηκε ποτέ. Για όλους του πιο πάνω λόγους κρίνω πως η αγωγή της Ενάγουσας νομικά, δικογραφικά και πραγματικά είναι ολωσδιόλου αβάσιμη και ως τέτοια την απορρίπτω. Τα έξοδα όπως θα υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον της Ενάγουσας. (Υπ) .............................. Στ. Σταύρου, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο