← Κύπρος

Δέσποινας Τηλεμάχου ν. Νικήτα Μιχαηλίδη, Αρ. Αγωγής: 6200/01, 28.3.07

Δέσποινας Τηλεμάχου ν. Νικήτα Μιχαηλίδη, Αρ. Αγωγής: 6200/01, 28.3.07 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2007:A26 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γιαπανά, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6200/01 Μεταξύ Δέσποινας Τηλεμάχου, από τη Λευκωσία Ενάγουσας Και Νικήτα Μιχαηλίδη, από τη Λευκωσία Εναγομένης ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 28.3.07 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την ενάγουσα: κ. Σπύρου Για τον εναγόμενο: κ. Πέτσας Α Π Ο Φ Α Σ Η Η ενάγουσα αξιώνει εναντίον του εναγομένου το ποσό των Λ.Κ.4,866.

  1. Σύμφωνα με την έκθεση απαιτήσεως η ενάγουσα ήταν εγγυήτρια και/ή συνεγγυητής του εναγομένου σε δάνειο ημερ. 28.7.97 ύψους Λ.Κ.10,000.- στην τράπεζα Κύπρου. Ταυτόχρονα η ενάγουσα υπέγραψε και εντολή συμψηφισμού. Σύμφωνα με κατάσταση ημερ. 8.3.01 της τράπεζας ο προσωπικός λογαριασμός της ενάγουσας παρουσίαζε υπόλοιπο Λ.Κ.4.866.50, που η τράπεζα κατέσχε και/ή συμψήφισε έναντι του δανείου που ήταν εγγυήτρια του εναγομένου σύμφωνα με την εντολή συμψηφισμού. Ως αποτέλεσμα η ενάγουσα έχει καταβάλει για λογαριασμό του εναγόμενου το πιο πάνω ποσό το οποίο και απαιτεί εναντίον του. Ο εναγόμενος εγείρει προδικαστική ένσταση και ισχυρίζεται ότι η απαίτηση της ενάγουσας αποτελεί περιουσιακή διαφορά η οποία έχει παραγραφεί. Επί της ουσίας είναι η θέση του ότι ο εναγόμενος, πρώην σύζυγος της ενάγουσας προς αντιμετώπιση οικονομικών προβλημάτων σύναψε το επίδικο δάνειο με εγγυήτρια την ενάγουσα προς αντιμετώπιση οικονομικών προβλημάτων. ΄Ανοιξαν προς τούτο κοινό λογαριασμό (joint account) στον οποίο κατάθεσαν τα χρήματα του γάμου που ανέρχονταν σε Λ.Κ.8,000.-. Πριν τη λύση του γάμου ο κάθε σύζυγος έλαβε από Λ.Κ.2,000.- και το υπόλοιπο συμψηφίστηκε από την τράπεζα. Είναι η θέση του ότι σε καμιά περίπτωση η ενάγουσα δεν κατέβαλε οιονδήποτε ποσό έναντι του χρέους του και ότι το ποσό που ουσιαστικά κατασχέθη από την τράπεζα προέρχετο από κοινό λογαριασμό στον οποίο κατέθεσαν τα χρήματα που έλαβαν από το γάμο τους. ΄Εγιναν παραδεκτά γεγονότα τα ακόλουθα: Η υπόθεση αφορά κοινό λογαριασμό που είχαν οι διάδικοι μετά τη σύναψη του γάμου τους με αριθμό λογαριασμού 0136-05-
  2. Ο γάμος μεταξύ των διαδίκων διελύθη στις 7.7.
  3. Η ενάγουσα ήταν εγγυήτρια του εναγομένου σε δάνειο στην τράπεζα Κύπρου με αριθμό 0136-13-
  4. Με εντολή συμψηφισμού των διαδίκων τον Ιούλιο του 1997 προς την τράπεζα Κύπρου, η τράπεζα συμψήφισε το ποσό των Λ.Κ.4,864.50 από τον πιο πάνω κοινό λογαριασμό. Μέρος του δανείου των Λ.Κ.10,000.- αναλώθηκε σε αγορά αυτοκινήτου το οποίο χρησιμοποιείτο για οικογενειακούς σκοπούς και παραμένει στην κατοχή και ιδιοκτησία του εναγομένου. Με αυτά ως δεδομένα οι δικηγόροι προχώρησαν σε αγορεύσεις. Ο μεν κ. Σπύρου εισηγήθηκε ότι δεν είναι περιουσιακή διαφορά, αλλά απαίτηση εγγυητή εναντίον πρωτοφειλέτη δυνάμει του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149, ενώ ο κ. Πέτσας με αναφορά σε νομολογία εισηγήθηκε ότι η απαίτηση αποτελεί περιουσιακή διαφορά και αποκλειστική δικαιοδοσία έχει το Οικογενειακό Δικαστήριο. Επί της ουσίας ήταν η θέση του ότι η ενάγουσα δεν δικαιούται να απαιτεί οτιδήποτε εναντίον του εναγομένου αφού ο συμψηφισμός έγινε από κοινό λογαριασμό των διαδίκων. Να προσθέσω ότι κατατέθηκαν εκ συμφώνου διάφορα τεκμήρια στα οποία θα αναφερθώ στη συνέχεια. Το πρώτο θέμα που θα προχωρήσω να εξετάσω ως θέμα αρχής είναι εκείνο της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου. Αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός ότι ο γάμος των διαδίκων λύθηκε με απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου, σύμφωνα με το τεκμ. 6, την 7.7.
  5. Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε την 22.6.01 δηλαδή μετά τη λύση του γάμου των διαδίκων. Είναι νομολογημένο ότι το βάθρο για την εξέταση του θέματος της δικαιοδοσίας είναι η διαφορά όπως καθορίζεται στο δικόγραφο, το οποίο και καθορίζει το επίδικο θέμα. (Βουνού ν. Βουνού

(1995)1 Α.Α.Δ. 168). Επίσης ως η νομολογία υποδεικνύει, τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου είναι εκείνα που συνθέτουν την απαίτηση, αποκλειστική πηγή αναζήτησης της οποίας είναι η έκθεση απαιτήσεως. (Μουρτζίνου ν. Global Cruises
(1992)1 A.A.Δ. 1160). ΄Εχω παραθέσει την έκθεση απαίτησης της ενάγουσας καθώς και το αγώγιμο δικαίωμα της. Ουσιαστικά η αγωγή στηρίζεται στα άρθρα 82-105 του Μέρους ΧΙ του περί Συμβάσεως Νόμου Κεφ. 149, ειδικότερα ως είναι αντιληπτό επί του άρθρου 98, αξιώνοντας ως εγγυήτρια του εναγομένου το ποσό που κατ' ισχυρισμόν κατέβαλε για λογαριασμό του. Αυτό τουλάχιστον συνάγεται από την παράγραφο 4 της έκθεσης απαίτησης, σύμφωνα με την οποία «η ενάγουσα έχει καταβάλει προς όφελος του εναγομένου ως εγγυήτρια το συνολικό ποσό των Λ.Κ.4,866.50 το οποίο απαιτεί από τον εναγόμενο ως πρωτοφειλέτη». Δεν τίθεται, ούτε υπάρχει, αλλά ούτε και προβάλλεται οτιδήποτε που να αποτελεί περιουσιακή διαφορά μεταξύ των μερών. Το μόνο στοιχείο που προέκυψε είναι το παραδεκτό γεγονός, ότι οι διάδικοι διετέλεσαν σύζυγοι και ότι ο γάμος τους διελύθη. Ο κ. Πέτσας βάσισε τη θέση του στο παραδεκτό αυτό γεγονός και στο ότι μέρος του δανείου αναλώθηκε στην αγορά αυτοκινήτου, και ως τέτοιο αποτελούσε περιουσιακό στοιχείο μεταξύ τους και κατ' επέκταση η επίδικη διαφορά, αποτελεί περιουσιακή διαφορά που εμπίπτει στη δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Σημειώνω πάντως ότι η απαίτηση δεν αφορά διεκδίκηση επί του αυτοκινήτου ούτε και αφορά οποιαδήποτε άλλη απαίτηση ή αξίωση συνεισφοράς ή δικαιώματος επί περιουσιακού στοιχείου. Η αναφορά του κ. Πέτσα σε κατεμπίστευμα επί αυτοκινήτου δεν υποστηρίζεται ούτε από τα δικόγραφα ούτε και από μαρτυρία, που ούτως ή άλλως δεν προσκομίστηκε. Από όσα παρατίθενται στην έκθεση απαίτησης, θεωρώ ότι δεν τίθεται θέμα έλλειψης δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Ανεξάρτητα όμως από αυτό, έχω την άποψη ότι απάντηση στο θέμα δίνεται και στην υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Κωνσταντίνου
(2004)1 Α.Α.Δ. 1192. Ως επεξηγήθη, μια σημαντική παράμετρος που αποκλείει δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου είναι ότι η διαφορά προέκυψε μετά τη λύση του γάμου. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «΄Εχει νομολογηθεί ότι σε σχέση με διαφορές που αφορούν την περίοδο μετά τη λύση του γάμου το Οικογενειακό Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία». Γίνεται ακολούθως αναφορά στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1996)1 Α.Α.Δ. 260, στην οποία υπεδείχθη ότι όλοι οι λόγοι έφεσης «κατατείνουν στη διαμόρφωση ενός μόνο ερωτήματος: κατά πόσο είναι δυνατή η προσφυγή στο Δικαστήριο και η παροχή θεραπείας μετά την οριστική λύση του γάμου» και ακολούθως παρατίθεται το εξής: «Δεν είναι δυνατόν το αίτημα θεραπείας του ΄Αρθρου 17 να μπορεί να γίνει σε απροσδιόριστο χρόνο ανεξάρτητα από την ύπαρξη του γάμου. Μια τέτοια ερμηνεία θα προσέκρουε και σε άλλες διατάξεις που προβλέπουν για οριστική επίλυση των περιουσιακών διαφορών. Εξ' άλλου τη δυνατότητα για θεραπεία δημιουργεί η διάσταση των συζύγων που γεννά άμεσα τις ανάγκες δικαστικής προστασίας για αντιμετώπιση της ρήξης.» Σχετική ακόμα είναι και η υπόθεση Σάββα ν. Σάββα (Αρ. 2)
(2003)1 Α.Α.Δ. 1025. Στην υπόθεση Κοζάκη ν. Κοζάκη
(2003)1 Α.Α.Δ. 1047 με αναφορά στην υπόθεση Λογγίνου ν. Λογγίνου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1347, που παρέπεμψε και ο κ. Πέτσας, εξηγήθη ότι η απόφαση στη Λογγίνου λάμβανε ως δεδομένη την εκκρεμότητα περιουσιακής διαφοράς μεταξύ των συζύγων και επισημάνθηκε ότι δεν είχε σημασία η λεπτομέρεια της προέλευσης των αντίστοιχων αξιώσεων, δηλαδή η αιτία της αγωγής του όποιου επικαλούμενου δικαιώματος στα περιουσιακά στοιχεία. Να σημειώσω ότι στη Λογγίνος οι σύζυγοι βρίσκονταν σε διάσταση με επίδικο ένα αυτοκίνητο, και η αγωγή αφορούσε αποζημιώσεις για παράβαση καταπιστεύματος που αφορούσε το αυτοκίνητο. Επειδή έγινε παραδεκτό γεγονός στην παρούσα υπόθεση ότι μέρος από το δάνειο αναλώθηκε σε αγορά αυτοκινήτου, δεν μεταβάλλει την ουσία ούτε και το χαρακτήρα της αγωγής, που ως λέχθηκε δεν αφορά απαίτηση επί του αυτοκινήτου ούτε και φαίνεται να υπάρχει εκκρεμότητα, μεταξύ μάλιστα συζύγων επί οποιασδήποτε περιουσιακής διαφοράς. Η απαίτηση της ενάγουσας ως λέχθηκε στηρίζεται στο άρθρο 98 του Κεφ. 149. ΄Εχοντας λοιπόν υπόψη μου τη φύση και το χαρακτήρα του αγώγιμου δικαιώματος της ενάγουσας όπως αυτό περιγράφεται στην έκθεση απαιτήσεως, ότι η αγωγή καταχωρήθηκε μετά τη λύση του γάμου της με τον εναγόμενο, και αντλώντας καθοδήγηση από την πιο πάνω νομολογία, είναι η κατάληξη μου ότι το παρόν Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση. ΄Ερχομαι τώρα στην ουσία της αγωγής. Από όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου, δικόγραφα, παραδεκτά γεγονότα και τεκμήρια, μπορούν να γίνουν κάποιες διαπιστώσεις και να εξαχθούν αβίαστα κάποια συμπεράσματα. Πρώτο, ότι υπάρχει σαφής διάσταση μεταξύ της έκθεσης απαίτησης και των παραδεκτών γεγονότων. Ενώ η ενάγουσα στην παράγραφο 3 της έκθεσης απαίτησης αναφέρει ότι η κατάσχεση και/ή συμψηφισμός του ποσού από την τράπεζα έγινε από τον προσωπικό της λογαριασμό, έγινε παραδεκτό γεγονός ότι ο λογαριασμός, ήταν κοινός λογαριασμός με τον εναγόμενο. Είναι βέβαια νομολογημένο ότι δηλώσεις δικηγόρων, όπως και παραδεκτά γεγονότα δεν μπορούν να τροποποιήσουν ή να συμπληρώσουν τα δικόγραφα. (Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Σιακόλα
(2002)1 Α.Α.Δ. 223). Είναι επίσης καλά νομολογημένο ότι οι αρχές της Πολιτικής Δικονομίας περιορίζουν τα επίδικα θέματα που καθορίζονται μέσα στη δικογραφία, έτσι που η δίκη να δρομολογείται κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία και η δίκη να διατρέχει την ίδια πορεία όπως και το τραίνο κατά μήκος των προκαθορισμένων γραμμών της διαδρομής. (Ζαμπάς ν. G. Tsiarkezos Constructions Ltd κ.α
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Η αγωγή της ενάγουσας στηρίζεται σε συμψηφισμό του αξιούμενου ποσού από προσωπικό της λογαριασμό. Ότι με άλλα λόγια, ως εγγυήτρια πλήρωσε για λογαριασμό του ενάγοντα ως πρωτοφειλέτη το αξιούμενο ποσό. Υποδεικνύω πως εν πάση περιπτώσει και έτσι να είχαν τα πράγματα, για να μπορεί ο εγγυητής να εγείρει αγωγή εναντίον του πρωτοφειλέτη σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 98 του Κεφ. 149 θα πρέπει να εκπληρώσει ή να καταβάλει όλα για τα όποια ευθύνεται, οπότε και υποκαθίσταται στα δικαιώματα του πιστωτή έναντι του πρωτοφειλέτη. (Pageorghiou v. Charalambous
(1966)1 C.L.R. 131). Και δεν υπάρχει μαρτυρία ότι η ενάγουσα διά της καταβολής του πιο πάνω ποσού εκπλήρωσε όλη την ευθύνη της από την εγγύηση. Από το ένταλμα πληρωμής Τεκμ. 4 δεν μπορεί να διαφανεί αλλά ούτε και αποδεικνύεται με οποιονδήποτε τρόπο ότι το δάνειο εξοφλήθηκε δια της πληρωμής του επίδικου ποσού, ούτε και υπάρχει μαρτυρία σε τι αντιστοιχούν οι αριθμοί λογαριασμού που αναφέρονται στο ένταλμα αυτό. Σημειώνω ότι ο κ. Σπύρου περιόρισε την απαίτηση στο μισό της αξίωσης, θεωρώντας ότι το ποσό του κοινού λογαριασμού ανήκε εξ' ημισείας μεταξύ των διαδίκων. Θα αναφερθώ στο θέμα αυτό πιο κάτω. Κατα συνέπεια θα έπρεπε να αποδειχθεί κατ' ελάχιστον, ότι η καταβολή του ποσού των Λ.Κ.2.432.40 αποτελούσε πλήρη εξόφληση των υποχρεώσεων της ενάγουσας που πήγαζαν από την συμφωνία εγγύησης. Στην απουσία απόδειξης του στοιχείου αυτού ως προαπαιτούμενου για το δικαιώμα έγερσης αγωγής από εγγυητή εναντίον πρωτοφειλέτη δυνάμει των προνοιών του αρ. 98 του Κεφ. 149 η αγωγή είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Επανερχόμενος στα τεκμήρια και τα παραδεκτά γεγονότα αυτά παρουσιάζουν άλλο, εντελώς διαφορετικό σκηνικό και όπως θα διαφανεί και στη συνέχεια με άλλο νομικό βάρος και εμβέλεια, από αυτό που παρουσιάζεται στην έκθεση απαιτήσεως. Σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα ο συμψηφισμός έγινε από κοινό λογαριασμό των διαδίκων. Σχετικό είναι και το Τεκμ. 2 η εντολή συμψηφισμού που δόθηκε και από τους δύο διαδίκους προς την τράπεζα, με αναφορά στον λογαριασμό υπ. Αριθμό 0136-05-006781 που είναι ο κοινός λογαριασμός του Τεκμ. 3. Ο λογαριασμός αυτός στην έκθεση απαιτήσεως περιγράφεται ως προσωπικός λογαριασμός της ενάγουσας. Το βάρος βέβαια είναι στην ενάγουσα να αποδείξει τους ισχυρισμούς της στην βάση των όσων αναφέρει στην έκθεση απαίτησης. Η αγωγή και οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί της ενάγουσας στην έκθεση απαίτησης, παρέμειναν εντελώς αναπόδεικτοι και προφανώς αντιφατικοί με τα παραδεκτά γεγονότα. Ο λόγος αυτός είναι αρκετός για να απορριφθεί η αγωγή. Παρόλα αυτά θα εξετάσω την απαίτηση και υπό το πρίσμα των παραδεκτών γεγονότων στη βάση του κοινού λογαριασμού, και τούτο χάριν πληρότητας της απόφασης. Κοινός λογαριασμός ως εξηγείται στο Chitty On Contracts, Specific Contracts, 26η εκδ. σελ. 320 είναι: «An account opened in the names of two or more customers is known as a joint account. The customers, in the instructions given to the bank when the account is opened, may stipulate that cheques may be signed by any one of them, by two or more of them signing together or by all of them jointly». Στην παρούσα υπόθεση και στην απουσία μαρτυρίας, αν μπορεί να συναχθεί κάποιο συμπέρασμα αυτό είναι μέσα από το Τεκμ. 2, την εντολή συμψηφισμού προς την τράπεζα που την υπογράφουν και οι δύο διάδικοι. Θα πρέπει πάντως να σημειωθεί ότι η εντολή αυτή υπεγράφη το 1997 και ο συμψηφισμός έγινε την 8.3.01, δηλαδή 3 περίπου χρόνια μετά τη λύση του γάμου των διαδίκων. Τι ενέργειες έκαμε η ενάγουσα προς αυτή την κατεύθυνση και μετά τη λύση του γάμου της, προς προστασία των συμφερόντων της επί του κοινού λογαριασμού, δεν υπάρχει οτιδήποτε ενώπιον του δικαστηρίου. Στο πιο πάνω σύγγραμμα σελ. 322 υπό τον τίτλο « Position when each party entitled to draw » αναφέρεται το εξής: «Where two persons open a joint account at the bank on the terms that cheques may be drawn on the account by either of them, then, in the absence of facts or circumstances which indicate that the account has been opened for some specific purpose, each party can draw upon it not only for the benefit of both parties, but also for his own benefit.» Στην παρούσα υπόθεση, η απαίτηση μόνο μέσα από τα παραδεκτά γεγονότα μπορεί να αντικρυστεί. Ακόμα και οι ισχυρισμοί στην υπεράσπιση ότι ο κοινός λογαριασμός ανοίχθηκε με την κατάθεση των χρημάτων του γάμου των διαδίκων, στην απουσία μαρτυρίας, παρέμεινε στο επίπεδο του απλού ισχυρισμού και τίποτε περισσότερο. ΄Ετσι δεν υπάρχει κανένα στοιχείο ή κάποια μαρτυρία ή άλλο γεγονός, έστω παραδεκτό προς αυτή την κατεύθυνση. Ούτε και ποιοι όροι, αν υπήρχαν στην τράπεζα αναφορικά με τη σχέση και τη ρύθμιση των δικαιωμάτων μεταξύ των διαδίκων ως προς τον κοινό λογαριασμό, τέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου ώστε να μπορούσαν να εξαχθούν κάποια συμπεράσματα. Κάποιο φως τουλάχιστον ως προς το είδος της μαρτυρίας που απαιτείται μπορεί να ρίξει η υπόθεση Anson v. Anson
(1953)1 Q.B. 636. Σε συντομία, η σύζυγος διατηρούσε λογαριασμό επ' ονόματι της από τον οποίο και πλήρωνε τα διάφορα έξοδα του σπιτιού. Ταυτόχρονα διατηρούσε και άλλο προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό. Ο σύζυγος έδινε ουσιαστικό επίδομα (allowance) για την πληρωμή των εξόδων και η σύζυγος κατέθετε τα περισσότερα από τα χρήματα που της έδινε στον προσωπικό της λογαριασμό, ενώ ο λογαριασμός για τα έξοδα του σπιτιού βρισκόταν σε υπέρβαση. Ο σύζυγος έδωσε μια επιταγή για να καλύψει την υπέρβαση και αυτή την κατάθεσε στον προσωπικό της λογαριασμό και του είπε ότι θα έπρεπε να εγγυηθεί τον λογαριασμό εξόδων του σπιτιού. Ο σύζυγος τον εγγυήθηκε και η υπέρβαση παρέμεινε σε εκκρεμότητα. Αργότερα οι σύζυγοι χώρισαν και η τράπεζα απαίτησε την υπέρβαση από την σύζυγο, η οποία αρνήθη να πληρώσει και η τράπεζα απευθύνθηκε στον σύζυγο που πλήρωσε £500.- ως εγγυητής. Ήγειρε αγωγή εναντίον της πρώην συζύγου αξιώνοντας το ποσό των £500.-. Η σύζυγος αρνήθη ότι του όφειλε οτιδήποτε, ισχυριζόμενη μεταξύ άλλων, ότι η όλη συναλλαγή είχε την φύση της παροχής από τον σύζυγο (advancement) για την οποία και δεν είχε υποχρέωση επιστροφής. Θα παραθέσω την σύνοψη της απόφασης από τον τίτλο. « The essence of the transaction of guarantee was the implied intention that the principal debtor should retain the obligations of a principal debtor ant that the surety should remain secondarily liable, and if called on to pay should be entitled to reimbursement; that as between husband and wife, advancement ought not to be presumed unless there was an intention at the time of the giving of the guarantee that there was to be no reimbursement and a special agreement that the husband was to bear the liability., that on the facts, the husband gave the guarantee, not to relieve the wife of her obligations to the bank, but to resolve an immediate emergency, with the intention that the transaction should have the ordinary incidents of a guarantee; and that the wife, accordingly, was liable to reimburse the husband.» Σχολιάζεται η απόφαση αυτή, στο σύγγραμμα Equity and Trusts, Alastair Hudson, 3η έκδοση σελ. 326 κάτω από τον τίτλο Bank Accounts. Εκείνο που εξηγείται είναι ότι : « It has been held possible for a husband to rebut the presumption of advancement to his wife in circumstances where he agreed merely to guarantee her bank account.. because there had been no intention to make a gift of the sum paid» Το θέμα βέβαια είναι ότι στην παρούσα υπόθεση δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας για οτιδήποτε. Και ακόμα ότι η πληρωμή του επίδικου ποσού έγινε από κοινό λογαριασμό με τον εναγόμενο, στην απουσία μαρτυρίας, δημιουργεί πρόσθετα προβλήματα. Αφού ελλείπει παντελώς μαρτυρία για την σχέση των διαδίκων επί του κοινού λογαριασμού. Σημειώνω ότι η ενάγουσα έδωσε την εντολή συμψηφισμού προς την τράπεζα τον Ιούλιο του 1997, όταν δηλαδή έγινε το δάνειο (τεκ. 1) και είναι ενδιαφέρον να λεχθεί ότι το έγγραφο αυτό που υπεγράφη και από τους δύο διαδίκους, δεν διαχωρίζει σε ποίον ανήκει το δάνειο, αφού γίνεται αναφορά στις πιστωτικές διευκολύνσεις που η τράπεζα παρείχε και στους δύο. Βέβαια πρωτοφειλέτης στο δάνειο ήταν ο σύζυγος. Η αναφορά στην πιο πάνω υπόθεση, όπως και η παραπομπή στο Chitty On Contracts, έγινε ακριβώς για να καταδειχθεί τι απαιτείται να αποδειχθεί, με μαρτυρία βέβαια, τόσο επί εγγύησης όσο και επί κοινού λογαριασμού (joint account) γενικά αλλά και μεταξύ συζύγων ειδικά. Η κατάθεση του εγγράφου του δανείου και του κοινού λογαριασμού, ακόμα και της εντολής προς την τράπεζα, δεν οδηγούν πουθενά. Τουλάχιστον δεν μπορούν από μόνα τους να οδηγήσουν σε αίσια κατάληξη την απαίτηση της ενάγουσας. Η περαιτέρω ανάλυση του θέματος νομίζω πως μόνο θεωρητική αξία θα είχε. Δεν είναι άλλωστε χωρίς σημασία, αντίθετα είναι ενδεικτικό και χαρακτηριστικό το γεγονός ότι το ένταλμα πληρωμής του επίδικου ποσού (Τεκμ. 4) υπογράφεται όχι από την ενάγουσα αλλά από τον εναγόμενο. Και τούτο ως αποτέλεσμα της εντολής συμψηφισμού προς την τράπεζα (Τεκμ. 2) που υπογράφεται και από τους δύο διαδίκους. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνει όσα έχουν ήδη λεχθεί και όσα εκ της νομολογίας προκύπτουν, ως προς την ανάγκη για την απόδειξη των όρων που υπάρχουν μεταξύ των προσώπων που κατέχουν κοινό λογαριασμό σε τράπεζα, αλλά και της τυχόν μεταξύ τους συμφωνίας σε έγγραφο εγγύησης. Για τις παραμέτρους αλλά και τα διάφορα προβλήματα που μπορεί να προκύψουν από ένα τέτοιο λογαριασμό παραπέμπω στο Chitty On Contracts ανωτέρω, σελ. 320 επ. καθώς και στην σελ. 322, που εξηγείται ότι στην απουσία περί αντιθέτου συμφωνίας, υπάρχει τεκμήριο (presumption) ότι σε περίπτωση θανάτου ενός εκ των ιδιοκτητών κοινού λογαριασμού, όλα τα δικαιώματα που αφορούν τον λογαριασμό παραχωρούνται στον επιζώντα. Η ανάγκη συνεπώς μαρτυρίας για την νομική σχέση και την ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ προσώπων που κατέχουν κοινό λογαριασμό σε τράπεζα είναι αναγκαία για να μπορούν να διαφανούν και να καθοριστούν τα εκατέρωθεν δικαιώματα και υποχρεώσεις. Ως κατακλείδα θα παραθέσω ακόμα ένα απόσπασμα από το Chitty on Contracts ανωτέρω σελ. 322 διαφωτιστικό, νομίζω, σε απαίτηση επί κοινού τραπεζικού λογαριασμού. «In Re Bishop decd., National Provincial Bank Ltd v. Bishop
(1965)Ch. 450 a husband and wife opened a joint account and each of them was authorized to draw on it. The husband drew several cheques for the payment of shares purchased in his own name. It was held that these shares were the property of the husband, and were not held by him in trust for his wife and himself». Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι έχω απορρίψει την εισήγηση ότι δεν έχει δικαιοδοσία το Οικογενειακό Δικαστήριο, πλην όμως οι πιο πάνω αποφάσεις και συγγράμματα, θεωρώ ότι παρέχουν το υπόβαθρο και κατατοπίζουν ως προς το αναγκαίο μαρτυρικό υλικό που απαιτείται επί αξιώσεως αλλά και των σχέσεων που υπάρχουν και διέπουν ένα κοινό τραπεζικό λογαριασμό. Αυτονόητο βέβαια, ότι όλα τα πιο πάνω τυγχάνουν εφαρμογής αν η απαίτηση είχε ως βάση, αξίωση επί κοινού λογαριασμού και όχι απαίτηση από εγγυητή εναντίον πρωτοφειλέτη. Για όλους του πιο πάνω λόγους η αξίωση της ενάγουσας δεν μπορεί να επιτύχει και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται πρός όφελος του εναγομένου. Θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (υπ.) Ν. Γιαπανάς, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.