← Κύπρος

Εν Πτωχεύσει: Θεανώ Δράκου, Αρ. Ειδ. Πτωχεύσεως: 982/07, 29/3/07

Εν Πτωχεύσει: Θεανώ Δράκου, Αρ. Ειδ. Πτωχεύσεως: 982/07, 29/3/07 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2007:A29 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γιαπανά, Ε.Δ. Αρ. Ειδ. Πτωχεύσεως: 982/07 Εν Πτωχεύσει: Θεανώ Δράκου, (Α/Τ.579175), εκ Λευκωσίας. ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 29/3/07 Εμφανίσεις: Για την αιτούσα τον Παραμερισμό της Ειδοποίησης Πτώχευσης-Χρεώστιδα: κ. Σ. Ρήγας Για τους καθ' ων η αίτηση-Πιστωτές: κα Μιχαηλίδου ---------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 18.2.1992 εκδόθηκε απόφαση υπέρ των πιστωτών και εναντίον της χρεώστιδας, για το ποσό των ΛΚ9.829,64 με τόκο 9% το χρόνο επί ποσού ΛΚ9.674.- από 18.2.1992, πλέον δικηγορικά έξοδα. Την 16.1.07 ανανεώθηκε η εκτέλεση της απόφασης για ένα χρόνο. Στη συνέχεια, στις 11.5.07, οι πιστωτές καταχώρησαν αίτηση στο Πρωτοκολλητείο για την έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης, συνοδευόμενη από ειδοποίηση πτώχευσης εναντίον της χρεώστιδας. Η ειδοποίηση συνοδεύεται από την αναγκαία οπισθογράφηση με βάση το σχετικό των Περί Πτωχεύσεως Κανονισμών, ότι η μη συμμόρφωση με την απαίτηση της ειδοποίησης, θα συνεπάγεται τη διάπραξη πράξης πτώχευσης σε περίπτωση δε που η χρεώστιδα έχει ανταπαίτηση, ανταξίωση ή εγείρει ζήτημα συμψηφισμού που είναι ισοδύναμη ή υπερβαίνει το αιτούμενο ποσό θα πρέπει να καταχωρίσει ένορκη δήλωση εντός 3 ημερών προς ακύρωση της επίδικης ειδοποίησης. Η χρεώστιδα αντιδρώντας στην ειδοποίηση που εκδόθηκε και της επιδόθηκε, καταχώρησε την 7.6.07 ένορκη δήλωση. Να παρεμβάλω πως η ειδοποίηση επιδόθηκε στην χρεώστιδα, σύμφωνα με την ειδοποίηση του επιδότη που υπάρχει στο φάκελο του Δικαστηρίου, την 4.6.

  1. Η ουσία των ισχυρισμών της αιτήτριας-χρεώστιδας, όπως αντανακλάται στην ένορκη δήλωση που καταχώρισε, είναι η αμφισβήτηση του αναφερόμενου ποσού στην ειδοποίηση πτώχευσης, γιατί πλήρωνε, και συνεχίζει να πληρώνει δόσεις έναντι του χρέους. Άμεσα συναφής είναι η θέση της ότι η εκτέλεση της απόφασης ανεστάλη γιατί εκδόθηκε στο παρελθόν διάταγμα μηνιαίων πληρωμών εναντίον της για το ποσό των ΛΚ50.- μηνιαίως με ισχύ από την 1.4.
  2. Πλήρωσε στη βάση του πιο πάνω διατάγματος αρκετές δόσεις, η τελευταία δόση καταβλήθηκε την 29.5.07, πριν της επιδοθεί η επίδικη ειδοποίηση. Τα διάφορα ποσά που κατέβαλε δεν αναφέρονται ούτε και αφαιρούνται από το οφειλόμενο χρέος που αναφέρεται στην ειδοποίηση που της επιδόθηκε, και ακόμα ότι οι πιστωτές πρόσθεσαν τόκους στο οφειλόμενο χρέος χωρίς να αφαιρέσουν τα ποσά που πλήρωνε. Οι πιστωτές με την άδεια του Δικαστηρίου καταχώρισαν απαντητική ένορκη δήλωση. Το πρώτο θέμα που εγείρεται είναι ότι η ένορκη δήλωση της χρεώστιδας δεν πληροί τις προϋποθέσεις του Νόμου και των σχετικών κανονισμών για ακύρωση της ειδοποίησης πτώχευσης, και συνεπώς θα πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω και επί της ουσίας των ισχυρισμών της αιτήτριας, είναι η θέση τους ότι η εκτέλεση της εκδοθείσας απόφασης δεν ανεστάλη. Το διάταγμα που εκδόθηκε εναντίον της για τη μηνιαία δόση των ΛΚ50.- δεν επενεργεί ως αναστολή της απόφασης, και ότι η πληρωμή των δόσεων σταμάτησε το Μάρτιο του
  3. Η αίτηση παραμερισμού της πτωχευτικής ειδοποίησης ορίστηκε για ακρόαση την 12.3.
  4. Κανένας εκ των ομνυόντων δεν αντεξετάστηκε και οι δύο πλευρές καταχώρισαν γραπτώς τις αγορεύσεις τους. Είναι η θέση της κας Μιχαηλίδου ότι τα ζητήματα που ηγέρθηκαν από την αιτήτρια, δεν μπορούν να εγερθούν με ένορκη δήλωση, αλλά μόνο με αίτηση για παραμερισμό της ειδοποίησης πτώχευσης, σύμφωνα με τη ρητή επιταγή του Νόμου και των Κανονισμών. Σύμφωνα με τους Πτωχευτικούς Κανονισμούς 40

(2)και 41 η ειδοποίηση πτώχευσης μπορεί να παραμεριστεί με καταχώρηση ένορκης δήλωσης εκ μέρους του χρεώστη που επενεργεί ως αίτηση παραμερισμού (The filing of such affidavit shall operate as an application to set aside the bankruptcy notice). Είναι ακόμα ορθό ότι κάτω από τις πρόνοιες του άρθρου 3
(1)(g) του Νόμου Κεφ. 5 αλλά και του Πτωχευτικού Κανονισμού 40
(2)οι λόγοι που μπορεί να προβληθούν για τον παραμερισμό της πτωχευτικής ειδοποίησης είναι αποκλειστικά και περιοριστικά καθορισμένοι. Και αυτοί είναι ότι ο χρεώστης έχει ανταπαίτηση, ανταγωγή ή συμψηφισμό που είναι ίσος ή υπερβαίνει το εξ αποφάσεως χρέος. Κάθε άλλος λόγος για τον οποίο ο χρεώστης επιθυμεί να ακυρώσει την πτωχευτική ειδοποίηση ως εξηγείται στο σύγγραμμα Williams On Bankruptcy 19η έκδοση, σελ. 38, μόνο με αίτηση μπορεί να προβληθεί και όχι με ένορκη δήλωση. Ως υποδεικνύεται στην υπόθεση In Re Costas Louca
(1986)2 J.S.C 365, τέτοια αίτηση υποβάλλεται κάτω από τις πρόνοιες του Πτωχευτικού Κανονισμού 16. Αντιτάσσει ο κ. Ρήγας ότι η πληρωμές που έγιναν από την χρεώστιδα προβάλλονται ακριβώς μέσα στα πλαίσια του set-off και γι' αυτό καταχωρήθηκε ένορκη δήλωση και όχι αίτηση για παραμερισμό της ειδοποίησης πτώχευσης. Παραπέμπει, ο κ. Ρήγας, στο νομικό λεξικό Osborn's Concise Law Dictionary, για την ερμηνεία του όρου set-off και ότι δεν απαιτείται να αφορά ολόκληρο το ποσό της απαίτησης. Βέβαια, και ορθή να είναι η θέση του κ. Ρήγα ότι τα καταβληθέντα ποσά μπορούν να προβληθούν υπό μορφή συμψηφισμού, και πάλι έχω την άποψη ότι το ποσό που προβάλλεται προς συμψηφισμό, σύμφωνα με την ρητή πρόνοια του πιο πάνω άρθρου του Νόμου δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει παραδεκτώς λόγο ακύρωσης της πτωχευτικής ειδοποίησης. Η παράθεση του μέρους από το σχετικό εδάφιο του άρθρου 3 κρίνω πως είναι αναγκαία: ".... either comply with the requirements of the notice, or satisfy the court that he has a counterclaim, set-off or cross demand which equals or exceeds the amount of the judgment debt or sum ordered to be paid, and which he could not set up in the action in which the judgment was obtain, or the proceedings in which the order was obtained". Από την ερμηνεία του πιο πάνω άρθρου δύο στοιχεία, συστατικά θα έλεγα, συνάγονται ως απαραίτητα προαπαιτούμενα για να μπορούν να τεθούν σε εφαρμογή οι πρόνοιες του. Πρώτο ότι η ανταπαίτηση ή ο συμψηφισμός ή η ανταξίωση, θα πρέπει να είναι ίση, ή να υπερβαίνει το εκ δικαστικής αποφάσεως χρέος, και δεύτερο να αφορά αξίωση που προΰπήρχε της απαίτησης και να μην μπορούσε να εγερθεί στην αγωγή στην οποία εκδόθηκε η δικαστική απόφαση. Στην παρούσα υπόθεση ούτε το ένα προαπαιτούμενο συστατικό στοιχείο υπάρχει, αλλά ούτε και το άλλο. Ανεξάρτητα όμως από αυτό, σύμφωνα με το λεκτικό του άρθρου 3
(1)(g) του περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ. 5 αλλά και του πιο πάνω πτωχευτικού Κανονισμού, το βάρος απόδειξης για την ύπαρξη ανταξίωσης, δικαιώματος συμψηφισμού, ή ανταγωγής βαρύνει τον χρεώστη. Από την Αγγλική νομολογία έχει κριθεί ότι η ειδοποίηση θα ακυρωθεί αν εγείρεται υπό το φως της μαρτυρίας στην ολότητα της γνήσιο θέμα προς εκδίκαση (genuine triable case set-off). Έτσι για παράδειγμα στην υπόθεση Re a Debtor, Ex Parte The Debtor n. Wiseburgh
(1957)2 All ER 551 λέχθηκε ότι ο οφειλέτης πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει μια γνήσια απαίτηση η οποία έχει λογική πιθανότητα επιτυχίας. Στη δε υπόθεση In Re a Debtor (No. 75 of 1982) Ex Parte The Debtor v. National Westminster Bank Plc.
(1984)1 WLR 353 εξηγείται ότι: "First, the affidavit or affidavits must show that he has a cross-demand against the creditor which is genuine. To satisfy that requirement, the cross-demand must be put forward in good faith and must have a reasonable probability of success, or, as it has also been expressed, must give rise to a triable issue. In the latter respect, there is no hard and fast rule as to the degree of proof required. It depends in each case on the particular facts and circumstances of that case." Ακόμα στην υπόθεση Re G.E.B (A Debtor) (1900-3) All ER 1027 υποδεικνύεται ότι: "To what time is that these words "he has" refer, It seems to me that they must refer to the time of the hearing of the application to set aside the bankruptcy notice. Does it mean that at that moment the debtor must have an effective set-off which he could enforce by action, or is it sufficient that he has vested in him a right of set - off at that moment which when the proper time comes in bankruptcy could be used for the purpose either of reducing or wiping out this judgment debt." Έχω αντλήσει επίσης καθοδήγηση από την υπόθεση Re A Judgment Debtor (No. 171 of 1934) Ex Parte Judgment Creditor
(1934)All ER 688 αναφορικά με την ερμηνεία του set-off και cross demand σε πτωχευτική ειδοποίηση. Έμφαση δίνω σε εκείνα που λέχθηκαν από τον L. Hanworth στη σελίδα 692. "What claims are included in the words 'counter claim set-off and cross demand!'. With regard to the word set-off, that is a word well known and established in its meaning, it is something which provides a defence because the nature and the quality of the sum so relied upon is a sum which is proper to be dealt with as diminishing the claim which is made, and against which the sum so demanded can be set-off. Counter claim the defendant is enable to set-up, by way of counter claim, a claim which might have had against the plaintiff and that should be heard in the action started by the plaintiff against him, and rules are provided for that purpose. If cross-demand is only to be interpreted as meaning something which could have been introduced into the action by way of counter claim. Cross demand seems to me to be a word introduce in order to give a wider ambit to the meaning of these claim, something that would be described, certainly, as a set off, something that would not have been brought to the action, something that still lies outside the counter claim, but which is of a nature which can be specified and which is of such a nature that it equals or exceeds the amount of the judgment debt." Αναφορικά με τον όρο "which equals or exceeds the amount of the judgment debt" ο L.J. Maugham στην ίδια απόφαση σελ. 694, εξηγά ότι: "That that must mean, or refer to, a claim against the creditor, either for money or at any rate, for money or property of value which equals or exceeds the amount of the judgment debt." Χρήσιμη ακόμα αναφορά μπορεί και πάλι να γίνει στο σύγγραμμα του Williams-ανωτέρω, σελ.188 επ., σύμφωνα με το οποίο οι πιο πάνω αρχές βρίσκουν εφαρμογή στις περιπτώσεις όπου υπάρχουν μεταξύ των διαδίκων αμοιβαίες συναλλαγές και οφειλές (mutual credits and dealings). Στην περίπτωση αυτή το ένα μέρος μπορεί να ανταπαιτήσει ή να προβάλει συμψηφισμό έναντι του άλλου μέρους για οφειλές που προέρχονται από τέτοιες αμοιβαίες συναλλαγές και εκατέρωθεν χρέη. Εξηγείται ακόμα ότι ο όρος του συμψηφισμού επί πτωχεύσεων (set-off), είναι διαφορετικός από τις γενικές αρχές του συμψηφισμού. Παραπέμπω επίσης και στην υπόθεση Αδάμου ν. Κυριακίδη
(2004)1 ΑΑΔ 1919. Είναι σαφές εκ των πιο πάνω αυθεντιών, ότι μεταγενέστερες πληρωμές που έγιναν έναντι του εξ αποφάσεως χρέους, δεν μπορούν να προβληθούν έναντι του χρέους είτε υπό μορφή συμψηφισμού, είτε άλλως πως. Σε κάθε περίπτωση δεν μπορούν να θεωρηθούν ως απαίτηση που θα μπορούσε να προβληθεί στην αγωγή που λήφθηκε η επίδικη απόφαση, ως η σχετική επιταγή του Νόμου, αφού προφανώς αυτό θα ήταν και ανακόλουθο αλλά και υστερογενές. Στα περιορισμένα πλαίσια του άρθρου 3
(1)(g) και του Κανονισμού 40
(2)το ζήτημα των πληρωμών έναντι του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους δεν μπορεί να εξεταστεί είτε υπό την έννοια που το έθεσε ο κ. Ρήγας, είτε υπό την εναλλακτική εισήγηση ότι συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Εκτός και αν ετίθετο θέμα εξόφλησης. Ούτε ακόμα αν το διάταγμα μηνιαίων πληρωμών συνιστά ή και αποτελεί αναστολή εκτέλεσης της απόφασης. Παρενθετικά να αναφέρω ότι η συνημμένη δικαστική απόφαση που αφορά το επίδικο χρέος δεν ανεστάλη, ενώ το διάταγμα μηνιαίων πληρωμών δεν έχει επισυναφθεί ή καθ' οιονδήποτε τρόπο προσκομιστεί στο Δικαστήριο, αφού έχει ιδιαίτερη σημασία η σχετική του διατύπωση. Προστίθεται τέλος, ότι οι αποδείξεις πληρωμών που επισύναψε ο κ. Ρήγας στη γραπτή του αγόρευση, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη γιατί ως εξηγήθηκε στην υπόθεση Federal Bank Of Lebanon (SAL) ν. Σιακόλα
(2002)1 ΑΑΔ 223, χωρίς μαρτυρία στην ένορκη δήλωση, δεν μπορεί το θέμα να συμπληρωθεί με την αγόρευση του δικηγόρου στο Δικαστήριο και να αποτελέσει λόγο επί του οποίου να βασίσει το Δικαστήριο την απόφαση του. Δεν προτίθεμαι να εξετάσω περαιτέρω το θέμα αφού, ούτως ή άλλως μόνο με αίτηση δια κλήσεως προς ακύρωση της εκδοθείσας πτωχευτικής ειδοποίησης θα μπορούσε να εξεταστεί. Η εισήγηση της κας Μιχαηλίδου, ότι μόνο στα πλαίσια αίτησης για ακύρωση της ειδοποίησης πτώχευσης μπορούν να προβληθούν αλλά και να εξεταστούν τα εγειρόμενα ζητήματα είναι ορθή. Βρίσκει έρεισμα στο σύγγραμμα του Williams-ανωτέρω, σελ.38, όπου, σε συντομία να επαναλάβω, ότι για κάθε άλλο λόγο (grounds), πλην εκείνων που ρητά προνοούνται στα πιο πάνω άρθρα του Νόμου και του Πτωχευτικού Κανονισμού, που επιζητείται η ακύρωση της ειδοποίησης πτώχευσης, ως για παράδειγμα παρατυπία, κακή επίδοση και πληρωμές ο πιστωτής δεν μπορεί να εγείρει τα θέματα αυτά με ένορκη δήλωση αλλά μόνο με αίτηση. Η υπόθεση In Re Costas Loucas-ανωτέρω, είναι σχετική, καθώς και η υπόθεση Αλωνεύτης ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ, Πολ. Έφεση αρ. 315/05, ημερομηνίας 29.3.07. Έπεται συνεπώς ότι η ένορκη δήλωση που επενέργησε ως αίτηση παραμερισμού της ειδοποίησης πτώχευσης δεν μπορεί να επιτύχει και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται υπέρ των πιστωτών, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. Ο χρόνος διάπραξης της πτώχευσης θα αρχίζει από σήμερα. (Υπ.) Ν. Γιαπανάς, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλλητής /Μ.Η. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.