← Κύπρος

Σωκράτη Στυλιανάκη ν. A D NETWORK PROMOTIONS LTD, Αρ. Αγωγής: 12671/02, 29/3/07

Σωκράτη Στυλιανάκη ν. A D NETWORK PROMOTIONS LTD, Αρ. Αγωγής: 12671/02, 29/3/07 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2007:A27 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γιαπανά, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 12671/02 Μεταξύ Σωκράτη Στυλιανάκη Ενάγοντα Και A & D NETWORK PROMOTIONS LTD Εναγομένων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 29/3/07 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον ενάγοντα: κα ΄Ανιφτου Για τους εναγομένους: κα Αμερικάνου Α Π Ο Φ Α Σ Η Με έγγραφη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων ημερομηνίας 23.2.01 (τεκμ. 1) ο ενάγων ενοικίασε στους εναγόμενους το ακίνητο υπ. Αριθμό εγγραφής D 2102 στην ΄Εγκωμη για να τοποθετήσουν, οι εναγόμενοι, δύο διαφημιστικές πινακίδες. Η περίοδος της ενοικίασης ήταν για 5 χρόνια και θα άρχιζε είτε από την ημέρα τοποθέτησης των πινακίδων, είτε μετά το πέρας των δύο μηνών από της υπογραφής της συμφωνίας. Το ενοίκιο συμφωνήθηκε στο ποσό των Λ.Κ.100.- μηνιαίως καταβλητέο ανάλογα με την πιο πάνω έναρξη της ισχύς του, με αναπροσαρμοζόμενη αύξηση 10% το χρόνο. Επίσης συμφωνήθηκε να δοθεί ως εγγύηση το ποσό των Λ.Κ.100.- (όροι 5 και 6 τεκμ. 1). Σημαντικός είναι ο όρος 8 τον οποίο και παραθέτω αυτούσιο. «Το ΜΕΡΟΣ Β αναλαμβάνει όπως προβεί στις δέουσες ενέργειες για εξασφάλιση των απαιτούμενων αδειών από τις αρμόδιες Αρχές. Σε περίπτωση όπου οι αρμόδιες Αρχές αρνηθούν να εκδώσουν τις αναγκαίες άδειες η παρούσα συμφωνία θα θεωρείται άκυρη (frustrated) και τα ΜΕΡΗ θα απαλλάσσονται από κάθε υποχρέωση που προκύπτει από την παρούσα συμφωνία εφεξής. Νοείται ότι οποιοδήποτε ποσό έχει καταβληθεί προ αυτής της άρνησης δεν θα είναι επιστρεπτέο, εκτός από το ποσό της εγγύησης.» Ουσιαστικά ένα ήταν το επίδικο θέμα, αν με βάση τον πιο πάνω όρο η Αρμόδια Αρχή, συγκεκριμένα ο Δήμος ΄Εγκωμης, απέρριψε την αίτηση των εναγομένων οπότε η συμφωνία με βάση τον πιο πάνω όρο ματαιώθηκε. Κατατέθηκαν διάφορα έγγραφα προς αυτή την κατεύθυνση στα οποία και θα αναφερθώ στη συνέχεια. Αποτέλεσε μέσα από τη μαρτυρία παραδεκτό γεγονός ότι οι εναγόμενοι δεν πλήρωσαν κανένα ποσό στον ενάγοντα και από την άλλη ότι κανένα μέρος δεν τερμάτισε τη συμφωνία. Είναι όμως αντιληπτό ότι η θέση των εναγομένων ήταν ότι με την άρνηση του Δήμου ΄Εγκωμης να τους εκδώσει τη σχετική άδεια, κατ' εφαρμογή του πιο πάνω όρου, το έγγραφο ματαιώθηκε. (frustrated). Ο ενάγων με την αγωγή απαιτεί τα ενοίκια της περιόδου από 1.6.01 μέχρι 30.11.02 ανερχόμενο στο ποσό των Λ.Κ.

  1. Επίσης απαιτεί ενοίκια ως ενδιάμεσα οφέλη από 1.12.
  2. Σύμφωνα με τον ενάγοντα (Μ.Ε.1) Σωκράτη Στυλιανάκη όταν δεν πληρώθηκε κανένα ποσό, και παρά τις προς τούτο υποσχέσεις των εναγομένων, έδωσε οδηγίες στο δικηγόρο του για τα περαιτέρω. ΄Ηταν ακόμα η θέση του ότι δεν ήταν ενήμερος για την άρνηση του Δήμου να παραχωρήσει στους εναγόμενους την αναγκαία άδεια. Οι εναγόμενοι δεν τοποθέτησαν ποτέ πινακίδες, ενώ σε σχετική ερώτηση γιατί δεν τερμάτισε το συμβόλαιο, απάντησε ότι δεν ήταν υποχρεωμένος να το πράξει και ανέθεσε το θέμα σε δικηγόρο που κίνησε αγωγή. ΄Ηταν ακόμα η θέση του ότι οι εναγόμενοι δεν έκαμαν κανονική αίτηση στο Δήμο και δεν θυμόταν αν του είπαν ότι δεν εξασφάλισαν τη σχετική άδεια και η συμφωνία ήταν έγκυρη και εξακολουθούσε να ισχύει αφού δεν υπήρχε σαφής απάντηση του Δήμου. Αρνήθη ότι πήγε στο Δήμο και προσπαθούσε να επηρεάσει αρνητικά την αίτηση των εναγομένων, αντίθετα οι εναγόμενοι του έδιναν υποσχέσεις να του αποστείλουν την επιταγή την οποία δεν πήρε ποτέ. Για τους εναγόμενους έδωσε μαρτυρία ο τεχνικός τους διευθυντής Χριστάκης Ματθαίου. (Μ.Ε.1.). Ανέλαβε εργασία στους εναγομένους το Σεπτέμβριο του
  3. Μεταξύ των καθηκόντων του είναι και η εξεύρεση χώρων για τοποθέτηση διαφημιστικών πινακίδων και η υποβολή αιτήσεων στις αρμόδιες αρχές. Η εναγόμενη που είναι ιδιοκτήτρια διαφημιστικών πινακίδων ασχολείται με την εξωτερική διαφήμιση. Σύμφωνα με τη γραπτή του δήλωση, 2 μήνες μετά τη σύναψη της συμφωνίας ο ενάγων ενημερώθηκε τηλεφωνικά ότι ο Δήμος ΄Εγκωμης δεν εξέταζε αιτήσεις λόγω έλλειψης νομικού πλαισίου και ότι, με διάφορες προφάσεις κωλυσιεργούσε στην εξέταση των αιτήσεων ή τις απέρριπτε. Κάμνει επίσης αναφορά στη σχετική αλληλογραφία που κατατέθηκε ως τεκμήρια. Την 17.4.02 υπέβαλαν αίτηση στο Δήμο ΄Εγκωμης για παραχώρηση σχετικής άδειας η οποία και απερρίφθη, γιατί ο Δήμος δεν τη θεώρησε ως κανονική αίτηση. Υπέβαλαν εκ νέου αίτηση στις 20.9.02 η οποία και πάλι απερρίφθη γιατί υπολειπόταν αντίγραφο του τίτλου ιδιοκτησίας. Θεωρεί την απόρριψη αβάσιμη και ότι ο ενάγων ενημερώθηκε τηλεφωνικά ότι ο Δήμος απέρριψε την αίτηση και ως εκ τούτου η συμφωνία ήταν άκυρη. Ο ενάγων μετά την προφορική του ενημέρωση δεν ήγειρε κάποια αξίωση επί της συμφωνίας ούτε και οι εναγόμενοι απαίτησαν την κατακράτηση του χώρου. Επίσης δεν πρόβαλαν κανένα εμπόδιο στον ενάγοντα να αξιοποιήσει το ακίνητο του. Αντεξεταζόμενος διεφάνη ότι τα περί ειδοποίησης του ενάγοντα δεν προέρχονταν από προσωπική του γνώση, παρόλο που επέμεινε ότι ο ενάγων ειδοποιήθη, αλλά από πληροφόρηση που είχε από τον προκάτοχο του, ο οποίος να σημειωθεί δεν έδωσε μαρτυρία στο Δικαστήριο. Επανέλαβε ουσιαστικά ότι ο Δήμος ΄Εγκωμης δεν εξέταζε αιτήσεις γι' αυτό και το αίτημα τους υπεβλήθη 13 μήνες μετά. Εν όψει αυτού θεωρούσαν τη συμφωνία ατονούσα και δεν θεώρησαν σκόπιμο να την τερματίσουν. Ο ίδιος ενημέρωσε τον ενάγοντα τον Απρίλιο του 2002 ότι ο Δήμος ΄Εγκωμης δεν εκδίδει άδειες. Σε σχετική υποβολή ότι ούτε αυτός είπε του ενάγοντα ότι δεν ήθελαν τη συνέχιση της συμφωνίας, απάντησε ότι τους ενδιαφέρει και σήμερα υπό τον όρο της έγκρισης από το Δήμο. Επανεξεταζόμενος κατέθεσε ότι ο ενάγων φάνηκε να μην τον πίστεψε σε αυτά που του είπε και ήλθε σε επαφή με το Δήμο για να τα επιβεβαιώσει. Περιληπτικά αυτές ήταν οι εκατέρωθεν θέσεις επί των οποίων οι δύο δικηγόροι στις γραπτές τους αγορεύσεις εξηγούν τους λόγους για τους οποίους θα πρέπει να γίνει αποδεκτή η εκδοχή της κάθε πλευράς. Επεξηγούν επίσης, η μεν κα Αμερικάνου τους λόγους για τους οποίους το συμβόλαιο ματαιώθηκε, σε αντίθεση με την κα Άνιφτου που εισηγείται ότι το συμβόλαιο δεν ματαιώθηκε και παρέμεινε δεσμευτικό μεταξύ των μερών. Είναι νομίζω σημαντικό να γίνει από τώρα αναφορά στα διάφορα τεκμήρια που κατατέθηκαν, τα οποία φρονώ ότι διαφωτίζουν πλήρως το τοπίο. Οι εναγόμενοι σύμφωνα με το τεκμ. 7 την 17.4.02 υπέβαλαν αίτηση στο Δήμο ΄Εγκωμης για παραχώρηση αδείας για την τοποθέτηση μιας ή δύο πινακίδων. Ο Δήμος με επιστολή του ημερ. 4.6.02 απάντησε ότι η αίτηση με βάση τους ισχύοντες κανονισμούς δεν μπορούσε να θεωρηθεί κανονική αίτηση. Επισύναψε, ο Δήμος, στην επιστολή (τεκμ. 9) το έντυπο της αίτησης και κάλεσε τους εναγομένους αν επιθυμούν να συμπληρώσουν το σχετικό έντυπο μαζί με όλα τα απαιτούμενα έγγραφα και στοιχεία. Στη συνέχεια οι εναγόμενοι στις 20.9.02 σύμφωνα με τη σφραγίδα του Δήμου ΄Εγκωμης (τεκμ. 8) υπέβαλαν την αίτηση επί του εντύπου που τους απέστειλε ο Δήμος. Θα πρέπει εδώ να τονιστεί ότι η αίτηση υπεβλήθη σύμφωνα με τον τύπο Γ του Κανονισμού 4 της Κ.Δ.Π. 234/
  4. (βλπ. Τεκ. 8). Στις 31.10.02 ο Δήμος ΄Εγκωμης με επιστολή προς τους εναγόμενους (τεκμ. 6) τους πληροφόρησε ότι η αίτηση τους δεν μπορούσε να εξεταστεί γιατί υπολειπόταν τόσο το αντίγραφο του τίτλου όσο και το πρωτότυπο έντυπο της βεβαίωσης από τον ιδιοκτήτη. Μάλιστα τονίζεται στην επιστολή, ότι οι εναγόμενοι ενημερώθηκαν τηλεφωνικά από τις 2.10.02 για το θέμα χωρίς όμως ανταπόκριση εκ μέρους τους. Ως αποτέλεσμα ο Δήμος απέρριψε την αίτηση χωρίς να την εξετάσει. Υπάρχει τέλος επιστολή των δικηγόρων των εναγομένων προς το δικηγόρο του ενάγοντα (Τεκ. 7) ημερ. 19.4.
  5. Στην επιστολή γίνεται αναφορά στον όρο 8 της συμφωνίας και ότι αν οι αρμόδιες αρχές δεν χορηγήσουν άδεια για την τοποθέτηση των πινακίδων η συμφωνία καθίσταται άκυρη. Επειδή οι εναγόμενοι υπέβαλαν αίτηση η οποία ακόμα δεν εξετάστηκε, θεωρούν ότι η απαίτηση του ενάγοντα που υπεβλήθη με την επιστολή του δικηγόρου του είναι πρόωρη. Θα την εξέταζαν μετά τη λήψη της απόφασης από το Δήμο ΄Εγκωμης. Τονίζεται επίσης ότι πρόθεση τους να συμμορφωθούν με τη συμφωνία. Νομίζω ότι τα πιο πάνω τεκμήρια ανατρέπουν εκ βάθρων διάφορους ισχυρισμούς του Μ.Υ.
  6. Πρώτον ότι ο Δήμος ΄Εγκωμης δεν εξέταζε τέτοιες αιτήσεις λόγω έλλειψης νομικού πλαισίου, και ότι ο εναγόμενος, δύο μήνες μετά την υπογραφή της συμφωνίας πληροφορήθηκε το γεγονός αυτό από τον προκάτοχο του. Στο σχετικό έντυπο Τύπος Γ των τεκμ. 8 και 9 γίνεται ρητή αναφορά στον Κανονισμό 4 της Κ.Δ.Π.234/
  7. Οπότε η έλλειψη νομικού πλαισίου που επικαλέστηκε είναι άνευ αντικρύσματος και ουσίας και ως συνάγεται πρόκειται περί δικαιολογιών. Παρεμβάλλω ότι η Κ.Δ.Π. 234/99 που τιτλοφορείται, Οι περί Εκθέσεως Διαφημίσεων (Έλεγχος) Νόμος Κεφ. 50 Κανονισμοί που εκδόθηκαν από το Δημοτικό Συμβούλιο ΄Εγκωμης, δυνάμει του άρθρου 7, καταργήθηκαν οι προγενέστεροι κανονισμοί του 1966 - 1977 (Καν. 10) γεγονός που υποδηλώνει ότι νομικό πλαίσιο υπήρχε τουλάχιστον από το
  8. Με τον Καν. 4 προβλέπεται η εξουσιοδότηση για ανέγερση ιδιωτικής πινακίδας και με τον Καν. 3 ρυθμίζεται η άδεια έκθεσης διαφημίσεων. Ότι ενημερώθηκε ο ενάγων για την εξέλιξη αυτή και μάλιστα 2 μήνες μετά την υπογραφή της συμφωνίας όχι μόνο δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό αλλά σαφώς ανατρέπεται από τα Τεκμ. 8 και
  9. Πέραν τούτου πρόκειται περί εξ' ακοής μαρτυρίας χωρίς καμιά απολύτως αξία ή βαρύτητα. Ούτε μπορεί να γίνει αποδεκτός ο ισχυρισμός του Μ.Υ.1 ότι κάποιος Γαβριηλίδης από το Δήμο του είπε ότι δεν γνωρίζουν τι τους γίνεται με τις πινακίδες. Εν πάση περιπτώσει η αλληλογραφία του Δήμου με βάση τα τεκμήρια υπογράφεται από το δημοτικό μηχανικό, Ανδρέα Αρότη. Αν όντως ο ενάγων ενημερώθηκε ότι ο Δήμος ΄Εγκωμης απέρριπτε τέτοιες αιτήσεις λόγω έλλειψης νομικού πλαισίου, που βεβαίως δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό δεδομένου ότι υπήρχε η πιο πάνω Κ.Δ.Π. όφειλε να προσκομιστεί στο δικαστήριο εκείνο το πρόσωπο που κατ' ισχυρισμόν τον ενημέρωσε για το θέμα αυτό. Ο ενάγων να σημειώσω, αρνήθη ότι είχε τέτοια ενημέρωση, γεγονός που συνάγεται ως ορθό και γίνεται αποδεκτό. Ούτε ακόμα μπορεί να γίνει αποδεκτό ότι ο Δήμος είτε κωλυσιεργούσε είτε απέρριπτε με διάφορες προφάσεις τις αιτήσεις, αφού οι εναγόμενοι για πρώτη φορά ήλθαν σε επαφή με το Δήμο για τη χορήγηση σχετικής άδειας την 17.4.02, περίπου ένα χρόνο μετά την υπογραφή της συμφωνίας. (τεκμ. 7). Ούτε επίσης συνάγεται κάτι τέτοιο από τα κατατεθέντα τεκμήρια. Το αντίθετο συνέβαινε. Οπότε δεν θα μπορούσε ο ενάγων, πρωθύστερα, να πληροφορηθεί τον Απρίλιο του 2002 ότι ο Δήμος δεν εκδίδει άδειες, αφού η αίτηση υπεβλήθη για πρώτη φορά την 17.4.02 και η απάντηση του Δήμου αποστάληκε την 4.6.02, (τεκμ. 7 και 9). Αφ' ετέρου, πουθενά από τα κατατεθέντα έγγραφα δεν μπορεί να συναχθεί ότι ο Δήμος δεν έκδιδε τέτοιες άδειες. Εξ' άλλου η πιο πάνω Κ.Δ.Π. μιλά από μόνη της. Ο ισχυρισμός του Μ.Υ.1 είναι επίσης σε σύγκρουση με την επιστολή του δικηγόρου τους ημερ. 19.4.02 (τεκμ. 7) στην οποία αναφέρεται ότι η αίτηση των εναγομένων δεν εξετάστηκε ακόμα από το Δήμο. Οπότε και για τους προφανείς αυτούς λόγους, οι ισχυρισμοί του Μ.Υ.1 απορρίπτονται καθ' ολοκληρίαν. Αντίθετα, εκείνο που εξάγεται από τα διάφορα τεκμήρια είναι ότι οι εναγόμενοι ποτέ δεν υπέβαλαν συμπληρωμένη αίτηση και ως εκ τούτου ο Δήμος την απέρριψε. Αλλά και αν ακόμα οι εναγόμενοι είχαν πληροφορίες ότι ο Δήμος δεν έκδιδε άδειες, εν τοιαύτη περιπτώση, γιατί προχώρησαν και υπέγραψαν συμβόλαιο με τον ενάγοντα και μάλιστα εξακολουθούν και σήμερα να ενδιαφέρονται ως κατέθεσε ο Μ.Υ.
  10. Και γιατί προχωρούν πρώτα στη σύναψη των συμφωνιών με τους ιδιοκτήτες και μετά αποτείνονται στην Αρμόδια Αρχή για να έχουν μια προκαταρκτική άποψη και να γνωρίζουν, ως κατέθεσε ο Μ.Υ.
  11. Το αντίθετο θα έπρεπε να γινόταν, αν ο ισχυρισμός αυτός έχει κάποια βάση. Δεν μπορεί επίσης να γίνει αποδεκτή η υποβολή που έγινε προς τον ενάγοντα ότι προσπαθούσε να επηρεάσει το Δήμο αρνητικά, τόσο γιατί δεν συνάγεται κάτι τέτοιο από τα σχετικά τεκμήρια, αλλά ούτε και υπάρχει προς τούτο τέτοια μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Αντίθετα ο Μ.Υ.1 κατέθεσε ότι ο ενάγων αποτάθηκε στο Δήμο, αυτό άλλωστε κατέθεσε και ο ενάγων με το να διορίσει δικηγόρο, για να διερευνήσει και να μάθει αν οι εναγόμενοι αποτάθηκαν για τη χορήγηση σχετικής άδειας. (τεκμ. 4). Και η απάντηση του Δήμου ήταν ότι αποτάθηκαν μεν, αλλά χωρίς να υποβάλουν κανονική αίτηση και ότι αν ενδιαφέρονταν θα μπορούσαν να υποβάλουν κανονική αίτηση με όλα τα προβλεπόμενα έγγραφα για να μπορούσε να τύχει εξέτασης. Τα πιο πάνω εξάγονται ευθέως μέσα από τη μαρτυρία και τα σχετικά τεκμήρια και γίνονται ανάλογα ευρήματα του δικαστηρίου. ΄Εχει τεθεί από την κα Αμερικάνου ότι η απόρριψη της αίτησης των εναγομένων ισοδυναμούσε με ματαίωση της συμφωνίας οπότε οι εναγόμενοι δεν υπέχουν οποιαδήποτε υποχρέωση πηγάζουσα από τη συμφωνία έναντι του ενάγοντα. Προς υποστήριξη της θέσης της αναφέρθη σε νομολογία. Η ματαίωση μιας συμφωνίας βρίσκει νομοθετικό έρεισμα στο δικό μας δίκαιο στο άρθρο 56 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.
  12. Η εισήγηση της κας Αμερικάνου στηρίζεται στο εδάφιο 2 του άρθρου 56 αφού ουσιαστικά είναι η θέση της ότι μετά τη σύναψη της σύμβασης η εκτέλεση της κατέστη αδύνατη, λόγω της απόρριψης της αίτησης των εναγομένων από το Δήμο ΄Εγκωμης. Η αυξανόμενη αναγνώριση της συμβατικής φύσης των ενοικιαστηρίων εγγράφων, οδήγησε τα Δικαστήρια στην Αγγλία να αποδεκτούν ότι ένα ενοικιαστήριο έγγραφο μπορεί να τερματιστεί και για λόγους ματαίωσης. (frustration). Έτσι στην υπόθεση National Carriers Ltd v. Panalpina (Northern) Ltd

(1981)1 All.E.R. 161 η Βουλή των Λόρδων δέκτηκε ότι το δόγμα της ματαίωσης εφαρμόζεται και στα ενοικιαστήρια έγγραφα, παρόλο που τέτοιες περιπτώσεις είναι σπάνιες. Το πιο πάνω άρθρο έχει εξεταστεί σε έκταση στην υπόθεση Xenofontos v. Tyrimou
(1984)1 C.L.R. 23. Ως εξηγείται στην υπόθεση Maison Jenny Ltd v. Krashias Footwear Industry Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ 1156 το άρθρο 56
(2)του Νόμου είναι το αντίστοιχο με τον Ινδικό Περί Συμβάσεως Νόμο. Υποδεικνύεται ότι η έννοια του όρου «ματαίωση» στο δικό μας δίκαιο, διαφέρει από τη διαμόρφωση του όρου στον αντίστοιχο Αγγλικό, το οποίο και γι' αυτό έχει περιορισμένη σημασία. Στη Xenofontos εξηγείται ότι: «The court must act on a general impression of what its rule requires. It is for that reason that special importance is necessarily attached to the occurrence of any unexpected event that, as it were, changes the face of things. But, even so, it is not hardship or inconvenience or material loss itself which calls the principle of frustration into play. There must be as well such a change in the significance of the obligation that the thing undertaken would, if performed be a different thing from that contracted for.» Εξηγείται ακόμα, ότι σκοπός του δικαστηρίου δεν είναι να τροποποιήσει ένα έγγραφο αλλά να το επεξηγήσει (explain it), και ότι η αλλαγή των περιστάσεων και των συνθηκών από το χρόνο της συνομολόγησης ενός εγγράφου δεν το ματαιώνει. Τα δικαστήρια δεν έχουν εξουσία να απαλλάσσουν την εκτέλεση ενός εγγράφου, απλά γιατί έγινε επαχθές ή δυσβάστακτο (onerous) στη βάση απρόβλεπτων συνθηκών. Αν η εκτέλεση ενός εγγράφου είναι αδύνατη εξετάζεται κάτω από το πρίσμα του κατά πόσο οι λόγοι μπορούσαν να προβλεφθούν και να ληφθούν κατάλληλα προφυλακτικά μέτρα. Η γενική αρχή που τίθεται είναι ότι τα Δικαστήρια δεν έχουν γενική ελευθερία να απαλλάσσουν ένα μέρος από τη δική του ευθύνη εκτέλεσης ενός εγγράφου, απλά γιατί στη βάση μιας απρόβλεπτης αλλαγής των δεδομένων, η εκτέλεση του μπορεί να είναι δυσβάστακτη. Όμως ακόμα και έτσι να είναι η περίπτωση, υποδεικνύεται ότι: «But even the parties to an executory contract are often faced, in the course of carrying out, with a turn of events which they did not at all anticipate - a wholly abnormal rise or fall in prices - a sudden depreciation of currency, an unexpected obstacle to execution, or the like. Yet this does not in itself affect the bargain they have made". Στο σύγγραμμα Landlord and Tenant Law, The Nature of Tenancies, Bright & Gilbert 1995, σελ. 83 εξηγείται ότι το δόγμα της ματαίωσης επί ενοικιαστηρίων εγγράφων θα πρέπει να εφαρμόζεται, έχοντας κατά νού ότι με το ενοικιαστήριο έγγραφο παραχωρείται ακίνητη περιουσία και τα δικαστήρια θα πρέπει να εφαρμόζουν τις αρχές της ματαίωσης με προσοχή. Για να μπορούσε να τύγχανε εφαρμογής ο όρος 8 κάτω από τις πρόνοιες του άρθρου 56
(2)του Κεφ. 148 υπό το πρίσμα και τις αρχές που αναλύονται από τη νομολογία, θα έπρεπε κατ΄ αρχήν και κατ΄ ελάχιστο να συντρέχουν δύο στοιχεία. Πρώτο, οι εναγόμενοι να προβούν στις δέουσες ενέργειες για εξασφάλιση άδειας, και δεύτερο να υπάρχει άρνηση της Αρμοδίας Αρχής. Στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης ούτε το ένα έγινε, αλλά ούτε και το άλλο. Επειδή οι εναγόμενοι υπέβαλαν ελλειπή αίτηση προς το Δήμο, με κανένα τρόπο δεν μπορεί να δικαιολογήσει εφαρμογή του όρου 8 του εγγράφου και των προνοιών του άρθρου 56
(2)του Κεφ.
  1. Θα ήταν παράλογο να γινόταν αποδεκτή τέτοια εισήγηση. ΄Όμως και αν με βάση τη μαρτυρία του Μ.Υ.1 παρόλο που έχει απορριφθεί, γνώριζαν ότι ο Δήμος ΄Εγκωμης δεν έδινε τέτοιες άδειες, και δεν έχει συναχθεί ότι ο ενάγων γνώριζε κάτι τέτοιο, τότε τίθενται σε εφαρμογή οι πρόνοιες του εδαφίου 3 του άρθρου 56 που και πάλι δεν απαλλάσσουν τους εναγόμενους από την υποχρέωση τους που πήγαζε μέσα από τη συμφωνία. Αλλά και αν ο όρος 8 είχε εφαρμογή, με βάση τις πιο πάνω αρχές δεν είναι αρκετό για να οδηγήσει αυτομάτως σε ακύρωση της συμφωνίας λόγω ματαίωσης του σκοπού της. Θα πρέπει να εξεταστεί αν υπήρχε νομική ή φυσική αδυναμία στον τρόπο εφαρμογής της και αν τα προβλήματα που παρουσιάστηκαν ήταν προβλεπτά από τους εναγόμενους. Και τούτο σε συνάρτηση και με το εδάφιο 3 του άρθρου
  2. Δεν θα επεκταθώ όμως περισσότερο γιατί μόνο θεωρητική αξία θα είχε η περαιτέρω εξέταση του θέματος, αφού το εύρημα του δικαστηρίου είναι ότι οι εναγόμενοι ουδέποτε αποτάθηκαν νομότυπα και δεόντως με όλα τα απαιτούμενα στοιχεία προς την Αρμοδία Αρχή που εν προκειμένω ήταν ο Δήμος ΄Εγκωμης. Ο Δήμος απλά δεν εξέτασε και απέρριψε την αίτηση των εναγομένων γιατί δεν ήταν σύμφωνα με την πιο πάνω Κ.Δ.Π. Το συμπέρασμα αυτό, που αποτελεί και εύρημα του δικαστηρίου, μοιραία σφραγίζει και τη τύχη της αγωγής. Δεν μπορεί η αδράνεια των εναγομένων αλλά και επιλογή τους να μην αποταθούν νομότυπα στην Αρμοδία Αρχή, να δημιουργήσει προς όφελος τους και σε βάρος του ενάγοντα, δικαίωμα για επίκληση της αρχής της ματαίωσης του σκοπού της συμφωνίας. Είναι η κατάληξη μου ότι οι αρχές της ματαίωσης της συμφωνίας κάτω από τις πρόνοιες του άρθρου 56
(2)του Κεφ. 148 δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση. (βλ. ακόμα Αδαμίδη ν. Κακουρίδη κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 640.) ΄Εθεσε θέμα η κα Αμερικάνου ότι ο ενάγων επιλέγει να εφαρμόζει τη συμφωνία κατά το δοκούν επειδή δεν την τερμάτισε. Και ότι με τη συμπεριφορά του ο ενάγων, απεμπόλησε το δικαίωμα του να απαιτεί ενοίκια. Επί του τελευταίου σημείου, να υποδείξω ότι δεν υπάρχει τέτοιος ισχυρισμός στην υπεράσπιση. Παρόλα αυτά θα τον εξετάσω αφού σχετίζεται με τις απαιτήσεις του ενάγοντα. Σύμφωνα με την παράγραφο 7 της γραπτής δήλωσης του Μ.Υ.1 ο δικηγόρος του ενάγοντα απέστειλε επιστολή με την οποία απαιτούσε την καταβολή ενοικίων ύψους Λ.Κ.1,100.-. Το γεγονός ότι η επιστολή αυτή δεν κατατέθηκε ως τεκμήριο δεν δημιουργεί κάποιο κενό ή πρόβλημα, αφού η πιο πάνω παραδοχή του Μ.Υ.1, που δεν αντεξετάστηκε επί του σημείου αυτού, ξεκαθαρίζει το θέμα. Σημαντική όμως είναι η απαντητική επιστολή των δικηγόρων των εναγομένων που θεωρούν πρόωρη την απαίτηση ενοικίων, γιατί η αίτηση που υπέβαλαν στο Δήμο εξετάζετο. Συνεπώς και με βάση τον όρο 5 της συμφωνίας, σύμφωνα με τον οποίο το ενοίκιο θα άρχιζε είτε από την τοποθέτηση των πινακίδων, είτε σε δύο μήνες από την υπογραφή της συμφωνίας, και αφού σύμφωνα με το τεκμ. 7 η αίτηση των εναγομένων ήταν ακόμα υπό εξέταση, ο ενάγων ενομιμοποιείτο να απαιτήσει τα δεδουλευμένα ενοίκια. ΄Αλλωστε, κατά τον όρο 8 της συμφωνίας, τα καταβληθέντα ενοίκια μέχρι και την άρνηση του Δήμου να παραχωρήσει τη σχετική άδεια, οπότε η συμφωνία θεωρείται ως ακυρωθείσα, δεν επιστρέφονται. Συνάγεται ευθέως από τους όρους αυτούς, ότι ο ενάγων είχε κάθε δικαίωμα να απαιτεί τα δεδουλευμένα ενοίκια και οι εναγόμενοι είχαν υποχρέωση να τα καταβάλουν, μέχρι να υπάρξει απάντηση του Δήμου. Κατά συνέπεια ο ενάγων δεν είχε κανένα λόγο να ακυρώσει τη συμφωνία και νομίμως απαίτησε τα δεδουλευμένα ενοίκια. Αλλά και αν ακόμα είχε δικαίωμα να την τερματίσει λόγω μη πληρωμής των ενοικίων, δεδομένου ότι με τον όρο 10 όλοι οι όροι της συμφωνίας ήταν ουσιώδεις, θα μπορούσε να θεωρηθεί ως παραίτηση από το δικαίωμα του αυτό, επιλέγοντας την εφαρμογή της συμφωνίας. Σχετικό είναι το άρθρο 55
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149. (Iris Development Ltd v. Λαζαρίδης
(2000)1 Α.Α.Δ. 1504.). Στο πιο πάνω σύγγραμμα Landlord and Tenant Law σελ.87, εξηγείται ότι η σύγχρονη τάση αναγνωρίζει τρείς αμοιβαίες και αποκλειστικές ενέργειες που μπορεί να πάρει ο ιδιοκτήτης, όταν ο ενοικιαστής έχει παραβεί θεμελιώδεις όρους της συμφωνίας. Πρώτο, μπορεί να μην κάμει οτιδήποτε για να αλλάξει την σχέση που πηγάζει μέσα από την συμφωνία και απλά να επιμείνει στην εφαρμογή της, εγείροντας αγωγή για τα ενοίκια στην βάση του γεγονότος ότι η συμφωνία παραμένει σε ισχύ. Δεύτερο, μπορεί να επιλέξει να τερματίσει την συμφωνία τηρουμένου του δικαιώματος του να εγείρει αγωγή για οφειλόμενα ενοίκια και για αποζημιώσεις, και τρίτο μπορεί να ενημερώσει τον ενοικιαστή ότι προτίθεται να ενοικιάσει ξανά το ακίνητο πιστώνοντας τον ενοικιαστή και να αναλάβει την κατοχή. Στην βάση των πιό πάνω αρχών ο ενάγων, ως είχε δικαίωμα επέλεξε να μην τερματίσει την συμφωνία και να εγείρει αγωγή για τα καθυστερημένα και οφειλόμενα, δεδουλευμένα ενοίκια. Ο ενάγων με την αγωγή του απαιτεί τα ενοίκια μέχρι και την καταχώριση της αγωγής που ανέρχονται σε Λ.Κ.1860.-. Δεν υπήρξε αντίλογος από τους εναγόμενους ότι πραγματικά δεν όφειλαν το πιο πάνω ποσό, αφού αλλού εστίασαν την υπεράσπιση τους. Απαιτεί επίσης το ποσό των Λ.Κ.100.- μηνιαίως ως ενδιάμεσα οφέλη από την 1.12.02. Για να μπορούσε να αποδοθεί οποιοδήποτε ποσό αποζημίωσης υπό μορφή διαφυγόντος κέρδους (mense profits) που πρακτικά εξισούται με την ενοικιαστική αξία (Χρίστου κ.α. ν. Γεωργίου
(1999)1 Α.Α.Δ. 940) θα έπρεπε να προηγηθεί τερματισμός της συμφωνίας από την πλευρά του ενάγοντα. Ως λέχθηκε ο ενάγων ποτέ δεν τερμάτισε τη συμφωνία, η οποία ανεξάρτητα αν σήμερα έχει λήξει, παρέμεινε σε ισχύ. Συνεπώς δεν μπορεί να αποδοθεί το αξιούμενο ποσό των ενδιάμεσων ενοικίων που απαιτεί. Ομοίως δεν μπορεί να υπολογιστεί και να καταλογιστεί τόκος προς 9% επί ενός έκαστου ποσού των καθυστερημένων ενοικίων, τόσο γιατί αφ' ενός δεν υπάρχει τέτοια πρόνοια στη συμφωνία και αφ' ετέρου δεν απαιτείται ως ειδική ζημιά του ενάγοντα, απουσιαζούσης επιπλέον και της προς τούτο ανάλογης μαρτυρίας. Εν όψει των πιο πάνω εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον των εναγομένων για το ποσό των Λ.Κ.1,860.- με νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της αγωγής. Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται προς όφελος του ενάγοντα και σε βάρος των εναγομένων τα οποία θα υπολογίσει ο πρωτοκολλητής και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) Ν. Γιαπανάς, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.